Περί του μη δειν δανείζεσθαι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
«ἀυδρία δὲ εἴ τισι τόποις σύμφυτος ἐκ γῆς τὰ ἐκ Διὸς ἰόντα ἀποστέγει νάματα, καὶ ἐλλείπει τῶν ἀναγκαίων πωμάτων, ὀρυττέτω μὲν ἐν τῷ αὑτοῦ χωρίῳ μέχρι τῆς κεραμίδος γῆς, ἐὰν δ᾽ ἐν τούτῳ τῷ βάθει μηδαμῶς ὕδατι προστυγχάνῃ, παρὰ τῶν γειτόνων ὑδρευέσθω μέχρι τοῦ ἀναγκαίου πώματος ἑκάστοις τῶν οἰκετῶν: ἐὰν δὲ δι᾽ ἀκριβείας ᾖ καὶ τοῖς γείτοσι, τάξιν τῆς ὑδρείας ταξάμενος παρὰ τοῖς ἀγρονόμοις, ταύτην ἡμέρας ἑκάστης κομιζόμενος, οὕτω κοινωνείτω τοῖς γείτοσιν ὕδατος». Πλάτων, Νόμοι 844b

Περί του μη δειν δανείζεσθαι (περί το ό,τι δεν πρέπει να δανείζεται κανείς), είναι μια πραγματεία του Πλουτάρχου όπου αναπτύσσει τη συλλογιστική του και συμπεραίνει πως οδηγείται τελικά ο δανειζόμενος σε πλήθος κακών που ακραία συνέπειά τους είναι η δια βίου υποδούλωση στη λανθασμένη πρακτική και την ανελευθερία, .

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επικαλούμενος στην εισαγωγή του ένα αξιόλογο χωρίο του πλατωνικού έργου[1] σύμφωνα με το οποίο οι άνθρωποι δεν επιτρέπεται να παίρνουν ξένο νερό από τους γείτονές τους προτού σκάψουν το δικό τους χωράφι μέχρι να φτάσουν στο στρώμα του πηλού και «μέχρι τῆς κεραμίδος γῆς» και να το βρουν άνυδρο έτσι πρέπει να πράττουν και στο χρηματοοικονομικό τομέα. Στη συνέχεια αναρωτιέται: «ότι οι άνθρωποι από μαλθακότητα, τρυφηλότητα και υπερβολική σπατάλη δεν χρησιμοποιούν τις δικές τους πηγές, αν και έχουν, αλλά δανείζονται με μεγάλο τόκοα[›] χωρίς να το χρειάζονται». Στο τέλος υποστηρίζει ως μόνη διέξοδο για την αντιμετώπιση των πιεστικών υλικών αναγκών τον ανώτερο φιλοσοφικό βίο οι επιταγές του οποίου καθοδηγούν προς τη λιτή αυτάρκεια και αποτρέπουν την άπραγη μαλθακότητα και πολυτέλεια, ενώ ενδιάμεσα η όλη πραγματεία διανθίζεται από πολλά παραδείγματα και σύντομες ιστορίες, όπως:

  • Ο Περικλής έκανε τον στολισμό της θεάς που ζύγιζε σαράντα τάλαντα καθαρού χρυσού για να έχουν τη δυνατότητα οι Αθηναίοι, όπως είπε, να τον χρησιμοποιούν για τις πολεμικές ανάγκες, όταν προέκυπταν, και όταν τους ευνοήσει και πάλι η τύχη να τον τοποθετούν πάλι αμείωτο.[2]
  • Ο Κάτων είπε κάποτε σε κάποιον γέροντα που φερόταν άσχημα: «Γιατί σωρεύεις πάνω στη φτώχεια σου, που ήδη έχει πολλά κακά, τις δυσκολίες που προέρχονται από τον δανεισμό και τα χρέη και προπαντός αφαιρείς από την φτώχεια την ανεμελιά, το μοναδικό στοιχείο που υπερέχει του πλούτου [3] διαφορετικά θα επισύρεις τη γελοιοποίηση της παροιμίας:
 οὐ δύναμαι τήν  αἶγα φέρειν, ἐπί μοι θέτε τόν βοῦν.[4]
  • Ο βασιλιάς Αντίγονος (Αντίγονος Β΄ Γονατάς) όταν μετά από καιρό είδε κάποτε στην Αθήνα τον Κλεάνθη και τον ρώτησε: «Αλέθεις ακόμα «Κλεάνθη;» «Αλέθω, βασιλιά», του απάντησε εκείνος «και το κάνω» για να μη χάσω τη διδασκαλία του Ζήνωνα και τη φιλοσοφία». Πόσο σπουδαίο φρόνημα είχε ο άνθρωπος που άλεθε το σιτάρι με το χέρι του και έψηνε το ψωμί έγραφε για τους θεούς, για τη σελήνη, για τα άστρα και για τον ήλιο. Συνεπώς, για να μείνουμε ελεύθεροι, αφού δανειστήκαμε, κολακεύουμε ανθρώπους που κλείνουν σπίτια, τους περιτοιχίζουμε, τους κάνουμε τραπέζια, γινόμαστε δώρου και φόρου υποτελείς τους, όχι από την φτώχεια μας -κανένας δεν δανείζει φτωχούς- αλλά από την υπερβολική σπατάλη μας. Αν αρκούμαστε[5] στα απαραίτητα για την επιβίωση δεν θα υπήρχε η φυλή των δανειστών, όπως δεν υπάρχει των Κενταύρων και των Γοργόνων. Η τρυφηλότητα κάνει τους δανειστές όπως χρυσοχόους, αργυροχόους, μυροποιούς και βαφείς ζωηρών χρωμάτων. Δεν έχουμε να πληρώσουμε χρέη για το ψωμί μας ή για το κρασί μας αλλά για γαιοκτησίες, για δούλους για αίθουσες δείπνου και για τραπέζια και για έκλυτες χορηγίες που αναλαμβάνουμε στις πόλεις με τις οποίες διεκδικούμε ανώφελες και αχάριστες τιμές.[6]

Το ποιόν των δανειστών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν δεν του πληρώσεις, σ΄ ενοχλεί· αν έχεις, δεν θα δεχθεί πληρωμή· αν πουλάς, κατεβάζει την τιμή· αν δεν πουλάς, σ΄εξαναγκάζει να πουλήσεις· αν τον διώκεις δικαστικά, σε συναντά στο δικαστήριο· αν υπόσχεσαι όρκο σε διατάζει να το κάνεις· αν πηγαίνεις στο σπίτι του σου κλείνει την πόρτα καταπρόσωπο· αν μένεις στο δικό σου σπίτι, κατασκηνώνει απ΄έξω και σου χτυπά την πόρτα.[7]

ΟΙ Μεσσήνιοι λένε:
Υπάρχει Πύλος πριν την Πύλο και υπάρχει ακόμα και άλλη Πύλος[8]
στους δανειστές, λοιπόν, μπορούμε να πούμε:
Υπάρχει τόκος πριν τον τόκο και υπάρχει κι άλλος τόκος.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

^ α:  Στην αρχαία Αθήνα ο συνηθισμένος τόκος ήταν 12%, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις έφτανε σε υψηλότερα επίπεδα, όπως για την απόδοση παρακρατηθείσης προίκας 18%, για ναυτικά δάνεια 30%.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]