Ρωσοπερσικός πόλεμος (1804-1813)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ρωσοπερσικός πόλεμος (1804-1813)
Ρωσοπερσικοί πόλεμοι
Ναπολεόντειοι πόλεμοι
Livebridge.jpg
Πίνακας του Φραντς Ρουμπό (Franz Roubaud) που απεικονίζει επεισόδιο της σύγκρουσης κοντά στον ποταμό Ασκέρνα.
Χρονολογία 1804–1813
Τόπος Βόρειος Καύκασος, Νότιος Καύκασος, Βόρειο Ιράν
Αίτια Εδαφικές διαφορές
Έκβαση Ρωσική νίκη[1]
συνθήκη του Γκουλιστάν
Εδαφικές
μεταβολές
Η Ρωσία κρατά τις αμφισβητούμενες περιοχές. Η Περσία αναγκάζεται να παραχωρήσει εδάφη που αντιστοιχούν στη σημερινή Γεωργία το Νταγκεστάν, το μεγαλύτερο τμήμα του Αξερμπαϊτζάν και τμήματα της βόρειας Αρμενίας στη Ρωσία[2].
Αντιμαχόμενοι
Ηγετικά πρόσωπα
Δυνάμεις
48.000 πεζικό 21.000 άτακτοι ιππείς
50.000 σύγχρονο πεζικό, 20.000 άτακτοι ιππείς, 25.000 άλλοι σύμμαχοι

Ο ρωσοπερσικός πόλεμος (1804-1813) ήταν ένας από τους πολλούς πολέμους μεταξύ της περσικής και της ρωσικής αυτοκρατορίας και εκκίνησε εξαιτίας εδαφικών διαφορών. Ο νέος βασιλέας της Περσίας, Φαθ Αλί Σαχ Κατζάρ θέλησε να διεκδικήσει και να παγιώσει την περσική επικυριαρχία στις βορειότερες περιχές του βασιλείου, που είχαν προσαρτηθεί προσαρτηθεί από τον τσάρο Παύλο Α΄ αρκετά χρόνια μετά τον ρωσοπερσικό πόλεμο του 1796. Όπως ο Πέρσης ομόλογός του, ο τσάρος Αλέξανδρος ήταν επίσης νέος στον θρόνο και εξίσου αποφασισμένος να ελέγξει τα αμφισβητούμενα εδάφη.

Ο πόλεμος τελείωσε το 1813 με τη συνθήκη του Γκουλιστάν που παραχώρησε αμετάκλητα το αμφισβητούμενο έδαφος της Γεωργίας στην αυτοκρατορική Ρωσία, προσθέτοντας επιπλέον τα ιρανικά εδάφη του Νταγκεστάν, το σημερινό Αζερμπαϊτζάν, και μικρές περιοχές της Αρμενίας.

Αίτια και αφορμές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η προέλευση του πρώτου ρωσοπερσικού πολέμου ευρείας κίμακας επιχειρήσεων ανάγεται στην απόφαση του Τσάρου Παύλου να προσαρτήσει τη Γεωργία (Δεκέμβριος 1800) αφότου ο Ηράκλειος Β΄ της Γεωργίας, κυβερνήτης του Κάρτλι, έκανε έκκληση στη χριστιανική Ρωσία στη συνθήκη του Γκεοργκίεβσκ του 1783, για ενσωμάτωση στην αυτοκρατορία. Μετά τη δολοφονία του Παύλου Α΄ (11 Μαρτίου του 1801), η επιθετική πολιτική επί του θέματος συνεχίστηκε από τον διάδοχό του, τσάρο Αλεξάνδρο Α΄, με στόχο τον ρωσικό έλεγχο χανάτων του ανατολικού Καυκάσου. Το 1803, ο νεοδιορισθείς διοικητής των ρωσικών δυνάμεων στην περιοχή του Καυκάσου, ο Πάβελ, επιτέθηκε και κατέλαβε την ακρόπολη του Γκιαντζά στις 15 Ιανουαρίου 1804. Ο κυβερνήτης Γιαβάντ Χαν Καtζάρ, σκοτώθηκε και ένας μεγάλος αριθμός των κατοίκων σφάχτηκε. Ο Κατζάρος βασιλέας Φαθ Αλί Σαχ Κατζάρ, διείδε τη ρωσική απειλή για την Αρμενία, το Καραμπάχ και το Αζερμπαϊτζάν όχι μόνο ως πηγή αστάθειας στα βορειοδυτικά σύνορά του, αλλά και ως άμεση πρόκληση για την Δυναστεία των Κατζάρων[3].

Παραπομπές-σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Goldstein, Erik (1992). Wars and Peace Treaties: 1816 to 1991. London: Routledge, σελ. 67. ISBN 0-415-07822-9. 
  2. Dowling, Timothy C. (2014). Russia at War: From the Mongol Conquest to Afghanistan, Chechnya, and Beyond. Santa Barbara: ABC-Clio, σελ. 728–29. ISBN 1-59884-948-4. https://books.google.com/books?id=KTq2BQAAQBAJ&pg=PA728. 
  3. Daniel, Elton L.. «Golestān Treaty». Encyclopædia Iranica. http://www.iranicaonline.org/articles/golestan-treaty. Ανακτήθηκε στις 6 November 2011. 

Σχετική βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]