Ρόμπερτ Μπούνσεν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Ρόμπερτ Μπούνσεν
Robert Bunsen portrait.jpg
Γέννηση 30 Μαρτίου 1811
Γκέτινγκεν, Γερμανία
Θάνατος 16 Αυγούστου 1899 (88 ετών)
Χαϊδελβέργη, Γερμανία
Κατοικία Γερμανία
Εθνικότητα Γερμανός
Ερευνητικός τομέας Χημεία
Ίδρυμα εργασίας Πολυεθνικό Σχολείο του Κάσελ
Πανεπιστήμιο του Μάρμπουργκ
Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης
Πανεπιστήμιο του Μπρεσλάου
Σπουδές Πανεπιστήμιο του Γκέτιγκεν
Διδακτορικός καθηγητής Φρέντριχ Στρομέιερ
Σημαντικοί μαθητές Άντολφ ντον Μπέιερ
Φριτς Χάμπερ
Φίλιπ Λέρναντ
Γκέοργκ Λούντβιχ Κάριους
Χέρμαν Κόλμπε
Άντολφ Λίμπερ
Κάρλ Φρίντριχ Βίλχελμ Λούντβιχ
Βίκτορ Μέιερ
Φρίντριχ Κόνραντ Μπίλσταϊν
Χένρι Ένφιλντ Ρόσκο
Τζον Τίνταλ
Έντουαρντ Φράνκλαντ
Ντμίτρι Μεντελέγιεφ
Τόμας Έντουαρντ Θρόουπ
Φράνσις Ρόμπερτ Τζαπ
Γνωστός για για τις ανακαλύψεις του Καίσιου και του Ρουβίδιου, για το εργαλείο του, το λύχνο Μπούνσεν, και την φασματοσκοπία.
Επηρεάστηκε από {{{επηρεάστηκε}}}

Ο Ρόμπερτ Βίλχελμ Έμπερχαρντ Μπούνσεν (Robert Wilhelm Bunsen, 30 Μαρτίου 1811 - 16 Αυγούστου 1899), ήταν Γερμανός χημικός, ο οποίος επινόησε την φασματοσκοπία και ανακάλυψε το κάισιο το 1860 και το ρουβίδιο το 1861, μαζί με τον Γκούσταβ Κίρχοφ. Δική του επινόηση είναι, επίσης, ο λύχνος υγραερίου που φέρει το όνομά του, ο λύχνος Μπούνσεν.

Απο το 1990 θεσμοθετήθηκε το βραβείο Μπούνσεν-Κίρχοφ και ο διακριθείς κερδίζει μαζί με το βραβείο και 2.500 ευρώ. Αυτό το βραβείο απονέμεται σε ενασχολούμενους με την Φασματοσκοπία.

Η ζωή και το έργο του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μπούνσεν γεννήθηκε το 1881, στο Γκέτιγκεν στην Γερμανία και ήταν ο μικρότερος από τα τέσσερα αδέρφια του. Ο πατέρας του ήταν βιβλιοθηκάριος στο πανεπιστήμιο του Γκέτιγκεν, όπου στην συνέχεια σπούδασε και ο Μπούνσεν. Ο πατέρας του λεγόταν Κρίστιαν, είχε γεννηθεί το 1770 και πέθανε το 1837. Αφού ολοκλήρωσε το σχολείο του στο Χολσμίντεν, το 1828 αρχίζει να παρακολουθεί μαθήματα χημείας. Τις χρονιές 1832 και 1833 άρχιζε να ταξιδεύει σε κοντινές χώρες της πατρίδας του, την Αυστρία την Γαλλία και την Γερμανία. Στην Αυστρία συναντά τον Φριντλιμπ Ρούνγκε (Friedlieb Runge) (ο οποίος απομόνωσε την ανιλίνη και το 1819 την καφεΐνη), τον Γιούστους φον Λίμπινγκ στο Γκίσεν και τον Ίλχαρντ Μίτσχερλιχ στη Βόννη.

Καθηγητής Πανεπιστημίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1833 ο Μπούνσεν γίνεται καθηγητής και δημιουργεί εργαστήρια που αφορούσαν τα μεταλλικά άλατα του αρσενικώδους οξέος. Το 1836 άρχισε να κάνει μαθήματα στο Πολυεθνικό Σχολείο του Κάσσελ, μαζί με τον Φρίντριχ Βέλερ. Εκεί παρέμεινε για τρία χρόνια, και στην συνέχεια πηγαίνει στο πανεπιστήμιο του Μάρμπουργκ. Από εκεί άρχιζε να ασχολείται και να κάνει πειράματα με κακοδύλιο (οργανική ένωση του αρσενικού). Από το 1841 και μετά έγινε γνωστός για τη χρήση του κακοδυλίου επειδή είναι μια ουσία άκρως τοξική και μπορεί να μολύνει πολύ τον αέρα. Ο Μπούνσεν έχει βρεθεί πολλές φορές αντιμέτωπος με τον θάνατο, αφού παραλίγο να πεθάνει από το το κακοδύλιο την ώρα που πειραματιζόταν με αποτέλεσμα να μείνει σχεδόν τυφλός από το αριστερό μάτι. Το 1841, επίσης, κατασκευάζει μια μπαταρία στην οποία έδωσε και το επώνυμό του. Μετά από δέκα χρόνια πηγαίνει στο πανεπιστήμιο του Μπρεσλάου για να διδάξει.

Το 1852 πηγαίνει για τελευταία φορά σε πανεπιστήμιο στη Χαϊδελβέργη. Εκεί χρησιμοποιούσε την ηλεκτρόλυση για να παραγάγει μαγνήσιο, αλουμίνιο, χρώμιο, μαγγάνιο, νάτριο, βάριο, λίθιο και ασβέστιο. Την ίδια χρονιά ήρθε σε συνεργασία με τον Χένρι Ένφιλντ Ρόσκο και έκαναν πειράματα σχετικά με το υδροχλώριο.

Το 1855 συνεργάζεται με τον Πίτερ Ντεσάγκα και εφευρίσκουν το λύχνο Μπούνσεν, ο οποίος παρήγαγε πολύ "καθαρή" φλόγα με τη χρήση υγραερίου.

Το 1859 τελειώνει η συνεργασία του με τον Ρόσκο και συνεργάζεται με τον Γκούσταβ Κίρχοφ. Τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς επινοεί μαζί με τον Ρώσο χημικό, μια πρωτότυπη φασματοσκοπική μέθοδο. Χρησιμοποίησαν νάτριο, λίθιο και κάλιο.