Υπνηλία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η υπνηλία είναι μια κατάσταση στην οποία ο πάσχων έχει έντονη επιθυμία για ύπνο ή κοιμάται για ασυνήθιστα μεγάλες περιόδους (υπερυπνία). Έχει ξεχωριστές έννοιες και αιτίες. Ενώ η υπνηλία μπορεί να είναι απλά η κατάσταση που βρίσκεται ο άνθρωπος πριν πέσει για ύπνος[1], η υπνηλία μπορεί να αποτελεί και αποτέλεσμα των διαταραχών του κιρκάδιου ρυθμού ή ενός συμπτώματος άλλων προβλημάτων υγείας. Μπορεί να συνοδεύεται από ληθαργία, αδυναμία και έλλειψη πνευματικής ευκινησίας. [2]

Η υπνηλία συχνά αντιμετωπίζεται σαν σύμπτωμα άλλης ασθένειας παρά σαν διαταραχή. Ωστόσο, η υπνηλία μπορεί να αποτελέσει διαταραχή αν είναι επαναλαμβανόμενη, ενώ σε κάποιους ιατρικούς κώδικες μπορεί να θεωρηθεί διαταραχή.

Η εκδήλωση υπνηλίας μπορεί να συνοδευθεί από επικίνδυνες συνέπειες εάν λάβει χώρα κατά τη διάρκεια διενέργειας δραστηριοτήτων που απαιτούν πάρα πολύ συγκέντρωση όπως η οδήγηση του οχήματος. Όταν ένα άτομο είναι αρκετά κουρασμένο, μπορεί να βιώσει μικρούπνους . Σε άτομα που στερούνται ύπνου, η υπνηλία μπορεί να εξαφανιστεί αυθόρμητα για μικρά χρονικά διαστήματα, καθώς ο κιρκάδιος ρυθμός παρεμβαίνει στις διαδικασίες που εκτελεί το σώμα για να προετοιμαστεί για ξεκούραση και είναι μια απόλυτα φυσιολογική διαδικασία.

Αιτίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μερικά χαρακτηριστικά του ανθρώπινου κιρκάδιου (24ωρου) βιολογικού ρολογιού.

Διαταραχές του κιρκάδιου ρυθμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι διαταραχές του κιρκάδιου ρυθμού («βιολογικό ρολόι») είναι μια κοινή αιτία υπνηλία. Επίσης άλλες αιτίες υπνηλίας είναι η υπνική άπνοια, η αϋπνία και η ναρκοληψία. [2] Οι διαταραχές του βιολογικού ρολογιού μπορούν να ταξινομηθούν σε εξωγενείς ή ενδογενείς. Ένας τύπος εξωγενής διατάραξης του βιολογικού ρολογιού είναι η νυχτερινή εργασία που αλλάζει το ωράριο ύπνου του ανθρώπου. Οι ενδογενείς παράγοντες είναι μεταξύ άλλων οι παρακάτω:[3]

  • Προχωρημένη διαταραχή φάσης ύπνου - Είναι μια μορφή όπου οι πάσχοντες νιώθουν πολύ υπνηλία και πηγαίνουν για ύπνο νωρίς το βράδυ, και έτσι σηκώνονται πολύ νωρίς το πρωί.
  • Διαταραχή καθυστερημένης φάσης ύπνου – Είναι μια διαταραχή κατά την οποία το βιολογικό ρολόι του ανθρώπου δυσλειτουργεί με αποτέλεσμα να λειτουργεί με πολλές ώρες καθυστέρηση (π.χ. η ώρα αιχμής είναι το βράδυ αντί για το μεσημέρι όπως είναι το φυσιολογικό). Μερικές φορές μπερδεύεται με την αϋπνία.
  • Υπάρχουν και δύο άλλα είδη διαταραχών. Στο ένα ο κύκλος του ύπνου είναι μικρότερος, με αποτέλεσμα ο πάσχων να κοιμάται λιγότερο και να καταγγέλει αϋπνία και υπνηλία. Μια άλλη μορφή διαταραχής είναι όταν ένα άτομο κοιμάται κατά διαστήματα σε ένα 24ωρο, και όχι κυρίως τη νύχτα.

Σωματική ασθένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η υπνηλία μπορεί να αποτελεί και αποτέλεσμα της μόλυνσης με κάποια ασθένεια.[4] Αυτή η υπνηλία είναι μια από τις πολλές φυσιολογικές αντιδράσεις έπειτα από τη μόλυνση. Κάποιοι θεωρούν ότι η υπνηλία κατά την ασθένεια λαμβάνει χώρα λόγω της προσπάθειας ανάρρωσης του ατόμου, καθώς ο οργανισμός σκόπιμα μειώνει τις δυνατότητες του για να καταπολεμήσει την ασθένεια.[5][6] Άλλες αιτίες υπνηλίας είναι οι παρακάτω:[7] [8]

Φάρμακα κατά της υπνηλίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτίμηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ποσοτικός προσδιορισμός της υπνηλίας θέλει προσοχή. Η διάγνωση της υπνηλίας απαιτεί την εξέταση δύο παραγόντων. Η χρονικότητα είναι ο ένας παράγοντας. Χρονικότητα σημαίνει ότι ο ασθενής, σε αντίθεση με τους υγιείς ανθρώπους πάσχει από υπνηλία που δεν περνά και είναι έτσι επίμονη. Η αναστρεψιμότητα είναι ο άλλος παράγοντας. Αναστρεψιμότητα σημαίνει ότι ακόμη και αν το άτομο πάει για ύπνο, η υπνηλία μπορεί να συνεχίσει να εκδηλώνεται ακόμη και μετά το ξύπνημα. Το πρόβλημα με την αξιολόγηση της υπνηλίας είναι ότι οι ασθενείς δύνανται να αναγνωρίσουν μόνο τις παρενέργειες της υπνηλίας όταν αυτοί είναι ξύπνιοι. Είναι πολύ σημαντικό να στοχεύσουμε σε αντικειμενικά μέτρα για να ποσοτικοποιήσουμε την έκταση της υπνηλίας σε έναν ασθενή.

Σοβαρότητα της υπνηλίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κλίμακα υπνηλίας του Έπγουερθ, είναι μεταξύ των διαθέσιμων διαγνωστικών ελέγχων που προσφέρονται στους ασθενείς της υπνηλίας. Οι διαγωνιστικοί έλεγχοι για την υπνηλία στοχεύουν στην καταγραφή της σοβαρότητας και των πιθανών αιτιών της υπνηλίας.[10] [11]

Τρόποι θεραπείας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η υπνηλία είναι σύμπτωμα μιας ασθένειας ή ενός κακού τρόπου ζωής, επομένως υπάρχουν αρκετοί τρόποι θεραπείας της υπνηλίας. Εάν η αιτία της υπνηλίας είναι η συμπεριφορά και οι επιλογές ζωής του ασθενούς (π.χ. πολύωρη εργασία, κάπνισμα, ψυχική κατάσταση), τότε ο ασθενής πρέπει να ξεκουραστεί και να χαλαρώσει. Είναι επίσης σημαντικό για τον πάσχοντα να διερευνήσει ποιος παράγοντας ευθύνεται για την υπνηλία, και να λάβει μέτρα για να μειωθεί η επίδραση αυτού του παράγοντα.[7]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Bereshpolova, Y.; Stoelzel, C. R.; Zhuang, J.; Amitai, Y.; Alonso, J.-M.; Swadlow, H. A. (2011). «Getting Drowsy? Alert/Nonalert Transitions and Visual Thalamocortical Network Dynamics». Journal of Neuroscience 31 (48): 17480–7. doi:10.1523/JNEUROSCI.2262-11.2011. PMID 22131409. PMC 6623815. https://zenodo.org/record/1065640. 
  2. 2,0 2,1 «Drowsiness – Symptoms, Causes, Treatments». www.healthgrades.com. 26 Ιουνίου 2014. Ανακτήθηκε στις 31 Οκτωβρίου 2015.  Σφάλμα αναφοράς: Invalid <ref> tag; name ":0" defined multiple times with different content
  3. «Circadian Sleep Disorders Network». www.circadiansleepdisorders.org. Ανακτήθηκε στις 2 Νοεμβρίου 2015. 
  4. Mullington, Janet; Korth, Carsten; Hermann, Dirk M.; Orth, Armin; Galanos, Chris; Holsboer, Florian; Pollmächer, Thomas (2000). «Dose-dependent effects of endotoxin on human sleep». American Journal of Physiology. Regulatory, Integrative and Comparative Physiology 278 (4): R947–55. doi:10.1152/ajpregu.2000.278.4.r947. PMID 10749783. https://semanticscholar.org/paper/599d4dc9600b7ba1edee4475f44cf5691c1146d0. 
  5. Hart, Benjamin L. (1988). «Biological basis of the behavior of sick animals». Neuroscience & Biobehavioral Reviews 12 (2): 123–37. doi:10.1016/S0149-7634(88)80004-6. PMID 3050629. https://archive.org/details/sim_neuroscience-and-biobehavioral-reviews_summer-1988_12_2/page/123. 
  6. Kelley, Keith W.; Bluthé, Rose-Marie; Dantzer, Robert; Zhou, Jian-Hua; Shen, Wen-Hong; Johnson, Rodney W.; Broussard, Suzanne R. (2003). «Cytokine-induced sickness behavior». Brain, Behavior, and Immunity 17 (1): 112–118. doi:10.1016/S0889-1591(02)00077-6. PMID 12615196. 
  7. 7,0 7,1 «Drowsiness: Causes, Treatments & Prevention». www.healthline.com. 14 Οκτωβρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 31 Οκτωβρίου 2015.  Σφάλμα αναφοράς: Invalid <ref> tag; name ":1" defined multiple times with different content
  8. «Drowsiness: MedlinePlus Medical Encyclopedia». www.nlm.nih.gov. Ανακτήθηκε στις 31 Οκτωβρίου 2015. 
  9. Zimmermann, C.; Pfeiffer, H. (2007). «Schlafstörungen bei Depression». Der Nervenarzt 78 (1): 21–30. doi:10.1007/s00115-006-2111-1. PMID 16832696. 
  10. Carskadon, M.A.; Dement, W.C.; Mitler, M.M.; Roth, T.; Westbrook, P.R.; Keenan, S. Guidelines for the Multiple Sleep Latency Test (MSLT): a standard measure of sleepiness. Sleep 1986; 9:519–524
  11. Johns, MW (March 2000). «Sensitivity and specificity of the multiple sleep latency test (MSLT), the maintenance of wakefulness test and the epworth sleepiness scale: failure of the MSLT as a gold standard». Journal of Sleep Research 9 (1): 5–11. doi:10.1046/j.1365-2869.2000.00177.x. PMID 10733683.