Φρανσουά ντε Μαλέρμπ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Φρανσουά ντε Μαλέρμπ
Robert Lefevre 19.jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
François de Malherbe (Γαλλικά)
Γέννηση 1555[1]
Καέν
Θάνατος 16  Οκτωβρίου 1628[1][2][3][4]
Παρίσι
Χώρα πολιτογράφησης Γαλλία
Εκπαίδευση και γλώσσες
Μητρική γλώσσα Γαλλικά
Ομιλούμενες γλώσσες Γαλλικά
Μέσα Γαλλικά[5]
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα ποιητής
συγγραφέας
μεταφραστής
κριτικός λογοτεχνίας[6]
Οικογένεια
Τέκνα Marc-Antoine de Malherbe
Οικογένεια d:Q3065892

Ο Φρανσουά ντε Μαλέρμπ (François de Malherbe, 1555-1628) ήταν Γάλλος ποιητής και θεωρητικός. Επίσημος αυλικός ποιητής από το 1605 έως το θάνατό του το 1628. Με την επιμονή του στην αυστηρότητα της μορφής, τη συγκρατημένη, κυριαρχημένη γραφή και την καθαρότητα της έκφρασης άνοιξε τον δρόμο στον γαλλικό κλασικισμό.[7] Η επιρροή του στη γαλλική ποίηση ήταν σημαντική.

Η ζωή του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μαλέρμπ γεννήθηκε στην Καν της Νορμανδίας και ήταν γόνος εύπορης οικογένειας. Ο πατέρας του, επίσης Φρανσουά ντε Μαλέρμπ, ήταν σύμβουλος του βασιλιά στο δικαστικό σώμα της Καν. Ο ποιητής σπούδασε στην Καν, στο Παρίσι, στη Χαϊδελβέργη και στη Βασιλεία. Σε ηλικία είκοσι ενός ετών, προτιμώντας τη στρατιωτική καριέρα από το δικαστικό σώμα, εισήλθε στον οίκο του Ερρίκου της Ανγκουλέμ, φυσικού γιου του Ερρίκου Β΄, κυβερνήτη της Προβηγκίας.[8] Υπηρέτησε αυτόν τον πρίγκιπα ως γραμματέας στην Προβηγκία, πολέμησε στην πλευρά της Καθολικής Λίγκας κατά τους Θρησκευτικούς πολέμους και παντρεύτηκε εκεί το 1581. Φαίνεται ότι έγραφε στίχους ήδη από εκείνη την εποχή, αλλά, αν κρίνουμε από μια αναφορά του Ταλμάν ντε Ρεώ (Tallemant des Réaux,1619-1692) πρέπει να ήταν πολύ κακοί. Ο προστάτης του πέθανε όταν ο Μαλέρμπ έλειπε σε επίσκεψη στην πατρίδα του και για κάποιο διάστημα βρέθηκε χωρίς ιδιαίτερη απασχόληση και στήριξη[9], αν και έλαβε ένα σημαντικό χρηματικό δώρο  για μερικούς στίχους του από τον Ερρίκο Γ΄, τον οποίο ακολούθησε αργότερα. Έζησε εν μέρει στην Προβηγκία και εν μέρει στη Νορμανδία για πολλά χρόνια μετά από αυτό το γεγονός αλλά πολύ λίγα είναι γνωστά για τη ζωή του κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Τα Δάκρυα του Αγίου Πέτρου (Larmes de Saint Pierre), μια μίμηση υπερβολικά διανθισμένη με διακοσμητικά στοιχεία, εμφανίστηκαν το 1587.

Άγαλμα του Φρανσουά ντε Μαλέρμπ στο Λούβρο

Το 1600 μια ωδή του για την καινούργια βασίλισσα Μαρία των Μεδίκων, το πρώτο από τα αξιοσημείωτα ποιήματα του, τον έκανε ευρύτερα γνωστό. Αλλά πέρασαν τέσσερα ή πέντε χρόνια πριν η τύχη του, που μέχρι στιγμής ήταν αδιάφορη, γυρίσει. Το 1605 παρουσιάστηκε από τον συμπατριώτη του, τον καρδινάλιο Ντυ Περρόν στον Ερρίκο Δ΄, που του παράγγειλε την Προσευχή για το βασιλιά στο δρόμο για το Λιμουζέν (Prière pour le roi allant dans le Limousin), ποίημα που άρεσε πολύ στο βασιλιά και τελικά έγινε δεκτός, παρόλο που ο Ερρίκος Δ΄ δεν ενδιαφερόταν για την ποίηση ούτε ήταν ιδιαίτερα γενναιόδωρος, και εξασφάλισε μια μέτρια ζωή ως προστατευόμενος της Αυλής. Ο πατέρας του πέθανε το 1606 και τα οικονομικά του διορθώθηκαν, καθώς έλαβε την κληρονομιά του.

Από εκείνη την εποχή έζησε στην Αυλή σαν επίσημος ποιητής, αλληλογραφώντας τρυφερά με τη γυναίκα του, την οποία είδε μόνο δύο φορές σε είκοσι περίπου χρόνια. Στα γεράματα του συνέβη ένα τραγικό γεγονός. Ο γιος του Μαρκ Αντουάν, ένας νέος πολλά υποσχόμενος, σκοτώθηκε σε μονομαχία. Ο Μαλέρμπ χρησιμοποίησε όλη την επιρροή του, ώστε ο δράστης και ο συνεργός στη μονομαχία να προσαχθούν στη δικαιοσύνη. Πέθανε πριν από την απόφαση του δικαστηρίου, λέγεται ως συνέπεια της ασθένειας που τον προσέβαλε κατά την πολιορκία της Λα Ροσέλ, όπου είχε πάει να ζητήσει δικαιοσύνη από το βασιλιά Λουδοβίκο ΙΓ΄. Ο Μαλέρμπ πέθανε στο Παρίσι, στις 16 Οκτωβρίου 1628, σε ηλικία εβδομήντα τριών ετών, μόλις 15 μήνες μετά το θάνατο του γιου του.

Ο χαρακτήρας του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο χαρακτήρας του Φρανσουά ντε Μαλέρμπ είναι γνωστός από πολλές μαρτυρίες των συγχρόνων του, ιδίως από το βιβλίο του Ρακάν (Racan, 1589-1670) Απομνημονεύματα για τη ζωή του Μαλέρμπ (Mémoirs pour la vie de Malherbe). Τραχύς, ψυχρός και ειλικρινής έως ωμότητας, φαίνεται το αντίθετο της ρομαντικής εικόνας του ευαίσθητου ποιητή. Ωστόσο, πολλά γράμματά του καθώς και η θλίψη του μετά το θάνατο του τελευταίου γιου του, μαρτυρούν την ευαισθησία του.

Ο Ταλμάν ντε Ρεώ (Tallemant des Réaux, 1619-1692), που τον περιέγραψε ως "αγροίκο και ακοινώνητο", απεικονίζει τον "μανιακό" χαρακτήρα του και την εμμονή του με την καθαρότητα της γλώσσας. Ο Μαλέρμπ δήλωνε για τους εχθρούς του ότι «αν καταπιανόταν, θα έγραφε με τα λάθη τους βιβλία μεγαλύτερα από τα βιβλία τους». Για το λόγο αυτό, μερικοί λογοτέχνες αρνούνταν ακόμα και να υποβάλουν τα γραπτά τους για έγκριση επειδή "ήταν ένας τύραννος και καταδυνάστευε τα μυαλά των ανθρώπων". Μεταξύ εκείνων που το διακινδύνευσαν παρ 'όλα αυτά, "είπε σε έναν άνθρωπο που του έδειξε ένα κακό ποίημα το οποίο είχε τίτλο: Για το βασιλιά, ότι έπρεπε μόνο να προσθέσει: Για να σκουπίζεις τον κώλο. Επίσης, "μια ώρα πριν πεθάνει, ξύπνησε σαν να βγήκε από λήθαργο και επέπληξε την οικοδέσποινα του, η οποία τον πρόσεχε, για μια λέξη που είπε αυτή, που δεν ήταν πολύ γαλλική κατά την κρίση του. Και, καθώς ο εξομολογητής του τον κατηγόρησε γι 'αυτό, του είπε ότι ήθελε να διατηρήσει την καθαρότητα της γαλλικής γλώσσας μέχρι θανάτου ".

Το έργο του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετάλλιο με τη ρήση του Μπουαλώ "Επιτέλους, ήρθε ο Μαλέρμπ"

Ο Μαλέρμπ άσκησε μεγάλη και διαρκή επίδραση στη γαλλική λογοτεχνία. Από την εποχή αυτή χρονολογείται η σταδιακή ανάπτυξη των ποιητικών κανόνων του "κλασικισμού" που κυριάρχησαν μέχρι το Ρομαντισμό. Η εμφάνιση ποιητικών συλλογών, όπου ο στίχος ήταν αυστηρά καθορισμένος και συγκρατημένος, αποτελεί μια ακόμη ένδειξη ότι η Γαλλία στις αρχές του 17ου αιώνα επέστρεφε σε συνθήκες ειρηνικές μετά τις εμφύλιες συγκρούσεις,το χάος και τη σύγχυση που επικρατούσε κατά τη διάρκεια των Θρησκευτικών πολέμων και αναζητούσε την αρμονία και την ισορροπία τόσο σε κοινωνικό όσο και σε αισθητικό επίπεδο. Εκφραστής αυτής της τάσης ήταν ο Φρανσουά ντε Μαλέρμπ που εγκαταστάθηκε το 1605 στο Παρίσι, απέκτησε τη βασιλική εύνοια  και ήταν ο «ανατέλλων αστήρ». Ο Νικολά Μπουαλώ, τα επαινετικά λόγια του οποίου άρχιζαν Επιτέλους ήρθε ο Μαλέρμπ (Enfin Malherbe vint), με αγαλλίαση διαπίστωνε ότι επιτέλους είχε εμφανιστεί ένας Γάλλος ποιητής, ο οποίος με το στρωτό και αβρό στίχο του ικανοποιούσε τα γούστα της εποχής – αυτό ακριβώς που πίστευαν και οι περισσότεροι Γάλλοι του 17ου αιώνα.

Η κριτική και συγκρατημένη τάση του Μαλέρμπ, που πρέσβευε μεγαλύτερη τεχνική τελειότητα και ιδιαίτερα μεγαλύτερη απλότητα και καθαρότητα στο λεξιλόγιο και το στίχο, ήταν επίσης μια αντίδραση, μια νηφάλια διόρθωση της καινοτομίας και της εμπλούτισης της γλώσσας από τον Πιέρ ντε Ρονσάρ και την Πλειάδα, που κυριαρχούσαν στη λογοτεχνία του προηγούμενου αιώνα.

Το ποίημά του Τα δάκρυα του Αγίου Πέτρου (1587) που ανήκει στο μπαρόκ το θεωρούσε, στο τέλος της ζωής του, ως λάθος. Από την ένταξή του στον ρόλο του επίσημου ποιητή, έκανε το ξεκαθάρισμα και την πειθαρχία της γαλλικής γλώσσας έργο της ζωής του. Σε αντίθεση με τον Ρονσάρ, ο Μαλέρμπ αρνείται το θαύμα της έμπνευσης και του προσωπικού λυρισμού. Στα έργα του φέρνει όσο το δυνατόν λιγότερη ευαισθησία.[10]

Σαν επίσημος ποιητής της Αυλής, ύμνησε τα μεγάλα γεγονότα και τη δόξα διαδοχικών ηγεμόνων. Πρόσφερε επίσης την έμπνευσή του σε υψηλές προσωπικότητες που του ζητούσαν να υμνήσει την έρωτά τους. Παράλληλα, σχημάτισε μια ομάδα μαθητών, με πιο γνωστούς τους Φρανσουά Μεϋνάρ (François Maynard) και Ονορά ντε Μπυέιγ Ρακάν (Honorat de Bueil Racan), με τους οποίους άρχισε να αναμορφώνει τη γαλλική γλώσσα και την ποίηση και να επιβάλει στη γαλλική ποίηση πολύ αυστηρή πειθαρχία.

Θεωρείται ως ο πρώτος θεωρητικός της κλασικής τέχνης και της ευπρέπειας και ένας από τους μεταρρυθμιστές της γαλλικής γλώσσας. Κατά τη διάρκεια του Παλαιού Καθεστώτος ήταν ένας από τους συγγραφείς που τα έργα του ανατυπώνονταν συνεχώς.

Οι μεταρρυθμίσεις του Μαλέρμπ συνέβαλαν στην εκπόνηση του είδους του στίχου που απαιτείται για την κλασσική τραγωδία, αλλά το δικό του ποιητικό έργο είναι ελάχιστο και, ως επί το πλείστον, ψυχρό και με έλλειψη έμπνευσης. Έγραψε λίγο κατά αραιά διαστήματα, επαναλαμβάνοντας τις ιδέες, τις ποιητικές εικόνες και τις ρίμες. Υπάρχει, ωστόσο, κάτι το επιβλητικό, ακόμη και κάποιο μεγαλείο στην αρμονία και στη δύναμη των καλύτερων ποιημάτων του. Σε γενικές γραμμές, η γαλλική ποίηση διατήρησε τα χαρακτηριστικά αυτά που αποτέλεσαν τη σφραγίδα του Μαλέρμπ ως την περίοδο του ρομαντισμού.

Τα πεζογραφήματά του είναι πολύ περισσότερα, με ιδιαίτερη προσοχή στο στυλ και την έκφραση, και μεγαλύτερης  αξίας: Μεταφράσεις του Λίβιου και του Σενέκα, ένας μεγάλος αριθμός από ενδιαφέρουσες και αξιοθαύμαστα γραμμένες επιστολές, πολλές από τις οποίες απευθύνονται στον Πεϊρέσκ (Peiresc, 1580-1637) και παρουσιάζουν ενδιαφέρον από την άποψη της περιγραφής της αυλικής ζωής και τα σχόλιά του στα έργα του ποιητή Φιλίπ Ντεπόρτ ( Philippe Desportes 1546-1606).Αυτά τα σχόλια είναι λεπτομερειακά και εντελώς αρνητικά. Συνάγονται, ωστόσο, ορισμένες θετικές αρχές κατά συμπερασμό: αρμονία του λόγου, τήρηση των κανόνων, ευληπτότητα και πάνω απ' όλα το αντίκρυσμα του ποιητή όχι ως προφήτη αλλά ως τεχνίτη.[7]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 (Γαλλικά) BnF authorities. data.bnf.fr/ark:/12148/cb12327103c. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  2. (Αγγλικά) SNAC. w6tx3q29. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  3. «Encyclopædia Britannica» (Αγγλικά) biography/Francois-de-Malherbe. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  4. International Music Score Library Project. Category:Malherbe,_François_de. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  5. (Γαλλικά) BnF authorities. data.bnf.fr/ark:/12148/cb12327103c. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  6. Ανακτήθηκε στις 14  Ιουνίου 2019.
  7. 7,0 7,1 Πάπυρος Λαρούς, σελ. 149, τόμος 40. 
  8. Francois Malherbe, George Joseph and Maria Green, La Poésie Française du Premier 17e siècle: Textes et Contextes, Ed. David Lee Rubin, (Rookwood Press, Inc., 2004), 112.
  9. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι η λογοτεχνία δεν ήταν αναγνωρισμένη σαν επάγγελμα ακόμη. Οι ποιητές ζούσαν χάρη στους προστάτες τους.(Πάπυρος Λαρούς τόμος 16, σελ. 155)
  10. André Lagarde et Laurent Michard, xviie siècle, Bordas, Paris, 1985, page 16.