Αφσάρι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Το Αφσάρι (ή Ασφάρι και τουρκ. Avsar-koy) είναι χωριό της Καππαδοκίας, το οποίο βρίσκεται 75 χλμ. νότια-νοτιοανατολικά της Καισάρειας και 22 χλμ. βορειοανατολικά του Βαρασού μέσα σε ρεματιά των δυτικών πλαγιών του Τσαμμπάζ-ντάγ, πρόβουνου του Κοζάν-ντάγ στον Αντίταυρο. Οι κάτοικοί του το 1924 ήταν μόνο Έλληνες ελληνόφωνοι (44 οικογένειες – 186 άτομα). Το Αφσάρι διοικητικά ήταν μουχταρλίκι και υπαγόταν στο μουδουρλίκι της Κίσκας, στο καϊμακαμλίκι του Φέκε, στο μουτεσαριφλίκι του Κοζάν (Σίσι) και στο βαλελίκι των Αδάνων ενώ εκκλησιαστικά ανήκε στην μητρόπολη της Καισάρειας.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

…, πέραν τοῦ ποταμοῦ τούτου (σ.σ.: του Ζαμάντη), ἔνδον δυσβάτων καί πετρωδῶν βουνῶν, εἶναι χωρίον χριστιανικόν, Ἀφσάρ λεγόμενον. Εἰς τά πέριξ δέ τούτου εἶναι Παχτζατζῆκι, Κιορούμτζε, χωρία χριστιανικά. Οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων τούτων ἐργάζονται τά μέταλλα, ὁ δέ τόπος αὐτῶν κοινῶς λέγεται Χοζάνι.»

…, τό χωρίον Ἀφσάρ καί τά χριστιανικά χωριά Παγτζεδζίκ, Κιορούμδζε καί Ποστανλήκ είναι πέριξ τοῦ Ἀφσαρίου. Οἱ κάτοικοι αὐτῶν τῶν χωριῶν καταγίνονται εἰς τό νά βγάζουν μεταλλεύματα, ἐξάγουν καί πέτρες καί μερικά σάν μάρμαρα πράγματα, εἶναι δέ πολύ πτωχοί ἄνθρωποι. Τό μέρος ὅπου εὑρίσκονται τά ρηθέντα χωριά, λέγεται Χοζάν.


Κατά την τοπική παράδοση το χωριό αποικίσθηκε σε άγνωστη εποχή από τον Βαρασό (κατ’ ορισμένους οι πρώτοι κάτοικοί του ήταν από τον παλαιό οικισμό «Κουδζούξιο» (Κουτζούκ σουγιού) που γειτονεύει με την «Πάρτσα» και κατόπιν ακολούθησαν και άλλες οικογένειες από τον Βαρασό) για να εκμεταλλευτούν τα πλούσια κοιτάσματα σιδήρου που είχαν τα βουνά ανατολικά του και κυρίως στην τοποθεσία «Γήργαγια» κι από αυτό πάλι αποσπάσθηκαν και ιδρύθηκαν αργότερα και τα χωριά Σατί, Κίσκα και Τζουχούρι.

Ὅπως ἄκουσα ἀπό τούς γεροντότερους, τό χωριό ἦταν ἀρκετά παλιό. Διηγοῦνταν οἱ γεροντότεροι σάν παραμύθι τό ἐξῆς: Στά πολύ παλιά χρόνια κατοικοῦσε στό χωριό μας ἕνας Τοῦρκος τσέλιγγας ἤ τσιφλικάς πού ὀνομαζόταν Ἀφσάρ. Οἱ πρόγονοί μας ἀπό μακριά, πάνω ἀπό τό Ἀλά-τάγ πού πάντα, ἀκόμη καί τήν Ἄνοιξη εἶχε χιόνι, εἶδαν τό βουνό τοῦ χωριοῦ μας πού σάν προσήλιο δέν εἶχε χιόνι καί ἦταν φυσικά καί πολύ χαμηλότερο καί ἦρθαν καί ἐγκαταστάθηκαν στήν περιοχή αὐτή τοῦ Ἀφσάρ καί ἔδιωξαν τόν Τοῦρκο Ἀφσάρ. Ἀπό τό ὄνομα τοῦ Τοῦρκου αὐτοῦ ὀνομάστηκε καί τό χωριό Ἀφσάρι. Μέ τό πέρασμα τοῦ χρόνου αὐξήθηκε ὁ πληθυσμός τοῦ χωριοῦ καί ἐπειδή δέν τούς χωροῦσε τό χωριό, ἔφυγαν καί ἀποίκισαν τρία χωρά: τό Τσουχούρι, τό Σαττί καί τήν Κίσκα.


Οι Αφσαριώτες ήταν παλαιότερα «ματεντζῆδες» (μεταλλωρύχοι), όμως επειδή σιγά – σιγά ο τόπος γυμνώθηκε από τα δάση που τα έκοβαν για την λειτουργία των καμινιών που έλιωναν το σίδερο, απαγορεύτηκε η εκμετάλλευση του μεταλλείου και οι κάτοικοι στράφηκαν στην γεωργία, την κτηνοτροφία, την μελισσοκομία και το «ἀβτζηλίκι» (κυνήγι) θηραμάτων για γούνες (αλεπούδες, λαγούς, κουνάβια) που απέφερε σημαντικά έσοδα στο χωριό εφόσον μόνο τον χειμώνα από την γούνα των κουναβιών είχαν εισόδημα ως και 3000 χρυσές λίρες.

Το Αφσάρι πρέπει να είναι αρχαίος οικισμός διότι σε βράχο εκεί υπήρχαν σκαλισμένα μεγάλα ανθρωπόμορφα ομοιώματα υπερφυσικού μεγέθους και διάφορα άλλα λαξεύματα. Το όνομα πρέπει να προέρχεται από την νομαδική φυλή των παλαιών Ισαύρων που τους αποκαλούσαν Αφσάρ (Αφσάρους) και να δόθηκε στον οικισμό είτε γιατί ίσως ήταν παλαιότερα ένα από τα μέρη που κατοικούσαν, είτε γιατί ερχόμενοι οι φαρασιώτες εδώ να κατοικήσουν βρήκαν σθεναρή αντίσταση από τους γείτονες τους Τούρκους και επεκράτησαν κατά τρόπο αφσαρικό (παλικαρίσιο).

Οι Φαρασιώτες κατοικούσαν στα Φάρασα αιώνες πριν εμφανιστούν οι Τούρκοι στην περιοχή της Μικράς Ασίας. Επομένως είναι ιστορικά αδύνατο να ''βρήκαν οι Φαρασιώτες σθεναρή αντίσταση από τους τούρκους'', αφού μεταξύ της ύπαρξης των Φαρασιωτών και της εμφάνισης των απολίτιστων τούρκων μεσολάβησαν αρκετοί αιώνες, πάνω από χιλιετία (Κωνσταντίνος Β. Αναστασιάδης, γιατρός, απόγονος Φαρασιωτών από το Αφσάρι).

Στην περιφέρεια του Αφσαριού προς τα ανατολικά και σε απόσταση δύο περίπου ωρών πεζοπορίας βρίσκονταν οι τοποθεσίες «Γιενί-κιόϊ» και «Γαλᾶς» (Κάστρο). Εκεί πάνω σε βραχώδη πλαγιά ύψους περίπου πενήντα μέτρων βρίσκονταν λαξευμένα τα «μαγαρᾶδε», μία τεχνιτή σπηλιά με δύο θαλάμους και μέσα ήταν σκαλισμένα καθίσματα τύπου «σεκμέ» ενώ η πόρτα ήταν πέτρινη και στηριζόταν με στερεωμένους στην παραστάδα σιδερένιους κρίκους. Πάνω από τα «μαγαρᾶδε» στον βράχο της πλαγιάς ήταν σκαλισμένος ένας δικέφαλος αετός που το ένα κεφάλι του κοιτούσε προς την ανατολή και το άλλο προς την δύση ενώ στα πόδια του είχε τυλιγμένο ένα φίδι. Μπροστά από τα «μαγαρᾶδε» περνούσε ένα αυλάκι με αστείρευτη όλο το χρόνο ποσότητα νερού και παρακάτω και ολόγυρα από τον «Γαλᾶ» υπήρχε πλήθος ερειπίων και θεμέλια σπιτιών από άσπρη πέτρα. Όλα αυτά μας δείχνουν ότι σε άγνωστη εποχή εκεί βρισκόταν ένας μεγάλος και ακμαίος οικισμός που προστατευόταν από κάστρο όπως φανερώνει και το τοπωνύμιο. Σύμφωνα με μία παράδοση, από τον οικισμό αυτό που καταστράφηκε από επιδρομείς σε άγνωστη χρονικά εποχή κατάγονταν οι κάτοικοι των τουρκόφωνων φαρασιώτικων χωριών Χοστσά (ή Χοτζτζά) και Μπεσκαρντάς (ή Πές-καρτάς) που διατηρούσαν επιγαμίες με το Αφσάρι.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Αναστασιάδη Κωνσταντίνου, «Χωρίον Ἀφσάρι τῆς Καππαδοκίας», Γρεβενά 1966, βιβλιοθήκη Κ.Μ.Σ.
  • ΠΡΟΣΟΧΗ: Η παραπάνω πηγή είναι ανύπαρκτη. Ο συγγραφέας ονομάζεται Αναστασιάδης Βασίλειος και αναφέρει ότι του αφηγήθηκε ο πατέρας του Κωνσταντίνος Αναστασιάδης.
  • Ασβέστη Β. Μαρίας, «Ἐπαγγελματικές ἀσχολίες τῶν κατοίκων τῆς Καππαδοκίας», Επικαιρότητα, Αθήνα 1980.
  • Ιωαννίδη Ιωάννου, «Μητροπολίται Καισαρείας καί Διάφοροι πληροφορίαι», Κωνσταντινούπολη 1895 (δακτυλογραφημένη μετάφραση από τα καραμανλήδικα Τουργούτη Χρ., 1958, βιβλιοθήκη Κ.Μ.Σ.)
  • Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών,«Ἡ Ἕξοδος. Τόμος Β΄. Μαρτυρίες ἀπό τίς ἐπαρχίες τῆς Κεντρικῆς καί Νότιας Μικρασίας», Αθήνα 1982.
  • Λαμπρόπουλου Αναστ. Ευάγγελου, "Καππαδοκία - Φάρασα. Τα τραγούδια και χοροί των Φαράσων της Καππαδοκίας, μαζί με διάφορα λαογραφικά στοιχεία.", Μεσσήνη, Α΄ έκδοσις 1995, Δ΄ έκδοσις επαυξημένη 2005.
  • Ρίζου Σ. Ν., «Καππαδοκικά, ἤτοι δοκίμιον ἰστορικῆς περιγραφῆς τῆς ἀρχαῖας Καππαδοκίας καί ἰδίως τῶν ἐπαρχιῶν Καισάρειας καί Ἰκονίου», Κωνσταντινούπολη 1856.