Γιαννούλης Χαλεπάς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Γιαννούλης Χαλεπάς (1851–1938).

Ο Γιαννούλης Χαλεπάς (Πύργος Τήνου, 14 Αυγούστου 1851Αθήνα, 15 Σεπτεμβρίου 1938) είναι ο πιο διακεκριμένος γλύπτης της νεότερης Ελλάδας, με μυθιστορηματική ζωή ανάμεσα στην τρέλα και τον θρίαμβο.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γιαννούλης Χαλεπάς ήταν γόνος οικογένειας φημισμένων τηνίων μαρμαρογλυπτών. Ο πατέρας του, Ιωάννης, και ο θείος του είχαν μεγάλη οικογενειακή επιχείρηση μαρμαρογλυπτικής με παραρτήματα στο Βουκουρέστι, την Σμύρνη και τον Πειραιά. Ο Γιαννούλης, ο μεγαλύτερος από τα πέντε αδέλφια του, είχε έφεση στην μαρμαρογλυπτική και βοηθούσε τον πατέρα του στα έργα που ετοίμαζε ο τελευταίος για διάφορες εκκλησίες. Οι γονείς του τον προόριζαν για έμπορο, αλλά ο ίδιος τελικά αποφάσισε να σπουδάσει γλυπτική.

Από το 1869 έως το 1872, μαθήτευσε στο Σχολείον των Τεχνών (την μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών) με δάσκαλο τον Λεωνίδα Δρόση. Το 1873 έφυγε για το Μόναχο με υποτροφία του Πανελλήνιου Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας Τήνου, για να συνεχίσει τις σπουδές του στην εκεί Ακαδημία Καλών Τεχνών με δάσκαλο τον Μαξ φον Βίντμαν (Max von Windmann). Κατά την διάρκεια της παραμονής του στο Μόναχο, εξέθεσε τα έργα του Το παραμύθι της Πεντάμορφης και Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα, για τα οποία και βραβεύθηκε. Παρουσίασε επίσης τον Σάτυρο που παίζει με τον Έρωτα, μαζί με το ανάγλυφο της Φιλοστοργίας, στην Έκθεση των Αθηνών το έτος 1875.

Ένα από τα πιο ονομαστά γλυπτά του Γιαννούλη Χαλεπά, η Κοιμωμένη, στον τάφο της Σοφίας Αφεντάκη στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών

Το 1876 επέστρεψε στην Αθήνα, όπου άνοιξε δικό του εργαστήριο. Το 1877 ολοκλήρωσε στο μάρμαρο τον Σάτυρο που παίζει με τον Έρωτα, και τον ίδιο χρόνο άρχισε να δουλεύει το πιο διάσημο γλυπτό του, την Κοιμωμένη για τον τάφο της Σοφίας Αφεντάκη στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών. Την Κοιμωμένη του από το πήλινο πρόπλασμα την μετέφεραν αργότερα με το γλύφανό τους στο μάρμαρο οι μαρμαρογλύπτες Χαμηλός και Αλεξάκης.

Τον χειμώνα του 1877 προς 1878, ο Χαλεπάς υπέστη νευρικό κλονισμό. Χωρίς κανέναν προφανή λόγο, άρχισε να καταστρέφει έργα του, ενώ επιχείρησε κατ' επανάληψη να αυτοκτονήσει. Σήμερα γνωρίζουμε ότι τα αίτια της ψυχασθένειάς του ήταν η τελειομανία του, η υπερκόπωση από την αδιάκοπη εργασία και ένας ατυχής έρωτας για μία νεαρή συμπατριώτισσά του, που την ζήτησε σε γάμο και οι γονείς της αρνήθηκαν να του την δώσουν. Ωστόσο, εκείνη την εποχή, με την ψυχολογία και την ψυχιατρική ακόμα στα πρώτα τους στάδια, οι γονείς του Χαλεπά και οι γιατροί δεν μπορούσαν να καταλάβουν τα βαθύτερα αίτια της ψυχασθένειας του νεαρού γλύπτη. Έτσι οι γονείς του τον έστειλαν ταξίδι στην Ιταλία, για να συνέλθει, αλλά η θεραπεία ήταν μόνο πρόσκαιρη. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα άρχισαν ξανά τα συμπτώματα: καταβύθιση στην σιωπή, απομόνωση, παραμιλητό και αναίτιο γέλιο.

Καθώς η κατάστασή του επιδεινώνονταν συνεχώς, το 1888, οι γιατροί διέγνωσαν «άνοια» και οι δικοί του αποφάσισαν να τον κλείσουν στο Δημόσιο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας. Στο Ψυχιατρείο, ο Χαλεπάς αντιμετωπίστηκε με τον σκληρό τρόπο που αντιμετώπιζαν όλους τους ψυχασθενείς την εποχή εκείνη: οι γιατροί και οι φύλακες είτε του απαγόρευαν να σχεδιάζει και να πλάθει, είτε του κατέστρεφαν οτιδήποτε εκείνος είχε δημιουργήσει και είχε κρύψει στο ερμάριό του. Λέγεται πως από όσα προσπάθησε να δημιουργήσει μέσα στο Ψυχιατρείο ένα μόνον έργο σώθηκε, κλεμμένο από κάποιον φύλακα και παραπεταμένο στα υπόγεια του ιδρύματος, όπου ξαναβρέθηκε τυχαία το 1942.

Το 1901, πέθανε ο πατέρας του και έναν χρόνο μετά, η μητέρα του πήγε στο Ψυχιατρείο για να τον πάρει πίσω μαζί της στον Πύργο της Τήνου. Στην Τήνο έζησε υπό την αυστηρή επιτήρηση της μητέρας του, η οποία πίστευε ότι ο γιος της τρελάθηκε από την τέχνη. Για τον λόγο αυτό, η μητέρα του δεν του επέτρεπε να ασχοληθεί ξανά με την γλυπτική, σε σημείο που αν εκείνος έφτιαχνε κάτι στοιχειώδες με κάρβουνο ή πηλό εκείνη το κατέστρεφε.

Όταν πέθανε η μητέρα του το 1916, ο Χαλεπάς είχε ξεκόψει παντελώς από την τέχνη του. Ζούσε πάμφτωχος βοσκώντας πρόβατα και φέροντας το βαρύ στίγμα του τρελού του χωριού. Βρήκε ωστόσο το κουράγιο και άρχισε ξανά να ασχολείται με την γλυπτική. Τα μέσα που διέθετε ήταν παντελώς πρωτόγονα και το επαρχιακό περιβάλλον εχθρικό προς κάθε αλαφροΐσκιωτο, αλλά εκείνος με πείσμα άρχισε να δημιουργεί για να κερδίσει τον χαμένο χρόνο.

Το 1923, ο Θωμάς Θωμόπουλος, καθηγητής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και θαυμαστής του Χαλεπά, αντέγραψε σε γύψο πολλά έργα του γλύπτη για να τα παρουσιάσει στην Ακαδημία Αθηνών το 1925. Η έκθεση αυτή είχε ως αποτέλεσμα να βραβευθεί ο γλύπτης το 1927 με το Αριστείο των Τεχνών. Το γνήσιο ταλέντο του, αλλά και η φήμη του τρελού γλύπτη που ξαναβρήκε τα λογικά του, τον καθιέρωσαν ως τον «Βαν Γκογκ», τον «Ροντέν» ή τον «Πικάσο» των νεοτεριστών καλλιτεχνών. Το 1928 πραγματοποιήθηκε δεύτερη έκθεση έργων του στο Άσυλο Τέχνης, και το 1930, με την επιμονή μιας ανεψιάς του, ο γλύπτης αποφάσισε να εγκατασταθεί στην Αθήνα.

Έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του κοντά στους δικούς του, πάντα δημιουργικός και «μέσα στην πανελλήνια δόξα».

Το έργο του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γιαννούλης Χαλεπάς Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα, ( 1877) Εθνική Πινακοθήκη Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου

Ο Γιαννούλης Χαλεπάς ήταν και παραμένει μια κορυφαία μορφή στην νεότερη ελληνική Τέχνη. Τα έργα του — εκ των οποίων περισώθηκαν περίπου 150 — είναι κλασικά στην σύλληψή τους. Ωστόσο, κατά τον Στάντη Ρ. Αποστολίδη, η γεωμετρικότητα αυτών των έργων προϊδεάζει νεοτερικές τάσεις.

Εκείνο πάντως που μπορεί να εκτιμήσει και ο πιο ανίδεος παρατηρητής των γλυπτών του Χαλεπά είναι η εκφραστικότητα των προσώπων και των σωμάτων — είτε πρόκειται για έναν Σάτυρο, είτε για την Μήδεια με τα παιδιά της, είτε πρόκειται για την νεαρή Κοιμωμένη. Από αυτή την άποψη ο Χαλεπάς στέκεται ισάξιος ενός Ροντέν. Το έργο του "Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα" (1877)είναι φτιαγμένο από μάρμαρο ύψους 1,35 μ. και βρίσκεται στην Εθνική Γλυπτοθήκη στην Αθήνα. Σ' αυτό το νεανικό έργο του ο Χαλεπάς συνδυάζει την παράδοση της αρχαίας ελληνικής γλυπτικής με στοιχεία από το ρομαντισμό και το ρεαλισμό.

Από την άλλη πλευρά, αυτά που έλεγαν οι νεοτεριστές καλλιτέχνες και τεχνοκριτικοί του μεσοπολέμου — πως ήταν πρωτοπόρος σαν τον Πικάσο και τους κυβιστές και άλλα όμοια — μοιάζουν μάλλον υπερβολικά. Το γιατί ειπώθηκαν αυτές οι υπερβολές, θα πρέπει μάλλον να το αποδώσουμε στην προσπάθεια των νεοτεριστών να εδραιώσουν την δική τους στροφή προς την ψυχανάλυση, τον υπερρεαλισμό και όλες τις παρόμοιες καλλιτεχνικές τάσεις μέσα από το παράδειγμα του «αναρρώσαντος φρενοβλαβούς» Χαλεπά. Πάντως η νεοελληνική γλυπτική βρήκε την κορυφαία έκφρασή της στο έργο του Γιαννούλη Χαλεπά, που εξελίχτηκε αργότερα σε έναν εντελώς προσωπικό δημιουργό μοναδικής ποιότητας.

Ενδεικτική βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Μαρίνος Καλλιγάς, Γιαννούλης Χαλεπάς: Η ζωή και το έργο του, εκδ. Εμπορικής Τραπέζης, Αθήνα 1972
  2. Στρατής Δούκας, Ο βίος ενός αγίου: Γιαννούλης Χαλεπάς, εκδ. Στρατή Φιλιππότη, Αθήνα 2002, σελ. 70.
  3. Χρήστος Σαμουηλίδης, Γιαννούλης Χαλεπάς: Η τραγική ζωή του μεγάλου καλλιτέχνη (μυθιστορηματική βιογραφία), εκδ. Εστία, Αθήνα 2005, σελ. 636. ISBN 9600511675.
  4. Τώνια Γιαννουδάκη, Εθνική Γλυπτοθήκη. Μόνιμη συλλογή, Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Αθήνα 2006
  5. Αντωνία Γιαννουδάκη, Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Ίδρυμα Ευριπίδη Κουτλίδη. Η συλλογή νεοελληνικής γλυπτικής και η ιστορία της 1900-2006 (διδακτορική διατριβή), Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Τομέας Ιστορίας της Τέχνης, Θεσσαλονίκη 2009 (http://ikee.lib.auth.gr/record/115849) (7/5/2015)
  6. Αλεξάνδρα Γουλάκη-Βουτυρά, Ο Γιαννούλης Χαλεπάς στο Ίδρυμα Τηνιακού Πολιτισμού, Αθήνα 2005
  7. Στρατής Δούκας, Γιαννούλης Χαλεπάς. Νέα βιογραφικά, Αθήνα 1952
  8. Στρατής Δούκας, Υποθέσεις και λύσεις πάνω σε προβλήματα της ζωής και του έργου του Γιαννούλη Χαλεπά, Κέδρος 1970
  9. Στρατής Δούκας, Γιαννούλης Χαλεπάς, δεύτερη έκδοση, Κέδρος, 1978
  10. Ηλίας Ζιώγας, Νεοέλληνες καλλιτέχνες. Γιαννούλης Χαλεπάς. Ερμηνεία και τοποθέτηση του έργου του, έκδοση Γ. Λουκάτου, Καλλιθέα, Αθήναι 1941
  11. Μιχαήλ Ν. Κοντελιέρης, Γιαννούλης Χαλεπάς, Αθήναι 1977
  12. Λεξικό Ελλήνων Καλλιτεχνών. Ζωγράφοι - Γλύπτες - Χαράκτες, 16ος-20ός αιώνας, επιστημονική επιμέλεια Ευγένιος Δ. Ματθιόπουλος, τόμ. 4, Μέλισσα, Αθήνα 1997-2000
  13. Στέλιος Λυδάκης, Οι έλληνες γλύπτες. Η νεοελληνική γλυπτική. Ιστορία-τυπολογία-λεξικό γλυπτών, τόμ. 5, Μέλισσα, Αθήνα 1981
  14. Στέλιος Λυδάκης, Η νεοελληνική γλυπτική. Ιστορία, τυπολογία, Μέλισσα, Αθήνα, 2011
  15. Γιάννης Μπόλης, Γιαννούλης Χαλεπάς. Ο νεωτεριστής, στη σειρά Σύγχρονοι Έλληνες Εικαστικοί, Τα Νέα, [2009]
  16. Ηλίας Μυκονιάτης, Νεοελληνική γλυπτική, στη σειρά Ελληνική τέχνη, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1996
  17. Danièle Calvo-Platero, Ο γλυπτικός χώρος του Γιαννούλη Χαλεπά, μετάφραση Καίτης Χατζηδήμου, Ιουλιέττας Ράλλη, εκδόσεις Χατζηνικολή, 1979
  18. Γιαννούλης Χαλεπάς, Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Εθνική Γλυπτοθήκη, 6 Φεβρουαρίου-30 Ιουνίου 2007
  19. Γιαννούλης Χαλεπάς. Πενήντα χρόνια από το θάνατό του (1938-1988). Έκθεση γλυπτών και σχεδίων του, Δήμος Θεσσαλονίκης, Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο, Θεσσαλονίκη, 19 Φεβρουαρίου-17 Απριλίου 1988
  20. Γιαννούλης Χαλεπάς. Τραγικότητα και μύθος, επιστημονική επιμέλεια Γιάννης Μπόλης, Δημήτρης Παυλόπουλος, Πανελλήνιον Ιερόν Ίδρυμα Ευαγγελιστρίας Τήνου, Έκπλους, Τήνος 2004
  21. Χρύσανθος Χρήστου – Μυρτώ Κουμβακάλη-Αναστασιάδη, Νεοελληνική γλυπτική 1800-1940, έκδοση Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος, Αθήνα 1982

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ψηφιακό αρχείο ΕΡΤ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]