Λακεδαιμονίων Πολιτεία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αρχαία Σπαρτιάτισσα παραδίδει την ασπίδα στον γιο της «ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς». Πίνακας του Jean -Jacques Francois - Le Barbier (1809). Μουσείο Πόρτλαντ.

Η Λακεδαιμονίων Πολιτεία, Λατ. De republica Lacedaemoniorum και στα αγγ. Constitution of the Lacedemonian είναι έργο του Ξενοφώντα που αναφέρεται στη μορφή του πολιτεύματος και τον τρόπο ζωής των Σπαρτατιών, όπως η αγωγή των νέων, τα συσσίτια, η θέση της γυναίκας και των γερόντων, πριν και μετά τον 4ο αιώνα.

Σύνοψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην εισαγωγή του ο Ξενοφών αναφέρει: «Όταν κάποτε σκέφτηκα ότι η Σπάρτη, μια από τις πιο ολιγάνθρωπες πόλειςα[›], έχει αναδειχθεί η πιο ισχυρή και η πιο ονομαστή πόλη στην Ελλάδα, απόρησα πως τάχα έγινε αυτό· όταν όμως παρατήρησα τις συνήθειες των Σπαρτιατών, έπαψα να απορώ».[1]

Η τεκνοποιία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η συνάθληση. Πίνακας του Εντγκάρ Ντεγκά (1860) The National Portrait Gallery

Στις άλλες πόλεις πιστεύεται ότι εκπαιδεύονται καλά οι κόρες που πρόκειται αργότερα να γίνουν μητέρες αν τρέφονται με όσο το δυνατό μικρότερη ποσότητα ψωμιού και με όσο το δυνατό λιγότερο προσφάι· το κρασί ή τους είναι εντελώς απαγορευμένο ή τους επιτρέπεται νερωμένο. Και όπως οι περισσότεροι χειροτέχνες κάνουν καθιστική ζωή, έτσι και οι κόρες επιβάλλουν οι άλλοι Έλληνες να μένουν καθιστές και να ασχολούνται με την εριουργία. Πως λοιπόν μπορεί κανείς να περιμένει από γυναίκες που ανατρέφονται έτσι να κάνουν σπουδαία παιδιά, αναρωτιέται ο Ξενοφών.[2]Αλλά ο Λυκούργος σκέφτηκε ότι οι δούλες επαρκούσαν για την κατασκευή ενδυμάτων και στις ελεύθερες Σπαρτιάτισσες επέβαλε να γυμνάζουν το σώμα τους θεωρώντας ότι το σπουδαιότερο γι αυτές ήταν η τεκνοποιία. Επί πλέον καθιέρωσε αγώνες δρόμου και δύναμης για να συναγωνίζονται οι άνδρες, επειδή πίστευε ότι, αν και οι δυο γονείς είναι δυνατοί, γίνονται και τα παιδιά τους πιο εύρωστα.

Ο θεσμός του γάμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λυκούργος σκέφτηκε ότι οι δούλες επαρκούσαν για την κατασκευή ενδυμάτων και στις ελεύθερες Σπαρτιάτισσες επέβαλε να γυμνάζουν το σώμα τους και μάλιστα όχι λιγότερο τα κορίτσια από τα αγόρια, θεωρώντας ότι το σπουδαιότερο γι΄αυτές είναι είναι η τεκνοποιία.[3] Κι όταν πια γινόταν ο γάμος, ο Λυκούργος, επειδή έβλεπε ότι οι άλλοι τον πρώτο καιρό συνευρίσκονταν με τις γυναίκες τους χωρίς κανένα μέτρο, και σ΄αυτό θέσπισε τα αντίθετα έτσι ώστε ο ένας να ποθεί περισσότερο τον άλλον και τα παιδιά τους γίνονταν πιο εύρωστα από ό,τι αν είχαν χορτάσει τον έρωτα. Επιπλέον κατάργησε το δικαίωμα των ανδρών να παντρεύονται όποτε ήθελε ο καθένας και όρισε να κάνουν τους γάμους τους στην ακμή της ηλικίας τους, επειδή πίστευε ότι κι αυτό συμβάλλει στην ευγονία.

Σπαρτιατική αγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τη συμπλήρωση του εβδόμου έτους της ηλικίας και ως το τέλος της ζωής τους, οι Σπαρτιάτες ανήκαν στην πόλη και όχι στην οικογένεια τους. Μετά τα τριάντα χρόνια κοιμούνταν το βράδυ στο σπίτι τους, αλλά περνούσαν και πάλι την ημέρα και έτρωγαν με τους συντρόφους της συσκηνίας (δεκαπενταλή ομάδα). Στα γεύματα των συσκηνιών καλούνταν συχνά και οι νέοι κάτω των είκοσι ετών, που δεν είχαν ολοκληρώσει το στάδιο της αγωγής και δεν είχαν ακόμη πολιτικά δικαιώματα, γιατί η επαφή τους με τους μεγαλύτερους θεωρούνταν αποτελεσματικό μέσο για τη συμπλήρωση της πολιτικής τους αγωγής.

Η αγωγή των παιδιών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάλκινο αναθηματικό μαστίγιο,
(Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο)

.

Σε αντίθεση με άλλες πόλεις, ο Λυκούργος αντί να δίνει στον καθένα ιδιαιτέρως ένα δούλο παιδαγωγό, όρισε να τους επιβλέπει ένας άνδρας από εκείνους που προορίζονται για τα μεγαλύτερα αξιώματα που αποκαλείται παιδονόμος. Σ΄αυτόν ανέθεσε την ευθύνη και να συγκεντρώνει τα παιδιά και να τα επιβλέπει και να τα τιμωρεί αυστηρά για τυχόν αμέλεια. Του έδωσε επίσης και μαστιγοφόρους εφήβους για να τιμωρούν κάθε φορά που χρειάζονταν, με αποτέλεσμα να υπάρχει εκεί μεγάλος σεβασμός και συνάμα απόλυτη υπακοή. Έπειτα, αντί να μαλακώνουν τα πόδια των παιδιών με υποδήματα, όρισε να τα σκληραγωγούν με την ανυποδησία.[4]

Η αγωγή των εφήβων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν πια τα αγόρια περνούν από την παιδική στην πρώτη εφηβική ηλικία, τότε, οι μεν άλλοι [Έλληνες] καταργούν την εποπτεία των παιδαγωγών και τα σταματούν από το σχολείο: κανείς πια δεν τα διευθύνει, αλλά τα αφήνει αυτεξούσια. Ο Λυκούργος όμως καθιέρωσε και σ΄αυτό αντίθετους θεσμούς. Λαμβάνοντας υπόψη ότι στους νέους αυτής της ηλικίας πρωτογεννιέται [εμφυόμενον] η υπεροψία και βγαίνει στην επιφάνεια [επιπολάζουσαν] μεγάλη αλαζονεία αλλά και επικρατούν εντονότατες επιθυμίες ηδονής, τότε ακριβώς τους επέβαλε πιο κοπιαστικές ασκήσεις και μηχανεύτηκε τρόπους για να τους έχει σε συνεχή απασχόληση. Ορίζοντας μάλιστα ως τιμωρία, για όποιον απέφευγε τα καθήκοντα, τον αποκλεισμό το από κάθε μελλοντικό καλό, έκαμε όχι μόνο τις δημόσιες αρχές αλλά και τους κηδεμόνες του να φροντίζουν ώστε οι έφηβοι να μην πέσουν στη καταφρόνια των συμπολιτών τους με το να δειλιάσουν μπροστά στους μόχθους.

«Επιπλέον, θέλοντας να τους εμπνεύσει την αιδημοσύνη, τους επέβαλε να κυκλοφορούν στο δρόμο με τα χέρια μέσα στο ιμάτιο και να βαδίζουν σιωπηλοί χωρίς καθόλου να κοιτάζουν ολόγυρα και με το βλέμμα προσηλωμένο στο έδαφος. Θα ήταν ευκολότερο ν΄ ακούσεις τη φωνή ενός πέτρινου αγάλματος παρά τη δική τους, ευκολότερα θα κατόρθωνες να μεταστρέψεις το βλέμμα ενός χάλκινου αγάλματος παρά το δικό τους και πιο συνεσταλμένους θα τους έβρισκες από παρθένες μέσα σε νυφικό θάλαμο».[5]

Ξενηλασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εκδίωξη των ξένων από την πόλη αποτελεί κύριο δείγμα της πολιτικής της απομόνωσης που ακολούθησε η Σπάρτη που πρέπει ν΄αποδοθεί στην αδυναμία της να ακολουθήσει την αγορά των άλλων πόλεων, από τη στιγμή που δεν επιτρεπόταν η κατοχή νομισμάτων και πολύτιμων μετάλλων, αλλά και στον φόβο πως η επαφή με πολίτες άλλων πόλεων θα επέφερε αλλοίωση στα αυστηρά ήθη των Σπαρτιατών και ίσως μεταβολές στο πολίτευμα.

Και όταν ο Τιθραύστης του πρόσφερε αναρίθμητα δώρα, αν θ΄ απομακρύνονταν από τη χώρα του, ο Αγησίλαος αποκρίθηκε:

«Τιθραύστη, σε μας επικρατεί η γνώμη ότι είναι καλύτερο για τον αρχηγό να πλουτίζει το στράτευμά του παρά τον εαυτόν του και να προσπαθεί περισσότερο από τους εχθρούς να παίρνει λάφυρα παρά να λαβαίνει δώρα».[6]

Η περιφρόνηση του πλούτου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ούτε βέβαια είχαν κανένα λόγο να μαζεύουν χρήματα για να ξοδεύουν προς χάριν των συσκήνων τους, επειδή επέβαλε την αντίληψη ότι είναι πιο τιμητικό να βοηθάει κανείς τους συντρόφους του με σωματικούς κόπους παρά ξοδεύοντας χρήματα, επισημαίνοντας ότι το ένα είναι δώρο της ψυχής ενώ το άλλο είναι δώρο του πλούτου.[7]

Ο ένδοξος θάνατο προτιμότερος από την επονείδιστη ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα από τα αξιοθαύμαστα έργα του Λυκούργου είναι και αυτό: ότι κατόρθωσε να προτιμούν οι πολίτες τον ένδοξο θάνατο από την επονείδιστη ζωή· και όντως, αν το καλοσκεφτεί κανείς, θα δει ότι σκοτώνονται λιγότεροι από αυτούς παρά από εκείνος που προτιμούν την φυγή μπροστά στον κίνδυνο. Περισσότερο καιρό επιζεί κανείς με την ανδρεία παρά με τη δειλία, διότι η ανδρεία και πιο εύκολη είναι και πιο ευχάριστη και πιο εφευρετική και πιο δυνατή.[8]

Η γεροντική ηλικία και η Γερουσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τοποθετώντας ο Λυκούργος την κρίση για το αξίωμα του γερουσιαστή κοντά στο τέρμα της ζωής, κατόρθωσε να μη μειώνεται ούτε στα γηρατειά ο ζήλος για την τελειότητα. Άλλο τόσο αξιοθαύμαστος είναι και για την επικουρία του προς τα γηρατειά των ενάρετων: παρέχοντας στους Γέροντες τη δικαιοδοσία να κρίνουν σε δίκες περί ζωής ή θανάτου κατόρθωσε να κάνει πιο αξιοσέβαστα τα γηρατειά από την ηλικία στην οποία ο άνδρας βρίσκεται στο απόγειο της ακμής του. Και βέβαια είναι επόμενο ο αγώνας για την εκλογή στη γερουσία να διεγείρει μεγαλύτερο ζήλο από κάθε άλλον αγώνα στον κόσμο. Ευγενείς βέβαια είναι και οι γυμνικοί [αγώνες]· αλλ΄ αυτοί είναι αγώνες σωμάτων, ενώ ο αγώνας για την εκλογή στη γερουσία είναι κ ρ ίσ η για την αρετή της ψυχής:

«Όσο ανώτερη είναι η ψυχή από το σώμα τόσο οι αγώνες των ψυχών αξίζουν μεγαλύτερη προσπάθεια από τους αγώνες των σωμάτων.[9]»

Και ο Πλούταρχος πεντακόσια χρόνια περίπου αργότερα προφανώς επηρεασμένος από τον Ξενοφώντα συμπεριέλαβε στα Ηθικά του, στην ενότητα «Πολιτική», τη πραγματεία του «Εάν πρέπει να πολιτεύονται οι γεροντότεροι.[10]»

Ο Βασιλιάς και η πόλη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι τιμές που αποδίδει η πατρίδα στον βασιλιά όσο βρίσκεται στη ζωή δεν υπερβαίνουν κατά πολύ αυτές που αποδίδονται στους ιδιώτες γιατί ο Λυκούργος δεν θέλησε να εμπνεύσει ούτε στους βασιλείς τυραννικό φρόνημα ούτε στους πολίτες φθόνο για τη δύναμή τους. Όσο για τις τιμές που αποδίδονται στον βασιλιά μετά το θάνατό του, μ΄ αυτές επίσης οι νόμοι του Λυκούργου θέλουν να δηλώσουν ότι τιμούν εξαιρετικάβ[›] τους βασιλείς των Λακεδαιμονίων όχι ως ανθρώπους, αλλά ως ημίθεους.[11]

Κριτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τον Θουκυδίδη το καθεστώς ήταν άκρως συντηρητικό σε σχέση με την Αθήνα. Όμως η ασυδοσία, η αναρχία με όλες τις «παράπλευρες απώλειες» για ένα καθεστώς, τα μεγάλα οικονομικά σκάνδαλα, οι διαπλοκές δημόσιων παραγόντων ποτέ δεν συντάραξαν τη δημόσια ζωή της Σπάρτης στο βαθμό της Αθήνας. Το άγρυπνο μάτι των εφόρων, που ήταν εκλεγμένοι, εξασφάλιζε τις απαραίτητες αυθαιρεσίες στη δημόσια ζωή της Σπάρτης. Η μη αναφορά του Ξενοφώντα στο θεσμό της Κρυπτείας που εξέθρεψε δολοφόνους επίσημα, στο θεσμό των ειλώτων και των περιοίκων, ωμά υποτακτικών στην ασήμαντη μειοψηφία των «γνησίων» Σπαρτιατών αποκαλύπτει τη μεροληψία του Ξενοφώντα και τον χρεώνει με επιλεκτική αναφορά στη «Λακεδαιμονίων Πολιτεία». Η βιωματική και ολοκληρωτική αφοσίωση του μαθητή Ξενοφώντα στο μεγάλο δάσκαλό του Σωκράτη[12] ίσως είναι η εξήγηση της ερμηνείας της αποσιώπησης των «εγγενών διαμαρτιών» από τον συγγραφέα. Μια πόλη που δεν σεβάστηκε το μεγαλύτερο φιλόσοφο όλων των εποχών και τον καταδίκασε εντελώς άδικα, τον Σωκράτη, πρέπει να ταπεινωθεί και με αντιπαραβολή του συστήματος διακυβέρνησής της συνολικά, ιδίως σε αναφορά με το «αντίπαλο δέος της» που ήταν τότε η Λακεδαιμονίων Πολιτεία.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

^ α:  Αρχαίοι ιστορικοί αναφέρουν ότι κατά την εποχή του Λυκούργου δεν ξεπερνούσαν τις 9.000. Ο αριθμός αυτός κρίνεται υπερβολικός και η νεότερη ιστορική έρευνα υπολογίζει ότι κατά το τέλος του 5ου αι. ο πληθυσμός της Σπάρτης ήταν περίπου 21.000 από τους οποίους όμως 17.000 ήταν άμαχος πληθυσμός. Το γεγονός αυτό υπήρξε μόνιμο πρόβλημα των Σπαρτιατών, που όντας λίγοι έπρεπε να κρατούν υποταγμένους χιλιάδες περίοικους και είλωτες.

^ β: Ο Ηρόδοτος περιγράφει λεπτομερώς τις τιμές που αποδίδονταν στο βασιλιά μετά το θάνατό του: «Στην προσεκτικά προετοιμασμένη κηδεία παρευρίσκονταν πλήθος ανδρών και γυναικών από όλα τα μέρη της Λακωνικής. Ένας άνδρας και μια γυναίκα από κάθε οικογένεια ήταν υποχρεωμένοι να πενθηφορούν. Αν ο βασιλιάς πέθαινε σε υπηρεσία έξω από την χώρα, η σορός του, αν ήταν δυνατό, ταριχεύονταν και μεταφερόταν στην πατρίδα· αν αυτό δεν μπορούσε να γίνει, όπως στην περίπτωση του Αγησιλάου, εντιαφιάζονταν ένα είδωλό του».[13]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Λακεδαιμονίων Πολιτεία, εκδόσεις ΑΓΡΑ σε νεοελληνική απόδοση Αλόη Σιδέρη, 2000 ISBN 960-325-359-6
  • Λακεδαιμονίων Πολιτεία, εκδόσεις Ζήτρος, 2003 ISBN 960-8437-03-2
  • Van Effnterre, La cite grecque, Παρίσι, 1985
  • Βιβιέν Γκρέι, Περί διακυβέρνησης «Ιέρων ή τυραννικός , Λακεδαιμονίων Πολιτεία, Αθηναίων Πολιτεία»
  • Λεβί Έντμοντ,, Λακεδαιμονίων Πολιτεία, εκδ. Παττάκη, 2008 ISBN 9789601616940
  • Λακεδαιμονίων Πολιτεία, εκδ. Γεωργιάδης ISBN 978-960-316-395-4

Διαδικτυακοί τόποι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wikisource logo
Στη Βικιθήκη υπάρχει υλικό που έχει σχέση με το θέμα: