Ρωσοπερσικός πόλεμος (1651-1653)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ρωσοπερσικός πόλεμος (1651-1653)
Abbas II of Persia.jpg
Αμπάς Β΄ της Περσίας
Τόπος Βόρειος Καύκασος
Εδαφικές
μεταβολές
Όχι
Ηγετικά πρόσωπα
Απολογισμός
Η Ρωσία έχασε προσωρινά τμήμα της επιρροής της στον Βόρειο Καύκασο και τις ορεσίβιες φυλές, χωρίς ωστόσο σημαντικές απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό.
Η κατάληψη του φρουρίου ενίσχυσε τη θέση της Περσίας. Ο Σάχης της Περσίας αύξησε την πίεσή του στους ορεσίβιους κατασκευάζοντας νέα φρούρια

Ο ρωσοπερσικός πόλεμος 1651-1653 ήταν ένοπλη σύγκρουση μικρής σχετικά κλίμακας στον Βόρειο Καύκασο, που συνδέεται με τα σχέδια των Σαφαβιδών να ενισχύσουν τη θέση της δυναστείας στην περιοχή και να αποκλείσουν τη Ρωσία από οποιεσδήποτε εδαφικές διεκδικήσεις. Στρατεύματα των Σαφαβιδών και των συμμάχων τους (βαλί του Νταγκεστάν, Χαν του Ντερμπέντ) εξεστράτευσαν επανειλημμένα στα εδάφη που ελέγχονταν από τη ρωσική αυτοκρατορία. Το 1653 ο Αλέξιος της Ρωσίας σκέφτηκε να αποστείλει τον ρωσικό στρατό της Ζαποριζίας, αλλά δεν ήθελε να διασκορπίσει τις δυνάμεις του. Έστειλε πρεσβεία στην Περσία για ειρηνική διευθέτηση της σύγκρουσης. Ο Σαχ Αμπάς Β΄ της Περσίας συμφώνησε, δηλώνοντας ότι η σύγκρουση ξεκίνησε χωρίς τη συγκατάθεσή του.

Διεκδικήσεις και συγκρούσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η βασιλεία του Σαχ Αμπάς Β΄ είδε την έναρξη νέων εντάσεων ανάμεσα στις δύο χώρες που προκλήθηκαν από τους Κοζάκους και τους Λεζγκί. Είδε επίσης την αναγέννηση της διαμάχης για την κατασκευή φρουρίων, αιτία έριδας μεταξύ των δύο δυνάμεων ήδη από τις αρχές του δέκατου έκτου αιώνα, όταν οι Ρώσοι κατασκεύασαν τα πρώτα φρούριά τους στον Καύκασο. Επιπλέον, μεταξύ του 1641 και του 1645 ένας προστατευόμενος από τη Ρωσία υποψήφιος αναδείχθηκε νικητής του Ιρανού ομόλογού του στην προσπάθεια για την ηγεσία του Νταγκεστάν. Επίσης, το 1648 οι Ρώσοι κατήγγειλαν στο Ισφαχάν ότι οι Λεζγκί, τους οποίους θεωρούσαν Ιρανούς υπηκόους, είχαν την υποστήριξη των Τατάρων της Κριμαίας κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Αζόφ[1].

Περαιτέρω, o Χοσρό Χαν, (Khosrow Khan) ο κυβερνήτης του Σιρβάν έστειλε απειλητική επιστολή προς τον βοεβόδα (κυβερνήτη) του Αστραχάν, διαμαρτυρόμενος για μια σειρά από επιθέσεις των Κοζάκων του Αστραχάν και του Τέρκι, κατηγορώντας τον ως συνένοχο στις λεηλασίες. Προειδοποίησε, μάλιστα ότι ενδέχετο να χρειαστεί να αναλάβει στρατιωτική δράση, και να κατασχέσει τα προϊόντα των Ρώσων εμπόρων του Σαμάχι της πρωτεύουσας του Σιρβάν. Οι ρωσικές αρχές αποφάσισαν να διαμαρτυρηθούν και έστειλαν τον Μπουλγκάκοφ, ελάσσονα διπλωμάτη στο Ισφαχάν, για να παραδώσει αίτημα στον Αμπάς Β΄ να τιμωρήσει τον Χοσρό Χαν. Ωστόσο, το μόνο αποτέλεσμα αυτής της κίνησης ήταν να στείλει ο Χοσρό Χαν το 1649 και δεύτερη επιστολή, επαναλαμβάνοντας την προειδοποίησή του. Οι Ρώσοι έθεσαν το θέμα στον Ιρανό απεσταλμένο Μοχάμεντ Κουλί Μπεγκ (Mohammad Quli Beg) το 1650[2]. Η σύγκρουση κλιμακώθηκε όταν, την ίδια χρονιά, οι Κοζάκοι λεηλάτησαν 300 τομάν από ένα καραβάνι που μετέφερε εμπορεύματα από το Σιρβάν και το Νταγκεστάν, ένα περιστατικό που στοίχισε επίσης πολλές ζωές[3].

Το όλο θέμα αφορούσε ουσιαστικά στο ζήτημα της επέκτασης των ρωσικών φρουρίων στον ποταμό Σουλάκ και την κατασκευή νέων, ιδίως εκείνων που κατασκεύασαν οι Ρώσοι στις όχθες του ποταμού Τέρεκ για την υποστήριξη του Τεϊμουράζ Α΄ του Καχέτι, έκπτωτου ηγεμόνα της Γεωργίας, που είχε στραφεί στη Ρωσία για βοήθεια. Όταν ο Σαχ Αμπάς Β΄ πληροφορήθηκε την επέκταση των ρωσικών φρουρίων, αποφάσισε να δράσει, παρόλο που διαφαινόταν στον ορίζοντα νέα σύγκρουση με τους Μογγόλους για την Κανταχάρ. Ο σάχης απέστειλε εντολές στους διοικητές του Αρνταμπίλ, του Καραμπάχ και της Αστάρα, καθώς και σε άλλες περιοχές του Αζερμπαϊτζάν να αποστείλουν στρατεύματα για να βοηθήσουν τον Χοσρό Χαν. Οι συμμαχικές δυνάμεις, ενισχυμένες από διάφορα φυλετικά στρατεύματα, ανάμεσά τους τα σώματα του ηγεμόνα του Νταγκεστάν, του σαμκάλ Σουρκάι, του κυβερνήτη του Ντερμπέντ, το 1653 επιτέθηκαν στο φρούριο Σουντζά, διώχνοντας τους Ρώσους και καταστρέφοντάς το εκ θεμελίων[4].

Οι εκστρατείες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην πρώτη εκστρατεία του 1651 ο Χαν του Σαμάχι έλαβε εντολή από τον Σάχη να καταστρέψει το φρούριο Σουντζά και να βαδίσει προς το Αστραχάν. Συγκεντρώθηκαν 12.000 άνδρες από όλο το Νταγκεστάν, μαζί με 800 Πέρσες τακτικούς. Βάδισαν προς τον ποταμό Sunzha. Μεταξύ 25 Οκτωβρίου και 7ης Νοεμβρίου έγινε σειρά μαχών που κέρδισαν οι Ρώσοι. Μετά τη λεηλασία της χώρας Οι Νταγκeστανοί αποσύρθηκαν, παίρνοντας μαζί τους χιλιάδες άλογα, βοοειδή, πρόβατα και καμήλες και αιχμαλώτους.

Στη δεύτερη εκστρατεία, στις 7 Μαρτίου 1653 στρατός 20.000 Περσών τακτικών, Νογκάι και Νταγκεστανών ορεσίβιων πολιόρκησε το φρούριο Σουντζά. Στις 25 Μαρτίου οι εναπομείναντες της φρουράς κατάφεραν να ξεγλιστρήσουν και να φτάσουν στο Τέρκι. Ερημώνοντας τη γύρω περιοχή ο στρατός επέστρεψε στο Τάρκι του Νταγκεστάν (1 Απριλίου).

Ο Σάχης είχε προγραμματίσει και τρίτη εκστρατεία, αλλά τον πρόλαβαν οι Μογγόλοι με την πολιορκία της Κανταχάρ. Ρώσος πρεσβευτής μετέβη στην Περσία και διευθέτησε το θέμα (Απρίλιος-Οκτώβριος 1654). Στη Μόσχα ο Πέρσης πρεσβευτής είπε ότι ο Χαν του Σαμάχι ενήργησε με δική του πρωτοβουλία, αλλά δεν μπορούσε να τιμωρηθεί, επειδή είχε πεθάνει ξαφνικά.

Επίλυση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Αύγουστο του 1653 ο αυλικός πρίγκιπας Ιβάν Λομπανόφ-Ροστόφ και ο Ιβάν Καμίνιν ταξίδεψαν από την Αστραχάν στο Ιράν. Τον Απρίλιο του 1654 οι πρεσβευτές συναντήθηκαν με τον Σάχη στο Ιράν. το αποτέλεσμα των ρωσοπερσικών διαπραγματεύσεων και εξ ανάγκης συμβιβασμών εξαιτίας επικείμενων πολέμων και για τις δύο πλευρές, η σύγκρουση έσβησε. Τον Οκτώβρη του 1654 πρεσβευτές επέστρεψαν στην πατρίδα τους.

Παραπομπές σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Sartor, Wolfgang (1993). Die Wolga als internationaler Handelsweg für persische Rohseide im 17. und 18. Jahrhundert. (PhD dissertations, Free University Berlin). Free University Berlin, σελ. 82. 
  2. Zevakin, E.S. (1929). «Konflikt Rossii s Persiei v serednie XVII stoletiia». Azerbaidzhan v nachaleveka (Baku) 8/iv (XVIII): 24. 
  3. Vali Qoli Shamlu. Qesas al-khaqani. Ms. Or. 7656, fol. 324. British Library. 
  4. Matthee, Rudi (2013). «Rudeness and Revilement: Russian–Iranian Relations in the Mid- Seventeenth Century». Iranian Studies (London: Routledge) 46 (3): 333–357. doi:10.1080/00210862.2012.758500.