Ράμφος κεφαλόποδου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Το ράμφος του γιγαντιαίου καλαμαριού,περιβάλλεται από τη στοματική μάζα και άκρα

Όλα τα σωζόμενα κεφαλόποδα έχουν ένα διμερές ράμφος, ή ρύγχος, που βρίσκεται στη στοματική μάζα και περιβάλλεται από τις μυώδεις αποφύσεις της κεφαλής. Η ραχιαία (άνω) κάτω γνάθος ταιριάζει με την κοιλιακή (κάτω) κάτω γνάθος και μαζί λειτουργούν όπως ένα ψαλίδι.[1][2] Το ράμφος μπορεί επίσης να αποκαλείται ως δαγκάνες ή σαγόνια.[3]

Απολιθώματα από ράμφη υπάρχουν για έναν μεγάλο αριθμό κεφαλόποδων, υφιστάμενων και εξαφανισμένων, με συμπεριλαμβανόμενα καλαμάρια, χταπόδια, μπελεμνίτες, και βαμπυρόμορφα.[4][5][6][7][8][9] Τα άπτυχα – ζεύγη δισκοειδών δομών που βρίσκονται στους αμμωνίτες – μπορεί επίσης να έχουν δομές σιαγώνων.[10][11][12][13]

Σύνθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αποτελείται κυρίως από χιτίνη και χιαστί διασταυρωμένες πρωτεΐνες,[14][15][16][17] τα ράμφη τους είναι λίγο-πολύ δύσπεπτα και είναι συχνά τα μόνα αναγνωρίσιμα  υπολείμματα κεφαλόποδων που βρίσκονται στα στομάχια των αρπακτικών ειδών όπως οι φάλαινες φυσητήρες.[18] Η σκληρότητα του κεφαλοποδικού ράμφους είναι μέγιστη στην κορυφή και σταδιακά ελαττώνεται προς το ελάχιστο της βάσης, μια κλίση που οφείλεται στην διαφορετική χημική σύνθεση. Στα ενυδατωμένα ράμφη των Humboldt καλαμαριών (Dosidicus gigas) η βαθμίδωση σκληρότητας εκτείνεται σε δύο τάξεις μεγέθους.[19]

Πλευρική όψη του κάτω ράμφους του Chiroteuthis picteti (3,6 mm LRL, 160 mm ML (εκτίμηση)

Μετρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι συντομογραφίες LRL και URL χρησιμοποιούνται ευρέως στην τευθολογία για αναφορά στο κατώτατο ρυγχοειδές μήκος και το ανώτερο ρυγχοειδές μήκος, αντίστοιχα. Είναι οι τυπικές μετρήσεις μεγέθους για το ράμφος των Δεκαποδίμορφων, ενώ το μήκος κουκούλας προτιμάται για τα Οκτωποδίμορφα. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την εκτίμηση του μήκους του μανδύα και του συνολικού σωματικού βάρους του αρχικού ζώου, καθώς και της βιομάζας τροφής.

[20][21][22][23][24][25]

Κατώτατο ρυγχοειδές μήκος 
Ανώτατο ρυγχοειδές μήκος 


Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Young, R.E., M. Vecchione & K.M. Mangold (1999). Cephalopoda Glossary. Tree of Life Web Project.
  2. Young, R.E., M. Vecchione & K.M. Mangold (2000). Cephalopod Beak Terminology. Tree of Life Web Project.
  3. Tanabe, K., Y. Hikida & Y. Iba (2006). Two coleoid jaws from the Upper Cretaceous of Hokkaido, Japan. Journal of Paleontology 80(1): 138–145. doi:10.1666/0022-3360(2006)080[0138:TCJFTU]2.0.CO;2
  4. Zakharov, Y.D. & T.A. Lominadze (1983). New data on the jaw apparatus of fossil cephalopods. Lethaia 16(1): 67–78. doi:10.1111/j.1502-3931.1983.tb02000.x
  5. Kanie, Y. (1998). New vampyromorph (Coleoidea: Cephalopoda) jaw apparatuses from the Late Cretaceous of Japan. Bulletin of Gumma Museum of Natural History 2: 23–34.
  6. Tanabe, K. & N.H. Landman (2002). Morphological diversity of the jaws of Cretaceous Ammonoidea. Abhandlungen der Geologischen Bundesanstalt, Wien 57: 157–165.
  7. Tanabe, K., P. Trask, R. Ross & Y. Hikida (2008). Late Cretaceous octobrachiate coleoid lower jaws from the north Pacific regions. Journal of Paleontology 82(2): 398–408. doi:10.1666/07-029.1
  8. Klug, C., G. Schweigert, D. Fuchs & G. Dietl (2010). First record of a belemnite preserved with beaks, arms and ink sac from the Nusplingen Lithographic Limestone (Kimmeridgian, SW Germany). Lethaia 43(4): 445–456. doi:10.1111/j.1502-3931.2009.00203.x
  9. Tanabe, K. (2012). Comparative morphology of modern and fossil coleoid jaw apparatuses. Neues Jahrbuch für Geologie und Paläontologie, Abhandlungen 266(1): 9–18. doi:10.1127/0077-7749/2012/0243
  10. Morton, N. (1981). Aptychi: the myth of the ammonite operculum. Lethaia 14(1): 57–61. doi:10.1111/j.1502-3931.1981.tb01074.x
  11. Morton, N. & M. Nixon (1987). Size and function of ammonite aptychi in comparison with buccal masses of modem cephalopods. Lethaia 20(3): 231–238. doi:10.1111/j.1502-3931.1987.tb02043.x
  12. Lehmann, U. & C. Kulicki (1990). Double function of aptychi (Ammonoidea) as jaw elements and opercula. Lethaia 23: 325–331. doi:10.1111/j.1502-3931.1990.tb01365.x
  13. Seilacher, A. (1993). Ammonite aptychi; how to transform a jaw into an operculum? American Journal of Science 293: 20–32. doi:10.2475/ajs.293.A.20
  14. Saunders, W.B., C. Spinosa, C. Teichert & R.C. Banks (1978). «The jaw apparatus of Recent Nautilus and its palaeontological implications» (PDF). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 5 Οκτωβρίου 2016. Ανακτήθηκε στις 31 Ιουλίου 2018.  Palaeontology 21(1): 129–141.
  15. Hunt, S. & M. Nixon (1981). A comparative study of protein composition in the chitin-protein complexes of the beak, pen, sucker disc, radula and oesophageal cuticle of cephalopods. Comparative Biochemistry and Physiology Part B: Comparative Biochemistry 68(4): 535–546. doi:10.1016/0305-0491(81)90071-7
  16. Miserez, A., Y. Li, J.H. Waite & F. Zok (2007). «Jumbo squid beaks: Inspiration for design of robust organic composites» (PDF). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 5 Μαρτίου 2016. Ανακτήθηκε στις 31 Ιουλίου 2018.  Acta Biomaterialia 3(1): 139–149. doi:10.1016/j.actbio.2006.09.004
  17. Organic composite is exceptionally robust: jumbo squid Αρχειοθετήθηκε 2012-01-06 στο Wayback Machine.. Ask Nature.
  18. Clarke, M.R. (1986). A Handbook for the Identification of Cephalopod Beaks. Oxford University Press, Oxford.
  19. Miserez, A., T. Schneberk, C. Sun, F.W. Zok & J.H. Waite (2008). The transition from stiff to compliant materials in squid beaks. Science 319(5871): 1816–1819. doi:10.1126/science.1154117
  20. Wolff, G.A. (1981). «A beak key for eight eastern tropical Pacific cephalopod species with relationships between their beak dimensions and size» (PDF).  Fishery Bulletin 80(2): 357–370.
  21. Wolff, G.A. (1984). «Identification and estimation of size from the beaks of 18 species of cephalopods from the Pacific Ocean» (PDF). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 4 Μαρτίου 2016. Ανακτήθηκε στις 31 Ιουλίου 2018.  NOAA Technical Report NMFS 17, NOAA/National Marine Fisheries Service.
  22. Jackson, G.D. (1995). The use of beaks as tools for biomass estimation in the deepwater squid Moroteuthis ingens (Cephalopoda: Onychoteuthidae) in New Zealand waters. Polar Biology 15(1): 9–14. doi:10.1007/BF00236118
  23. Jackson, G.D. & J.F. McKinnon (1996). Beak length analysis of arrow squid Nototodarus sloanii (Cephalopoda: Ommastrephidae) in southern New Zealand waters. Polar Biology 16(3): 227–230. doi:10.1007/BF02329211
  24. Jackson, G.D., N.G. Buxton & M.J.A. George (1997). Beak length analysis of Moroteuthis ingens (Cephalopoda: Onychoteuthidae) from the Falkland Islands region of the Patagonian Shelf. Journal of the Marine Biological Association of the United Kingdom 77(4): 1235–1238. doi:10.1017/S0025315400038765
  25. Gröger, J., U. Piatkowski & H. Heinemann (2000). «Beak length analysis of the Southern Ocean squid Psychroteuthis glacialis (Cephalopoda: Psychroteuthidae) and its use for size and biomass estimation» (PDF).  Polar Biology 23(1): 70–74. doi:10.1007/s003000050009