Ελληνικό Σύνταγμα του 1822

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Το ελληνικό Σύνταγμα του 1822 ήταν σύνταγμα που υιοθετήθηκε από την Πρώτη Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου την 1η Ιανουαρίου 1822. Επισήμως ονομαζόταν Προσωρινό Πολίτευμα της Ελλάδος. Ήταν μια προσπάθεια επίτευξης προσωρινής κυβερνητικής και στρατιωτικής οργάνωσης μέχρι την ίδρυση ενός ανεξάρτητου κράτους.

Αντικατέστησε πολλά κείμενα που είχαν εγκριθεί από τοπικές επαναστατικές επιτροπές, όπως ο Οργανισμός της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος, ο Άρειος Πάγος της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδας και η Πελοποννησιακή Γερουσία. Αυτές οι επιτροπές είχαν σχηματιστεί το προηγούμενο έτος, το οποίο έτος έναρξης της επανάστασης. Το Σύνταγμα ήταν κυρίως το έργο του Ιταλού, Βικέντζο Γαλλίνα και σκόπιμα απέφυγε τις φιλελεύθερες και δημοκρατικές πολιτικές.

Όσον αφορά τον σχηματισμό δύο οργάνων της διοίκησης, υιοθετήθηκε ένα πολυκεντρικό μοντέλο με τη σύνθεση δύο νομοθετικών σωμάτων (συμβουλευτικής και εκτελεστικής εξουσίας) που είχαν καθήκοντα ασαφώς καθορισμένα.

Ιστορικό πλαίσιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σύγκληση της Εθνοσυνέλευσης θεωρείται αποτέλεσμα του περιορισμού της επανάστασης στο στενό πλαίσιο της κυρίως Ελλάδας, εφόσον το ευρύ σχέδιο που οραματίζονταν οι Φιλικοί άρχισε να ατροφεί. Έτσι, αυτό που πρόβαλλε ως κρίσιμο στα τότε ιστορικά συμφραζόμενα ήταν ο σχηματισμός κυβέρνησης.[1] Σύμφωνα όμως με αντίθετη άποψη, ο στόχος της Συνέλευσης της Επιδαύρου ήταν να αποκρυσταλλωθεί η θέληση του έθνους, καθώς απουσίαζαν πρόσωπα που θα μπορούσαν να θεωρηθούν καθολικοί εκφραστές των ετερόκλιτων ομάδων που συμμετείχαν στην Επανάσταση. Η ηγεσία ήταν αναγκαίο να επικεντρωθεί στην αρμονική συνεργασία των διάφορων κοινωνικών στοιχείων, την οποία μόνο οι συνελεύσεις μπορούσαν να εγγυηθούν ως ιδανικές για την προβολή των συμφερόντων κάθε κοινωνικής ομάδας.[2]

Ο Δημ. Υψηλάντης συγκάλεσε συνέλευση πρώτα στο Άργος, ύστερα όμως από παρότρυνση του Μαυροκορδάτου, προτιμήθηκε η Πιάδα, στην οποία δεν υπήρχαν στρατιωτικές συγκρούσεις και απείχε λίγες μόνο ώρες από την Επίδαυρο.[3] Το χρονικό αυτό σημείο είναι καταλυτικό, γιατί αποτελεί την αφετηρία της μορφοποίησης και της οργάνωσης του ελληνικού κράτους.[4] Το κλίμα που επικρατεί είναι πανηγυρικό, ενδεικτικό της ιστορικής συγκυρίας και του μεγέθους της επιτυχίας που κατήγαγαν τα στρατεύματα. Ο Νικόλαος Δραγούμης, που βίωσε τα γεγονότα εκ του σύνεγγυς, αποτυπώνει την εικόνα του ξέφρενου ενθουσιασμού στο έργο του Ιστορικές Αναμνήσεις: «[...] αδυνατούσι (ενν. οι παρευρισκόμενοι) να φαντασθώσι τον έξαλλον ενθουσιασμόν του έθνους, ότε, μετά τυραννίαν τετρακοσίων σχεδόν ετών, συνήρχετο δι' αντιπροσώπων ίνα βουλευθή κυριαρχικώς περί των οικείων συμφερόντων».[5] Οι 60 πληρεξούσιοι της συνέλευσης παίρνουν το χρίσμα κατά βάση από τοπικές συνελεύσεις ή ορίζονται από τους πρόκριτους[6], οι οποίοι υπερτερούν αριθμητικά σε βάρος των στρατιωτικών.[7] Εξάλλου, είναι χαρακτηριστική είναι η υπερεκπροσώπηση των προεστών, αποτέλεσμα της πολιτικής εξουδετέρωσης του Δημητρίου Υψηλάντη.[8][9]

Η συνέλευση εκλέγει πρόεδρο τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και ακολούθως ορίζει δωδεκαμελή επιτροπή, που επιφορτίζεται με την κατάρτιση ενός προκαταρκτικού σχεδίου Συντάγματος. Τα μέλη της επιτροπής προέρχονται από την Πελοπόννησο, τη Στερεά Ελλάδα και τα νησιά Ύδρα, Σπέτσες, Ψαρά και Κάσος.[10] Αποφασιστική συμβολή στη διαμόρφωση του συνταγματικού κειμένου έχουν οι νομοτεχνικές γνώσεις του φυγάδα επαναστάση της Σαρδηνίας Βικέντιου Γαλλίνου.[11]

Την πρωτοχρονιά του 1822 η Εθνοσυνέλευση διακήρυξε την ανεξαρτησία του ελληνικού έθνους. Η πρώτη αυτή πράξη αποτέλεσε τη θρυαλλίδα για τις μετέπειτα κινήσεις που θα ακολουθήσει η επαναστατημένη Ελλάδα. Στη διακήρυξη αναγράφεται: «Το ελληνικόν έθνος, το υπό τη φρικώδη οθωμανικήν δυναστείαν, μη δυνάμενον να φέρη τον βαρύτατον απαραδειγμάτιστον ζυγόν της τυραννίας και αποσείσαν αυτόν με μεγάλας θυσίας, κηρύττει σήμερον διά των νομίμων παραστατών του εις εθνικήν συνειγμένην συνέλευσιν ενώπιον θεού και ανθρώπων την πολιτικήν αυτού ύπαρξιν και ανεξαρτησίαν».[12] Η διεξαγωγή πολέμου κατά της Οθωμανικής αυτοκρατορίας κηρύσσεται στη βάση των κανόνων του φυσικού δικαίου.[13] Συμπληρωματικά, ο χαρακτηρισμός του πολιτεύματος ως προσωρινού έχει ως απώτερο στόχο τον κατευνασμό των αντιδράσεων που εξέφρασε στο συνέδριο του Λάυμπαχ, τον Απρίλιο του 1821, η Ιερά Συμμαχία. Τότε είναι που διακινείται η φήμη ότι η Επανάσταση εξερράγη με τη συνδρομή των Ιταλών καρμπονάρων, που οργανώνουν επαναστατικά κινήματα στην Ιταλία.[14] Πάντως, σύμφωνα με τον Παπαρρηγόπουλο «είναι το κάλλιστον της συνελεύσεως ταύτης έργον και το κάλλιστον ίσως έγγραφον εξ όσων ποτέ επί 60 έτη εξέδωκεν η ελληνική συνέλευσις ή κυβέρνησις».

Περιεχόμενο των συνταγματικών διατάξεων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το συνταγματικό κείμενο εξακτινώνεται σε 110 παραγράφους που με τη σειρά τους χωρίζονται σε «τίτλους» και «τμήματα», σύμφωνα με το αντίστοιχο γαλλικό πρότυπο. Σε γενικές γραμμές τα ατομικά δικαιώματα εξαγγέλλονται με λακωνικό και συνοπτικό τρόπο, ενώ η αρχή της ισότητας, που αποτελεί τη ραχοκοκαλιά των συνταγματικών διατάξεων, καταλαμβάνει τουλάχιστον τέσσερεις παραγράφους. Η συγκεκριμένη παρουσίαση θα υπάρξει έκτοτε σταθερό σημείο αναφοράς όλων των ελληνικών συνταγμάτων, καθώς αποτύπωνε την υπεροχή της ισότητας έναντι της ελευθερίας. Ο εξισωτικός λόγος του Ρουσσώ είχε τεράστια απήχηση σε σύγκριση με το φιλελεύθερο αφήγημα του Βολταίρου.[15]

  • Το πρώτο μέρος ασχολήθηκε με τα θρησκευτικά και αστικά δικαιώματα των Ελλήνων και απεφάνθη για την κυριαρχία της Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας και ρύθμιζε ορισμένα σημαντικά ανθρώπινα δικαιώματα.
  • Το δεύτερο μέρος αφορούσε διοικητικά ζητήματα
  • Το τρίτο μέρος περιγράφονται τα καθήκοντα του νομοθέτη
  • Το τέταρτο μέρος περιέγραψε τα καθήκοντα της εκτελεστικής εξουσίας

Αποτίμηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το σύνταγμα θεωρείται ως φιλελεύθερο και δημοκρατικό, αν και αποτελούσε συμβιβασμό μεταξύ των στρατιωτικών ηγετών της Επανάστασης και των γαιοκτημόνων που κυριάρχησαν στην Πρώτη Εθνοσυνέλευση. Η δημιουργία ενός εκτελεστικού και ενός νομοθετικού σώματος δείχνει την επιθυμία των δύο αυτών κέντρων εξουσίας να διατηρήσουν μια πολιτική ισορροπία. Σε κάθε περίπτωση, οι ανάγκες και οι δυσκολίες της επανάστασης εμπόδισαν την πλήρη εφαρμογή του Συντάγματος.


Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Γ. Ασπρέα, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, εκδόσεις "Χρήσιμα Βιβλία", τόμος Α', σελ. 23-24
  2. John A. Petropoulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), εκδόσεις Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης, σελ. 61
  3. Γ. Ασπρέα, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, εκδόσεις "Χρήσιμα Βιβλία", τόμος Α', σελ. 23-24
  4. Παντελής, Αντώνης (2019). Εγχειρίδιο Συνταγματικού Δικαίου. Λιβάνης. σελ. 194. 
  5. Νικόλας Δραγούμης, Ιστορικαί Αναμνήσεις, Ερμής, 1973, σελ 30-31
  6. Τ. Βουρνά, Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας 1821-1909, Εκδόσεις Τολίδη, σελ. 107
  7. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, εκδόσεις ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ, τόμος ΙΒ' σελ. 197-202
  8. Αλιβιζάτος, Νίκος (2019). Το σύνταγμα και οι εχθροί του στη νεοελληνική ιστορία. ΠΟΛΙΣ. σελ. 43. 
  9. Δ. Φωτιάδη, Η Επανάσταση του '21, εκδόσεις Μέλισσα, τόμος 1ος, σελ. 192
  10. Ν. Δραγούμης, Ιστορικαί Αναμνήσεις, εκδόσεις Ερμής, τόμος Α' σελ. 31
  11. Παντελής, Αντώνης (2019). Εγχειρίδιο συνταγματικού δικαίου. Λιβάνης. σελ. 193. 
  12. Γ. Κορδάτου, Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, εκδόσεις 20ός αιώνας, τόμος X, σελ. 376
  13. Κ.Σ.Ι. σελ. τόμος α΄, σελ. 30. 
  14. Παντελής, Αντώνης (2019). Εγχειρίδιο συνταγματικού δικαίου. Λιβάνης. σελ. 195. 
  15. Αλιβιζάτος, Νίκος (2019). Το σύνταγμα και οι εχθροί του στη νεοελληνική ιστορία. ΠΟΛΙΣ. σελ. 43.