Αλοπεριδόλη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η Αλοπεριδόλη (haloperidol) είναι ένα συμβατικό αντιψυχωσικό φάρμακο της κατηγορίας των βουτυροφαινονών. Αναπτύχθηκε το 1957 από την βελγική εταιρεία Janssen Pharmaceutica και υποβλήθηκε στις πρώτες κλινικές δοκιμές στο Βέλγιο, τον ίδιο χρόνο. Αφότου απορρίφθηκε από την αμερικανική εταιρεία Searle λόγω παρενεργειών, προωθήθηκε αργότερα στις ΗΠΑ από την McNeil Laboratories. Πωλείται με τα κατοχυρωμένα ονόματα Aloperidin, Bioperidolo, Brotopon, Dozic, Duraperidol (Γερμανία), Einalon S, Eukystol, Haldol, Halosten, Keselan, Linton, Peluces, Serenace, Serenase και Sigaperidol.

Ιδιότητες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αλοπεριδόλη είναι κίτρινο κρυσταλλικό στερεό. Η κατά IUPAC ονομασία της είναι 4-[4-(p-χλωροφαινυλ)-4-υδροξυπιπεριδινο]-4'-φθοροβουτυροφαινόνη και ο μοριακός της τύπος C21H23ClFNO2. Το μοριακό της βάρος είναι 375,864 g/mol και το σημείο τήξεώς της 151,5oC. Η διαλυτότητά της στο νερό είναι χαμηλή (14 mg/L).

Χρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της σχιζοφρένειας και περισσότερο για τη θεραπεία έντονων ψυχωτικών καταστάσεων και παραληρήματος. χρησιμοποιείται επίσης για τον έλεγχο συμπτωμάτων του συνδρόμου Tourette

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]