Ελληνική συνταγματική αναθεώρηση του 1986

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η συνταγματική αναθεώρηση του 1986 προτάθηκε για να περιορίσει τις εξουσίες του Προέδρου της Δημοκρατίας. Παρόλο που ο πρόεδρος είχε σημαντικές αρμοδιότητες βάσει του Συντάγματος του 1975, στην πράξη οι Έλληνες πρόεδροι περιορίστηκαν στον εθιμοτυπικό, ρυθμιστικό ρόλο τους. Αν και οι λεγόμενες "υπερεξουσίες" είχαν σε μεγάλο βαθμό ένα συμβολικό και πρακτικά διακοσμητικό χαρακτήρα, παρά ταύτα, λόγω της απλής ύπαρξής τους, επηρέασαν την εξέλιξη της πολιτικής κατάστασης κατά την πρώτη προεδρία του Κωνσταντίνου Καραμανλή ως Προέδρου της Δημοκρατίας με την κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου.

Μέσω αυτής της αναθεώρησης, οι αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας -κυρίως εκείνες χωρίς υπουργική προσυπογραφή- περιορίστηκαν σε σημαντικό βαθμό, ώστε ο Πρόεδρος να μη μπορεί να συγκρουστεί με την κοινοβουλευτική πλειοψηφία[1]. Παρά τις πολιτικές εντάσεις εκείνης της περιόδου, το αναθεωρημένο Σύνταγμα, το οποίο εισήγαγε ένα καθαρό κοινοβουλευτικό κυβερνητικό σύστημα, έγινε αποδεκτό από όλες τις πολιτικές δυνάμεις.

Στις 6 Μαρτίου 1986, σύμφωνα με το άρθρο 110 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι οι διατάξεις του Συντάγματος υπόκεινται σε αναθεώρηση εκτός από εκείνες, που καθορίζουν τη μορφή της κυβέρνησης ως κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας καθώς και ορισμένες άλλες διατάξεις, η Στ' Αναθεωρητική Βουλή εξέδωσε το Α' ψήφισμα, με το οποίο τροποποίησε έντεκα άρθρα εντοπισμένα μεταξύ του πρώτου και δεύτερου Κεφαλαίου, του Β' Τμήματος, του Γ' Μέρους του Ελληνικού Συντάγματος, που αφορούν την ανάδειξη, τις εξουσίες και την ευθύνη από τις πράξεις του Προέδρου, ως εξής:

Περίληψη των συνταγματικών τροποποιήσεων του 1986
Κεφάλαιο πρώτο: Ανάδειξη του Προέδρου
Αναθεωρητέα διάταξη Αποτέλεσμα μετά την αναθεώρηση
Άρθρο 32 §§1, 4
  • Καθιέρωση ονομαστικής αντί μυστικής ψηφοφορίας για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας τόσο στις πρώτες ψηφοφορίες όσο και στις επόμενες ψηφοφορίες, εφόσον προκληθεί διάλυση βουλής, προκήρυξη εκλογών και σύσταση νέας βουλής.

Η πρόβλεψη της διάλυσης της βουλής εάν δεν επιτευχθεί η απαιτούμενη πλειοψηφία στην τρίτη ψηφοφορία, καταργήθηκε από την Θ΄ Αναθεωρητική Βουλή, το 2019.

§2 Η αναφορά της προεδρικής αρμοδιότητας, ύστερα από άκαρπη τρίτη ψηφοφορία για την εκλογή νέου Προέδρου, να υπογράφεται το διάταγμα διάλυσης της βουλής υπό του εν ενεργεία Προέδρου μόνου, μεταφέρθηκε σε επόμενο άρθρο, χωρίς τη ρητή ανάθεση της αρμοδιότητας της υπογραφής αυτού του διατάγματος υπό του Προέδρου της Βουλής ελλείψει του Προέδρου της Δημοκρατίας.
Κεφάλαιο δεύτερο: Εξουσίες και ευθύνη από τις πράξεις του Προέδρου
Αναθεωρητέα διάταξη Αποτέλεσμα μετά την αναθεώρηση
Άρθρο 35 §1
  • Κατάργηση της αρμοδιότητας του νέου πρωθυπουργού να προσυπογράψει το διάταγμα παύσης της προηγούμενης κυβέρνησης, εφόσον ο προηγούμενος πρωθυπουργός αρνείται να την προσυπογράψει.
  • Ανάθεση προεδρικής αρμοδιότητας, σε περίπτωση απαλλαγής της Κυβέρνησης των καθηκόντων της, το σχετικό διάταγμα να υπογράφεται μόνο από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, εάν αρνηθεί να προσυπογράψει ο απερχόμενος πρωθυπουργός.
§2
  • Κατάργηση των άνευ προσυπογραφής προεδρικών πράξεων σύγκλησης του Υπουργικού Συμβουλίου και του θεσμοθετημένου, συμβουλευτικού του Προέδρου οργάνου, του Συμβουλίου της Δημοκρατίας.
  • Κατάργηση των άνευ προσυπογραφής προεδρικών διαταγμάτων περί διάλυσης της Βουλής, ύστερα από προφανή δυσαρμονία προς το λαϊκό συναίσθημα, και περί προκήρυξης δημοψηφίσματος επί κρισίμων θεμάτων.
  • Πρόβλεψη των άνευ προσυπογραφής προεδρικών διαταγμάτων περί διάλυσης της Βουλής, ύστερα από δύο παραιτήσεις ή καταψηφίσεις κυβερνήσεων στην ίδια κοινοβουλευτική περίοδο και εφόσον δεν υπάρχει κοινοβουλευτική σύνθεση για κυβερνητική σταθερότητα, εφόσον αρνείται να προσυπογράψει ο πρωθυπουργός και της διάλυσης της Βουλής, ύστερα από την κανονική λήξη της κοινοβουλευτικής περιόδου, εφόσον αρνείται να προσυπογράψει το υπουργικό συμβούλιο.
§3
  • Πρόβλεψη προσυπογραφής του διατάγματος προκήρυξης του νομοθετικού δημοψηφίσματος από τον Πρόεδρο της Βουλής.
Άρθρο 37 §§2-4 Αναδιάταξη εδαφίων των παραγράφων, που αφορούν στη διαδικασία ανάδειξης αρχηγού από κοινοβουλευτική ομάδα, στην εξαιρετική περίπτωση, όπου το κόμμα αυτής στερείται αρχηγού και εκπροσώπου ή ο αρχηγός αυτού δεν εξελέγη βουλευτής, ώστε να λάβει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης ή διερευνητική εντολή. Καθορισμός του χρονικού πλαισίου ανάθεσης της εντολής.
§3
  • Κατάργηση της προεδρικής ευχέρειας, εφόσον η διερευνητική εντολή του πρώτου σε κοινοβουλευτική δύναμη κόμματος απέτυχε, είτε να ανατίθεται δεύτερη διερευνητική εντολή στον αρχηγό του δεύτερου κόμματος, είτε να διορίζεται πρωθυπουργός ένα κοινοβουλευτικό ή εξωκοινοβουλευτικό πρόσωπο, μετά από σχετική γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Δημοκρατίας.
  • Ανάθεση δέσμιας προεδρικής αρμοδιότητας να ανατίθενται διαδοχικά διερευνητικές εντολές στους αρχηγούς κομμάτων έως ότου τελεσφορήσει μια, αλλιώς να διορίζεται πρωθυπουργός ο προτεινόμενος από μια οικουμενική κυβέρνηση προς διενέργεια εκλογών, αλλιώς να διορίζεται υπηρεσιακός πρωθυπουργός με ευχέρεια επιλογής μεταξύ ενός εκ των προέδρων των τριών ανώτατων δικαστηρίων της χώρας ευρείας αποδοχής προς διενέργεια εκλογών.
Άρθρο 38 §1
  • Κατάργηση της προεδρικής ευχέρειας, εφόσον παραιτήθηκε ο πρωθυπουργός ή απώλεσε την εμπιστοσύνη η κυβέρνηση, είτε να ανατίθεται εντολή σχηματισμού νέας κυβέρνησης σε άλλο βουλευτή, είτε να διορίζεται πρωθυπουργός ένα κοινοβουλευτικό ή εξωκοινοβουλευτικό πρόσωπο για να διενεργήσει εκλογές.
  • Ανάθεση προεδρικής αρμοδιότητας να διορίζεται νέος πρωθυπουργός, εφόσον η Κυβέρνηση παραιτήθηκε ή απώλεσε την εμπιστοσύνη της, ο αρχηγός άλλου κόμματος, ακολουθώντας τη διαδικασία των διερευνητικών εντολών.
§2
  • Κατάργηση της προεδρικής πρωτοβουλίας να παύεται η Κυβέρνηση μετά από σχετική γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Δημοκρατίας.
  • Πρόβλεψη προεδρικής αρμοδιότητας να διορίζεται νέος πρωθυπουργός ο προτεινόμενος της κοινοβουλευτικής ομάδας, στην οποία ανήκε ο προηγούμενος πρωθυπουργός, εφόσον ο τελευταίος έχει εκλείψει ή παραιτηθεί (για προσωπικούς λόγους), ενώ συντηρείται η Κυβέρνηση.

Αυτή η διάταξη τροποποιήθηκε πάλι από την Ζ' Αναθεωρητική Βουλή το 2001.

§3
  • Κατάργηση της προεδρικής πρωτοβουλίας να συγκαλείται το Υπουργικό Συμβούλιο υπό την προεδρία του, σε έκτακτες περιστάσεις.
Άρθρο 39 §§1-2
  • Κατάργηση της προεδρικής πρωτοβουλίας να συγκαλείται το Συμβούλιο της Δημοκρατίας διά καταργήσεως του θεσμού αυτού.
Άρθρο 41 §1
  • Κατάργηση της προεδρικής πρωτοβουλίας να διαλύεται η Βουλή, μετά από σχετική γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Δημοκρατίας, για προφανή δυσαρμονία της βουλής προς το λαϊκό αίσθημα.
  • Ανάθεση προεδρικής πρωτοβουλίας να διαλύεται η Βουλή, εφόσον κατά την τρέχουσα κοινοβουλευτική περίοδο έχουν παραιτηθεί ή καταψηφισθεί δύο κυβερνήσεις και η κοινοβουλευτική σύνθεση δεν εξασφαλίζει κυβερνητική σταθερότητα, οπότε, η τελευταία κυβέρνηση αναλαμβάνει τη διενέργεια εκλογών. Αλλιώς, ακολουθείται η διαδικασία των διερευνητικών εντολών.
§2 Αναδιάταξη διάταξης, που προβλέπει, ότι Βουλή, η οποία συστάθηκε ύστερα από διαλυθείσα βουλή, κατόπιν κυβερνητικής πρότασης, για ανανέωση της λαϊκής εντολής, προκειμένου να αντιμετωπιστεί εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας, αποκλείεται να διαλυθεί ξανά για το ίδιο θέμα.
§4
  • Κατάργηση της προεδρικής πρωτοβουλίας να υπογράφεται διάταγμα διάλυσης της Βουλής, μετά από σχετική γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Δημοκρατίας.
  • Οι εξαιρέσεις στον κανόνα της απαγόρευσης διάλυσης της Βουλής, πριν παρέλθει ένα έτος από την έναρξη των εργασιών της, διαφοροποιούνται. Έτσι επιτρέπεται η σύντομη διάλυση της βουλής: α) όταν στην ίδια κοινοβουλευτική περίοδο έχουν παραιτηθεί ή καταψηφισθεί δύο κυβερνήσεις και η κοινοβουλευτική σύνθεση δεν εξασφαλίζει κυβερνητική σταθερότητα, β) αφού διαπιστωθεί η αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης, που να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Βουλής, ύστερα από άκαρπη διαδικασία ανάθεσης διερευνητικών εντολών.
Δηλώνεται ρητά, ότι το διάταγμα διάλυσης βουλής σε κάθε περίπτωση (όχι μόνο εκείνης με κυβερνητική πρωτοβουλία), υποχρεωτικά πρέπει να διαλαμβάνει την προκήρυξη εκλογών μέσα σε τριάντα ημέρες και τη σύγκληση της νέας Βουλής μέσα σε τριάντα ημέρες από αυτές.
Άρθρο 42 §§1-3
  • Κατάργηση της νομοθετικής προεδρικής αρμοδιότητας να κυρώνονται (ή να ακυρώνονται) οι νόμοι, που ψηφίζει η Βουλή.
  • Αυτή η αρμοδιότητα ανατίθεται αποκλειστικά και μόνο στη Βουλή.

Στο εξής, ο Πρόεδρος δύναται μόνο να τους ελέγχει τυπικά (δηλ. ως προς τη νομιμότητά τους) και όχι ουσιαστικά (δηλ. ως προς τη σκοπιμότητά τους) διατηρώντας την άσκηση των διοικητικών αρμοδιοτήτων είτε της έκδοσης και δημοσίευσης τους είτε της αιτιολογημένης αναπομπής αυτών στη Βουλή για ενδεχόμενη επαναψήφισή τους με αυξημένη πλειοψηφία (αυτή της απόλυτης πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών).

Άρθρο 43 §3
  • Κατάργηση της προεδρικής αρμοδιότητας, ύστερα από γνωμοδότηση ανώτατου συμβουλίου αποτελούμενου εν μέρει από δικαστικούς λειτουργούς, να εκδίδονται οργανωτικά διατάγματα, που ρύθμιζαν θέματα σχετικά με την εσωτερική αποκλειστικά διάρθρωση και λειτουργία των κρατικών υπηρεσιών και των δημόσιων οργανισμών.
Άρθρο 44 §2, εδ. α΄
  • Κατάργηση της προεδρικής πρωτοβουλίας να προκηρύσσεται συμβουλευτικό δημοψήφισμα για κρίσιμο εθνικό θέμα.
  • Μετάθεση αυτής της πρωτοβουλίας στο Υπουργικό Συμβούλιο και της απόφασης στη Βουλή, η οποία αποφασίζει με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των μελών της.
§2, εδ. β΄
  • Πρόβλεψη νομοθετικού δημοψηφίσματος για ψηφισμένα νομοσχέδια, που ρυθμίζουν σοβαρό κοινωνικό ζήτημα, εκτός από τα δημοσιονομικά, εφόσον αυτό αποφασιστεί από τα τρία πέμπτα του συνόλου των βουλευτών, ύστερα από πρόταση των δύο πέμπτων του συνόλου. Απαγόρευση εισαγωγής δεύτερης πρότασης για νομοθετικό δημοψήφισμα μέσα στην ίδια βουλευτική περίοδο. Η προθεσμία για την έκδοση και δημοσίευση του υπερψηφισμένου νομοσχεδίου αρχίζει από την ημέρα διεξαγωγής του δημοψηφίσματος.
§3
  • Κατάργηση της προεδρικής πρωτοβουλίας να απευθύνονται διαγγέλματα προς το λαό σε εντελώς εξαιρετικές περιστάσεις, χωρίς προηγουμένως να τεθεί πρωθυπουργική προσυπογραφή.
Άρθρο 47 §3
  • Κατάργηση της προεδρικής αρμοδιότητας να εκδίδονται διατάγματα αμνηστίας πολιτικών εγκλημάτων ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου.
  • Ανάθεση αυτής της αρμοδιότητας στη Βουλή, η οποία αποφασίζει την παροχή αμνηστίας δια νόμου, που ψηφίζεται από τα τρία πέμπτα του όλου αριθμού των βουλευτών.
Άρθρο 48 §§1, 4
  • Κατάργηση της προεδρικής αρμοδιότητας να εκδίδεται διάταγμα, προσυπογεγραμμένο από το Υπουργικό Συμβούλιο ή τον πρωθυπουργό, περί αναστολής ορισμένων συνταγματικών διατάξεων στο σύνολο ή σε τμήμα της επικράτειας, σύστασης εξαιρετικών δικαστηρίων και εφαρμογής του ισχύοντος νόμου περί καταστάσεως πολιορκίας, λόγω πολέμου ή εσωτερικών απειλών, διάταγμα το οποίο είχε ισχύ έως ότου λήξει ο πόλεμος, ή ανακληθεί με άλλο προεδρικό διάταγμα, ή σε κάθε άλλη περίπτωση μετά από τριάντα ημέρες ή παρατείνονταν μόνο με σχετική απόφαση της πλειοψηφίας των παρόντων βουλευτών, ακόμη και μετά τη διάλυση ή τη λήξη της θητείας της βουλής.
  • Ανάθεση αυτής της αρμοδιότητας στη Βουλή. Η απόφαση λαμβάνεται με πλειοψηφία των τριών πέμπτων, κατόπιν κυβερνητικής πρότασης και δημοσιεύεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Στην εξαιρετική περίπτωση, όπου δεν υφίσταται Βουλή ή δεν είναι εφικτό να συγκληθεί άμεσα, η αρμοδιότητα ανατίθεται στον Πρόεδρο, ο οποίος εκδίδει το σχετικό διάταγμα με πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, το οποίο θα πρέπει να έρθει προς έγκριση στη Βουλή το συντομότερο δυνατό και όχι αργότερα από δεκαπέντε ημέρες, ακόμη και εάν έληξε η βουλευτική περίοδος. Τα μέτρα αίρονται αυτοδικαίως μετά τη λήξη του πολέμου ή σε κάθε άλλη περίπτωση μετά την παρέλευση δεκαπέντε ημερών, εφόσον μετά το διάστημα αυτό δεν ανανεωθεί η απόφαση παράτασης των μέτρων με πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, ακόμη και μετά τη διάλυση ή τη λήξη της θητείας της βουλής.
§2
  • Κατάργηση της προεδρικής αρμοδιότητας, προκειμένου να αντιμετωπιστούν επείγουσες ανάγκες και να αποκατασταθεί ταχύτερα η λειτουργία των συνταγματικών θεσμών, να εκδίδονται διατάγματα με τα αναγκαία κανονιστικά και νομοθετικά μέτρα.
  • Αναγνώριση της προεδρικής αρμοδιότητας να εκδίδονται πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, κατόπιν κυβερνητικής πρότασης, οι οποίες οφείλουν να υποβληθούν προς κύρωση στη βουλή εντός δεκαπέντε ημερών από τη δημοσίευσή τους και να ψηφιστούν εντός δεκαπέντε ημερών από την υποβολή τους, αλλιώς παύουν να ισχύουν. Πρόβλεψη απαγόρευσης η τροποποίηση του νόμου κατάστασης πολιορκίας ενόσω αυτός εφαρμόζεται.

Επίσης, με το Β' ψήφισμα, που ακολούθησε, αποδόθηκε το αναθεωρημένο κείμενο στη δημοτική. Η επόμενη αναθεώρηση πραγματοποιήθηκε από την Ζ΄ Αναθεωρητική Βουλή το 2001.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΑΝΤΩΝΗΣ, "ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ. ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ - ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ - ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ - ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ", σελίδα 318.