Πολιορκία της Κωνσταντινούπολης (860)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης του 860 ήταν η μόνη μεγάλη στρατιωτική εκστρατεία του Χαγανάτου των Ρως, που καταγράφηκε σε Βυζαντινές και Δυτικο-ευρωπαϊκές πηγές. Το casus belli ήταν η κατασκευή του φρουρίου Σάρκελ από Ρωμαίους μηχανικούς, που περιόριζε την εμπορική οδό των Ρως κατά μήκος του ποταμού Δον, υπέρ των Χαζάρων. Οι αναφορές διαφέρουν μεταξύ σύγχρονων και μεταγενέστερων πηγών και το αποτέλεσμα είναι άγνωστο στις λεπτομέρειές του.

Είναι γνωστό από τις Ρωμαϊκές πηγές ότι οι Ρως βρήκαν την Κωνσταντινούπολη απροετοίμαστη, καθώς η Αυτοκρατορία ήταν απασχολημένη με τους συνεχιζόμενους Αραβο-Βυζαντινούς πολέμους και δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στην επίθεση, τουλάχιστον στην αρχή. Μετά τη λεηλασία των προαστίων της Ρωμαϊκής πρωτεύουσας, οι Ρως υποχώρησαν, αν και η φύση αυτής της απόσυρσης και μάλιστα ποια πλευρά ήταν νικηφόρα, συζητείται. Το συμβάν έδωσε υλικό για μία μεταγενέστερη Ορθόδοξη Χριστιανική παράδοση, η οποία αποδίδει την απελευθέρωση της Κωνσταντινούπολης σε μία θαυματουργή επέμβαση του Θεοτόκου.

Οι Ρως κάτω από τα τείχη του Τσάργκραντ (Κωνσταντινούπολης). Λεπτομέρεια από μεσαιωνική Ρωσική εικόνα.

Το ιστορικό πλαίσιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη αναφορά για τους Ρως κοντά στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία προέρχεται από τη Ζωή του Αγίου Γεωργίου από την Άμαστρη, έναν βίο αγίου, έργο του οποίου η χρονολόγηση συζητείται. Οι Ρωμαίοι είχαν έρθει σε επαφή με τους Ρως το 839. Ο χρόνος της επίθεσης υποδηλώνει ότι οι Ρως είχε ενημερωθεί για την αδυναμία της Πόλης, κάτι που αποδεικνύει ότι οι εμπορικές και επικοινωνιακές γραμμές δεν έπαυσαν να υφίστανται στις δεκαετίαες του 840 και του 850. Παρ 'όλα αυτά, η επίθεση από τους Ρως το 860 ήρθε ως έκπληξη. Ήταν κάτι τόσο ξαφνικό και αιφνιδιο, "σαν ένας σμήνος σφήκες" όπως το διατύπωσε ο Φώτιος. [1] Η Αυτοκρατορία αγωνιζόταν να αποκρούσει την εξάπλωση των Αββασιδών στη Μικρά Ασία. Τον Μάρτιο του 860 η φρουρά του καίριου φρουρίου Λούλου είχε παραδοθεί απροσδόκητα στους Άραβες. Τον Απρίλιο ή τον Μάιο οι δύο πλευρές είχαν ανταλλάξει αιχμάλωτους και οι εχθροπραξίες σταμάτησαν για λίγο. Ωστόσο στις αρχές Ιουνίου, ο Αυτοκράτορας Μιχαήλ Γ΄ έφυγε από την Κωνσταντινούπολη στη Μικρά Ασία για να εισβάλει στο Χαλιφάτο των Αββασιδών. [2]

Η πολιορκία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 18 Ιουνίου 860, [3] κατά το ηλιοβασίλεμα, ένας στόλος περίπου 200 σκαφών των Ρως [4] έπλευσε στον Βόσπορο και άρχισε να λεηλατεί τα προάστια της Κωνσταντινούπολης (Παλαιά Ανατολικά Σλαβικά: Τσάργκραντ, Παλαιά Νορβηγικά: Miklagarðr). Οι επιτιθέμενοι έβαλαν φωτιά στα σπίτια, έπνιξαν και μαχαίρωσαν τους κατοίκους. Ανίκανος να κάνει κάτι για να αποκρούσει τους εισβολείς, ο Πατριάρχης Φώτιος παρότρυνε το ποίμνιό του να παρακαλέσει τη Θεοτόκο να σώσει την πόλη. [5] Αφού κατέστρεψαν τα προάστια, οι Ρως πέρασαν στη Θάλασσα του Μαρμαρά και έπεσαν στα Πριγκηπόννησα, όπου ο πρώην Πατριάρχης Ιγνάτιος της Κωνσταντινούπολης ζούσε στην εξορία. Οι Ρως λεηλάτησαν τις κατοικίες και τα μοναστήρια, σφάζοντας αυτούς που αιχμαλώτιζαν. Πήραν είκοσι δύο από τους υπηρέτες του Ιγνάτιου στο πλοίο και τους διαμέλισαν με πελέκεις. [6]

Η επίθεση εξέπληξε τους Βυζαντινούς, «όπως ο κεραυνός από τον ουρανό», καθώς είπε ο Πατριάρχης Φώτιος στη διάσημη ομιλία του, που γράφτηκε με την ευκαιρία. Ο Αυτοκράτορας Μιχαήλ Γ΄ απουσίαζε από την πόλη, όπως και το ναυτικό, το οποίο φοβόταν όλοι οι εχθροί για την ικανότητά του στη χρήση του υγρού πυρός. Ο Αυτοκρατορικός στρατός, συμπεριλαμβανομένων των στρατευμάτων που κανονικά φρουρούσαν πιο κοντά στην πρωτεύουσα, πολεμούσε τους Άραβες στη Μικρά Ασία. Η άμυνα της γης της Πόλης αποδυναμώθηκε από αυτό. Η θαλάσσια άμυνα έλειπε επίσης, καθώς το Ρωμαϊκό Ναυτικό ήταν απασχολημένο στο να πολεμά τους Άραβες στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο. Αυτές οι ταυτόχρονες αποστολές άφησαν τις ακτές και τα νησιά του Εύξεινου Πόντου, του Βοσπόρου και της Θάλασσας του Μαρμαρά επιρρεπή σε επίθεση.

Η εισβολή συνεχίστηκε μέχρι τις 4 Αυγούστου, όταν, σε μία άλλη από τις ομιλίες του, ο Φώτιος ευχαρίστησε τον ουρανό για την απελευθέρωση της πόλης από την τρομερή απειλή. Τα γραπτά τού Φώτιου παρέχουν το πρώτο παράδειγμα του ονόματος "Rus" (Ρως, σε ελληνική απόδοση) που αναφέρεται σε Ρωμαϊκή πηγή· Παλαιότερα οι κάτοικοι των εκτάσεων στα βόρεια του Εύξεινου Πόντου αναφέρονται αρχαϊκά ως «Σκύθες της Ταυρίας». Ο Πατριάρχης ανέφερε ότι αυτοί δεν είχαν ανώτατο ηγέτη και ζούσαν σε κάποια μακρινά βόρεια εδάφη. Ο Φώτιος τους ονόμασε ἔθνος άγνωστον, αν και ορισμένοι ιστορικοί προτιμούν να μεταφράσουν τη φράση ως "ανθρώπους χωρίς γνώση", επισημαίνοντας τις προηγούμενες επαφές μεταξύ Ρωμαίων και Ρώσ(ων). [7]

Μεταγενέστερες παραδόσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νωπογραφία (1644), που δείχνει τον Μιχαήλ Γ΄ και τον Φώτιο να βάζουν το πέπλο της Θεοτόκου στη θάλασσα (Εκκλησία του πέπλου, Κρεμλίνο της Μόσχας).

Οι ομιλίες του Φώτιου δεν έχουν στοιχεία για το αποτέλεσμα της εισβολής, ή τους λόγους για τους οποίους αποσύρθηκαν οι Ρως. Μεταγενέστερες πηγές αποδίδουν την υποχώρησή τους στην ταχεία επιστροφή του Αυτοκράτορα. Όπως εξηγεί η αφήγηση, αφού ο Μιχαήλ Γ΄ και ο Φώτιος έβαλαν τον πέπλο της Θεοτόκου στη θάλασσα, προέκυψε μία καταιγίδα, που διέλυσε τις λέμβους των βαρβάρων. Στους επόμενους αιώνες, λέχθηκε ότι ο Αυτοκράτορας έσπευσε στην εκκλησία των Βλαχερνών και μετέφερε το μαφόριο της Θεοτόκου εν πομπή κατά μήκος των Θεοδοσιανών τειχών. Αυτό το πολύτιμο Ρωμαϊκό κειμήλιο βαπτίστηκε συμβολικά στη θάλασσα και ένας άνεμος ανέβηκε αμέσως και κατέστρεψε τα πλοία των Ρως. [1] Ο με ευλάβεια θρύλος καταγράφτηκε από τον μοναχό Γεώργιο τον Αμαρτωλό, του οποίου το χειρόγραφο ήταν σημαντική πηγή για το Πρώτο Χρονικό. [8] Οι συγγραφείς του χρονικού του Κιέβου πρόσθεσαν τα ονόματα των Άσκολντ και Ντιρ στη διήγηση, καθώς πίστευαν ότι αυτοί οι δύο Βάραγγοι κυβερνούσαν στο Κίεβο το 866. Είναι το έτος αυτό (αν και με χρονολογική παραβίαση) που απέδωσαν την πρώτη αποστολή των Ρους ενάντια στη Ρωμαϊκή πρωτεύουσα. [9]

Η Βλαχερνίτισσα: η εικόνα, εμπρός από την οποία ο Μιχαήλ Γ΄ θα προσευχήθηκε στην Θεοτόκο για την απελευθέρωση της Κωνσταντινούπολης από τους Ρως ».

Ο αναφορά του Νέστορα για την πρώτη συνάντηση μεταξύ των Ρως και των Ρωμαίων μπορεί να συνέβαλε στη δημοτικότητα της Θεοτόκου στη Ρωσία. Η θαυματουργή διάσωση της Κωνσταντινούπολης από βάρβαρες ορδές, εμφανιζόταν στη ρωσική ζωγραφική εικόνων, χωρίς την κατανόηση ότι τα εν λόγω στίφη μπορεί να προέρχονταν από το Κίεβο. Επιπλέον όταν ο Βλαχερνίτισσα μεταφέρθηκε στη Μόσχα τον 17ο αιώνα, ειπώθηκε ότι ήταν αυτή η εικόνα, που έσωσε το Τσάργκραντ από τα στρατεύματα του «Σκύθη χαγάνου», αφού ο Μιχαήλ Γ΄ είχε προσευχηθεί μπροστά στη Θεοτόκο. Κανείς δεν παρατήρησε ότι η διήγηση ταυτιζόταν με την ακολουθία των γεγονότων, που περιέγραφε ο Νέστωρ.

Τον 9ο αιώνα ξεκίνησε ένας θρύλος, ότι μια αρχαία στήλη στην Αγορά του Ταύρου έφερε επιγραφή, που προέβλεπε ότι η Κωνσταντινούπολη θα κατακτηθεί από τους Ρως. Αυτός ο θρύλος, γνωστός στη Ρωμαϊκή γραμματεία, αναβίωσε από τους Σλαβόφιλους τον 19ο αιώνα, όταν η Ρωσία βρισκόταν στο σημείο να αποσπάσει την Πόλη από τους Οθωμανούς.

Κριτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως αποδείχθηκε από τους Όλεγκ Τβορόγκοβ και Κωνσταντίνο Τζούκερμανν, μεταξύ άλλων, ο 9ος αιώνας και οι μεταγενέστερες πηγές δεν είναι συντονισμένες με τις πρώτες καταγραφές της εκδήλωσης. Στην ομιλία του τον Αύγουστο, ο Φώτιος δεν αναφέρει ούτε την επιστροφή του Μιχαήλ Γ΄ στην πρωτεύουσα, ούτε το θαύμα με το πέπλο (του οποίου χρήση υποτίθεται ότι έκανε ο συγγραφέας).

Από την άλλη πλευρά, ο πάπας Νικόλαος Α΄, σε επιστολή που έστειλε στον Μιχαήλ Γ΄ στις 28 Σεπτεμβρίου 865, αναφέρεται στα προάστια της Αυτοκρατορικής πρωτεύουσας, στα οποία επιτέθηκαν πρόσφατα ειδωλολάτρες, που τους επετράπη να υποχωρήσουν χωρίς καμία τιμωρία. [10] Το Βενετικό Χρονικό του Ιωάννη του Διακόνου αναφέρει ότι "Νορμανδικά γένη", αφού κατέστρεψαν προάστια της Κωνσταντινούπολης, επέστρεψαν στις δικές τους χώρες με θρίαμβο (" et sic praedicta gens cum triumpho ad propriam regressa est "). [11]

Φαίνεται ότι η νίκη του Μιχαήλ Γ΄ επί των Ρως εφευρέθηκε από τους Ρωμαίους ιστορικούς στα μέσα του 9ου αιώνα ή αργότερα και έγινε γενικά αποδεκτή στα σλαβικά χρονικά, που επηρεάστηκαν από εκείνους. [12] Ωστόσο η ανάμνηση της επιτυχημένης εκστρατείας μεταδόθηκε προφορικά μεταξύ των λογίων του Κιέβου και ενδέχεται να καταγράφτηκε στην αναφορά του Νέστορα για την εκστρατεία του Όλεγκ το 907, η οποία δεν έχει καταγραφεί καθόλου σε Ρωμαϊκές πηγές.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Turnbull 48–49
  2. Vasiliev 188
  3. Η ημερομηνία αυτή, που δίνεται από το Χρονικό των Βρυξελλών, είναι τώρα αποδεκτή οριστικά από τους ιστορικούς. Στο Πρώτο Χρονικό των Ρώσων του Κιέβου τον 12ο αι., η εκστρατεία χρονολογείται το 866 και σχετίζεται με τα ονόματα των Άσκολντ και Ντιρ, θεωρούμενων ηγεμόνων των Ρως του Κιέβου της εποχής αυτής. Ωστόσο η χρονολόγηση του πρώιμου μέρους του Πρώτου Χρονικού είναι γενικά λάθος. (Vasiliev 145)
  4. Αντίθετα με τις Ελληνικές πηγές, ο Βενετός Ιωάννης ο Διάκονος θέτει τον αριθμό των πλοίων σε 360. Η απόκλιση αυτή οδήγησε τον Αλεξάντερ Βασίλιεφ να προτείνει ότι ο Ιωάννης έγραψε για ένα τελείως άλλο γεγονός, την επίθεση των Βίκινγκ στην Πόλη από τα νότια το 861, που δεν μαρτυρείται από άλλη πηγή (Vasiliev 25). Το Πρώτο Χρονικό δίνει έναν ακόμη πιο υπερβολικό αριθμό πλοίων: 2.000. (Logan 188)
  5. Logan 190
  6. Vasiliev 188–189
  7. Vasiliev 187
  8. Γιαάλλους Βυζαντινούς συγγραφείς, που έγραψαν διηγήσεις για τη θαυμαστή σωτηρία της Κωνσταντινούπολης από τους "Σκύθες", βλέπετε: Λέων ο Γραμματικός 240–241; Theodose de Melitene 168; Συμεών ο Λογοθέτης 674–675
  9. Ο αριθμός των επιδρομών πολλαπλασιάστηκε τον 16ο αι. στο Χρονικό του Νίκωνα, που ερμηνεύει την επιδρομή του 960 (που περιγράφουν οι Ρωμαϊκές πηγές) και αυτή του 866 (που περιγράφει το Πρώτο Χρονικό) ως δύο διακριτά γεγονότα. Το προφανές σφάλμα αυτό οδήγησε τον Μπόρις Ρυμπάκοβ να συμπεράνει ότι οι Ρως επέδραμαν στο Τσάργκραντ τα έτη 860, 866, 874. Για μία κριτική, δες Τβορόγκοβ 54–59.
  10. Nicolai I 479–480. Analyzed in Vasiliev 61–62.
  11. Iohannes Diaconus 116–117.
  12. Η άποψη αυτή προωθήθηκε από τους Τσούκερμανν, μεταξύ άλλων (δες Τσούκερμαν 2000).

Βιβλιογραφικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Iohannes Diaconus. Chronicon. Rome: Monticolo, Cronache veneziane antichissime
  • Leo Grammaticus. Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae. Bonn, 1842.
  • Logan, Donald F. The Vikings in History, 2nd ed. Routledge, 1992. ISBN 0-415-08396-6
  • Nicolai I. Papae epistolae. Ed. in: Monumenta Germaniae Hictorica. Epistolae VI. (Karolini eavi IV). Berlin, 1925
  • Symeon Logothetes. Chronicon. Bonn, 1838.
  • Theodose de Melitene. Chronographia. Munich, 1859.
  • Harris, Jonathan, Constantinople: Capital of Byzantium. Hambledon/Continuum, London, 2007. ISBN 978-1-84725-179-4
  • Turnbull, Stephen. The Walls of Constantinople, AD 324–1453, Osprey Publishing, ISBN 1-84176-759-X
  • Tvorogov, Oleg. "Skol'ko raz khodili na Konstantinopol Askold i Dir?" Slavyanovedeniya, 1992. 2
  • Vasiliev, Alexander. The Russian Attack on Constantinople in 860. Cambridge Mass., 1925
  • Uspensky, Fyodor. The History of the Byzantine Empire, vol. 2. Moscow: Mysl, 1997
  • Zuckerman, Constantine. Deux étapes de la formation de l’ancien état russe, in Les centres proto-urbains russes entre Scandinavie, Byzance et Orient. Actes du Colloque International tenu au Collège de France en octobre 1997, ed. M. Kazanski, A. Nersessian & C. Zuckerman (Réalités byzantines 7), Paris 2000, pp. 95–120.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]