Ρωσοπερσικός πόλεμος (1796)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ρωσοπερσικός πόλεμος (1796)
Ρωσοπερσικοί πόλεμοι
Χρονολογία 1976
Τόπος βόρειος Καύκασος, νότιος Καύκασος
Αίτια Περσική επίθεση στη Γεωργία
Έκβαση Ρωσική απόσυρση
Αντιμαχόμενοι
Ηγετικά πρόσωπα
Δυνάμεις
50.000[1] (άλλες εκτιμήσεις υποθέτουν 30.000-40.000)[1]
Τυφεκιοφόροι Τοφανγκσί
Βασιλικό σύνταγμα του Μοχάμεντ Χαν
Φρουρά της Βόρειας Πόλης

Ο ρωσοπερσικός πόλεμος του 1796, ή περσική εκστρατεία της Μεγάλης Αικατερίνης, παράλληλα με την περσική εκστρατεία του Μεγάλου Πέτρου, ήταν ένας από τους ρωσοπερσικούς πολέμους του 18ου αιώνα, που δεν επέφερε μακροχρόνιες συνέπειες στα εμπλεκόμενη μέρη.

Το υπόβαθρο της σύγκρουσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο κατακερματισμός του Ιράν κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα ενθάρρυνε τους Ρώσους να εδραιώσουν την κυριαρχία τους στην περιοχή του Καυκάσου και τις περσικές επαρχίες της Κασπίας. Η πολιτική της Αικατερίνης περιελάμβανε συμμαχίες με τους χριστιανούς Γεωργιανούς και Αρμένιους στον Καύκασο προκειμένου να αναχαιτίσει την προέλαση των Οθωμανών. Το 1781 ρωσική αποστολή με επικεφαλής τον κόμη Βόινοβιτς έφθασε στο Αστραμπάντ προκειμένου να δημιουργήσει βάση-σταθμό στο δρόμο προς την Ινδία. Η ρωσική αποστολή έκτισε φρούριο στην ακτή του κόλπου του Αστραμπάντ αλλά μέσα σε λίγους μήνες αναγκάστηκε να το εγκαταλείψει εξαιτίας του Αγά Μοχάμεντ Χαν Καζάρ[2]. Ο Αγά Μοχάμεντ Χαν, ο ιδρυτής της δυναστείας Καζάρ προσπαθούσε να εδραιώσει την εξουσία του και επιθυμούσε διακαώς τα εδάφη του Καυκάσου και της Κασπίας. Ωστόσο, μην επιθυμώντας να εξωθήσει τους γείτονές του σε σύγκρουση, έστειλε απεσταλμένο του στην Αγία Πετρούπολη, αλλά η Αικατερίνη αρνήθηκε να τον δεχθεί, ανακοινώνοντας ότι δεν τον θεωρεί νόμιμο κυβερνήτη των επαρχιών Γκιλάν και Μαζανταράν[3].

Γενίκευση της σύρραξης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ρωσικές παρεμβάσεις στις υποθέσεις της περσικής αυτοκρατορίας συνεχίστηκαν την περίοδο 1785-1786, όταν ο κυβερνήτης του Γκιλάν, Χενταγιάτ-Αλλάχ Χαν Γκιλάνι, αντίπαλος του Αγά Μοχάμεντ Χαν, ζήτησε τη βοήθεια της ρωσικής αυτοκρατορίας όταν εκείνος προσπάθησε να αναλάβει τον έλεγχο του Γκιλάν. Σε αντάλλαγμα, οι Ρώσοι ζήτησαν από τον Χενταγιάτ-Αλλάχ Χαν να παραχωρήσει το λιμάνι του Αντζαλί. Βλέποντας ότι ο Αγά Μοχάμεντ Χαν δεν επιτίθεται, ο Χενταγιάτ-Αλλάχ Χαν αρνήθηκε τη ρωσική προστασία. Τότε, Ρώσοι αξιωματούχοι του Αντζαλί ζήτησαν από τον Αγά Μοχάμεντ Χαν να επιτεθεί στο Γκιλάν, υποσχόμενοι να τον στηρίξουν με τα όπλα. Ο ηττημένος Χενταγιάτ-Αλλάχ κατέφυγε στους Ρώσους, αλλά εκείνοι τον παρέδωσαν στον εχθρό του που τον θανάτωσε[3]. Η εύθραυστη συμμαχία μεταξύ των Ρώσων και του Αγά Μοχάμεντ Χαν κατέρρευσε όταν Ρώσος αξιωματούχος απαίτησε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό για τη βοήθειά του στην κατάκτηση του Γκιλάν και αρνήθηκε να μοιραστεί τους θησαυρούς του Χενταγιάτ-Αλλάχ, που ισχυριζόταν ότι είχε κατασχέσει. Οι Ρώσοι, στη συνέχεια υποστήριξαν τον Μορταζά Κολί Χαν Καζάρ, αντίπαλο αδελφό του Αγά Μοχάμεντ Χαν[4][5], ενώ Αγά Μοχάμεντ Χαν διέταξε τον αποκλεισμό των ρωσικών εγκαταστάσεων του Αντζαλί, διαταράσσοντας ουσιαστικά το ρωσικό εμπόριο.

Απειλούμενοι από τους Οθωμανούς και τον Αγά Μοχάμεντ Χαν, οι Γεωργιανοί ζήτησαν ρωσική προστασία και το 1783, υπεγράφη η συνθήκη της Γκεοργκίεφσκ, η οποία έθετε το Βασίλειο της Γεωργίας υπό ρωσική προστασία[6]. Το 1795, ο Αγά Μοχάμεντ Χαν, προσπαθώντας να επανενώσει την περσική αυτοκρατορία, επιτέθηκε στη Γεωργία και λεηλάτησε την Τιφλίδα. Εξαιτίας λανθασμένων αποφάσεων των τοπικών Ρώσων διοικητών, οι Ρώσοι δεν παρείχαν την παραμικρή βοήθεια για τους συμάχους τους. Το επόμενο έτος η Αικατερίνη απέστειλε εκστρατευτικό σώμα 10.000 - 30.000 ανδρών σε εκστρατεία εναντίον του Αγά Μοχάμεντ Χαν. Ο Βαλέριαν Ζούμποφ υπέταξε όλους τους χαν του ανατολικού Καυκάσου, αλλά η κατοχή διήρκεσε λιγότερο από ένα χρόνο. Η αναποτελεσματική επιμελητεία, ο ανεπαρκής σχεδιασμός, η έλλειψη γνώσης του εδάφους και η αναξιοπιστία των τοπικών χαν ανέστειλε την τελική επίθεση στο Γκιλάν[6][3]. Η ρωσική και η περσική στρατιά ποτέ δεν συναντήθηκαν στο πεδίο της μάχης. Τον Νοέμβριο του 1796 η Μεγάλη Αικατερίνη πέθανε και ο γιος της Παύλος Α΄ της Ρωσίας που απεχθανόταν τους Ζούμποφ διέταξε αμέσως να επιστρέψουν τα στρατεύματα από τον Καύκασο. Η όλη εκστρατεία κατέληξε σε δυσάρεστη αποτυχία για τους Ρώσους.

Παραπομπές σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Iranian-Russian Encounters: Empires and Revolutions Since 1800 σ. 51
  2. Andreeva, E. (2007). Russia and Iran in the great game: Travelogues and Orientalism. Routledge studies in Middle Eastern history 8. London: Routledge, σελ. 39. ISBN 9780415771535. 
  3. 3,0 3,1 3,2 Atkin, M. (1980). Russia and Iran, 1780-1828. Minneapolis: University of Minnesota Press., σελ. 34–37. ISBN 9780816609246. 
  4. Cronin, Stephanie.(2013). Iranian-Russian Encounters: Empires and Revolutions Since 1800 Routledge ISBN 978-0415624336 σ. 51
  5. Mikaberidze, Alexander. (2011) Conflict and Conquest in the Islamic World: A Historical Encyclopedia (2 volumes): A Historical Encyclopedia ABC-CLIO, ISBN 978-1598843378 σ. 763.
  6. 6,0 6,1 Allen, William E. D. (1971 reprint). A History of Georgian People from the Beginning down to the Russian Conquest in the Nineteenth Century. New York: Barnes & Noble, σελ. 210–214. ISBN 0-7100-6959-6.