Μάχη του Μποροντίνο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μάχη του Μποροντίνο
Γαλλική εισβολή στη Ρωσσία
Battle of Borodino 1812.png
Μάχη του Μποροντίνο, 7 Σεπτεμβρίου 1812
Χρονολογία 7 Σεπτεμβρίου 1812
Τόπος

Μποροντίνο, Ρωσσία

Έκβαση "Πύρρεια" Γαλλική Νίκη
• Κατάληψη της Μόσχας από τον Ναπολέοντα
Αντιμαχόμενοι
Ηγετικά πρόσωπα
Δυνάμεις
130.000-165.000 στρατιώτες
587 πυροβόλα
120.000-160.000 στρατιώτες
624 πυροβόλα
Απώλειες
30.000-35.000 νεκροί, τραυματίες και αγνοούμενοι (480 αξιωματικοί, συμπερ. 47 στρατηγών)
40.000-45.000 νεκροί, τραυματίες και αγνοούμενοι (211 αξιωματικοί, συμπερ. 23 στρατηγών)

Η Μάχη του Μποροντίνο (Μποροντίνο στην ελληνική ιστοριογραφία, Μπαραντινό η προφορά στα ρωσσικά) διεξήχθη στις 7 Σεπτεμβρίου 1812, και αποτέλεσε μια σημαντική σύγκρουση των Ναπολεόντειων Πολέμων κατά τη διάρκεια της γαλλικής εισβολής στη Ρωσσία. Στη μάχη συμμετείχαν περίπου 250.000 στρατιώτες και οι απώλειες έφθασαν τουλάχιστον τις 70.000, μετατρέποντας το Μποροντίνο στην πιο αιματηρή μάχη των Ναπολεόντειων Πολέμων. Η Μεγάλη Στρατιά υπό τον Ναπολέοντα εξαπέλυσε φοβερές επιθέσεις στο Ρωσσικό Στρατό υπό τον Μιχαήλ Κουτούζοφ και πέτυχε να τον απωθήσει από τις αρχικές θέσεις του, αλλά δεν κατάφερε να πετύχει μια αποφασιστική νίκη. Μετά τη μάχη και οι δύο πλευρές ήταν εξαντλημένες, και οι Ρώσσοι έχοντας χάσει το 1/3 του στρατού τους, αποφάσισαν να μη ρισκάρουν ακόμη μία σημαντική εμπλοκή, υποχωρώντας την επόμενη ημέρα.

Το Μποροντίνο ήταν η τελευταία προσπάθεια των Ρώσσων να σταματήσουν την προέλαση των Γάλλων προς τη Μόσχα, η οποία έμελλε να πέσει μια εβδομάδα αργότερα. Ωστόσο ο Ρωσσικός Στρατός δεν είχε καταστραφεί και ο Ναπολέων δεν μπόρεσε ν΄ αναγκάσει τον τσάρο Αλέξανδρο Α΄ σε διαπραγματεύσεις για ειρήνη. Ως εκ τούτου, μετά από πέντε εβδομάδες παραμονής στη Μόσχα, οι Γάλλοι υποχώρησαν προς το Σμολένσκ, έχοντας ν΄ αντιμετωπίσουν το φοβερό ρωσσικό χειμώνα, την πείνα, τη λιποταξία, τους Κοζάκους και την επίμονη καταδίωξη των Ρώσσων. Το αποτέλεσμα ήταν η καταστροφή της Μεγάλης Στρατιάς.

Στην έναρξη της εκστρατείας οι Ρώσσοι απέφευγαν συγκρούσεις με τους Γάλλους και υποχωρούσαν συνεχώς. Ωστόσο η τάξη των Ρώσσων ευγενών δεν ήταν ευχαριστημένη με αυτή τη στρατηγική και ανάγκασε τον τσάρο Αλέξανδρο Α΄ ν΄ απολύσει τον αρχιστράτηγο Μπάρκλεϋ ντε Τόλλυ (Barclay de Tolly). Στη θέση του, τοποθέτησε τον Μιχαήλ Ιλλαριόνοβιτς Κουτούζοφ. Σε μια τελευταία προσπάθεια να σώσουν τη Μόσχα, οι Ρώσσοι αποφάσισαν ν΄ αντισταθούν στην πεδιάδα του χωριού Μποροντίνο, 125 χιλιόμετρα δυτικά της Μόσχας. Αφού οχύρωσε το στρατό του, ο Κουτούζοφ ανέμενε τις γαλλικές επιθέσεις. Η ρωσσική δεξιά πτέρυγα τοποθετήθηκε σε ένα ιδανικό αμυντικό έδαφος, με αποτέλεσμα οι Γάλλοι να επιτίθενται συνεχώς στην αδύναμη αριστερή πλευρά του ρωσσικού στρατού για το μεγαλύτερο μέρος της μάχης. Η κύρια σύγκρουση ωστόσο, διεξήχθη στο "Οχυρό του Ραγέφσκι" στη δεξιά πλευρά του ρωσσικού κέντρου, δίπλα από το ίδιο το χωριό του Μποροντίνο. Οι Γάλλοι μετά από σφοδρή μάχη κατάφεραν να καταλάβουν οριστικά το οχυρό και ν΄ αναγκάσουν το Ρωσσικό Στρατό ν΄ αποσυρθεί από τις αρχικές θέσεις του. Οι Ρώσσοι υπέστηκαν τρομερές απώλειες, χάνοντας σχεδόν το 1/3 του στρατού τους. Οι γαλλικές απώλειες ήταν επίσης σοβαρότατες, μειώνοντας σημαντικά τις εφεδρείες του στρατεύματος και επιδεινώνοντας τις επιμελητειακές δυσκολίες που ήδη αντιμετώπιζε ο Ναπολέων κατά τη διάρκεια της εκστρατείας.

Τα εξαντλημένα γαλλικά στρατεύματα και η έλλειψη πληροφοριών για την κατάσταση του Ρωσσικού Στρατού έπεισαν τον Ναπολέοντα να μείνει στο πεδίο της μάχης με το στρατό του, αντί να εξαπολύσει μια σύντονη και επίμονη καταδίωξη αντάξια των προηγούμενων εκστρατειών. Η Αυτοκρατορική Φρουρά, η ελίτ μονάδα του γαλλικού στρατού, που δεν είχε πολεμήσει καθόλου εκείνη την ημέρα, ήταν διαθέσιμη να εξαπολυθεί στη μάχη την κρίσιμη στιγμή, όταν δηλαδή οι Ρώσσοι αποσύρονταν από τις αρχικές τους θέσεις με αρκετή σύγχυση. Με την άρνηση της αποστολής της Φρουράς, κάποιοι ιστορικοί θεωρούν πως ο Γάλλος αυτοκράτορας έχασε την τελευταία του ευκαιρία να καταστρέψει το Ρωσσικό Στρατό και να νικήσει στον πόλεμο. Η ακόλουθη κατάληψη της Μόσχας αποδείχτηκε μια "κούφια" ανταμοιβή, μιας και οι Ρώσσοι δεν είχαν καμία πρόθεση να διαπραγματευτούν με τον Ναπολέοντα για ειρήνη. Οι Γάλλοι εγκατέλειψαν λόγω ελλείψεως εφοδίων τη ρωσσική πνευματική πρωτεύουσα (τότε διοικητική πρωτεύουσα της Ρωσσίας ήταν η Αγία Πετρούπολη) τη 19η Οκτωβρίου 1812, εγκαινιάζοντας μια πολύ δύσκολη υποχώρηση η οποία θα τελείωνε το Δεκέμβριο του ίδιου έτους με το μεγαλύτερο μέρος της Μεγάλης Στρατιάς να έχει χαθεί ολοσχερώς, με αποτέλεσμα την παράταση των επόμενων συγκρούσεων για την άνοιξη του 1813, οπότε και ξεκίνησε ο Πόλεμος του Έκτου Συνασπισμού εναντίον του Ναπολέοντα.

Υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η γαλλική εισβολή στη Ρωσσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η γαλλική Μεγάλη Στρατιά ξεκίνησε την εισβολή στη Ρωσσία στις 16 Ιουνίου 1812. Σε απάντηση, ο τσάρος Αλέξανδρος Α΄ κήρυξε τον περίφημο Πατριωτικό Πόλεμο και ετοιμάστηκε ν΄ αντιμετωπίσει τους Γάλλους. Σύμφωνα με το σχέδιο του Γερμανού αντιστράτηγου Καρλ Λούντβιχ φον Πφούελ (von Pfuel), που υπηρετούσε πλέον ως σύμβουλος στο Ρωσσικό Γενικό Επιτελείο, το μεγαλύτερο τμήμα των ρωσσικών στρατευμάτων υπό τις διαταγές του κόμη Μιχαήλ Μπάρκλεϋ ντε Τόλλυ θ΄ αντιμετώπιζε τη Μεγάλη Στρατιά στην περιοχή της Βίλνας, ενώ τα εναπομείναντα στρατεύματα υπό τον στρατηγό Πιοτρ Μπαγκρατιόν (Bagration) θα εξαπέλυαν μια επίθεση στο γαλλικό νότιο πλευρό και νώτα. Παρόλα αυτά, το σχέδιο του φον Πφούελ σύντομα αποδείχθηκε ένα θανάσιμο λάθος, καθώς η τεράστια Μεγάλη Στρατιά ήταν περισσότερο από αρκετή για να διαχωρίσει και συντρίψει και τις δύο ρωσσικές στρατιές ταυτόχρονα. Επιπλέον, η συμμετοχή στην όλη κατάσταση του τσάρου Αλέξανδρου Α΄ ως αρχιστράτηγου προκάλεσε μεγαλύτερο χάος στο Ρωσσικό Στρατό. Οι ρωσσικές δυνάμεις που είχαν συγκεντρωθεί κατά μήκος των ρωσσοπολωνικών συνόρων υποχρεώθηκαν τελικώς να οπισθοχωρήσουν ενώπιον της γοργής προέλασης των Γάλλων.

Γαλλικό πεζικό το 1812.

Ο Ναπολέων προωθήθηκε από το Βίτεμπσκ, ελπίζοντας να προλάβει και εμπλέξει σε μάχη το Ρωσσικό Στρατό σε "ανοιχτό" έδαφος, προκειμένου να τον εξολοθρεύσει ολοκληρωτικώς. Ο Γαλλικός Στρατός δεν είχε όμως σωστή διάταξη για μια παρατεταμένη εκστρατεία στην ξηρά. Το πλησιέστερο σημείο ανεφοδιασμού του ήταν 925 χλμ. δυτικότερα στο Κόβνο (Κόβνο στα πολωνικά, η πόλη ανήκε τότε στο Δουκάτο της Βαρσοβίας, σημερινό Κάουνας της Λιθουανίας). Οι γαλλικές γραμμές ανεφοδιασμού ήταν ευάλωτες στους Κοζάκους ιππείς, και τις μονάδες ελαφρού ιππικού των Ρώσσων, τις δυνάμεις των ανταρτών, ακόμη και στους Γάλλους λιποτάκτες, οι οποίοι προκειμένου να επιζήσουν επιτίθονταν σε συμπατριώτες τους προκαλώντας σοβαρές ζημιές στις γαλλικές φάλαγγες εφοδιασμού. Η κεντρική γαλλική δύναμη υπό την άμεση ηγεσία του ίδιου του Ναπολέοντα είχε διασχίσει τον ποταμό Νιέμεν με 286.000 άνδρες, αλλά τη στιγμή της μάχης η δύναμη αυτή είχε μειωθεί κατά πολύ, κυρίως λόγω ασιτίας και ασθενειών και εξάντλησης από τις ατελείωτες πορείες, αριθμώντας πια 161.475 άνδρες. Παρόλα αυτά, ο Ναπολέων, επιδιώκοντας μια αποφασιστική μάχη με τον συνεχώς υποχωρούντα Ρωσσικό Στρατό, προκειμένου να ολοκληρώσει σύντομα την εκστρατεία, εξαναγκάζοντας τους Ρώσσους σε συντριπτική ήττα και συνθηκολόγηση, προχωρούσε βαθύτερα στην αχανή ρωσσική ενδοχώρα, επεκτείνοντας έτσι ακόμα περισσότερο τις γραμμές εφοδιασμού του.

Οι διαμάχες μεταξύ των υφισταμένων του Μπάρκλεϋ ντε Τόλλυ επανειλλημένα απέτρεψαν τον Ρώσσο διοικητή από το να αποφασίσει να συνάψει μάχη με τους προελαύνοντες Γάλλους. Οι άλλοι στρατηγοί και η ρωσσική Αυλή θεωρούσαν τη συνεχή υποχώρηση του Μπάρκλεϋ ντε Τόλλυ ως απροθυμία για μάχη. Ως αποτέλεσμα, του αφαιρέθηκε η ηγεσία του στρατού, και αντικαταστάθηκε από τον γηραιό πρίγκηπα Μιχαήλ Κουτούζοφ στις 19 Αυγούστου 1812. Παρόλο που ο 67χρονος στρατηγός Κουτούζοφ δεν θεωρούταν από τους συγχρόνους του ισάξιος του Ναπολέοντος, είχε αναγνωρισμένη ικανότητα στο αμυντικό είδος πολέμου. Προτιμήθηκε δε επειδή ήταν Ρώσσος, ενώ ο Μπάρκλεϋ ντε Τόλλυ ήταν σκωτικής καταγωγής από τη Βαλτική (περιοχή κατεχόμενη τότε από τους Ρώσσους, στην οποία ένας πρόγονός του είχε μεταναστεύσει παλαιότερα από τη Σκωτία), ως εκ τούτου οι υφιστάμενοι αξιωματικοί θα αποδέχονταν ευκολότερα το νέο αρχηγό, αυξάνοντας έτσι τη συνοχή του στρατού. Έτσι, στις 18 Αυγούστου 1812 ο Κουτούζοφ έφτασε στο Σάρεβο (Сарево, στην ευρύτερη περιοχή του Γιαροσλάβλ) για ν΄ αναλάβει και απευθύνει χαιρετισμό στο στράτευμα.

Γάλλοι έφιπποι τυφεκιοφόροι (καραμπινιέροι) κατά την εκστρατεία στη Ρωσσία.

Μετά την ανάληψη της ηγεσίας του στρατού, ο Κουτούζοφ οργάνωσε μια ισχυρή δύναμη οπισθοφυλακής υπό τη διοίκηση του στρατηγού Κονοβνίτσιν και διέταξε το στρατό να ετοιμαστεί για μάχη. Ο Κουτούζοφ αντιλαμβανόταν ότι η απόφαση του Μπάρκλεϋ ντε Τόλλυ να υποχωρήσει ήταν σωστή, αλλά ότι οι Ρώσσοι στρατιώτες και οι κρατικοί παράγοντες δεν μπορούσαν ν΄ ανεχθούν περαιτέρω υποχώρηση. Ήταν απαραίτητη η διεξαγωγή μιας σημαντικής μάχης ώστε να διατηρηθεί το ηθικό τους. Ο νέος διοικητής, μην καταφέρνοντας να οργανώσει μια αμυντική θέση (ίσως και ηθελημένα για να αποφύγει ακόμη να δώσει μάχη, χωρίς αντιδράσεις από τους στρατιώτες και τους υπόλοιπους αξιωματούχους), διέταξε νέα υποχώρηση στο Γκζατσκ (σημερινό Γκαγκάριν), στις 30 Αυγούστου, και συγκεκριμένα λίγο ανατολικότερα αυτού, στο χωριό Μποροντίνο, μόλις 125 χλμ. από τη Μόσχα, όταν και η αναλογία των γαλλικών προς τις ρωσσικές δυνάμεις είχε μειωθεί από το 3:1 στο 5:4. Η ώρα για μια μεγάλη μάχη είχε φτάσει.

Η Μεγάλη Στρατιά του Ναπολέοντα πλησίαζε τη Μόσχα από δυτικά και νοτιοδυτικά, κατά μήκος των δύο κεντρικών οδών (της παλαιάς νοτιότερα και της νέας οδού βορειότερα) που περνούσαν από το Σμολένσκ, έχοντας τον ποταμό Μόσχοβα στο αριστερό της πλευρό. Μια ρωσσική αμυντική γραμμή είχε οργανωθεί στην καλύτερη δυνατή τοποθεσία κατά μήκος του δρόμου αυτού κοντά στο χωριό Μποροντίνο. Παρόλο που η πεδιάδα στο χωριό Μποροντίνο ήταν αρκετά "ανοικτή" και είχε πολύ λίγα φυσικά εμπόδια για ν΄ αποτελέσει επαρκή προστασία του κέντρου και του αριστερού πλευρού του Ρωσσικού Στρατού, επιλέχθηκε εξαιτίας της προστασίας που παρείχε ο ποταμός Καλατσά, καθώς μπλόκαρε αμφότερες τις οδούς (παλαιά και νέα) Σμολένσκ-Μόσχας, και επίσης επειδή απλώς δεν υπήρχαν προσφορότερες αμυντικές τοποθεσίες. Με αρχή την 3η Σεπτέμβρη, ο Κουτούζοφ άρχισε την ενίσχυση του μετώπου του με χωμάτινα οχυρωματικά έργα, όπως το "Οχυρό Ραγέφσκι" στα δεξιά του κέντρου της αμυντικής ρωσσικής διάταξης και τα τρία "Βέλη του Μπαγκρατιόν" (είδος χωμάτινων οχυρωματικών έργων με σχήμα αιχμής βέλους, "ανοιχτών" στην πίσω πλευρά, ονομάστηκαν έτσι από τον στρατηγό Μπαγκρατιόν) στην αριστερή πτέρυγα.

Η μάχη στο οχυρό Σεβαρντινό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύγκρουση Γάλλων (αριστερά) και Ρώσσων (δεξιά) στο οχυρό Σεβαρντινό.

Η αρχική ρωσσική διάταξη, που εκτεινόταν νότια της νέας οδού του Σμολένσκ, είχε ως βάση στήριξης του αριστερού της πλευρού ένα πενταγωνικό χωμάτινο οχυρό σε ένα γήλοφο κοντά στο χωριό Σεβαρντινό. Οι Ρώσσοι στρατηγοί σύντομα αντιλήφθηκαν ότι το αριστερό τους πλευρό ήταν πολύ εκτεθειμένο και τρωτό. Έτσι, η ρωσσική γραμμή άμυνας μετακινήθηκε πίσω από αυτή την τοποθεσία, αλλά το οχυρό παρέμεινε επανδρωμένο, καθότι ο Κουτούζοφ ήθελε, όπως ο ίδιος δήλωσε, να καθυστερήσει την προώθηση των γαλλικών δυνάμεων. Ο Ρώσσος στρατηγός και ιστορικός Ντμίτρι Μπουτούρλιν (1790-1849) αναφέρει ότι το οχυρό αυτό χρησιμοποιείτο ως σημείο παρατήρησης προκειμένου να σχηματιστεί σαφής άποψη από το ρωσσικό γενικό επιτελείο για την κατεύθυνση της γαλλικής προέλασης. Πολλοί δε ιστορικοί αναφέρουν ότι χρησιμοποιείτο ως οχυρωματική θέση για ν΄ απειλεί το δεξιό γαλλικό πλευρό, παρότι αυτό βρισκόταν εκτός αποτελεσματικού βεληνεκούς των κανονιών της περιόδου εκείνης.

Ιππείς Σάξονες Θωρακοφόροι (με κίτρινες στολές, μπροστά αριστερά στον πίνακα) και Πολωνοί Λογχοφόροι (στο βάθος αριστερά) του Σώματος Ιππικού του Γάλλου στρατηγού ντε Λατούρ-Μωμπούρ συγκρούονται με Ρώσσους Θωρακοφόρους (δεξιά στον πίνακα). Η εδαφική έξαρση του "Οχυρού Ραγέφσκι" βρίσκεται στα δεξιά, με το καμπαναριό της εκκλησίας του χωριού Μποροντίνο να διακρίνεται αμυδρά στο βάθος στην άκρη δεξιά.

Ο επιτελάρχης της 1ης Ρωσσικής Στρατιάς (επικεφαλής δηλ. του επιτελείου του διοικητή της στρατιάς Μπάρκλεϋ ντε Τόλλυ), Αλεξέι Γιερμόλοφ, ανέφερε στα απομνημονεύματά του ότι το αριστερό πλευρό των Ρώσσων άλλαζε θέση, όταν ο Γαλλικός Στρατός έφτασε συντομότερα απ΄ ότι αναμενόταν στην περιοχή. Ως εκ τούτου, η μάχη του Σεβαρντινό εξελίχθηκε σε προσπάθεια καθυστέρησης των Γάλλων μέχρι ν΄ αναπτυχθεί στη νέα του γραμμή άμυνας το ρωσσικό αριστερό πλευρό. Η κατασκευή του οχυρού πάντως και ο σκοπός του αποτελεί ακόμη και σήμερα αντικείμενο διαμάχης μεταξύ των ιστορικών.

Η μάχη ουσιαστικά ξεκίνησε στις 5 Σεπτεμβρίου 1812 όταν οι προωθημένες δυνάμεις του στρατάρχη Ζοακίμ Μυρά ήρθαν σε επαφή με τη ρωσσική οπισθοφυλακή του στρατηγού Κονοβνίτσιν, οπότε και ακολούθησε μια μαζική σύγκρουση ιππικού, με τους Ρώσσους τελικώς να υποχωρούν στο παρακείμενο μοναστήρι Κολορζκόι όταν το πλευρό τους απειλήθηκε. Η μάχη επαναλήφθηκε την επόμενη μέρα, με τον Κονοβνίτσιν να υποχωρεί και πάλι, όταν το 4ο Σώμα Στρατού του στρατηγού Ευγένιου ντε Μπωαρναί (Eugène de Beauharnais), θετού γιου του Ναπολέοντα, έφτασε στο σημείο, απειλώντας το πλευρό των Ρώσσων. Οι τελευταίοι αποσύρθηκαν στο οχυρό Σεβαρντινό, όπου ξεκίνησε μάχη σώμα με σώμα. Ο Μυρά ηγήθηκε του 1ου Σώματος Ιππικού του στρατηγού ντε Νανσουτύ και του 2ου Σώματος Ιππικού του στρατηγού Μονμπρύν, και υποστηριχθείς από τη μεραρχία του στρατηγού Κομπάν του 1ου Σώματος Πεζικού του στρατάρχη Νταβού, εξαπέλυσε επίθεση κατά του οχυρού Σεβαρντινό. Παράλληλα, το πεζικό του Πολωνού πρίγκηπα Γιούζεφ Πονιατόφσκι (πολωνικά: Józef Poniatowski) επιτέθηκε στην τοποθεσία από τα νότια. Η σύγκρουση ήταν πολύ σκληρή, καθώς οι Ρώσσοι αρνούνταν να υποχωρήσουν, μέχρι που ο Κουτούζοφ προσωπικώς τούς διέταξε να το κάνουν. Οι Γάλλοι κατέλαβαν το οχυρό με κόστος 4.000-5.000 ανδρών, ενώ οι Ρώσσοι είχαν 6.000 απώλειες. Το μικρό οχυρό καταστράφηκε και καλύφθηκε από τα σώματα των νεκρών στρατιωτών αμφότερων των αντιπάλων.

Οι Γάλλοι αναπάντεχα προέλασαν από τα δυτικά, ενώ η πτώση του οχυρού Σεβαρντινό προκάλεσε τη διάλυση της αρχικής ρωσσικής διάταξης μάχης. Μιας και το αριστερό πλευρό της αμυντικής τους διάταξης βρισκόταν υπό κατάρρευση, οι ευρισκόμενες σε αυτό ρωσσικές δυνάμεις αποσύρθηκαν στα ανατολικά, κατασκευάζοντας μια πρόχειρη οχύρωση γύρω από το χωριό Ουτίτσα. Το αριστερό πλευρό της ρωσσικής διάταξης ήταν πλέον ευάλωτο και έτοιμο να δεχθεί νέα πλευρική επίθεση.

Αντίπαλες δυνάμεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

O Nαπολέων με το επιτελείο του στα υψώματα νοτιοδυτικά του χωριού Μποροντίνο, ατενίζοντας την μπροστά ομώνυμη πεδιάδα προς τη ρωσσική αμυντική παράταξη. Στο βάθος πίσω από τους επιτελείς βρίσκεται παραταγμένη η περίφημη Αυτοκρατορική Φρουρά.

Μια σειρά μεταρρυθμίσεων στο Ρωσσικό Στρατό είχαν ξεκινήσει το 1802, οπότε και δημιουργήθηκαν συντάγματα των τριών ταγμάτων, με κάθε τάγμα να έχει τέσσερεις λόχους. Οι ήττες των Άουστερλιτς, Άιλάου (έχει επικρατήσει ως Εϊλάου στους Έλληνες ιστοριογράφους, ορθή προφορά Άιλάου στα γερμανικά), και Φρίντλαντ, οδήγησαν σε σημαντικές πρόσθετες μεταρρυθμίσεις, παρότι οι συνεχείς συρράξεις των τριών πολέμων με τη Γαλλία, των δύο με τη Σουηδία και των δύο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, δεν είχαν παράσχει τον απαραίτητο χρόνο για να απορροφηθούν πλήρως. Ένα σύστημα μεραρχιών εισήχθη το 1806, ενώ το 1812 εισήχθησαν τα σώματα στρατού. Η πρωσσική επιρροή ήταν εμφανής στο οργανωτικό σκέλος του Ρωσσικού Στρατού.

Οι ρωσσικές δυνάμεις που συμμετείχαν στη μάχη του Μποροντίνο περιελάμβαναν 180 τάγματα πεζικού, 164 ίλες ιππικού, 20 συντάγματα Κοζάκων, και 55 πυροβολαρχίες (σύνολο 637 πυροβόλων). Συνολικά, οι Ρώσσοι παρέταξαν 155.200 άνδρες. Επιπλέον, υπήρχαν ακόμη 10.000 Κοζάκοι ιππείς, καθώς και 33.000 πολιτοφύλακες στην περιοχή, που δεν πήραν όμως μέρος στη μάχη. Μετά τη μάχη οι μονάδες πολιτοφυλακής διαλύθηκαν ώστε τα μέλη τους να απορροφηθούν ως ενισχύσεις σε αποδεκατισμένα τάγματα του πεζικού. Από τα 637 κανόνια, τα 300 κρατήθηκαν σε εφεδρεία και πολλά από αυτά δεν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ στη μάχη.

Σύμφωνα με τον ειδικό στη ρωσσική ιστορία και τους Ναπολεόντειους Πολέμους, Γεωργιανό ιστορικό Αλεξάντερ Μικαμπερίτζε (γεν. 1978), ο Γαλλικός Στρατός παρέμενε ο αρτιότερος στρατός της εποχής με αρκετή διαφορά από τους υπόλοιπους στρατούς. Οι μεταρρυθμίσεις του Ναπολέοντα σε συνδυασμό με την κληρονομιά της Γαλλικής Επανάστασης, τον είχαν μεταμορφώσει σε μια πολεμική μηχανή που από το έτος 1805 και μετά κυριαρχούσε στην Ευρώπη. Κάθε σώμα στρατού (ΣΣ) του Γαλλικού Στρατού αποτελούσε στην πραγματικότητα ένα μικρό στράτευμα ικανό για ανεξάρτητη δράση. Οι γαλλικές δυνάμεις στο Μποροντίνο περιελάμβαναν 214 τάγματα πεζικού, 317 ίλες ιππικού και 587 πυροβόλα, αριθμώντας συνολικά 128.000 άνδρες. Παρόλα αυτά, η Γαλλική Αυτοκρατορική Φρουρά, που αποτελούταν από 30 τάγματα πεζικού, 27 ίλες ιππικού και 109 πυροβόλα, αριθμώντας συνολικά 18.500 άνδρες, δεν έλαβε μέρος στη μάχη. Σημειωτέον ότι έκαστη ρωσσική μονάδα είχε περισσότερους στρατιώτες από την αντίστοιχη γαλλική, εξ ου και, αν και παρέταξαν λιγότερα τάγματα και ίλες, οι Ρώσσοι ήταν περισσότεροι αριθμητικώς στο Μποροντίνο από τους Γάλλους.

Η μάχη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διάταξη των αντιπάλων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Καρλ φον Κλάουζεβιτς (αποσπασμένος ως σύμβουλος τότε στο ρωσσικό γενικό επιτελείο) έγραψε για τη μάχη του Μποροντίνο ότι: Το έδαφος που καταλάμβανε η αριστερή πτέρυγα του Ρωσσικού Στρατού δεν παρουσίαζε ιδιαίτερα πλεονεκτήματα. Κάποιοι γήλοφοι με ομαλές πλαγιές, ίσως 6 μ. σε ύψος, μαζί με λωρίδες θαμνώδους έκτασης, σχημάτιζαν ένα τόσο μπερδεμένο σύνολο, που ήταν δύσκολο να πεις ποιά πλευρά θα είχε το πλεονέκτημα του εδάφους. Έτσι, το καλύτερο μέρος της τοποθεσίας, το δεξιό πλευρό, θα μπορούσε να είναι άνευ οφέλους αντιστάθμισης των ατελειών του αριστερού. Η όλη τοποθεσία καταδείκνυε επίσης στους Γάλλους εμφανέστατα το αριστερό πλευρό ως σκοπό της επιχείρησης, για να επιτρέψουν στις δυνάμεις τους να προσελκυθούν από το δεξί.

Χάρτης της τοποθεσίας της μάχης του Μποροντίνο με τη διάταξη των αντιπάλων. Στο κέντρο της ρωσσικής διάταξης βρίσκονται το "Οχυρό Ραγέφσκι" (Great Redoubt) και τα "Βέλη του Μπαγκρατιόν" (Flèches) με το χείμαρρο Σεμιένοφκα κάθετα σε αυτές και το παρακείμενο χωριό Σεμιενόφσκαγια.

Η ρωσσική διάταξη στο Μποροντίνο αποτελείτο από μια σειρά ασύνδετων μεταξύ τους χωμάτινων οχυρώσεων που σχημάτιζαν ένα νοητό τόξο, και εκτείνονταν από τον ποταμό Μόσχοβα στα δεξιά, συνεχίζοντας κατά μήκος του παραπόταμού του, Καλατσά (του οποίου οι απότομες όχθες συνέβαλλαν στην άμυνα), έως το χωριό Ουτίτσα στα αριστερά. Τα πυκνά δάση που παρεμβάλλονταν κατά μήκος της αριστερής ρωσσικής πτέρυγας και κέντρου (στην πλευρά του ποταμού Καλατσά όπου βρίσκονταν οι Γάλλοι), δυσκόλευαν την ανάπτυξη, έλεγχο και συντονισμό των γαλλικών δυνάμεων, βοηθώντας έτσι τους αμυνόμενους Ρώσσους. Το ρωσσικό κέντρο υπερασπίζονταν οι άνδρες του Οχυρού Ραγέφσκι, ενός χωμάτινου οχυρώματος για μαζική άμυνα, "ανοικτού" στην πίσω πλευρά του, με 19 πυροβόλα των 12 λιβρών (έριχναν οβίδες βάρους 5,44 κιλών περίπου), τα οποία είχαν "καθαρό" πεδίο βολής έως τις όχθες του Καλατσά.

Ο Κουτούζοφ ανησυχούσε πολύ έντονα μήπως οι Γάλλοι ακολουθήσουν τη βόρεια νέα οδό Σμολένσκ-Μόσχας, κινούμενοι γύρω από τις αμυντικές θέσεις του (δηλ. τη δεξιά του πτέρυγα), παρακάμπτοντάς τες. Για το σκοπό αυτό τοποθέτησε την πιο πολυάριθμη 1η Στρατιά υπό τον Μπάρκλεϋ ντε Τόλλυ στο δεξί πλευρό της ρωσσικής διάταξης, σε θέσεις που ήταν ήδη ισχυρές αμυντικά και ουσιαστικά απρόσβλητες από τους Γάλλους. Η 2η Στρατιά υπό τον Μπαγκρατιόν αναμενόταν να κρατήσει την αριστερή πλευρά της ρωσσικής διάταξης. Η πτώση του οχυρού Σεβαρντινό οδήγησε στην απώλεια της τοποθεσίας στήριξης της αριστερής ρωσσικής πτέρυγας, αλλά ο Κουτούζοφ δεν έκανε τίποτα για ν΄ αλλάξει την αρχική αυτή διάταξη, εκτός από την αναγκαστική οπισθοχώρηση της πτέρυγας αυτής ανατολικότερα και την κατασκευή μιας πρόχειρης οχύρωσης στο χωριό Ουτίτσα, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις των στρατηγών του για την ανάγκη ευρείας αναδιάταξης των ρωσσικών δυνάμεων.

Έτσι, όταν η δράση άρχισε και εξελίχθηκε σε μια αμυντική παρά επιθετική μάχη για τους Ρώσσους, η συντριπτική υπερίσχυσή τους στο πυροβολικό σπαταλήθηκε στο δεξί τους πλευρό (επειδή εκεί βρίσκονταν οι περισσότερες μονάδες του πυροβολικού τους), το οποίο όμως δεν κινδύνευε ιδιαίτερα από κάποια εκδήλωση γαλλικής επίθεσης. Αντίθετα, το γαλλικό πυροβολικό, όντας ορθότερα τοποθετημένο, συνεισέφερε τα μέγιστα για να κερδηθεί η μάχη. Ο συνταγματάρχης φον Τολλ (von Toll, ένας τολμηρός αξιωματικός, μέλος του επιτελείου του Κουτούζοφ) και άλλοι έκαναν προσπάθειες να καλύψουν τα λάθη στη διάταξη των ρωσσικών δυνάμεων, ενώ μεταγενέστερες προσπάθειες ανάλυσης των γεγονότων από διάφορους ιστορικούς πρόσθεσαν περαιτέρω περιπλοκές στο όλο θέμα. Πράγματι, ο Πρώσσος στρατιωτικός Καρλ φον Κλάουζεβιτς, συγγραφέας του περίφημου έργου Περί Πολέμου, υπηρετών τότε ως σύμβουλος στο ρωσσικό γενικό επιτελείο, παραπονέθηκε επίσης για τη λανθασμένη τοποθέτηση των δυνάμεων του φον Τολλ, η οποία είχε τέτοιο βάθος και περιοριζόταν σε τόσο στενό χώρο που προκαλούσε αχρείαστες απώλειες από το εχθρικό πυροβολικό. Ως αποτέλεσμα, η ρωσσική διάταξη είχε μόλις περίπου 8 χλμ. μέτωπο, με περίπου 80.000 στρατιώτες της 1ης Στρατιάς στα δεξιά, και 34.000 της 2ης Στρατιάς στ΄ αριστερά.

Τα "Βέλη του Μπαγκρατιόν"[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη περιοχή επιχειρήσεων ήταν στα λεγόμενα Βέλη του Μπαγκρατιόν, όπως είχαν προβλέψει ο Μπάρκλεϋ ντε Τόλλυ και ο Μπαγκρατιόν. Στο γαλλικό στρατόπεδο, παρά την πρόταση του στρατάρχη Νταβού να διενεργήσουν ελιγμό για να υπερφαλαγγίσσουν το αδύναμο αριστερό ρωσσικό πλευρό, ο Ναπολέων διέταξε αντίθετα το 1ο Σώμα του στρατάρχη να κινηθεί ευθεία μπροστά στο κέντρο της ρωσσικής άμυνας, ενώ ο προταθείς ελιγμός ανατέθηκε στο αδύναμο 5ο Σώμα του πρίγκηπα Πονιατόφσκι.

To βαρύ ιππικό του ντε Νανσουτύ (στο βάθος) επιτίθεται διερχόμενο τον χείμαρρο Σεμιένοφκα στα "τετράγωνα" των Ρώσσων Αυτοκρατορικών Φρουρών στα αριστερά του χωριού Σεμιανόφσκαγια προς υποστήριξη της επίθεσης του Νέυ, δεχόμενο και εχθρικά πλευρικά πυρά από τους Ρώσσους που βρίσκονται στην άκρη του χωριού.

Η αρχική γαλλική επίθεση σκόπευε στην κατάληψη τριών ρωσσικών αμυντικών θέσεων που ήταν συλλογικά γνωστές ως Βέλη του Μπαγκρατιόν, οι οποίες αποτελούντο από συνολικά τέσσερεις χωμάτινες οχυρώσεις, έκαστη σε σχήμα αιχμής βέλους, ευρισκόμενες σε τοξοειδή διάταξη προς τα αριστερά, σχηματίζοντας μια υπερυψωμένη εδαφική έξαρση μπροστά από τον ποταμό Καλατσά. Οι θέσεις αυτές παρείχαν υποστήριξη στο αριστερό πλευρό της ρωσσικής διάταξης, το οποίο στερείτο εδαφικών πλεονεκτημάτων. Παρουσίαζαν όμως αρκετές ατέλειες, με έναν αξιωματικό να σημειώνει ότι τα χαντάκια έμπροσθεν αυτών ήταν πολύ ρηχά, και οι πολεμίστρες εκτεθειμένες στην επιφάνεια του εδάφους, με αποτέλεσμα να είναι εύκολα προσπελάσιμες, ενώ ταυτόχρονα ήταν πολύ πλατιές και εξέθεταν σε μεγάλο βαθμό το πεζικό που βρισκόταν πίσω από αυτές. Τα βέλη αυτά υποστηρίζονταν από πυροβολικό που είχε τοποθετηθεί στο χωριό Σεμιανόφσκαγια, τού οποίου η εδαφική έξαρση δέσποζε της δεξιάς όχθης του ποταμού Καλατσά (στην όχθη που βρισκόταν δηλ. ο κύριος όγκος των ρωσσικών δυνάμεων).

Η μάχη ξεκίνησε στις 6 το πρωί με το βομβαρδισμό του ρωσσικού κέντρου από τα 102 πυροβόλα της γαλλικής γκραν μπατερί (γαλ. grand batterie, έτσι ονομαζόταν η προσφιλής στον Ναπολέοντα τακτική της χρήσης συγκεντρωτικών πυρών πυροβολικού και συλλογικά τα πυροβόλα που συμμετείχαν). Ο στρατάρχης Νταβού έστειλε τη μεραρχία του στρατηγού Κομπάν (Compans) εναντίον του πιο νότια ευρισκόμενου βέλους, με τη μεραρχία του στρατηγού Ντεσσαί (Dessaix) στ΄ αριστερά της. Όταν οι δυνάμεις του Κομπάν εξήλθαν του δάσους στην αντίπερα όχθη του Καλατσά, χτυπήθηκαν από μαζικά πυρά του ρωσσικού πυροβολικού. Τόσο ο Κομπάν όσο και ο Ντεσσαί τραυματίστηκαν, αλλά οι Γάλλοι συνέχισαν την επίθεσή τους. Ο σωματάρχης Νταβού, βλέποντας τη σύγχυση που επικρατούσε, ηγήθηκε προσωπικώς του 57ου Συντάγματος της Γραμμής (με την επωνυμία Το Τρομερό, γαλ. Le Terrible), μέχρι που το άλογό του χτυπήθηκε από πυρά, με αποτέλεσμα να πέσει τόσο απότομα και βίαια στο έδαφος που ο στρατηγός Σορμπιέ (Sorbier) τον ανέφερε ως νεκρό. Ο στρατηγός όμως Ραπ (Rapp) που κατέφθασε να τον αντικαταστήσει, βρήκε παραδόξως τον Νταβού ζωντανό, και μάλιστα να οδηγεί το 57ο Σύνταγμα της Γραμμής ξανά εμπρός.

Η επίλεκτη Ρωσσική Αυτοκρατορική Φρουρά (ρωσ. Λιέιπ Γκβάρντιγια) επιτίθεται στο Μποροντίνο.

Στις 7:30 π.μ., ο Νταβού είχε κερδίσει τον έλεγχο των τριών βελών. Ο πρίγκηπας Μπαγκρατιόν άμεσα ηγήθηκε αντεπίθεσης απωθώντας τους Γάλλους από τα βέλη, στην οποία απάντησαν οι Γάλλοι με την επίθεση των πεζικών δυνάμεων του 24ου Συντάγματος Πεζικού του στρατηγού Νέυ, ανακτώντας τις οχυρωμένες αυτές θέσεις. Παρότι ο Μπαγκρατιόν δεν συμπαθούσε τον Μπάρκλεϋ ντε Τόλλυ, στράφηκε σε αυτόν για βοήθεια, αγνοώντας εντελώς τον Κουτούζοφ. Ο Μπάρκλεϋ ντε Τόλλυ αντέδρασε άμεσα, στέλνοντας 3 συντάγματα της Αυτοκρατορικής Φρουράς, 8 τάγματα γρεναδιέρων, και 24 κανόνια των 12 λιβρών, κινούμενα στον πιο γρήγορο ρυθμό τους για να ενισχύσουν την τοποθεσία Σεμιανόφσκαγια. Στις 9 το πρωί, ο συνταγματάρχης φον Τολλ και ο Κουτούζοφ μετακίνησαν εμπρός τις μονάδες της Εφεδρικής Αυτοκρατορικής Φρουράς.

Κατά τη διάρκεια της συγκεχυμένης σύγκρουσης, οι γαλλικές και ρωσσικές μονάδες κινήθηκαν εμπρός μέσα σε ένα αδιαπέραστο σύννεφο καπνού, και αμφότερες συνετρίβησαν από τα πυρά του πυροβολικού και των μουσκέτων, τα οποία ήταν φοβερά ακόμη και για τις προδιαγραφές της ναπολεόντειας δράσης. Το δε πεζικό, όπως και το ιππικό, είχαν δυσκολία να ελιχθούν μέσα στο σωρό των πτωμάτων και τις μάζες των πληγωμένων. Οι Ρώσσοι κατάφεραν πάντως να επανακτήσουν τα βέλη. Ο στρατάρχης Μυρά ελίχθηκε με το ιππικό του γύρω από τα βέλη για να επιτεθεί στο πεζικό του Μπαγκρατιόν, αλλά αντιμετωπίστηκε από τη 2η Μεραρχία Θωρακοφόρων του στρατηγού Ντούκα (Duka), που υποστηρίχθηκε από το πεζικό του στρατηγού Νεβερόφσκυ (Neverovsky).

Το πεζικό του στρατάρχη Νέυ απωθεί από τα "Βέλη του Μπαγκρατιόν" τους Ρώσσους γρεναδιέρους και πυροβολικό (από δεξιά προς αριστερά στο βάθος του πίνακα οι ρωσσικές δυνάμεις).

Οι Γάλλοι πραγματοποίησαν επτά επιθέσεις εναντίον των βελών, και κάθε φορά απωθούντο μετά από σκληρή μάχη σώμα με σώμα. Ο Μπαγκρατιόν ηγήθηκε προσωπικά σε κάποιες περιπτώσεις των ρωσσικών αντεπιθέσεων, και σε μια τελευταία προσπάθεια να απωθήσει οριστικά τους Γάλλους, χτυπήθηκε, περίπου στις 11 π.μ., στο πόδι από θραύσματα οβίδας. Αν και πληγωμένος (κάποιες μέρες αργότερα, στις 24 Σεπτεμβρίου 1812, θα πέθαινε από τα τραύματά του), επέμεινε να παραμείνει στο πεδίο της μάχης για να δει την αποφασιστική επίθεση του ιππικού του στρατηγού Ντούκα.

Η αντίδραση αυτή των Ρώσσων οδήγησε τον Μυρά στην αναζήτηση βοήθειας από το συμμαχικό πεζικό της Βυρτεμβέργης. Οι ενισχύσεις δε του Μπάρκλεϋ ντε Τόλλυ που εστάλησαν στη μάχη κομματιάστηκαν στην κυριολεξία από το γαλλικό πυροβολικό, επιτρέποντας στη γαλλική μεραρχία του στρατηγού Φριάν (Friant) να πάρει τον πλήρη έλεγχο των βελών στις 11.30 π.μ. Η σκόνη, ο καπνός, η σύγχυση, και η εξάντληση, εμπόδισαν τους Γάλλους διοικητές στο πεδίο της μάχης (Νταβού, Νέυ, Μυρά) ν΄ αντιληφθούν ότι όλοι οι Ρώσσοι μπροστά τους είχαν υποχωρήσει, βρίσκονταν σε σύγχυση και ήταν έτοιμοι να πέσουν στα χέρια τους.

Η ηγετική δομή της 2ης Ρωσσικής Στρατιάς διαλύθηκε, καθώς ο Μπαγκρατιόν μεταφέρθηκε μακριά από το πεδίο της μάχης, ενώ η αναφορά ότι είχε τραυματιστεί γρήγορα διαδόθηκε και προκάλεσε την κατάρρευση του ηθικού των Ρώσσων, που στήριζαν πολλά στην ηγετική και ατρόμητη φύση του. Ο Ναπολέων, που ήταν άρρωστος από κρυολόγημα και βρισκόταν πολύ μακριά από τη δράση για να μπορεί να έχει σαφή άποψη του τί πραγματικά συνέβαινε, αρνήθηκε να στείλει τις εφεδρείες του και ιδιαίτερα την περίφημη Αυτοκρατορική Φρουρά, ευρισκόμενος σε ένα μέρος τόσο μακριά από τη Γαλλία, μια απόφαση που στοίχισε πολύ στους Γάλλους, παρατείνοντας τη σύγκρουση.

Οι πρώτες επιθέσεις στο Οχυρό Ραγέφσκι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πρίγκηπας Ευγένιος ντε Μπωαρναί προχώρησε με το σώμα στρατού του εναντίον του Μποροντίνο, και διενεργώντας σαρωτική επίθεση το κατέλαβε από τους Ρώσσους Κυνηγούς της Αυτοκρατορικής Φρουράς. Παρόλα αυτά, οι προελαύνουσες φάλαγγες γρήγορα απώλεσαν τη συνοχή τους, καθώς λίγο μετά την εκκαθάριση του χωριού Μποροντίνο από τους εχθρούς και την περαιτέρω προέλασή τους, ήρθαν αντιμέτωπες με ξεκούραστες φάλαγγες εφόδου των Ρώσσων και υποχώρησαν πίσω στο χωριό. Ο γενναίος στρατηγός Ντελζόν (Delzons) τοποθετήθηκε στο Μποροντίνο αναλαμβάνοντας την υπεράσπισή του από την προσπάθεια ανακατάληψής του από τους Ρώσσους.

Η γαλλική μεραρχία του στρατηγού Μοράν πέρασε τότε στη βόρεια όχθη του χειμάρρου Σεμιένοφκα, ενώ τα υπολείμματα των δυνάμεων του Ευγένιου ντε Μπωαρναί διέσχισαν τρεις γέφυρες του Καλατσά, λαμβάνοντας θέση στη νότια πλευρά του ποταμού, την ίδια πλευρά όπου βρίσκονταν και οι Ρώσσοι. Στη συνέχεια ο ντε Μπωαρναί ανέπτυξε το μεγαλύτερο τμήμα του πυροβολικού του και άρχισε να πιέζει τους Ρώσσους πίσω προς το Οχυρό Ραγέφσκι. Οι μεραρχίες των στρατηγών Μπρουσσιέ (Broussier) και Μοράν (Morand) προήλασαν τότε μαζί εν μέσω καταιγιστικής υποστήριξης του πυροβολικού. Το Οχυρό Ραγέφσκι άλλαξε έτσι χέρια και πέρασε στους Γάλλους, ενώ ο Μπάρκλεϋ ντε Τόλλυ αναγκάστηκε προσωπικώς να ηγηθεί της αναδιοργάνωσης του ατάκτως υποχωρούντος συντάγματος του συνταγματάρχη Πασκέβιτς (Paskevitch), που τραυματίστηκε, το οποίο κρατούσε έως τότε πεισματική αντίσταση στις γαλλικές επιθέσεις, υφιστάμενο τρομακτικές απώλειες.

Ο Κουτούζοφ διέταξε τον στρατηγό Γιερμόλοφ (Yermolov) ν΄ αναλάβει δράση. Ο στρατηγός μετακίνησε τρεις πυροβολαρχίες έφιππου πυροβολικού, οι οποίες άρχισαν να κανονιοβολούν εντατικά το "ανοιχτό" στην πίσω πλευρά του Οχυρό Ραγέφσκι, ενώ το 3ο Τάγμα του Συντάγματος της Ουφά και δύο συντάγματα Κυνηγών που έριξε στο πεδίο της σκληρής σύγκρουσης ο Μπάρκλεϋ ντε Τόλλυ επέδραμαν με ξιφολόγχη για να εξουδετερώσουν την ταξιαρχία του στρατηγού Μποναμί (Bonami). Η σφοδρή επίθεση των ρωσσικών ενισχύσεων ανακατέλαβε τελικώς το οχυρό.

Οι Σάξονες Θωρακοφόροι (κίτρινες στολές) του 4ου Σώματος Ιππικού του Γάλλου στρατηγού ντε Λατούρ-Μωμπούρ επιτίθενται στους Ρώσσους Θωρακοφόρους ιππείς (δεξιά). Στο βάθος αριστερά διακρίνονται και Πολωνοί Λογχοφόροι ιππείς. Το "Οχυρό Ραγέφσκι" βρίσκεται στο βάθος δεξιά του πίνακα, μέσα στον καπνό. Στο βάθος στο κέντρο, διακρίνεται η εκκλησία του χωριού Μποροντίνο.

Το πυροβολικό του Ευγένιου ντε Μπωαρναί συνέχισε να σφυροκοπεί τις ρωσσικές φάλαγγες ενισχύσεων, ενώ οι στρατάρχες Νέυ και Νταβού έστησαν ένα δίκτυο διασταυρούμενων πυρών με πυροβολικό που ήταν τοποθετημένο στα υψώματα του χωριού Σεμιανόφσκαγια. Ο Μπάρκλεϋ ντε Τόλλυ αμύνθηκε μετακινώντας τις δυνάμεις του Πρώσσου στρατηγού δούκα Όιγκεν της Βυρτεμβέργης (Duke Eugen of Württemberg) στο δεξί ρωσσικό πλευρό για να ενισχύσει τον Ρώσσο στρατηγό Μιλοράντοβιτς (Miloradovich) στην άμυνα του Οχυρού Ραγέφσκι. Οι Γάλλοι απάντησαν σε αυτή την κίνηση στέλνοντας μπροστά μια δύναμη 36 πυροβόλων υπό τον στρατηγό Σορμπιέ (Sorbier), διοικητή του πυροβολικού της Αυτοκρατορικής Φρουράς. Επιπλέον, ο Σορμπιέ ανέλαβε τη διοίκηση 49 πυροβόλων έφιππου πυροβολικού που ανήκαν στο 1ο Σώμα Ιππικού του στρατηγού ντε Νανσουτύ (de Nansouty) και το 4ο Σώμα Ιππικού του στρατηγού ντε Λατούρ-Μωμπούρ (de Latour-Maubourg), καθώς και στο πυροβολικό του πρίγκηπα ντε Μπωαρναί, ανοίγοντας μαζικό πυρ και δημιουργώντας έτσι έναν τρομερής ισχύος φραγμό πυροβολικού.

Όταν ο Μπάρκλεϋ ντε Τόλλυ απέστειλε δυνάμεις εναντίον μιας επιτιθέμενης γαλλικής ταξιαρχίας, περιέγραψε την όλη κατάσταση ως Περίπατο στην Κόλαση. Στο αποκορύφωμα της μάχης, οι υφιστάμενοι του Κουτούζοφ λάμβαναν όλες τις αποφάσεις εκ μέρους του. Σύμφωνα με τον συνταγματάρχη Καρλ φον Κλάουζεβιτς, ο Ρώσσος διοικητής έμοιαζε να βρίσκεται σε ύπνωση. Με το θάνατο του στρατηγού Κουτάισοφ, διοικητή του Ρωσσικού Πυροβολικού, τα περισσότερα κανόνια των Ρώσσων έστεκαν άχρηστα στα υψώματα στα μετόπισθεν και ποτέ δεν έλαβαν μέρος στη μάχη, την ίδια ώρα που το γαλλικό πυροβολικό έσπερνε τον όλεθρο στις ρωσσικές γραμμές.

Η επιδρομή των Κοζάκων στο βόρειο γαλλικό πλευρό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πρωί της μάχης γύρω στις 7.30, περίπολοι των Κοζάκων του Ντον των δυνάμεων του αταμάνου Ματβέι Πλάτοφ (Matvei Platov) ανακάλυψαν ένα σημείο διάβασης του ποταμού Καλατσά στην άκρη του ρωσσικού δεξιού (βόρειου) πλευρού. Βλέποντας ότι το έδαφος μπροστά τους ήταν ελεύθερο από εχθρικές δυνάμεις, ο Πλάτοφ διείδε μια ευκαιρία να κινηθεί γύρω από το γαλλικό αριστερό πλευρό εισερχόμενος στα εχθρικά μετόπισθεν. Έστειλε άμεσα έναν από τους υπασπιστές του να ζητήσει την άδεια από τον Κουτούζοφ για μια τέτοιου είδους επιχείρηση. Ο υπασπιστής του Πλάτοφ ήταν αρκετά τυχερός να συναντήσει τον συνταγματάρχη φον Τολλ, που πρότεινε να προστεθεί το 1ο Σώμα Ιππικού του στρατηγού Ουβάροφ (Uvarov) στην επιχείρηση και προσφέρθηκε μεμιάς να παρουσιάσει το σχέδιο στον Ρώσσο αρχιστράτηγο.

Ξεκίνησαν μαζί να συναντήσουν τον Κουτούζοφ, που αδιάφορα έδωσε την έγκρισή του. Δεν υπήρχε σαφές σχέδιο και δεν είχαν καθοριστεί αντικειμενικοί σκοποί, με τον όλο ελιγμό να ερμηνεύεται από τον Κουτούζοφ και τον Ουβάροφ ως παραπλανητική επίθεση. Οι Ουβάροφ και Πλάτοφ ξεκίνησαν την επιχείρηση, έχοντας περίπου συνολικά 800 ιππείς και 12 κανόνια, και καμία υποστήριξη του πεζικού. Κινούμενοι ο μεν Ουβάροφ νοτιοδυτικά και νότια, ο δε Πλάτοφ δυτικά, έφτασαν τελικώς στα αφύλακτα μετόπισθεν του 4ου Σώματος Στρατού του πρίγκηπα Ευγένιου ντε Μπωαρναί. Αυτό συνέβη προς το μεσημέρι, καθώς ο πρίγκηπας έδινε τις εντολές διενέργειας ακόμη μιας γαλλικής επίθεσης εναντίον του Οχυρού Ραγέφσκι.

Κοζάκοι από τις ρωσσικές στέπες. Ως ιππικό ατάκτων ήταν οι πλέον κατάλληλοι για αποστολές αναγνώρισης, ανίχνευσης, καθώς και παρενόχλησης των πλευρών και των γραμμών ανεφοδιασμού του εχθρού.

Η αιφνίδια εμφάνιση μαζών του εχθρικού ιππικού τόσο κοντά στο κέντρο εφοδιασμού των Γάλλων και το αρχηγείο του Ναπολέοντα, προκάλεσε πανικό και κατάπληξη στους Γάλλους, και οδήγησε τον πρίγκηπα ντε Μπωαρναί ν΄ ακυρώσει άμεσα την επικείμενη επίθεση στο "Οχυρό Ραγέφσκι", αποσύροντας δυτικά ολόκληρο το σώμα στρατού του για ν΄ αντιμετωπίσει την εξαιρετικά δυσμενή αυτή κατάσταση. Στο μεταξύ, οι δύο επιτιθέμενοι Ρώσσοι διοικητές του ιππικού προσπάθησαν να διαλύσουν όποιο τμήμα γαλλικού πεζικού μπορούσαν να διακρίνουν σε κοντινή απόσταση. Μην έχοντας όμως πεζικό μαζί τους, οι άσχημα συντονισμένες ρωσσικές επιθέσεις δεν προκάλεσαν τελικώς κάποιο σοβαρό αποτέλεσμα.

Ανήμποροι να καταφέρουν περισσότερα, οι Πλάτοφ και Ουβάροφ επέστρεψαν στις ρωσσικές γραμμές και η όλη δράση τους ερμηνεύθηκε ως αποτυχία, τόσο από τον Κουτούζοφ όσο και το Ρωσσικό Γενικό Επιτελείο. Όπως όμως αποδείχθηκε αργότερα, η συγκεκριμένη δράση είχε τη μεγαλύτερη σημασία για το αποτέλεσμα της μάχης του Μποροντίνο, καθώς καθυστέρησε την επίθεση του 4ου Σώματος Στρατού του ντε Μπωαρναί στο "Οχυρό Ραγέφσκι" για κρίσιμο διάστημα δύο ωρών. Κατά τη διάρκεια αυτού του διαστήματος, οι Ρώσσοι κατάφεραν να επανεκτιμήσουν όσα συνέβαιναν, αντιληφθούν την τρομερή κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η 2η Στρατιά του στρατηγού Μπαγκρατιόν, και στείλουν ενισχύσεις στην πρώτη γραμμή. Στο μεταξύ, η υποχώρηση του σώματος στρατού του Ευγένιου ντε Μπωαρναί είχε αφήσει το 2ο Σώμα Ιππικού του στρατηγού Μονμπρύν (Montbrun) να συμπληρώσει το κενό, υπό καταιγισμό φονικότατων ρωσσικών πυρών, που αποθάρρυναν τους ιππείς του, μειώνοντας δραματικά τη μαχητική τους αποτελεσματικότητα. Η καθυστέρηση που προκλήθηκε στη γαλλική επιθετικότητα και γενικότερη δράση ερχόταν σε αντίθεση με μια στρατιωτική αρχή που ο Ναπολέοντας είχε εκφράσει πολλές φορές: Το έδαφος μπορεί ν΄ ανακτηθεί, ο χρόνος ποτέ.

Η τελική επίθεση στο "Οχυρό Ραγέφσκι"[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 14.00, ο Ναπολέων ανανέωσε την επίθεση στο "Οχυρό Ραγέφσκι", με τη μαζική μετωπική επίθεση από τις μεραρχίες πεζικού των στρατηγών Μπρουσσιέ (Broussier), Μοράν (Morand) και Ζεράρ (Gérard), με τη μεραρχία Ελαφρού Ιππικού του στρατηγού Σαστέλ (Chastel) στ΄ αριστερά τους, και το 2ο Εφεδρικό Σώμα Ιππικού του στρατηγού Μονμπρύν (Montbrun) στα δεξιά τους.

Στη ρωσσική πλευρά, η 24η Μεραρχία Πεζικού του στρατηγού Λιχατσιόφ (ρωσ. Лихачёв) εισήλθε στη μάχη. Οι Ρώσσοι πολέμησαν γενναία, αλλά τα γαλλικά στρατεύματα πλησίασαν πολύ κοντά για να μπορούν να συνεχίσουν να βάλλουν εναντίον τους τα ρωσσικά κανόνια, και οι Ρώσσοι πυροβολητές αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν οτιδήποτε εναντίον των εχθρών. Ο στρατηγός Ωγκύστ Zαν-Γκαμπριέλ ντε Κωλαινκούρ (Auguste-Jean-Gabriel de Caulaincourt, νεότερος αδελφός του στρατηγού και διπλωμάτη, Αρμάν Ωγκυστίν Λουί ντε Κωλαινκούρ, ακόλουθου του Ναπολέοντα) διέταξε τους Θωρακοφόρους ιππείς του στρατηγού Βατιέ (Watier) να ηγηθούν της επίθεσης. Ο Μπάρκλεϋ ντε Τόλλυ παρακολουθούσε τις επιθετικές προετοιμασίες του ντε Μπωαρναί και έσπευσε να τον αντιμετωπίσει, μετακινώντας τις δυνάμεις του εναντίον του. Το γαλλικό πυροβολικό, παρόλα αυτά, ξεκίνησε να βομβαρδίζει τη ρωσσική δύναμη καθώς αυτή συγκεντρωνόταν. Ο στρατηγός Ωγκύστ Zαν-Γκαμπριέλ ντε Κωλαινκούρ ηγήθηκε της επίθεσης των Θωρακοφόρων ιππέων του Βατιέ στην "ανοιχτή" πίσω πλευρά του οχυρού, βρίσκοντας το θάνατο από θραύσμα οβίδας, ενώ η επέλαση αναχαιτίστηκε από τα ρωσσικά μουσκέτα.

Ο Σάξονας στρατηγός φον Τίλμαν (von Thielmann) ηγήθηκε τότε 8 σαξονικών και δύο πολωνικών ιλών εναντίον της πίσω πλευράς του οχυρού, ενώ οι ιππείς υπό τις διαταγές του στην κυριολεξία εφόρμησαν με τα άλογά τους μέσα από τις πολεμίστρες του οχυρού, σπέρνοντας τη σύγχυση και επιτρέποντας στο γαλλικό ιππικό και πεζικό να καταλάβει την τοποθεσία. Η μάχη όμως δεν είχε ακόμα τελειώσει, με τις δύο πλευρές τόσο εξουθενωμένες που μόνο το πυροβολικό ακόμη βρισκόταν σε δράση. Στις 15.30, το "Οχυρό Ραγέφσκι" έπεσε με τους περισσότερους στρατιώτες της ρωσσικής 24ης Μεραρχίας. Όλοι οι Ρώσσοι πυροβολητές στο οχυρό σκοτώθηκαν δίπλα στα κανόνια τους, και ο στρατηγός Λιχατσιόφ αιχμαλωτίστηκε. Δίπλα στους Ρώσσους κείτονταν όμως και τα πτώματα 1.000 Γάλλων Θωρακοφόρων ιππέων του επίσης νεκρού Κωλαινκούρ.

Παρόλα αυτά, η τελική πτώση του "Οχυρού Ραγέφσκι", λόγω της χρονικής στιγμής που επήλθε (πολύ αργά στη μάχη), δεν είχε πλέον πολύ μεγάλη σημασία. Τα ρωσσικά στρατεύματα επιτυχώς μετακινήθηκαν στα μετόπισθεν χωρίς να καταστραφούν, παρότι υπέστησαν βαριές απώλειες. Έτσι, παρόλο που οι Ρώσσοι απώλεσαν κάποιες περιοχές του πεδίου της μάχης, η συνολική αμυντική τους διάταξη δεν κατέρρευσε. Στη γαλλική πλευρά, η κατάληψη του οχυρού επέφερε μεγάλες απώλειες, και μετά από το γεγονός αυτό ο ίδιος ο Ναπολέων διέταξε τα στρατεύματά του να υποχωρήσουν στην αρχική γραμμή του μετώπου. Οι Ρώσσοι ακολούθως προχώρησαν μπροστά και ανακατέλαβαν τις προηγούμενες θέσεις.

Σύρραξη στο χωριό Ουτίτσα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τρίτη περιοχή επιχειρήσεων ήταν γύρω από το χωριό Ουτίτσα. Το χωριό βρισκόταν στο νότιο τέρμα των ρωσσικών θέσεων και κατά μήκος του παλαιού δρόμου του Σμολένσκ. Θεωρείτο και δικαίως ως πιθανό αδύνατο σημείο στη ρωσσική άμυνα, καθώς μια προέλαση κατά μήκος του δρόμου θα μπορούσε να ανατρέψει όλη τη ρωσσική αμυντική διάταξη. Παρά τις ανησυχίες αυτές η περιοχή ήταν μια μάζα από τραχύ έδαφος με πυκνή χαμηλή δασική βλάστηση, ιδανική για την ανάπτυξη του ελαφρού πεζικού. Το εκεί ευρισκόμενο δάσος ήταν πυκνό, το έδαφος βαλτώδες, με αποτέλεσμα ν΄ αναπτυχθούν εκεί κάποιοι αριθμοί Ρώσσων Κυνηγών. Ο Ρώσσος στρατηγός Τούτσκοφ (Tuchkov) είχε περίπου 23.000 στρατιώτες, αλλά το μισό από αυτούς ήταν ανεκπαίδευτοι πολιτοφύλακες (Απαλτσιένιε, Opolchenye), οπλισμένοι μόνο με λόγχες και τσεκούρια και σε καμμία περίπτωση έτοιμοι για μάχη.

Ο Πολωνός στρατηγός Πονιατόφσκι είχε περίπου 10.000 άνδρες, όλοι τους εκπαιδευμένοι και πρόθυμοι για μάχη, αλλά η πρώτη του προσπάθεια όταν κινήθηκε εναντίον των Ρώσσων δεν εξελίχθηκε καλά. Έγινε αμέσως αντιληπτό ότι τα συγκεντρωμένα στρατεύματα και πυροβολικό δεν μπορούσαν να κινηθούν μέσα από το δάσος εναντίον της αντίστασης των Ρώσσων Κυνηγών, αναγκαζόμενα έτσι να αλλάξουν πορεία και να κινηθούν νοτιότερα προς το χωριό Γέλνια, και κατόπιν ανατολικά. Ο στρατηγός Τούτσκοφ είχε αναπτύξει την 1η Μεραρχία Γρεναδιέρων του σε γραμμή υποστηρίζοντάς την με την 3η Μεραρχία διατεταγμένη σε φάλαγγες ανά τάγμα. Τέσσερα συντάγματα εκλήθησαν να βοηθήσουν στην υπεράσπιση των ρωσσικών οχυρών που βρίσκονταν βορειότερα υπό επίθεση, και άλλα 2 συντάγματα Ρώσσων Κυνηγών αναπτύχθηκαν στα δάση της Ουτίτσα, εξασθενώντας έτσι περαιτέρω την αμυντική θέση εντός του χωριού.

Το πολωνικό τμήμα του Πονιατόφσκι διεκδίκησε τον έλεγχο του χωριού Ουτίτσα, καταλαμβάνοντάς το με την πρώτη απόπειρα. Ο στρατηγός Τούτσκοφ αργότερα στις 8.00 π.μ. εκδίωξε τους Γάλλους από το χωριό. Ο στρατηγός Ζυνό (Junot) όμως οδήγησε τους Βεστφαλούς να συμμετέχουν στην επίθεση και ανακατέλαβε την Ουτίτσα, που είχε πυρποληθεί από τους υποχωρούντες Ρώσσους. Μετά την κατοχή του χωριού, οι Ρώσσοι και Πολωνοί συνέχισαν να αψιμαχούν και βομβαρδίζουν ο ένας τον άλλο για το υπόλοιπο της μέρας, χωρίς να σημειώσουν κάποια ιδιαίτερη πρόοδο. Η πυκνή δασική βλάστηση δυσκόλεψε τις προσπάθειες του Πονιατόφσκι, αλλά τελικώς ο Πολωνός στρατηγός έφτασε κοντά στο να αποκόψει τις δυνάμεις του στρατηγού Τούτσκοφ από τον υπόλοιπο ρωσσικό στρατό.

Ο στρατηγός Μπάρκλεϋ ντε Τόλλυ έστειλε βοήθεια με τον αντιστράτηγο φον Μπάγγοβουτ (von Baggovut), με την υποστήριξη του στρατηγού Κονοβνίτσιν (Konovnitsyn), με αποτέλεσμα κάθε ελπίδα πραγματικής προόδου από τους Πολωνούς να χαθεί.

Άρνηση του Ναπολέοντα εμπλοκής της Αυτοκρατορικής Φρουράς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κοντά στις 15.00, μετά από ώρες αντίστασης, ο Ρωσσικός Στρατός βρισκόταν σε τρομερά στενάχωρη κατάσταση, αλλά οι γαλλικές δυνάμεις ήταν εξουθενωμένες και δεν είχαν ούτε την αναγκαία αντοχή αλλά ούτε και την απαραίτητη θέληση να διεξαγάγουν άλλη μία επίθεση. Εκείνη την κρίσιμη στιγμή, ο επιτελάρχης του Μυρά, στρατηγός Μπελλιάρ (Belliard), κάλπασε ευθύς στο αρχηγείο του Ναπολέοντα και, σύμφωνα με τον στρατηγό Σεγκύρ (Ségur) που έγραψε μια ιστορία της εκστρατείας, τού είπε ότι η ρωσσική γραμμή του μετώπου είχε διαρραγεί, ότι ο δρόμος προς το Μοζάισκ, πίσω από τις εχθρικές γραμμές, ήταν ορατός από το κενό της διάταξης που είχε δημιουργήσει η γαλλική επίθεση, ότι ένα τεράστιο πλήθος φυγάδων και οχημάτων υποχωρούσε βιαστικά, και ότι μια τελική πίεση θα ήταν αρκετή να καθορίσει τη μοίρα του Ρωσσικού Στρατού και του ίδιου του πολέμου. Οι στρατηγοί Νταρύ (Daru), Ντυμά (Dumas) και ο στρατάρχης Μπερτιέ επίσης παρενέβησαν στη συζήτηση και είπαν στον Γάλλο αυτοκράτορα πως όλοι πίστευαν ότι είχε έρθει η ώρα για την Αυτοκρατορική Φρουρά να εμπλακεί στη μάχη.

Δεδομένης της αγριότητας της ρωσσικής άμυνας, καθένας ήξερε ότι μια τέτοια κίνηση θα κόστιζε τη ζωή χιλιάδων Αυτοκρατορικών Φρουρών, αλλά θεωρείτο ότι η παρουσία της περίφημης αυτής μονάδας θα ενίσχυε το ηθικό ολόκληρου του στρατού για μια τελική αποφασιστική προώθηση. Αξιοσημείωτη εξαίρεση αποτέλεσε ο στρατάρχης Μπεσσιέρ, διοικητής του ιππικού της Αυτοκρατορικής Φρουράς, που ήταν ένας από τους πολύ λίγους σημαντικούς στρατηγούς που συμβούλευσε με επιμονή εναντίον της παρέμβασης αυτής. Καθώς το γενικό επιτελείο συζητούσε το θέμα, ο στρατηγός Ραπ (Rapp), από τους βασικούς υπασπιστές του Ναπολέοντα, μεταφέρθηκε από το πεδίο της μάχης τραυματισμένος.

Ο στρατηγός Ραπ αμέσως σύστησε στον αυτοκράτορα την ανάγκη εμπλοκής της Φρουράς, στην οποία σύσταση ο Ναπολέων λέγεται πως ανταπάντησε: Αναμφίβολα όχι· δεν επιθυμώ να τη δω να διαλύεται. Είμαι βέβαιος ότι θα κερδίσουμε τη μάχη χωρίς την παρέμβασή της. Αποφασισμένος να μην εμπλέξει αυτή την πολύτιμη τελική εφεδρεία τόσο μακριά από τη Γαλλία, ο Ναπολέων απέρριψε άλλο ένα παρόμοιο αίτημα, αυτή τη φορά από τον στρατάρχη Νέυ. Αντιθέτως, ο Ναπολέων κάλεσε τον διοικητή της "Νέας Αυτοκρατορικής Φρουράς", στρατάρχη Μορτιέ (Mortier), και τον διέταξε να φρουρεί το πεδίο της μάχης χωρίς να κινηθεί μπροστά ή πίσω, ενώ την ίδια ώρα εξαπέλυε ένα μπαράζ πυροβολικού με τα 400 κανόνια του.

Τέλος της μάχης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γάλλοι Θωρακοφόροι ιππείς και γρεναδιέροι πεζικάριοι στο "Οχυρό Ραγέφσκι" πανηγυρίζουν εν μέσω σωρού πτωμάτων συμπολεμιστών και αντιπάλων τη νίκη και το τέλος της μάχης.

Ο Ναπολέων κινήθηκε μπροστά για να εκτιμήσει την κατάσταση από τις πρώην ρωσσικές πρώτες γραμμές λίγο μετά την τελική κατάληψη των οχυρών από τους Γάλλους. Οι Ρώσσοι είχαν αναγκαστεί να υποχωρήσουν στην επόμενη πλησιέστερη λοφοσειρά σε κατάσταση σύγχυσης και αταξίας. Παρόλα αυτά, η αταξία αυτή δεν φαινόταν από απόσταση από τον καπνό της μάχης, αλλά και τη σκόνη που προκαλούσε κατά την κίνησή του ο υποχωρών στρατός. Ο Κουτούζοφ διέταξε την Αυτοκρατορική Φρουρά να κρατήσει τη γραμμή, πράγμα που έκανε. Όλο το διαθέσιμο πυροβολικό των Γάλλων δεν ήταν αρκετό για να τη μετακινήσει από τις θέσεις που είχε καταλάβει. Αν και τα συνεκτικά "τετράγωνα" των Ρώσσων Φρουρών αποτελούσαν ιδανικούς στόχους για το γαλλικό πυροβολικό, η Ρωσσική Αυτοκρατορική Φρουρά έμεινε ακίνητη στη θέση της για δύο ώρες, από τις 4-6 μ.μ., υφιστάμενη έτσι τεράστιες απώλειες. Ο Ναπολέων μπορούσε να δει μόνο μάζες ρωσσικών στρατευμάτων σε απόσταση, με αποτέλεσμα να μην αποπειραθεί να κάνει κάτι δραστικό, παρά μόνο να αρκεστεί στην κατοχή του πεδίου της μάχης.

Τόσο η επίθεση που έκανε στην αρχή της μάχης, βασιζόμενος στην "ωμή" δύναμη, όσο και η απροθυμία του να χρησιμοποιήσει αργότερα τη Γαλλική Αυτοκρατορική Φρουρά, ήταν δείγματα της έλλειψης στρατηγικού μεγαλείου που χαρακτήρισε σε εκείνη τη μάχη τον Ναπολέοντα, που επέδειξε "φτωχή" ηγετική απόδοση, σπάνια γι΄αυτόν.

Στην πλευρά των Ρώσσων, ο Κουτούζοφ κατηγορήθηκε για λανθασμένη διάταξη των στρατευμάτων του, παρά τις διαμαρτυρίες του Μπαγκρατιόν και του Μπάρκλεϋ ντε Τόλλυ που δεν είχαν συμφωνήσει με αυτή εξαρχής. Τόσο δε ο Καρλ φον Κλάουζεβιτς, όσο και ο τσάρος Αλέξανδρος Α΄, σημείωσαν την "άσχημη" τοποθέτηση των ρωσσικών στρατευμάτων που αποτελούσε τροχοπέδη για την άμυνα. Ο Μπάρκλεϋ ντε Τόλλυ επικοινώνησε με τον Κουτούζοφ για να λάβει περαιτέρω οδηγίες. Σύμφωνα με μια αναφορά (έμπλεη σαρκασμού) του Λούντβιχ φον Βολτσόγκεν, Πρώσσου συνταγματάρχη του Ρωσσικού Αυτοκρατορικού Στρατού (στο επιτελείο του Μπάρκλεϋ ντε Τόλλυ), ο Ρώσσος αρχιστράτηγος βρέθηκε από τον αγγελιοφόρο του Μπάρκλεϋ ντε Τόλλυ σε απόσταση μισής ώρας δρόμου από το πεδίο της μάχης, στρατοπεδευμένος με μια ακολουθία νεαρών ευγενών, αναφέροντας μεγαλοφώνως ότι θα εκδίωκε τον Ναπολέοντα την επόμενη μέρα.

Παρά τη φαινομενική αλαζονεία του, ο Κουτούζοφ ήξερε από μηνύματα ότι ο στρατός του είχε χτυπηθεί πολύ άσχημα για να συνεχίσει τη μάχη την επόμενη μέρα. Γνώριζε ακριβώς τί έκανε. Αντιμετωπίζοντας τους Γάλλους σε μάχη εκ παρατάξεως, μπορούσε τώρα να υποχωρήσει με το Ρωσσικό Στρατό ακόμη σχετικώς ανέπαφο, να οργανώσει την ανάκαμψη και αναδιοργάνωσή του, και ν΄ αναγκάσει τις εξασθενημένες γαλλικές δυνάμεις να κινηθούν ακόμη μακρύτερα από τις βάσεις ανεφοδιασμού τους. Η όλη κατάσταση αποτέλεσε παράδειγμα της σημασίας της λογιστικής υποστήριξης για έναν στρατό που βρισκόταν μακριά από τις βάσεις των εφοδίων του. Στις 8 Σεπτεμβρίου, ο Ρωσσικός Στρατός κινήθηκε μακριά από το πεδίο της μάχης σε δίδυμες φάλαγγες προς το Σεμολίνο, επιτρέποντας στον Ναπολέοντα να προχωρήσει και καταλάβει την ανυπεράσπιστη και έρημη πλέον Μόσχα, όπου περίμενε για το κρίσιμο, όπως αποδείχθηκε αργότερα, διάστημα 5 εβδομάδων την παράδοση των Ρώσσων, η οποία όμως δεν ήρθε ποτέ.

Απώλειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τις δύο πλευρές ισοδύναμες και τον Ναπολέοντα να αρκείται στην αποστολή των στρατευμάτων του απευθείας μπροστά στις εχθρικές οχυρωμένες προπαρασκευασμένες θέσεις, η μάχη κατέλησε σε μια αιματηρή, κοστοβόρο και εξουθενωτική αδιέξοδη κατάσταση.

Οι απώλειες της μάχης ήταν φοβερές: ο "ανθός" της γαλλικής και ρωσσικής νεολαίας χάθηκε στη μάχη αυτή. Σύμφωνα με τον Γάλλο επιθεωρητή του Γενικού Επιτελείου, Ντενί, η Μεγάλη Στρατιά έχασε περίπου 28.000 στρατιώτες, εκ των οποίων 6.562 (μεταξύ αυτών 269 αξιωματικοί) αναφέρθηκαν ως νεκροί, και 21.450 ως τραυματίες. Σύμφωνα όμως με τον Γάλλο ιστορικό Αριστίντ Μαρτινιέν, τουλάχιστον 460 Γάλλοι αξιωματικοί (γνωστοί με το όνομά τους) σκοτώθηκαν στη μάχη. Συνολικά, η Μεγάλη Στρατιά είχε 1.928 αξιωματικούς νεκρούς και τραυματίες, με 49 στρατηγούς μεταξύ αυτών. Η λίστα των σκοτωμένων περιελάμβανε τους υποστράτηγους Ωγκύστ Ζαν Γκαμπριέλ ντε Κωλαινκούρ, Λουί-Πιερ Μονμπρύν, Ζαν Βικτόρ Ταρρώ, και τους ταξίαρχους Κλωντ Αντουάν Κομπέρ, Φρανσουά Ωγκύστ Νταμά, Λεονάρ Ζαν Ωμπρύ Υάρ ντε Σαιντ-Ωμπέν, Ζαν Πιερ Λαναμπέρ, Σαρλ Στανισλάς Μαριόν, Λουί Ωγκύστ Μαρσάν Πλωζόν, και Ζαν Λουί Ρομέφ.

Η "αιμορραγία" που υπέστησαν στο Μποροντίνο ισοδυναμούσε με θανατική ποινή για τους Γάλλους, καθώς οι δυνάμεις τους δε διέθεταν αρκετή τροφή για τους υγιείς άνδρες, και ακόμα λιγότερη για τους αρρώστους. Ως συνέπεια, ίσοι αριθμοί τραυματισμένων στρατιωτών με τους σκοτωμένους στη μάχη πέθαναν από ασιτία, τα τραύματά τους, ή χάθηκαν λόγω της γενικότερης αμέλειας και αβλεψίας. Χρησιμοποιώντας την ίδια υπολογιστική μέθοδο για τους δύο αντιπάλους, προκύπτει ότι οι γαλλικές απώλειες αριθμούσαν 34.000-35.000 άνδρες.

Περίπου 52.000 Ρώσσοι στρατιώτες αναφέρθηκαν ως νεκροί, τραυματίες ή αγνοούμενοι, μεταξύ αυτών και 1.000 αιχμάλωτοι. Περίπου 8.000 άνδρες αποκόπηκαν από τις μονάδες τους, αυξάνοντας τις συνολικές ρωσσικές απώλειες σε 44.000 άνδρες, από τους οποίους επέστρεψε ένας αριθμός τις επόμενες λίγες μέρες, Σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν 22 Ρώσσοι στρατηγοί, μεταξύ αυτών ο πρίγκηπας Πιοτρ Μπαγκρατιόν, που πέθανε από τα τραύματά του στις 24 Σεπτεμβρίου. Ο ιστορικός Γκουίν Ντάιερ συνέκρινε τη σφαγή στο Μποροντίνο με "μια συντριβή ενός γεμάτου με επιβάτες Boeing 747, χωρίς επιζώντες, κάθε πέντε λεπτά επί οκτώ ώρες". Αν συμπτυχθεί σε μια μέρα, ήταν η πιο πολύνεκρη μάχη των Ναπολεόντειων Πολέμων με απώλειες μεταξύ 64.000-65.000 ανδρών. Η αμέσως επόμενη ήταν η μάχη του Βατερλώ, με περίπου 55.000.

Στην ιστορική καταγραφή της μάχης, οι αριθμοί των απωλειών μειώθηκαν σκοπίμως από τους στρατηγούς και πολιτικούς των δύο πλευρών, ώστε να μειωθεί ο αντίκτυπος που θα υπήρχε στην κοινή γνώμη τόσο μετά τη μάχη, όσο και εκατό και πλέον χρόνια αργότερα, στη σοβιετική περίοδο και την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, για πολιτικούς λόγους.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Chandler, David G. (1995). The Campaigns of Napoleon. New York: Simon & Schuster. ISBN 978-0-02-523660-8.
  • Chandler, David G. (1999) [First published 1993]. Dictionary of the Napoleonic Wars. Ware, UK: Wordsworth Editions. ISBN 978-1-84022-203-6.
  • Chandler, David; Nafziger, George F. (1988). Napoleon's Invasion of Russia. Novato CA: Presidio Press. ISBN 978-0-89141-661-6.
  • Duffy, Christopher (1972). Borodino and the War of 1812. London: Cassell & Company. ISBN 978-0-304-35278-4.
  • Dyer, Gwynne (1988). War. Crown Pub. ISBN 978-0-517-55615-3.
  • Haythornthwaite, Philip (2012). Borodino 1812; Napoleon's great gamble. Osprey Publishing; Campaign Series #246. ISBN 978-1-84908-696-7.
  • Hourtoulle, F.G. (2000). Borodino: The Moskova. The Battle for the Redoubts. Paris: Histoire & Collections. ISBN 978-2-908182-96-5.
  • Mikaberidze, Alexander (2007). The Battle of Borodino: Napoleon Against Kutuzov. London: Pen & Sword. ISBN 978-1-84884-404-9.
  • Markham, David (2005). Napoleon for Dummies. New York: John Wiley & Sons. ISBN 978-0-7645-9798-5.
  • Pigeard, Alain (2004). Dictionnaire des batailles de Napoléon. Tallandier, Bibliothèque Napoléonienne. ISBN 2-84734-073-4.
  • Razin, Eugene A. (1966). История военного искусства (History of Military Art). Moscow: Воениздат.
  • Riehn, Richard K. (2001). 1812: Napoleon's Russian Campaign. New York: John Wiley & Sons. ISBN 978-0-471-54302-2.
  • Smith, Digby (1998). The Greenhill Napoleonic Wars Data Book. London: Greenhill Books. ISBN 978-1-85367-276-7.
  • Smith, Digby (2003). Charge! Great Cavalry Charges of the Napoleonic Wars. London: Greenhill Books. ISBN 978-1-85367-541-6.
  • Sokolov, Oleg (2005). L'armée de Napoléon. Éditions Commios. ISBN 978-2-9518364-1-9.
  • Troitsky, Nikolai (2003). Фельдмаршал Кутузов: Мифы и Факты (Field Marshal Kutuzov: Myths and Facts). Moscow: Центрполиграф.


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Battle of Borodino της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).