Τζον Στιούαρτ Μιλ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τζον Στιούαρτ Μιλ
Stuart Mill G F Watts.jpg
John Stuart Mill
βουλευτής Ουέστμινστερ
Περίοδος
1865 – 1868
Προσωπικά στοιχεία
Γέννηση 20 Μαΐου 1806
Ίσλινγκτον, δημοτικό διαμέρισμα του Λονδίνου
Θάνατος 8 Μαΐου 1873
Αβινιόν
Εθνικότητα Βρετανός
Υπηκοότητα Βρετανός

Ο Τζον Στιούαρτ Μιλ (John Stuart Mill ή J.S. Mill, 20 Μαΐου 18068 Μαΐου 1873) ήταν Βρετανός φιλόσοφος, πολιτικός οικονομολόγος και δημόσιος υπάλληλος με ισχυρή συνεισφορά στην κοινωνική και πολιτική θεωρία καθώς και την πολιτική οικονομία. Διετέλεσε μέλος του Αγγλικού κοινοβουλίου και θεωρείται σημαίνων κλασικός φιλελεύθερος στοχαστής του 19ου αιώνα. Έχει γίνει γνωστός ως «ο αγγλόφωνος φιλόσοφος με την ισχυρότερη επιρροή του 19ου αιώνα[1]». Η αντίληψη του Μιλ περί ελευθερίας δικαιολογεί την ελευθερία του ατόμου αντίθετα προς τον απεριόριστο κρατικό έλεγχο.

Ο Μιλ εκφράζει τη γνώμη του πάνω στην ελευθερία εξηγώντας πως η μοναδική πηγή πραγματικής ελευθερίας βρίσκεται στην αναζήτηση βελτίωσης της προσωπικής ποιότητας του ατόμου. Πραγματική ελευθερία μπορεί να επικρατήσει μόνο όταν το άτομο μπορεί να αποκτήσει ένα πρότυπο που να το ωφελήσει, χωρίς παράλληλα να είναι εξωτερικώς φορτικό σε άλλους, στην δική του πορεία απόκτησης μεγαλύτερης αυτοεκτίμησης. Πολλοί εμπνεύστηκαν από την στάση του Μιλ απέναντι στην ελευθερία και το ατομικό κατόρθωμα μέσα από την αυτοβελτίωση. Θέτοντας ένα σημαντικό επίπεδο αξιότητας για την ικανότητα του ατόμου να πληροί προσωπικές προϋποθέσεις για σπουδαιότητα και αξία, ο Μιλ προσέφερε ένα κεντρικό παράδειγμα για το πώς επιτυγχάνονται τέτοιες αξίες.

Εισήγαγε την ιδέα του ωφελιμισμού, την ηθική θεωρία του Τζέρεμι Μπένθαμ, που θεωρεί ότι το καλό και το δίκαιο είναι αυτό που συντελεί στο μέγιστο δυνατό βαθμό στην ανθρώπινη ευτυχία[2].

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τζον Στιούαρτ Μιλ γεννήθηκε στο Πέντονβιλ (Pentonville) του Λονδίνου, μεγαλύτερος γιος του Σκώτου φιλοσόφου Τζέιμς Μιλ (1773-1836). Εκπαιδεύτηκε από τον πατέρα του, με τις συμβουλές και την βοήθεια των Τζέρεμι Μπένθαμ και Francis Place. Του δόθηκε εξαιρετικά αυστηρή ανατροφή, και σκοπίμως προστατεύτηκε από τη συναναστροφή με συνομήλικά του αγόρια. Ο πατέρας του, οπαδός του Μπένθαμ, είχε ως σκόπιμο στόχο του να δημιουργήσει μια ιδιοφυή διάνοια που θα μετέφερε την υπόθεση του ωφελιμισμού και της υλοποίησής του μετά το θάνατο του Μπένθαμ[3].

Τα κατορθώματά του ως παιδί ήταν εξαιρετικά. Σε ηλικία τριών ετών διδάχτηκε αρχαία ελληνικά[4] και μεγάλες λίστες Ελληνικών λέξεων με τις Αγγλικές αντίστοιχές τους. Μέχρι την ηλικία των οκτώ είχε διαβάσει τους Μύθους του Αισώπου, την Ανάβαση του Ξενοφώντα[4], και ολόκληρο τον Ηρόδοτο[4], και ήταν εξοικειωμένος με τον Λουκιανό, τον Διογένη Λαέρτιο, τον Ισοκράτη και έξι διαλόγους του Πλάτωνα. Είχε επίσης διαβάσει πολύ ιστορία στα Αγγλικά και είχε διδαχθεί αριθμητική, φυσική και αστρονομία.

Σύμφωνα με τον Μπέιν (Bain) η αυτοβιογραφία του μάλλον μειώνει το εύρος της δουλειάς που είχε καταφέρει ως παιδί μετά την ηλικία των οκτώ. Στα οκτώ του άρχισε να μαθαίνει Λατινικά, τον Ευκλείδη και άλγεβρα και του ανατέθηκε η διδασκαλία στα νεώτερα παιδιά της οικογένειας. Η βασική του μελέτη παρέμεινε η ιστορία, αλλά μελέτησε και όλους τους Λατίνους και Έλληνες συγγραφείς που διδάσκονταν την εποχή εκείνη στα σχολεία και τα πανεπιστήμια. Δεν διδάχτηκε να συνθέτει στα Λατινικά ή τα Ελληνικά, και ποτέ δεν ήταν πραγματικός λόγιος. Τα διδάχτηκε για το αντικείμενο που έπρεπε να μελετήσει, και μέχρι την ηλικία των δέκα μπορούσε να διαβάσει Πλάτωνα και Δημοσθένη με ευκολία. Η Ιστορία της Ινδίας του πατέρα του εκδόθηκε το 1818. Αμέσως μετά, περίπου στην ηλικία των δώδεκα, ο Τζον άρχισε να μελετά εξονυχιστικά την σχολαστική λογική, διαβάζοντας ταυτόχρονα τις λογικές πραγματείες του Αριστοτέλη στην πρωτότυπη γλώσσα. Τον επόμενο χρόνο ήρθε σε επαφή με την πολιτική οικονομία και μελέτησε τους Άνταμ Σμιθ και Ντέιβιντ Ρικάρντο με τον πατέρα του – ολοκληρώνοντας τελικά την κλασική οικονομική θεώρησή τους των παραγόντων παραγωγής.

Το 1823 ίδρυσε με τον Τζέρεμι Μπένθαμ την Westminster Review, μια εφημερίδα για φιλοσοφικούς ριζοσπάστες.

Ο Τζον Στιούαρτ Μιλ και η Έλεν Τέιλορ, κόρη της Χάριετ Τέιλορ, η οποία συνεργάστηκε μαζί του για δεκαπέντε χρόνια μετά τον θάνατο της μητέρας της το 1858.

Η εντατική όμως αυτή μελέτη είχε τραυματικά αποτελέσματα στην νοητική υγεία του Μιλ. Στην ηλικία των 20[5] υπέστη νευρικό κλονισμό. Όπως εξηγείται στο πέμπτο κεφάλαιο της Αυτοβιογραφίας του, ο κλονισμός προκλήθηκε από την μεγάλη σωματική και πνευματική καταβάρυνση από τις σπουδές του, που είχε καταπιέσει κάθε συναίσθημα ή πνευματική αναζήτηση που θ' ανέπτυσσε φυσιολογικά στην παιδική του ηλικία. Ωστόσο, η κατάθλιψη τελικά υποχώρησε, καθώς βρήκε παρηγοριά στην ποίηση του Ουίλιαμ Γουόρντσουερθ (William Wordsworth)[6], και στην φιλική συντροφιά της Χάριετ Τέιλορ (Harriet Taylor). Η ικανότητά για συναίσθημα ξαναβγήκε στην επιφάνεια, σημειώνοντας πως «το σύννεφο σταδιακά υποχώρησε».

Ο Μιλ εργάστηκε για την Βρετανική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών, αλλά ήταν επίσης φιλελεύθερο μέλος του Κοινοβουλίου. Συνηγόρησε υπέρ της ελάφρυνσης του βάρους απέναντι στην Ιρλανδία, και βασικά εργάστηκε για ό,τι θεωρούσε λογική. Στο Θεωρήσεις για την Αντιπροσωπευτική Κυβέρνηση (Considerations on Representative Government) ο Μιλ κάλεσε για διάφορες μεταρρυθμίσεις του Κοινοβουλίου και της ψηφοφορίας, ιδιαίτερα για την αναλογική εκπροσώπηση και την επέκταση του εκλογικού δικαιώματος. Ήταν νονός του Μπέρτραντ Ράσσελ.

Το 1851 ο Μιλ παντρεύτηκε την Χάριετ Τέιλορ μετά από 21 χρόνια στενής φιλίας. Η Τέιλορ άσκησε σημαντική επιρροή στο έργο και τις ιδέες του Μιλ κατά τη διάρκεια της φιλίας τους και του γάμου τους. Η σχέση του με την Χάριετ Τέιλορ ενέπνευσε τη συνηγορία του Μιλ για τα γυναικεία δικαιώματα. Ο Μιλ θεωρείται ως ένας από τους πρώτους φεμινιστές. Το άρθρο του The Subjection of Women (1861) είναι από τα πρώτα έργα πάνω στο θέμα των δικαιωμάτων των γυναικών που γράφτηκαν από άντρες συγγραφείς.

Εξελέγη ανεξάρτητος βουλευτής Ουέστμινστερ στις εκλογές του 1865, νικώντας το φιλελεύθερο στρατηγό Ντι Λέισι Έβανς. Νικήθηκε στις επόμενες εκλογές, του 1868, από τον, μετέπειτα υπουργό, συντηρητικό Ουίλιαμ Σμιθ.

Από άποψη θρησκευτικών πεποιθήσεων, ο Μιλ ήταν άθεος[7][8]. Πέθανε το 1873 από ερυσίπελας στην Αβινιόν της Γαλλίας και ετάφη δίπλα στη σύζυγό του που είχε πεθάνει το 1858.

Έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μέγιστο έργο του Μιλ ήταν το Ένα Σύστημα Λογικής, Εκλογικευτικό και Επαγωγικό (A System of Logic, Ratiocinative and Inductive), το οποίο υπέστη διάφορες αναθεωρήσεις και εκδόσεις. Ιδιαίτερα, στην όγδοη έκδοσή του 1872, έχουν προστεθεί αρκετές νέες και αντιφατικές πληροφορίες και συμπληρώματα. Εκεί αποτιμά τις κατηγορίες του Αριστοτέλη και προτείνει το δικό του σύστημα. Παραθέτει τη θεωρία του για του όρους και τις προτάσεις και εστιάζει στην επαγωγική μέθοδο. Μεγάλη επιρροή άσκησε το έργο Ιστορία των Επαγωγικών Επιστημών (History of the Inductive Sciences) (1837) του William Whewell.

Η φήμη της δουλειάς αυτής οφείλεται κατά πολύ στη ανάλυσή του περί της επαγωγικής απόδειξης, σε αντίθεση με τους συλλογισμούς του Αριστοτέλη που είναι απαγωγικοί. Ο Μιλ διατυπώνει πέντε μεθόδους επαγωγής – την μέθοδο της συμφωνίας, την μέθοδο της διαφοράς, την συνδυαστική ή διπλή μέθοδο της συμφωνίας και διαφοράς, την μέθοδο των υπολοίπων, και αυτή των ακολούθων παραλλαγών. Το κοινό στοιχείο αυτών των μεθόδων, η μία πραγματική μέθοδος της επιστημονικής έρευνας, είναι η απαλοιφή. Επομένως όλες οι υπόλοιπες μέθοδοι είναι υποδεέστερες της μεθόδου της διαφοράς. Επίσης ήταν η προσπάθεια του Μιλ να αξιώσει μια θεωρία της γνώσης, στο ίδιο στυλ όπως ο Τζον Λοκ.

Περί Ελευθερίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Περί ελευθερίας

Ένα θεμελιώδες βιβλίο για την αρχή της ελευθερίας ήταν το Περί ελευθερίας (On Liberty), για τη φύση και τα όρια της εξουσίας που μπορεί νόμιμα να ασκηθεί από την κοινωνία πάνω στο άτομο. Ένα επιχείρημα που ανέπτυξε ο Μιλ ήταν η αρχή βλάβης, δηλαδή, οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι να έχουν οποιαδήποτε συμπεριφορά επιθυμούν όσο δεν βλάπτουν άλλους. Παρ’ όλ’ αυτά, ο Μιλ καθιστά σαφές ότι το ενδιαφέρον του για την ελευθερία δεν επεκτείνεται σε όλα τα άτομα και σε όλες τις κοινωνίες. Δηλώνει ότι «Δεσποτισμός είναι μια έννομη λειτουργία του κράτους προς αντιμετώπιση των βαρβάρων[9]».

Ο Μιλ δηλώνει ότι είναι αποδεκτό να βλάψει κάποιος τον εαυτό του, εφόσον, το πρόσωπο που ενεργεί κατ’ αυτό τον τρόπο, δεν βλάπτει τους άλλους. Ισχυρίζεται, επίσης, ότι τα άτομα θα πρέπει να εμποδίζονται από το να προκαλούν μόνιμη, σοβαρή βλάβη στον εαυτό τους ή την περιουσία τους, σύμφωνα με την αρχή της βλάβης (harm principle). Επειδή κανείς δεν ζει σε απομόνωση, το κακό που επιφέρει στον εαυτό του δύναται, επίσης, να βλάψει και άλλους[10]. Ο Μιλ απαλλάσσει εκείνους, οι οποίοι είναι «ανίκανοι αυτοδιοίκησης» (“incapable of self - government”) από αυτή την αρχή, όπως τα μικρά παιδιά ή εκείνους που ζουν σε «ανεξέλικτες κοινωνικές καταστάσεις» (“backward states of society”).

Αν και η αρχή αυτή φαίνεται ξεκάθαρη, υπάρχει μια σειρά από επιπλοκές. Ο Μιλ δηλώνει ρητά ότι οι «βλάβες» (“harms”) μπορεί να περιλαμβάνουν παραλείψεις καθώς και πράξεις. Γι’ αυτό, η παράλειψη διάσωσης ενός παιδιού που πνίγεται λογίζεται ως ζημιογόνος ενέργεια, όπως και η παράλειψη πληρωμής φόρων ή η παράλειψη εμφάνισης ως μάρτυρας στο δικαστήριο. Όλες αυτές οι επιβλαβείς παραλείψεις δύνανται να ρυθμίζονται, σύμφωνα με τον Μιλ. Αντίθετα, δεν θεωρείται ότι βλάπτεται κάποιος, αν - χωρίς βία ή εξαπάτηση – ο παθών συναινεί να αναλάβει τον κίνδυνο: γι’ αυτό δύναται κανείς επιτρεπτώς να προσφέρει επικίνδυνη απασχόληση σε άλλους, υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχει εξαπάτηση. (Ο Μιλ, ωστόσο, αναγνωρίζει ένα όριο στη συναίνεση: η κοινωνία δεν θα πρέπει να επιτρέπει στους ανθρώπους να πωλούνται οι ίδιοι ως σκλάβοι). Σε αυτές και σε άλλες περιπτώσεις είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου ότι τα επιχειρήματα στο Περί Ελευθερίας θεμελιώνονται στην αρχή της Ωφέλειας, και όχι σε επικλήσεις σε φυσικά δικαιώματα.

Το ερώτημα του τι λογίζεται ως αυτοαναφορική ενέργεια και ποιες ενέργειες, είτε παραλείψεις είτε πράξεις, συνιστούν επιβλαβείς ενέργειες που υπόκεινται σε ρύθμιση, συνεχίζει να ασκεί ερμηνευτές του Μιλ. Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι ο Μιλ δεν εξέτασε το ενδεχόμενο να ποινικοποιήσει ώστε να συνιστά «βλάβη» (“harm”)∙ μια ενέργεια δεν θα μπορούσε να απαγορευθεί επειδή παραβίασε τις συμβάσεις ή τα ήθη μιας δεδομένης κοινωνίας.

Το Περί ελευθερίας περιλαμβάνει μια ένθερμη υπεράσπιση της ελευθερίας του λόγου. Ο Μιλ διατείνεται ότι η ελεύθερη συζήτηση είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την πνευματική και κοινωνική πρόοδο. Δεν μπορεί ποτέ να είμαστε σίγουροι, υποστηρίζει ο ίδιος, ότι μια φιμωμένη άποψη δεν περιέχει ένα στοιχείο αλήθειας. Ισχυρίζεται, επίσης, ότι το να επιτρέπεται στα άτομα να εκφράζουν σφαλερές απόψεις είναι παραγωγικό για δύο λόγους. Πρώτον, τα άτομα είναι πιθανόν να εγκαταλείψουν εσφαλμένες πεποιθήσεις, εάν εμπλακούν σε ανοιχτή ανταλλαγή ιδεών. Δεύτερον, αναγκάζοντας άλλα άτομα να επανεξετάσουν και να επανεπιβεβαιώσουν τις πεποιθήσεις τους στη διαδικασία δημοσίου διαλόγου (debate), αυτές οι πεποιθήσεις δεν ξεπέφτουν σε απλά δόγματα. Δεν αρκεί για τον Μιλ το γεγονός ότι κάποιος έχει μια ανεξέταστη πεποίθηση η οποία τυγχάνει να είναι αληθής∙ πρέπει να κατανοήσει κανείς για ποιο λόγο η επίμαχη πεποίθηση είναι η αληθής. Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Μιλ έγραψε, «οι ατελείωτοι μύδροι, τους οποίους μετέρχεται η πλευρά της επικρατούσας άποψης, πραγματικά αποτρέπουν τους ανθρώπους από το να εκφράζουν αντίθετες απόψεις, και από το να ακούν αυτούς που τις εκφράζουν[11]».

Ο Τζον Στιούαρτ Μιλ μιλά μόνο για την αρνητική ελευθερία στο On Liberty, μια αρχή που σχημάτισε και ονόμασε ο Ιζάια Μπερλίν (Isaiah Berlin). Ο Μπερλίν προτείνει πως η αρνητική ελευθερία είναι μια απουσία ή έλλειψη εμποδίων, παρακωλύσεων ή εξαναγκασμών. Αυτό είναι σε αντιπαραβολή με την άλλη του ιδέα της θετικής ελευθερίας, μια ικανότητα συμπεριφοράς, και η παρουσία συνθηκών για ελευθερία, είτε είναι αυτές υλικοί πόροι, ένα επίπεδο διαφώτισης ή η ευκαιρία για πολιτική συμμετοχή.

Έτσι ο Μιλ υποστήριξε ότι ο ρόλος της Κυβέρνησης είναι να απομακρύνει τα εμπόδια, όπως οι νόμοι, από τις συμπεριφορές που δεν βλάπτουν τους άλλους.

Κοινωνική ελευθερία και τυραννία της πλειοψηφίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μιλ πίστευε ότι «η διαμάχη μεταξύ Ελευθερίας και Εξουσίας είναι το πιο εμφανές χαρακτηριστικό σε όλα τα μέρη της ιστορίας». Για εκείνον, η ελευθερία στην αρχαιότητα ήταν ένας «διαγωνισμός... μεταξύ υποκειμένων, ή ορισμένων κατηγοριών υποκειμένων και της κυβέρνησης». Ο Μιλ όριζε την «κοινωνική ελευθερία» ως την προστασία από «την τυραννία των πολιτικών αρχόντων». Εισήγαγε μια σειρά από διαφορετικές έννοιες της μορφής την οποία μπορεί να πάρει η τυραννία, αναφερόμενη ως κοινωνική τυραννία και τυραννία της πλειοψηφίας αντίστοιχα.

Η κοινωνική ελευθερία σήμαινε για τον Μιλ το να τίθενται όρια στην εξουσία του ηγεμόνα, ώστε εκείνος να μην είναι σε θέση να χρησιμοποιήσει τη δύναμή του κατά βούληση και να λάβει αποφάσεις οι οποίες θα μπορούσαν να βλάψουν την κοινωνία. Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι θα έπρεπε να έχουν το δικαίωμα να έχουν λόγο στις αποφάσεις της κυβέρνησης. Είπε ότι η κοινωνική ελευθερία ήταν «η φύση και τα όρια της εξουσίας που μπορεί να ασκηθεί νόμιμα από την κοινωνία πάνω στο άτομο». Επιχειρήθηκε με δύο τρόπους: πρώτον, με την αναγνώριση ορισμένων ασυλιών, που ονομάζονταν πολιτικές ελευθερίες ή δικαιώματα, δεύτερον, με την καθιέρωση ενός συστήματος «συνταγματικών ελέγχων».

Ωστόσο, κατά την άποψη του Μιλ, το να περιορισθεί η εξουσία της κυβέρνησης δεν ήταν αρκετό. Δήλωσε ότι: «η κοινωνία μπορεί να εκτελεί και όντως εκτελεί τις δικές τις εντολές: και αν εκδίδει λανθασμένες εντολές αντί για ορθές, ή οποιεσδήποτε εντολές σχετικές με πράγματα με τα οποία δεν θα έπρεπε να αναμιχθεί, στην πραγματικότητα ασκεί μια κοινωνική τυραννία πιο τρομερή από πολλά είδη πολιτικής καταπίεσης, δεδομένου ότι, αν και συνήθως δεν υποστηρίζεται από τόσο ακραίες ποινές, αφήνει λιγότερα μέσα διαφυγής, διεισδύοντας πολύ βαθύτερα σε λεπτομέρειες της ζωής και υποδουλώνοντας την ίδια την ψυχή[12]».

Ελευθερία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η άποψη του Τζον Στιούαρτ Μιλ περί ελευθερίας, η οποία επηρεάστηκε από τους Τζόζεφ Πρίστλι και Τζόζια Γουόρεν], είναι ότι το άτομο θα πρέπει να είναι ελεύθερο να κάνει ό,τι θέλει, εκτός αν αυτό βλάπτει τους άλλους. Τα άτομα έχουν την λογική να λαμβάνουν αποφάσεις για την ευημερία τους. Η Κυβέρνηση πρέπει να παρεμβαίνει όταν πρόκειται για την προστασία της κοινωνίας. Ο Τζον Στιούαρτ Μιλ εξηγεί:

Ο μόνος σκοπός που δικαιολογεί την ατομική ή συλλογική παρέμβαση της ανθρωπότητας στην ελευθερία δράσης οποιουδήποτε μέλους της, είναι η αυτοπροστασία. Ότι ο μόνος σκοπός, για τον οποίο μπορεί να ασκηθεί δικαιολογημένα βία έναντι οποιουδήποτε ατόμου πολιτισμένης κοινωνίας, είναι το να αποτραπεί η βλάβη σε άλλους. Το δικό του καλό (το ατομικό καλό), φυσικό η ηθικό, δεν μπορεί να διασφαλιστεί. Κανείς δεν υποχρεώνεται να ενεργεί ή να απέχει επειδή θα ήταν καλύτερο για αυτόν, η γιατί θα τον κάνει πιο ευτυχισμένο ακόμη και αν αυτό που κάνει, κατά τη γνώμη των άλλων, θα ήταν σοφό ή και ορθό... Το μόνο μέρος της συμπεριφοράς του ατόμου, για το οποίο έχει λόγο η κοινωνία, είναι αυτό που αφορά τους άλλους. Στο κομμάτι που αφορά αποκλειστικά το άτομο, η ανεξαρτησία του είναι απόλυτη. Το άτομο έχει πλήρη κυριαρχία επάνω του, στο σώμα και στη σκέψη του[13].

Ο Μιλ πρόσθετε: «ο δεσποτισμός είναι μια νόμιμη λειτουργία της κυβέρνησης στην αντιμετώπιση των βαρβάρων, υπό την προϋπόθεση στο τέλος την βελτίωσή τους, καθώς και τα μέσα που θα χρησιμοποιηθούν για να επιτευχθεί ο σκοπός. Η ελευθερία, ως αρχή, δεν έχει εφαρμογή σε καμιά περίπτωση σε πρωθύστερο χρόνο από αυτόν που η ανθρωπότητα βρέθηκε σε θέση να μπορεί να βελτιωθεί με ελεύθερο και ίσο διάλογο[14]».

Ελευθερία του λόγου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μιλ, υπέρμαχος της ελευθερίας του λόγου με μεγάλη επιρροή, διαφωνούσε με την λογοκρισία. Λέει:

Επιλέγω, κατά προτίμηση τις περιπτώσεις οι οποίες είναι λιγότερο ευνοϊκές για μένα - στις οποίες το επιχείρημα κατά της ελευθερίας της γνώμης, τόσο στην αλήθεια όσο και στην χρησιμότητα, θεωρείται το ισχυρότερο. Είτε οι επίμαχες απόψεις είναι η πίστη στον Θεό και σε μια μέλλουσα κατάσταση, είτε οποιαδήποτε από τα γενικώς αποδεκτά δόγματα της ηθικής... Αλλά πρέπει να μου επιτραπεί να παρατηρήσω ότι δεν είναι η αίσθηση σιγουριάς κάποιου για ένα δόγμα (όποιο και αν είναι αυτό), την οποίο αποκαλώ ως θεωρία του αλάθητου. Είναι η προσπάθεια του να αποφασίσεις για το θέμα για τους άλλους, χωρίς να τους επιτρέπεις να ακούσουν ό,τι μπορεί να ειπωθεί από την αντίθετη πλευρά. Και καταγγέλλω και καταδικάζω αυτή την αξίωση, ακόμα και όταν τοποθετείται υπέρ των πιο ιερών πεποιθήσεών μου. Όσο και απόλυτα πεπεισμένος να είναι κάποιος, όχι μόνο για την θεωρία αλλά και για τις ολέθριες συνέπειες, αλλά και (για να χρησιμοποιήσω εκφράσεις που καταδικάζω καθολικά) για την ανηθικότητα και την ασέβεια μιας άποψης, αν κατ' εφαρμογή της εν λόγω προσωπικής κρίσης, ακόμα και όταν υποστηρίζεται από την δημόσια κρίση της χώρας του ή των ανθρώπων της εποχής του, εμποδίζει την αντίθετη άποψη να υπεραμυνθεί των θέσεών της, ο ίδιος αναλαμβάνει το αλάθητο. Η ανάληψη του αλάθητου όχι μόνο δεν είναι λιγότερο απαράδεκτη ή λιγότερο επικίνδυνη επειδή η άποψη θεωρείται ανήθικη ή ασεβής, αλλά είναι η πιο ολέθρια περίπτωση ανάληψης αλάθητου από όλες[15].

O Μιλ περιγράφει τα οφέλη της «αναζήτησης και της ανακάλυψης της αλήθειας» ως ένα τρόπο για την προώθηση της γνώσης. Υποστήριξε ότι ακόμη και αν μια γνώμη είναι λανθασμένη, η αλήθεια μπορεί να γίνει καλύτερα κατανοητή μέσω της αντίκρουσης του σφάλματος. Και δεδομένου ότι οι περισσότερες απόψεις δεν είναι ούτε απόλυτα σωστές, ούτε απόλυτα λανθασμένες, επισημαίνει ότι επιτρέποντας την ελεύθερη έκφραση επιτρέπεις το άκουσμα ανταγωνιστικών απόψεων ως ένα τρόπο για να διατηρηθεί η μερική αλήθεια σε διάφορες απόψεις[16]. Ανησυχώντας για την καταπίεση των απόψεων της μειοψηφίας, ο Μιλ υποστήριξε επίσης την ελευθερία του λόγου σε πολιτική βάση, δηλώνοντας ότι είναι ένα κρίσιμο συστατικό για μια αντιπροσωπευτική κυβέρνηση προκειμένου να ενδυναμώσει την συζήτηση για τη δημόσια πολιτική[16]. Ο Μιλ επίσης υποστήριξε εύγλωττα ότι η ελευθερία της έκφρασης επιτρέπει την προσωπική ανάπτυξη και αυτοπραγμάτωση. Είπε ότι η ελευθερία του λόγου ήταν ένας ζωτικής σημασίας τρόπος για την ανάπτυξη δεξιοτήτων και την πραγμάτωση του δυναμικού και της δημιουργικότητας του ατόμου. Έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι η εκκεντρικότητα είναι προτιμότερη της ομοιομορφίας και της στασιμότητας[16].

Αποικιοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μιλ, υπάλληλος της βρετανικής Εταιρίας Ανατολικών Ινδιών μεταξύ 1823 και 1858[17], ήταν υπέρ αυτού που ονόμαζε «καλοπροαίρετο δεσποτισμό» όσον αφορά τις αποικίες[18]. Ο Μιλ υποστήριζε ότι «είναι βαρύ σφάλμα να πιστεύει κανείς ότι τα ίδια διεθνή έθιμα, και οι ίδιοι κανόνες διεθνούς ηθικής, μπορούν να αποκτηθούν από ένα πολιτισμένο έθνος μέσω ενός άλλου, και μεταξύ βαρβάρων και πολιτισμένων εθνών... Το να χαρακτηρίζει κανείς οποιαδήποτε συμπεριφορά απέναντι σε έναν βάρβαρο λαό καταπάτηση του νόμου των εθνών, προδίδει το γεγονός ότι αυτός που μιλάει δεν έχει μελετήσει ποτέ το ζήτημα[19]».

Δουλεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ντομένικο Λοζούρντο υποστηρίζει ότι «κατά τον Μιλ, ‘όλα τα μέσα ήταν θεμιτά για όσους ανέλαβαν την εκπαίδευση ‘αγρίων φυλών’’, η ‘δουλεία’ ήταν συχνά ένα υποχρεωτικό στάδιο για να τους προτρέψουν να εργαστούν και να τους κάνουν χρήσιμους στον πολιτισμό και την πρόοδο’[20]».

Το 1850, ο Μιλ έστειλε μια ανώνυμη επιστολή (η οποία αργότερα έγινε γνωστή με τον τίτλο «Το Ζήτημα των Νέγρων»[21]), αντικρούοντας την ανώνυμη επιστολή του Τόμας Καρλάιλ στο Fraser’s Magazine for Town and Country στην οποία υποστήριζε την δουλεία. Ο Μιλ ήταν υπέρ της κατάργησης της δουλείας στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Δικαιώματα των γυναικών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

"A Feminine Philosopher". Καρικατούρα του Μιλ από τον Leslie Ward, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Vanity Fair το 1873.

Σύμφωνα με την άποψη του Μιλ, ακόμα και μέχρι τη δική του εποχή, «όλο το γυναικείο» και «το μεγαλύτερο μέρος του ανδρικού φύλου» ήταν «δούλοι». Απέκρουε οποιοδήποτε περί του αντιθέτου επιχείρημα, ισχυριζόμενος ότι οι σχέσεις ανάμεσα στα δύο φύλα συνοψίζονταν στην «νομική υποτέλεια του ενός φύλου στο άλλο — [κάτι το οποίο] είναι από μόνο του άδικο, αποτελεί σήμερα ένα από τα βασικότερα εμπόδια στην ανθρώπινη εξέλιξη και πρέπει να αντικατασταθεί από την αρχή της απόλυτης ισότητας». Για τις απόψεις του αυτές, ο Μιλ πρέπει να συγκαταλεχθεί ανάμεσα στους πρώτους υπέρμαχους των γυναικείων δικαιωμάτων. Το βιβλίο του The Subjection of Women («Για την Υποτέλεια των Γυναικών», μεταφ. Φώτης Τερζάκης, εκδ. Νόηση, 2013) είναι ένα από τα πρώτα βιβλία που γράφτηκαν πάνω στο θέμα από άνδρα συγγραφέα[22]. Στο δοκίμιο αυτό, ο Μιλ επιχειρηματολογεί υπέρ της ισότητας, μιλάει για τον ρόλο της γυναίκας μέσα στον γάμο και για την ανάγκη να αλλάξει αυτός ο ρόλος. Σχολιάζει τις τρεις κύριες πτυχές της ζωής της γυναίκας, οι οποίες, κατά την άποψή του, έβαλαν φραγμούς στην εξέλιξή της: τον κοινωνικό επικαθορισμό του φύλου, την παιδεία και τον γάμο. Ισχυρίζεται ότι η καταπίεση των γυναικών, ένα από τα τελευταία κατάλοιπα του παρελθόντος, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια σειρά προκαταλήψεων που εμπόδισαν σημαντικά την πρόοδο της ανθρωπότητας[23][24].

Τις απόψεις του αντέκρουσε ο Έρνεστ Μπέλφορτ Μπαξ (Ernest Belfort Bax) στη διατριβή του με τίτλο The Legal Subjection of Men[25].

Ο Τζον Στιούαρτ Μιλ έστρεψε την προσοχή στην υποταγή των γυναικών. Υποστηρίζει ότι, από τους αρχαίους χρόνους ως την δική του εποχή ─αλλά και ως τις ημέρες μας─, το φαινόμενο κάνει την εμφάνισή του σε διαφορετικές κοινωνίες και η διαχρονικότητά του οφείλεται στην άποψη της κοινωνίας για τη γυναίκα. Οι κοινωνίες, σύμφωνα με τον Μιλ, ήταν έτσι δομημένες ώστε ασυνείδητα να καταπιέζουν τη γυναίκα, ξεκινώντας από την ίδια τη ρίζα τους, το γάμο, και από τον προκαθορισμένο ρόλο που δίνουν στη γυναίκα μέσα στην οικογένεια. Αυτή η ανισότητα μέσα στον γάμο και την οικογένεια είναι, για τον Μιλ, εκείνο που βλάπτει την εικόνα της γυναίκας στην κοινωνία γενικότερα.

Πιο συγκεκριμένα, συζητά τους τρόπους με τους οποίους η υποτέλεια των γυναικών επηρεάζει αρνητικά, όχι μόνο τις γυναίκες, αλλά και τους άνδρες και τα παιδιά μέσα στην οικογένεια. Η υποτέλεια αυτή περιστέλλει την ηθική και πνευματική ανάπτυξη των γυναικών, περιορίζοντας το πεδίο των δραστηριοτήτων τους και εξωθώντας τις είτε στην αυτοθυσία είτε στον εγωισμό και τη μικρότητα, κάτι το οποίο, με τη σειρά του, οδηγεί στο χάσμα εξέλιξης και ισότητας που υπάρχει ανάμεσα στα δύο φύλα. Με άλλα λόγια, η οποιασδήποτε μορφής καταπίεση από την κοινωνία, έχει αρνητικό αντίκτυπο στα ενδιαφέροντα και τις φιλοδοξίες της γυναίκας[26].

Ο Μιλ ήταν υπέρμαχος της ισότητας μέσα στην οικογένεια και θεωρούσε ότι η άποψη πως η γυναίκα έπρεπε να παίξει τον ρόλο της νοικοκυράς ενώ το αρσενικό εκείνον του εργαζόμενου, κουβαλητή και προστάτη, έχει τις καταβολές της στην αρχαιότητα και είναι εγγεγραμμένη στον τρόπο σκέψης μας. Αυτό ακριβώς το παρωχημένο κοινωνικό στερεότυπο είναι εκείνο που πρέπει και μπορεί να αλλάξει, αν το αναδείξουμε ως ζήτημα και βοηθήσουμε τα μέλη της κοινωνίας να το συνειδητοποιήσουν. Ο Μιλ ισχυρίζεται ότι επειδή αυτός ο τρόπος σκέψης υπερίσχυσε από αρχαιοτάτων χρόνων, θεωρείται πλέον κοινά αποδεκτός, εξ ου και παραμένει αναλλοίωτος, είναι, όμως, επιζήμιος για την εξέλιξη των γυναικών και για τη θέση τους στην κοινωνία[26].

Μόνο όταν αλλάξει αυτός ο ρόλος θα μπορούν οι γυναίκες, χωρίς καταπίεση, να επιδιώξουν στόχους. Η ισότητα ανάμεσα στα δύο φύλα, στη μεταξύ τους σχέση, προϋποθέτει αλλαγή ενδιαφερόντων και διεύρυνση των κοινωνικών συμμαχιών και για να γίνει αυτό οι γυναίκες πρέπει να απελευθερωθούν από τα δεσμά τα οποία εκπαιδεύονται να επιβάλουν οι ίδιες στον εαυτό τους. Κάτι τέτοιο δεν θα είναι επωφελές μόνο για εκείνες, αλλά και για την κοινωνία συνολικά, ακόμα και για τους άντρες. Ο Μιλ δεν υποστηρίζει πως χρειάζεται πάλη μέσα στην οικογένεια για επικράτηση ενός από τα δύο φύλα, αλλά ισότητα. Αυτό σημαίνει ότι και ο άντρας θα πρέπει να μπορεί να μείνει στο σπίτι για να μεγαλώσει τα παιδιά της οικογένειας, χωρίς η κοινωνία να απαξιώνει αυτή την επιλογή έναντι άλλων μόνο και μόνο γιατί αυτός ο ρόλος θεωρείται γυναικείος. Άλλωστε, αυτή καθαυτή η αντίληψη ότι μερικοί ρόλοι είναι γυναικείοι, πρέπει να εγκαταλειφθεί και με αυτόν τον τρόπο οι γυναίκες να σπάσουν τις μεταφορικές αλυσίδες που τις κρατούν δέσμιες των απαιτήσεων της κοινωνίας.

Ο Μιλ πιστεύει πως για να αλλάξει ο τρόπος που η κοινωνία αντιλαμβάνεται την γυναίκα, χρειάζεται απτά τεκμήρια του αποτελέσματος των προκαταλήψεών της, κάτι που όμως δεν είναι εύκολα κατορθωτό επειδή πολλές γυναίκες είναι επιτυχημένες και οι ανισότητες δεν γίνονται άμεσα αντιληπτές στην καθημερινότητα. Η υποβόσκουσα, διακριτική, κυριαρχία των αρσενικών είναι εκείνη που δημιουργεί αυτή την αλυσιδωτή αντίδραση, κατά τον Μιλ. Η πραγματική φύση της γυναίκας δεν μπορεί να βγει στη επιφάνεια, ακριβώς επειδή ορισμένες πτυχές της είναι καταπιεσμένες και άλλες αφύσικα τονισμένες. Εξάλλου, σπάνια έχει επιτραπεί στις ίδιες τις γυναίκες να περιγράψουν ποια είναι η φύση τους· και αυτό ακόμα το έχουν μονοπωλήσει οι άντρες. Όλα αυτά αποτελούν τους λόγους γιατί οι γυναίκες δεν έχουν ποτέ αξιοποιήσει το σύνολο των δυνατοτήτων τους, γεγονός το οποίο ο Μιλ ήθελε να αναδείξει ως υπαρκτό πρόβλημα, ώστε να βοηθήσει να αλλάξει. Η θεωρία και οι απόψεις του συνοψίζονται ιδανικά ως εξής: «Εφόσον στις γυναίκες δεν επιτράπηκε ποτέ να αναπτυχθούν φυσιολογικά και χωρίς την καταπίεση, τη χειραγώγηση ή την καθοδήγηση των ανδρών, αυτό το σύστημα υποτέλειας των γυναικών που βασίζεται στην θεωρία της “εκ φύσεως ευαισθησίας τους” ή της απουσίας ιδιοτήτων που θεωρούνται πιο “ανδρικές” δεν ευσταθεί, όπως δε ευσταθεί κανένα σύστημα το οποίο βασίζεται εξ ολοκλήρου και μόνο στη θεωρία».

Ωφελιμισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρωτότυπη περιγραφή του ωφελιμισμού του Μιλ μπορεί να βρεθεί στo έργο του «Ωφελιμισμός». Αυτή η φιλοσοφία έχει μακρά παράδοση, μολονότι η σύνθεση του Μιλ επηρεάζεται κυρίως από τον Τζέρεμι Μπένθαμ και τον πατέρα του, Τζέιμς. Η διάσημη διατύπωση του Τζέρεμι Μπένθαμ όσον αφορά τον ωφελιμισμό είναι γνωστή ως η «αρχή της μεγαλύτερης ευτυχίας». Υποστηρίζει ότι κάποιος πρέπει να ενεργεί πάντοτε έτσι ώστε, σε λογικά πλαίσια, να παράγει συνολικά τη μεγαλύτερη ευτυχία μεταξύ όλων των αισθανόμενων όντων. Σημαντική συμβολή του Μιλ για τον ωφελιμισμό είναι το επιχείρημά του για τον ποιοτικό διαχωρισμό των απολαύσεων. Ο Μπένθαμ αντιμετωπίζει όλες τις μορφές ευτυχίας ως ίσες, ενώ ο Μιλ υποστηρίζει ότι οι πνευματικές και ηθικές απολαύσεις (υψηλότερες απολαύσεις) είναι ανώτερες από τους φυσικούς τρόπους απόλαυσης (χαμηλότερες απολαύσεις). Ο Μιλ διαχωρίζει την ευτυχία και την ικανοποίηση, υποστηρίζοντας ότι η πρώτη έχει υψηλότερη αξία από την τελευταία, μια πεποίθηση έξυπνα τοποθετημένη στη δήλωση ότι «είναι καλύτερα να είσαι δυσαρεστημένος άνθρωπος, παρά ευχαριστημένος χοίρος. Καλύτερα να είσαι ο Σωκράτης δυσαρεστημένος από το να είσαι ένας ικανοποιημένος ανόητος. Και αν ο ανόητος ή ο χοίρος έχουν διαφορετική γνώμη, είναι επειδή γνωρίζουν μόνο τη δική τους πλευρά του ζητήματος[27]».

Ο Μιλ ορίζει τη διαφορά μεταξύ των υψηλότερων και χαμηλότερων μορφών της ευτυχίας με την αξίωμα ότι όσοι έχουν βιώσει και τις δύο τείνουν να προτιμούν τη μια περισσότερο από την άλλη. Αυτό βρίσκεται, ίσως, σε πλήρη αντίθεση με τη δήλωση του Μπένθαμ ότι «Αν η ποσότητα της ευχαρίστησης είναι ίση, τότε το push-pin [παλιό παιδικό παίγνιο με πινέζες] είναι τόσο καλό όσο η ποίηση[28]», ότι αν ένα απλό παιδικό παιχνίδι σαν το κουτσό προκαλεί περισσότερη ευχαρίστηση σε περισσότερους ανθρώπους από μια νύχτα στην όπερα, είναι πιο επιτακτικό σε μια κοινωνία να διαθέσει περισσότερους πόρους για να πολλαπλασιαστεί το κουτσό από το να λειτουργεί όπερες. Το επιχείρημα του Μιλ είναι ότι οι «απλές απολαύσεις» συνήθως προτιμούνται από ανθρώπους που δεν έχουν καμία εμπειρία με τις υψηλές τέχνες, και συνεπώς δεν είναι σε θέση να κρίνουν. Ο Μιλ υποστηρίζει, επίσης, ότι οι άνθρωποι που, για παράδειγμα, είναι ευγενείς ή φιλοσοφούν, ωφελούν την κοινωνία περισσότερο από εκείνους που εμπλέκονται σε ατομικιστικές πρακτικές για την ευχαρίστησή τους, οι οποίες είναι κατώτερες μορφές ευτυχίας. Δεν είναι η μεγαλύτερη ευτυχία του παράγοντα που έχει σημασία, «αλλά η μεγαλύτερη ποσότητα της ευτυχίας συνολικά[29]».

Ο Μιλ υποστήριζε μια νομοθεσία που θα χορηγούσε επιπλέον δύναμη ψήφου σε αποφοίτους πανεπιστημίων με την αιτιολογία ότι ήταν σε ευνοϊκότερη θέση να κρίνουν τι θα ήταν καλύτερο για την κοινωνία. (Γιατί πίστευε ότι η ίδια η εκπαίδευση, και όχι η εγγενής φύση των μορφωμένων ανθρώπων, τους έδινε προσόντα για να έχουν μεγαλύτερη επιρροή στην κυβέρνηση.)

Η ποιοτική ερμηνεία ευτυχίας που υποστηρίζει ο Μιλ ρίχνει έτσι φως στην σκέψη που παρουσίασε στo «Περί Ελευθερίας». Όπως προτείνει σε αυτό το κείμενο, η χρησιμότητα πρέπει να συλληφθεί σε σχέση με την ανθρωπότητα «ως ένα προοδευτικό ον», το οποίο περιλαμβάνει την ανάπτυξη και την άσκηση της ορθολογικής ικανότητας, καθώς προσπαθούμε να επιτύχουμε έναν «ανώτερο τρόπο ύπαρξης». Η απόρριψη της λογοκρισίας και του πατερναλισμού έχει ως στόχο να παράσχει τις απαραίτητες κοινωνικές προϋποθέσεις για την κατάκτηση της γνώσης και την μεγαλύτερη ικανότητα στο μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων να αναπτύξουν και να ασκήσουν τις διαβουλευτικές και ορθολογικές τους ικανότητες.

Οικονομική φιλοσοφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αρχική οικονομική φιλοσοφία του Μιλ ήταν αυτή των ελεύθερων αγορών. Παρ’ όλα αυτά αποδέχτηκε παρεμβάσεις στην οικονομία, όπως ο φόρος στο αλκοόλ, υπό την προϋπόθεση ότι υπήρχε ωφελιμιστική βάση. Αποδέχτηκε επίσης την αρχή της νομοθετικής παρέμβασης για την προστασία των ζώων. Ο Μιλ πίστευε αρχικά ότι η «ισότητα στη φορολογία» σήμαινε «ισότητα στις θυσίες» και ότι η προοδευτική φορολόγηση επιβάρυνε όσους δούλευαν σκληρότερα και αποταμίευαν περισσότερο και ως εκ τούτου αποτελούσε «μία ήπια μορφή κλοπής».

Με δεδομένο ένα ποσοστό φορολόγησης ανεξαρτήτως του ύψους του εισοδήματος, ο Μιλ συμφώνησε ότι η κληρονομιά θα έπρεπε να φορολογείται. Μια ωφελιμιστική κοινωνία θα συμφωνούσε στο ότι όλοι θα πρέπει να είναι ίσοι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Επομένως κάποιος που κληρονομεί, αποκτά πλεονέκτημα έναντι της υπόλοιπης κοινωνίας, εκτός αν φορολογηθεί. Όσοι κάνουν δωρεές θα πρέπει να σκέφτονται και να επιλέγουν προσεκτικά το που θα πάνε τα χρήματά τους – ορισμένοι φιλανθρωπικοί σκοποί αξίζουν περισσότερο από κάποιους άλλους. Δημόσιοι φιλανθρωπικοί φορείς, όπως μία κυβέρνηση, θα διανέμουν τα χρήματα εξίσου. Όμως, μία ιδιωτική φιλανθρωπική οργάνωση, όπως η εκκλησία, θα διανείμει τα χρήματα δικαιότερα, σε αυτούς που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη[30].

Αργότερα οι απόψεις του έλαβαν μία περισσότερο σοσιαλιστική στροφή, προσθέτοντας κεφάλαια στο έργο του «Αρχές Πολιτικής Οικονομίας», υπερασπιζόμενος τη σοσιαλιστική άποψη καθώς και ορισμένες σοσιαλιστικές υποθέσεις[31]. Στην αναθεωρημένη του εργασία έκανε επίσης τη ριζοσπαστική πρόταση ότι όλο το σύστημα μισθών πρέπει να εγκαταλειφθεί και να αντικατασταθεί από ένα συνεταιριστικό σύστημα μισθών. Παρ’ όλα αυτά ορισμένες από τις απόψεις του στην ιδέα της ενιαίας (επίπεδης) φορολογίας παρέμειναν[32], αν και τροποποιημένη στην Τρίτη έκδοση των «Αρχών Πολιτικής Οικονομίας» ώστε να αντανακλά διαφοροποιημένους περιορισμούς σε «μη πραγματοποιημένα» κέρδη, για τους οποίους ήταν υπέρ, και σε πραγματοποιημένα κέρδη, στους οποίους ήταν κατά[33].

Οι «Αρχές» του Μιλ, οι οποίες εκδόθηκαν για πρώτη φορά το 1848, ήταν ένα από τα περισσότερο διαβασμένα βιβλία οικονομικών της εποχής του[34]. Όπως συνέβη και με τον «Πλούτο των Εθνών» του Άνταμ Σμιθ σε προηγούμενη περίοδο, οι «Αρχές» του Μιλ κυριάρχησαν στη διδασκαλία των οικονομικών. Απετέλεσαν το καθιερωμένο σύγγραμμα του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης μέχρι το 1919, οπότε και αντικαταστάθηκαν από τις «Αρχές Οικονομίας» του Μάρσαλ.

Οικονομική Δημοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μίλλ προωθούσε την οικονομική δημοκρατία αντί του καπιταλισμού, υπό την έννοια της αντικατάστασης των καπιταλιστικών επιχειρήσεων από εργατικές ενώσεις. Συγκεκριμένα λέει:

Η μορφή της ένωσης ωστόσο, η οποία αν η ανθρωπότητα συνεχίσει να βελτιώνεται, θα πρέπει να είναι αναμενόμενο εν τέλει να υπερισχύσει, δεν είναι μια που θα μπορεί να υπάρχει μεταξύ ενός καπιταλιστή στο ρόλο του αρχηγού, και των εργατών και υπαλλήλων που δεν έχουν λόγο στην διοίκηση, αλλά στην ένωση των εργατών υπό όρους ισότητας, κατέχοντας από κοινού το κεφάλαιο με το οποίο συνεχίζουν τις εργασίες τους, και εργαζόμενοι υπό εκλεγμένες και διοικήσεις με δυνατότητα καθαίρεσης και ανάκλησης από αυτούς[35].

Πολιτική Δημοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο κύριο έργο του Μιλ για την πολιτική δημοκρατία, Σκέψεις για το Αντιπροσωπευτικό Σύστημα Διακυβέρνησης, αυτός αμύνεται δυο θεμελιωδών αρχών, αυτές της μεγάλης συμμετοχής των πολιτών και της μεγάλης ικανότητας των κυβερνώντων[36]. Οι δυο αυτές αρχές είναι προφανώς σε σύγκρουση, και για αυτό μερικοί μελετητές τον έχουν χαρακτηρίσει ως ελιτιστή δημοκράτη[37], ενώ κάποιοι άλλοι ως έναν από τους πρώτους υποστηρικτές της μαζικής συμμετοχής των πολιτών στην δημοκρατία[38]. Σε κάποιο σημείο φαίνεται να υπερασπίζεται το σύστημα της μερικής ψήφου, στην οποία μερικοί πιο ικανοί πολίτες έχουν περισσότερες ψήφους (μια άποψη που έπειτα αποκήρυξε). Ωστόσο στο κεφάλαιο 3 παρουσιάζει μια από τις καλύτερες επιχειρηματολογίες για την αξία της συμμετοχής όλων των πολιτών. Πίστευε πως η ανικανότητα των μαζών μπορούσε εν τέλει να ξεπεραστεί αν τους δινόταν η ευκαιρία να πάρουν μέρος στην πολιτική, ειδικά στο επίπεδο της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Ο Μιλ είναι ένας από τους λίγους πολιτικούς φιλόσοφους που υπηρέτησαν ως εκλεγμένοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι. Στα τρία χρόνια στο Κοινοβούλιο, ήταν πιο πρόθυμος να συμβιβαστεί, σε σχέση με αυτό που θα περίμενε κάποιος διαβάζοντας τις «ριζοσπαστικές» του θέσεις μέσω των γραπτών του[39].

Το περιβάλλον[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μιλ επέδειξε μια πρωτοπόρα διορατικότητα σχετικά με την αξία του φυσικού περιβάλλοντος - ειδικά στο IV βιβλίο του, στο κεφάλαιο VI των «Αρχών της Πολιτικής Οικονομίας»: «Σχετικά με την Στάσιμη Κατάσταση»[40][41] στο οποίο ο Μιλ αναγνώρισε τον πλούτο πέρα από τα αγαθά, και επιχειρηματολόγησε πως το λογικό συμπέρασμα της αέναης ανάπτυξης ήταν καταστρεπτική για το περιβάλλον και μείωνε την ποιότητα της ζωής. Αυτός συμπέρανε πως η στάσιμη κατάσταση μπορεί να ήταν προτιμότερη της αέναης οικονομικής ανάπτυξης.

Δεν μπορώ, λοιπόν, να θεωρήσω την στάσιμη κατάσταση του κεφαλαίου και του πλούτου βάση της αντιπάθειας εναντίων της, που τόσο γενικευμένα εκφράστηκε από πολιτικούς οικονομολόγους των παλαιότερων σχολών.

Αν η γη πρέπει να απολέσει τόσο μεγάλο μερίδιο από την χάρη της, μια χάρη που οφείλετε σε πράγματα τα οποία η απεριόριστη αύξηση του πλούτου και του πληθυσμού θα ξεριζώσει από αυτήν, απλά και μόνο για να μπορέσει να υποστηρίξει έναν μεγαλύτερο, μα όχι πιο ευτυχισμένο πληθυσμό, πραγματικά ελπίζω, για χάρη των επόμενων γενεών, πως θα είναι φρόνιμοι να μείνουν στάσιμοι, προτού η ανάγκη τους αναγκάσει να γίνουν.

Οικονομική ανάπτυξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μιλ θεωρούσε την οικονομική ανάπτυξη ως συνάρτηση της γης, εργασίας και κεφαλαίου. Ενώ η γη και η εργασία είναι οι δύο αρχικοί συντελεστές της παραγωγής, το κεφάλαιο είναι «ένα ήδη συσσωρευμένο απόθεμα των προϊόντων της προηγούμενης εργασίας». Αύξηση του πλούτου είναι δυνατή μόνο εάν η γη και το κεφάλαιο βοηθούν την αύξηση της παραγωγής ταχύτερα από ότι το εργατικό δυναμικό. Είναι η παραγωγική εργασία που παράγει πλούτο και βοηθάει τη συσσώρευση κεφαλαίου. «Το ποσοστό της συσσώρευσης του κεφαλαίου είναι συνάρτηση του ποσοστού του εργατικού δυναμικού που απασχολείται παραγωγικά. Κέρδη που δημιουργήθηκαν χρησιμοποιώντας αντιπαραγωγική εργασία είναι απλώς μεταβιβάσεις εισοδήματος. Η αντιπαραγωγική εργασία δεν δημιουργεί πλούτο ή κέρδος». Είναι οι παραγωγικοί εργάτες που κάνουν παραγωγική κατανάλωση. Παραγωγική κατανάλωση είναι αυτή «η οποία υποστηρίζει και αυξάνει της παραγωγική ικανότητα της κοινότητας». Αυτό σημαίνει ότι η παραγωγική κατανάλωση είναι μια συμμετοχή αναγκαία για τη διατήρηση των παραγωγικών εργατών[42].

Ο έλεγχος της αύξησης του πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μιλ υποστήριζε την μαλθουσιανή θεωρία του πληθυσμού. Με τον όρο «πληθυσμό» εννοούσε τον αριθμό μόνο της εργατικής τάξης. Ανησυχούσε, συνεπώς, για την αύξηση του αριθμού των μισθωτών εργατών. Πίστευε ότι ο έλεγχος του πληθυσμού ήταν απαραίτητος για τη βελτίωση της κατάστασης της εργατικής τάξης, έτσι ώστε να μπορούν να απολαύσουν τους καρπούς της τεχνολογικής προόδου και της συσσώρευσης του κεφαλαίου. Ο Μιλ υποστήριζε τον έλεγχο των γεννήσεων. Το 1823 ο Μιλ και ένας φίλος του συνελήφθησαν ενώ διένειμαν φυλλάδια του Francis Place σχετικά με τον έλεγχο των γεννήσεων σε γυναίκες περιοχών της εργατικής τάξης[43].

Χρηματοδότηση μισθών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τον Μιλ, η προσφορά είναι πολύ ελαστική σε σχέση με τους μισθούς. Οι μισθοί γενικά υπερβαίνουν το ελάχιστο επίπεδο διαβίωσης, και πληρώνονται από to κεφάλαιo. Ως εκ τούτου, οι μισθοί περιορίζονται από τα υφιστάμενα κεφάλαια για καταβολή μισθών. Έτσι, ο μισθός ανά εργαζόμενο μπορεί να προκύψει από τη διαίρεση του συνόλου των κυκλοφορούντων κεφαλαίων με το μέγεθος του εργαζόμενου πληθυσμού. Οι μισθοί μπορούν να αυξηθούν είτε με την αύξηση του κεφαλαίου που χρησιμοποιείται στην καταβολή των μισθών, είτε με μείωση του αριθμού των εργαζομένων. Αν αυξηθούν οι μισθοί, η προσφορά εργασίας θα αυξηθεί. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των εργαζομένων όχι μόνο μειώνει τους μισθούς, αλλά αποκόπτει επίσης κάποιους εργαζόμενους από την απασχόληση. Αυτό βασίζεται στην αποδοχή του Μιλ ότι «η ζήτηση για εμπορεύματα δεν είναι και ζήτηση για εργάτες». Αυτό σημαίνει ότι το εισόδημα που επενδύεται ως προκαταβολές των μισθών στην εργασία δημιουργεί θέσεις απασχόλησης, και όχι του εισοδήματος που δαπανάται για καταναλωτικά αγαθά. Η αύξηση της κατανάλωσης προκαλεί μείωση των επενδύσεων. Έτσι, η αύξηση των επενδύσεων οδηγεί σε αύξηση του κεφαλαίου για μισθούς και οικονομική πρόοδο.

Ποσοστό συσσώρευσης κεφαλαίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τον Μιλ, ο ρυθμός συσσώρευσης του κεφαλαίου εξαρτάται από: (1) «το ποσό των κεφαλαίων από το οποίο μπορεί να γίνει αποταμίευση» ή «το μέγεθος του καθαρού προϊόντος της βιομηχανίας», και (2) την «τάση για αποταμίευση». Το κεφάλαιο είναι το αποτέλεσμα των αποταμιεύσεων, και οι αποταμιεύσεις προέρχονται από την «αποχή από τη σημερινή κατανάλωση για χάρη των μελλοντικών αγαθών». Αν και το κεφάλαιο είναι αποτέλεσμα αποταμίευσης, παρ’ όλα αυτά καταναλώνεται. Αυτό σημαίνει ότι αποταμίευση ισούται με κατανάλωση. Καθώς η αποταμίευση εξαρτάται από την καθαρή παραγωγή του κλάδου, μεγαλώνει με τα κέρδη και το ενοίκιο που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή του καθαρού προϊόντος. Από την άλλη πλευρά, η τάση για αποταμίευση εξαρτάται από (1) το ποσοστό του κέρδους και (2) την επιθυμία για αποταμίευση, ή σύμφωνα με τον Μιλ την «πραγματική επιθυμία για συσσώρευση». Ωστόσο, το κέρδος εξαρτάται επίσης από το κόστος της εργασίας, και το ποσοστό του κέρδους είναι ο λόγος των κερδών προς τους μισθούς. Όταν τα κέρδη αυξάνονται ή οι μισθοί μειώνονται, το ποσοστό των κερδών αυξάνεται, το οποίο με τη σειρά του αυξάνει το ρυθμό της συσσώρευσης κεφαλαίου. Ομοίως, είναι η επιθυμία για αποταμίευση που τείνει να αυξάνει το ρυθμό της συσσώρευσης του κεφαλαίου.

Ποσοστό κέρδους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τον Μιλ, η απόλυτη τάση σε μια οικονομία είναι το ποσοστό του κέρδους να μειώνεται λόγω της φθίνουσας απόδοσης στον τομέα της γεωργίας και την αύξηση του πληθυσμού με μαλθουσιανό ρυθμό.

Essays on economics and society, 1967

Έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • (1843) A System of Logic
  • (1844) Essays on Some Unsettled Questions of Political Economy
  • (1848) Principles of Political Economy
  • (1859) On Liberty
  • (1861) Ωφελιμισμός (Utilitarianism)
  • (1861) Considerations on Representative Government
  • (1869) The Subjection of Women
  • (1873) Autobiography

Στα νέα ελληνικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Περί ελευθερίας. Μετάφρ. Νίκος Μπαλής. «Επίκουρος», Αθήνα 1983.
  • Ωφελιμισμός. Εισαγωγή-Μετάφρ.-Σχόλια Φιλήμων Παιονίδης. «Πόλις», Αθήνα 2002.
  • Αυτοβιογραφία. Μετάφρ. Στάθης Ανδρέου. «Κούριερ Εκδοτική», Αθήνα 2008.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. John Stuart Mill (Stanford Encyclopedia of Philosophy)
  2. «John Stuart Mill (Stanford Encyclopedia of Philosophy)». plato.stanford.edu. http://plato.stanford.edu/entries/mill/#SciMet. Ανακτήθηκε στις 31 Ιουλίου 2009. 
  3. Halevy, Elie (1966). The Growth of Philosophic Radicalism. Beacon Press, σελ. 282–284. ISBN 0-19-101020-0. 
  4. 4,0 4,1 4,2 Journals: New Englander (1843–1892)
  5. Mill, J.S. Autobiography, Part V (1873).
  6. Journals: New Englander (1843–1892)
  7. Henry R. West (2004). An Introduction to Mill's Utilitarian Ethics. Cambridge University Press, σελ. 22. ISBN 9780521535410. «Mill had no religious instruction as a child, growing up an atheist.» 
  8. Linda C. Raeder (2002). «Spirit of the Age». John Stuart Mill and the Religion of Humanity. University of Missouri Press, σελ. 65. ISBN 9780826263278. «Comte welcomed the prospect of being attacked publicly for his irreligion, he said, as this would permit him to clarify the nonatheistic nature of his and Mill's "atheism".» 
  9. On Liberty, του John Stuart Mill, σελ. 18–19.
  10. Mill, John Stuart "On Liberty" Penguin Classics, 2006 ISBN 978-0-14-144147-4 σελ.90–91
  11. Mill, John Stuart, On Liberty, Harvard Classics: Volume 25, p 258, PF Collier & Sons Company New York 1909
  12. Mill, John Stuart "On Liberty" Penguin Classics, 2006 ISBN 978-0-14-144147-4 σελ. 10–11 (Αγγλικά)
  13. John Stuart Mill (1806–1873), " (Mill, On Liberty, σελ.13).Cornell.edu
  14. "John Stuart Mill and Liberal Imperialism" Ανακτήθηκε 11 Ιουνίου 2013.
  15. John Stuart Mill (1806–1873) "On Liberty" 1859. εκδ. Gertrude Himmelfarb, UK: Penguin, 1985, σελ.83–84
  16. 16,0 16,1 16,2 Freedom of Speech, τόμ. 21, των Ellen Frankel Paul, Fred Dycus Miller, Jeffrey Paul
  17. J. S. Mill's Career at the East India Company (Αγγλικά)
  18. David Theo Goldberg (2000) Liberalism's limits: Carlyle and Mill on "the negro question", Nineteenth-Century Contexts: An Interdisciplinary Journal, 22:2, 203–216, DOI: 10.1080/08905490008583508 (Αγγλικά)
  19. John Stuart Mill, Dissertations and Discussions: Political, Philosophical, and Historical (Νέα Υόρκη 1874) τόμ. 3, σελ. 252–253 (Αγγλικά)
  20. Domenico Losurdo, Liberalism: A Counter-History, Verso, London, 2011, σελ. 7 (Αγγλικά)
  21. The Negro Question, σελ. 130–137. του Τζον Στιούαρτ Μιλ.
  22. John Stuart Mill: critical assessments, Τόμος 4, του John Cunningham Wood
  23. Mill, J.S. (1869) The Subjection of Women, Κεφάλαιο 1
  24. Mill, John Stuart (2005), «The subjection of women», Feminist theory: a philosophical anthology, Oxford, UK Malden, Massachusetts: Blackwell Publishing, σελ. 17-26, ISBN 9781405116619 
  25. s:The Legal Subjection of Men
  26. 26,0 26,1 John Stuart Mill, The Subjection of Women, 1869
  27. Mill, John Stuart, Utilitarianism (Project Gutenberg online edition)
  28. Poetry, push pin and utility
  29. Mill 1906, σελ. 16
  30. (Strasser, 1991)
  31. Mill, John Stuart and Bentham, Jeremy edited by Ryan, Alan. (2004). Utilitarianism and other essays. Λονδίνο: Penguin Books, σελ. 11. ISBN 0-14-043272-8. 
  32. Wilson, Fred (2007). «John Stuart Mill: Political Economy». Stanford Encyclopedia of Philosophy. Stanford University. http://plato.stanford.edu/entries/mill/#PolEco. Ανακτήθηκε στις 4 May 2009. 
  33. Mill, John Stuart (1852 (3rd edition; the passage about flat taxation was altered by the author in this edition, which is acknowledged in this online edition's footnote 8: "[This sentence replaced in the 3rd ed. a sentence of the original: 'It is partial taxation, which is a mild form of robbery.']")). «On The General Principles of Taxation, V.2.14». Principles of Political Economy. Library of Economics and Liberty. http://www.econlib.org/library/Mill/mlP64.html. Ανακτήθηκε στις 6 Ιανουαρίου 2013. 
  34. Ekelund, Robert B., Jr. and Hébert, Robert F. (1997). A history of economic theory and method (4th έκδοση). Waveland Press [Long Grove, Illinois], σελ. 172. ISBN 1-57766-381-0. 
  35. Αρχές Πολιτικής Οικονομίας με εφαρμογές στην Κοινωνική Φιλοσοφία, IV.7.21 John Stuart Mill: Political Economy, IV.7.21
  36. Thompson, Dennis. John Stuart Mill and Representative Government. Princeton University Press, 1976. ISBN 978-0691021874
  37. Letwin, Shirley. The Pursuit of Certainty. Cambridge University Press, 1965 (σελ. 306). ISBN 978-0865971943
  38. Pateman, Carole. Participation and Democratic Theory. Cambridge University Press, 1970 (σελ. 28). ISBN 978-0521290043
  39. Thompson, Dennis. "Mill in Parliament: When Should a Philosopher Compromise?" στο J.S. Mill's Political Thought, eds. N. Urbinati και A. Zakaras (Cambridge University Press, 2007), σελ. 166–99. ISBN 978-0521677561
  40. The Principles of Political Economy, Βιβλίο 4, Κεφάλαιο VI.
  41. «The early history of modern ecological economics Inge Røpke στο Ecological Economics Τόμος 50, Τεύχη 3–4, 1 Οκτωβρίου 2004». http://www.sciencedirect.com/science/article/B6VDY-4DG3DFP-1/2/d74b62bf0315ae52a3e60f698eae5ca5. Ανακτήθηκε στις 8 Αυγούστου 2008. [νεκρός σύνδεσμος]
  42. John Stuart Mill's Social and Political Thought: Critical Assessments, By John Stuart Mill
  43. Nicholas Capaldi (12 Ιανουαρίου 2004). John Stuart Mill: A Biography. Cambridge University Press, σελ. 41. ISBN 978-1-139-44920-5. http://books.google.com/books?id=8SxydLpuVC4C. Ανακτήθηκε στις 1 Σεπτεμβρίου 2013. 

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Harry Burrows Acton, John Stuard Mill, στο: συλλογικό, Εncyclopedie de la Pleiade, Ιστορία της Φιλοσοφίας, 19ος-20ος αιώνας-Η εξελικτική φιλοσοφία. Εθνικές φιλοσοφικές σχολές, μτφρ. Μαριλίζου Μήτσου-Παππά, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 1982, σελ.18-32

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα John Stuart Mill (έκδοση 661385003) της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).