Παλαί ντε λα Σιτέ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 48°51′23″N 2°20′44″E / 48.85639°N 2.34556°E / 48.85639; 2.34556

Παλαί ντε λα Σιτέ
Palais de la Cite.jpg
Είδοςπαλάτι
Αρχιτεκτονικήγοτθική αρχιτεκτονική
Γεωγραφικές συντεταγμένες48°51′23″N 2°20′44″E
Διοικητική υπαγωγήΠαρίσι
ΧώραΓαλλία
Commons page Πολυμέσα

Το Παλαί ντε λα Σιτέ (Γαλλικά: Palais de la Cité) ήταν η κατοικία των βασιλέων της Γαλλίας από τον 10ο έως τον 14ο αιώνα. Βρισκόταν στο δυτικό τμήμα του Ιλ ντε λα Σιτέ στον ποταμό Σηκουάνα, στο 1ο διαμέρισμα του Παρισιού.[1]

Από τον 14ο αιώνα έως τη Γαλλική Επανάσταση, ήταν η έδρα του γαλλικού θησαυροφυλακίου, του δικαστικού σώματος και του Κοινοβουλίου του Παρισιού, μιας συνέλευσης ευγενών. Το ισόγειο του παλατιού μετατράπηκε σε κρατική φυλακή το 1370, όταν το παλάτι εγκαταλείφθηκε ως κατοικία από τον Κάρολο Ε', ο οποίος μετέφερε τα ανάκτορα στο παλάτι του Λούβρου. Κατά την περίοδο της Τρομοκρατίας θεωρούνταν ως προθάλαμος για την γκιλοτίνα. Η Μαρία Αντουανέτα και άλλοι κρατούμενοι κρατήθηκαν και καταδικάστηκαν από το Επαναστατικό Δικαστήριο. [2]

Από τον 19ο αιώνα μέχρι την άνοιξη του 2018, ο χώρος στέγαζε σε μεγάλο βαθμό τα κτήρια του Δικαστικού μεγάρου, αλλά μερικά σημαντικά τμήματα του παλατιού έχουν διασωθεί: [3]

  • τέσσερις πύργοι κατά μήκος του Σηκουάνα,
  • η μεσαιωνική κάτω αίθουσα της Κονσιερζερί και,
  • το πιο σημαντικό, η Σαιντ-Σαπέλ, το πρώην παρεκκλήσι του παλατιού, ένα αριστούργημα γοτθικής αρχιτεκτονικής. Τα δύο τελευταία έχουν χαρακτηρισθεί ως εθνικά ιστορικά μνημεία και είναι επισκέψιμα, αν και το μεγαλύτερο μέρος του Δικαστικού μεγάρου είναι κλειστό για το κοινό.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ρωμαϊκό παλάτι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι αρχαιολογικές ανασκαφές έχουν βρει ίχνη ανθρώπινης κατοίκησης στο Ιλ ντε λα Σιτέ από το 5000 π.Χ. έως τις αρχές της εποχής του Σιδήρου, αλλά δεν υπάρχουν στοιχεία ότι οι Κέλτες κάτοικοι, οι Παρίσιοι, χρησιμοποίησαν το νησί ως πρωτεύουσα τους. Ωστόσο, μετά την κατάκτηση των Παρισίων από τους Ρωμαίους τον 1ο αιώνα π.Χ., το νησί αναπτύχθηκε γρήγορα. Ενώ το φόρουμ και το μεγαλύτερο μέρος της ρωμαϊκής πόλης, που ονομάζονταν Λουτέτια, βρίσκονταν στην αριστερή όχθη του Σηκουάνα, ένας μεγάλος ναός βρισκόταν στο ανατολικό άκρο του νησιού, όπου βρίσκεται σήμερα ο καθεδρικός ναός της Παναγίας των Παρισίων. Το δυτικό άκρο του νησιού ήταν κατοικημένο, και ήταν η τοποθεσία του ανακτόρου των Ρωμαίων διοικητών. Επρόκειτο για ένα γαλατορωμαϊκό φρούριο που περιβάλλονταν από τείχη. Το 360 μ.Χ., ο Ρωμαίος διοικητής Ιουλιανός ο Αποστάτης ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας της Ρώμης από τους στρατιώτες του ενώ κατοικούσε στην πόλη. [4]

Το παλάτι των Μεροβίγγειων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τις αρχές του 6ου αιώνα, οι Μεροβίγγειοι βασιλιάδες χρησιμοποιούσαν το παλάτι ως κατοικία τους όταν βρίσκονταν στο Παρίσι. Ο Κλόβις Α', βασιλιάς των Φράγκων, έζησε στο παλάτι από το 508 μέχρι το θάνατό του το 511. Οι βασιλείς της δυναστείας των Καρολιδών που τον ακολούθησαν, μετέφεραν την πρωτεύουσά τους στο ανατολικό τμήμα της επικράτειάς τους, και δεν έδωσαν μεγάλη προσοχή στο Παρίσι. Στο τέλος του 9ου αιώνα, μετά από μια σειρά εισβολών των Βίκινγκς που απειλούσαν την πόλη, ο βασιλιάς Κάρολος ο Φαλακρός επιδιόρθωσε και ενίσχυσε τα τείχη. Ο Ούγος Καπέτος (941-996), Κόμης του Παρισιού, εξελέγη βασιλιάς των Γάλλων το 987 και κατοικούσε στο φρούριο όταν ήταν στο Παρίσι, αλλά αυτός και οι άλλοι βασιλιάδες του του Οίκου των Καπετιδών πέρασαν λίγο χρόνο στην πόλη και είχαν άλλες βασιλικές κατοικίες στη Βενσέν, την Κομπιένη και την Ορλεάνη. Η διοίκηση και τα αρχεία του βασιλείου την εποχή εκείνη μεταφέρονταν οπουδήποτε πήγαινε ο βασιλιάς.[5]

Το παλάτι των Καπετιδών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην αρχή της δυναστείας των Καπετιδών, η εξουσία του βασιλιά της Γαλλίας έφτανε λίγο μακρύτερα από την σημερινή περιοχή Ιλ ντε Φρανς. Μέσω όμως πολιτικών συμφωνιών και γάμων, άρχισαν να επεκτείνουν το βασίλειό τους και να μετατρέπουν το παλιό γαλατορωμαϊκό φρούριο σε πραγματικό παλάτι. Ο Ροβέρτος Β΄ της Γαλλίας, γιος του Ούγου Καπέτου, κυβέρνησε από το 972 έως το 1031 και έμενε στο Παρίσι πιο συχνά από τους προκατόχους του. Ξαναέχτισε το φρούριο, ειδικότερα για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις της τρίτης συζύγου του, Κωνστάνς της Αρλ, για μεγαλύτερη άνεση. Επίσης, ενίσχυσε τα παλιά τείχη και πρόσθεσε οχυρωμένες πύλες. Τα τείχη περιέβαλαν ένα ορθογώνιο μήκους 130 μέτρων και πλάτους 110 μέτρων. Μέσα στα τείχη ο Ροβέρτος κατασκεύασε την Αίθουσα του Βασιλιά, αίθουσα συσκέψεων για το βασιλικό συμβούλιο (Curia Regis), και τη συνέλευση των ευγενών. Στα δυτικά αυτού του κτηρίου έχτισε τη δική του κατοικία. Τέλος, έχτισε ένα παρεκκλήσι αφιερωμένο στον Άγιο Νικόλαο.

Περαιτέρω προσθήκες έγιναν από τον Λουδοβίκο ΣΤ΄, με τη βοήθεια του φίλου και συνεργάτη του Συζέ, αβά της Βασιλικής του Σαιν-Ντενί. Αυτή την εποχή ολοκληρώθηκε το παρεκκλήσι του Αγίου Νικολάου, κατεδαφίστηκε ο παλιός κεντρικός πύργος και ανοικοδομήθηκε ένας νέος τεράστιος, ο Grosse Tour, πλάτους 11,7 μέτρων στη βάση, με τείχη πάχους 3 μέτρων. Αυτός ο πύργος υπήρχε μέχρι το 1776.

Ο γιος του Λουδοβίκος Ζ' (1120-1180) διεύρυνε τη βασιλική κατοικία και πρόσθεσε, μεταξύ άλλων, μια μεγάλη σκάλα. Το δυτικό σημείο του νησιού μετατράπηκε σε περιφραγμένο κήπο και οπωρώνα.

Φίλιππος-Αύγουστος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φίλιππος-Αύγουστος (1180-1223) εκσυγχρόνισε τη βασιλική διοίκηση και εγκατέστησε στο Παλαί ντε λα Σιτέ τα βασιλικά αρχεία, το θησαυροφυλάκιο και τα δικαστήρια. Στη συνέχεια η πόλη λειτούργησε, εκτός από σύντομες περιόδους, ως πρωτεύουσα του βασιλείου. Το 1187 φιλοξένησε στο παλάτι τον Άγγλο βασιλιά Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο. Η παρουσία του δικαστηρίου δημιούργησε μια νέα επίσημη θέση, τον Κονσιέρζ, φύλακα του χώρου, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για τη διοίκηση των δικαστηρίων κατώτερου και μεσαίου επιπέδου στο Παλάτι. Ο χώρος του δικαστηρίου αργότερα πήρε το όνομά του από αυτήν τη θέση, η Κονσιερζερί. Ο Φίλιππος βελτίωσε επίσης πολύ τον χώρο γύρω από το Παλάτι, πλακοστρώνοντας τους λασπωμένους δρόμους γύρω από το Παλάτι. Αυτοί ήταν οι πρώτοι πλακόστρωτοι δρόμοι στο Παρίσι.

Λουδοβίκος Θ' και Σαιντ-Σαπέλ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο εγγονός του Φίλιππου Αυγούστου, Λουδοβίκος Θ' (1214-1270), αργότερα γνωστός ως Άγιος Λουδοβίκος, έχτισε ένα νέο ιερό μέσα στα τείχη των ανακτόρων για να δείξει ότι δεν ήταν μόνο ο βασιλιάς της Γαλλίας, αλλά και ο ηγέτης του χριστιανικού κόσμου. Μεταξύ 1242 και 1248, στον χώρο του παλιού παρεκκλησίου, ανεγέρθηκε η Σαιντ-Σαπέλ για να στεγάσει τη συλλογή του βασιλιά από τα λείψανα του Θείου Πάθους του Χριστού που είχε αποκτήσει το 1239, μεταξύ των οποίων το Ακάνθινο στεφάνι του Χριστού - ένα από τα πιο σημαντικά λείψανα του μεσαιωνικού Χριστιανισμού και Τίμιο ξύλο από το σταυρό της Σταύρωσης του Χριστού.[6] Το παρεκκλήσι είχε δύο επίπεδα, το κατώτερο επίπεδο για τους υπαλλήλους του βασιλιά και το ανώτερο επίπεδο για τον βασιλιά και τη βασιλική οικογένεια. Το ανώτερο παρεκκλήσι συνδέονταν απευθείας με την κατοικία του βασιλιά από ένα σκεπαστό πέρασμα. Μόνο ο βασιλιάς επιτρεπόταν να αγγίξει το στέμμα των αγκαθιών, το οποίο έβγαζε κάθε χρόνο τη Μεγάλη Παρασκευή. [7]

Ο Λουδοβίκος Θ' δημιούργησε επίσης πολλά νέα γραφεία για τη διαχείριση των οικονομικών, της διοίκησης και του δικαστικού συστήματος του αναπτυσσόμενου βασιλείου του.

Φίλιππος Δ'[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα συμπόσιο το 1358 που παρέθεσε ο Κάρολος Ε' της Γαλλίας στη Μεγάλη αίθουσα για τον θείο του Κάρολο Δ' του Λουξεμβούργου, έργο του Ζαν Φουκέ

Ο Φίλιππος Δ' ο Ωραίος (1285-1314) ανακατασκεύασε, διεύρυνε και εξωράισε το Παλάτι. Στον χώρο της παλιάς Αίθουσας του Βασιλιά έχτισε μια πολύ μεγαλύτερη και πιο πλούσια διακοσμημένη, τη Μεγάλη αίθουσα, που είχε διπλό κλίτος, καθένα τμήμα ήταν καλυμμένο με ψηλή τοξωτή ξύλινη στέγη. Μια σειρά από οκτώ κίονες στο κέντρο της αίθουσας στήριζε το ξύλινο πλαίσιο της οροφής. Σε κάθε έναν από τους πυλώνες, και κίονες γύρω στους τοίχους, τοποθετήθηκαν πολύχρωμα αγάλματα των βασιλέων της Γαλλίας. Στο κέντρο της αίθουσας βρισκόταν ένα τεράστιο τραπέζι από μαύρο μάρμαρο, που χρησιμοποιούσαν για δεξιώσεις, όρκους, συναντήσεις υψηλών προσώπων και άλλες επίσημες λειτουργίες. Ένα κομμάτι του τραπεζιού εξακολουθεί να υπάρχει και εκτίθεται στην Κονσιερζερί. Η Μεγάλη αίθουσα ήταν ο χώρος για συμπόσια, δικαστικές διαδικασίες και θεατρικές παραστάσεις.

Στο δυτικό άκρο του νησιού, όπου βρίσκεται σήμερα η πλατεία Ντωφίν, δημιουργήθηκε ένας περιφραγμένος ιδιωτικός κήπος με ένα χώροό όπου ο βασιλιάς μπορούσε να κολυμπήσει στα νερά του ποταμού και μια αποβάθρα, από την οποία ο βασιλιάς μπορούσε να ταξιδέψει με βάρκα στις άλλες του κατοικίες, το φρούριο του Λούβρου στη δεξιά όχθη και τον πύργο Νελ στην αριστερή όχθη.

Ο κάτω όροφος περιλάμβανε την Αίθουσα των Φρουρών, για τους σωματοφύλακες που προστάτευαν τον βασιλιά, καθώς και την τραπεζαρία για τους ανθρώπους του βασιλιά, συμπεριλαμβανομένων αξιωματικών, υπαλλήλων, δικαστικών υπαλλήλων κ.λ. Υπάλληλοι του ανώτατου δικαστηρίου είχαν τα δικά τους σπίτια στην πόλη, ενώ κατώτεροι αξιωματούχοι και υπάλληλοι ζούσαν εντός του παλατιού. Το νοικοκυριό του βασιλιά την εποχή του Φιλίππου Δ' αριθμούσε περίπου 300 άτομα. Με τους υπηρέτες της βασίλισσας και των παιδιών τους, ο αριθμός αυξάνεται σε περίπου 600 άτομα. [8]

Ο Φίλιππος έκανε αρκετές ακόμη σημαντικές αλλαγές στο Παλαί ντε λα Σιτέ και οι διάδοχοί του έκαναν μερικές ακόμη προσθήκες. Αργότερα, ο Κάρολος Ε' (1338-1380) εγκατέστησε ένα ρολόι σε έναν πύργο που έγινε γνωστός ως Πύργος του ρολογιού (Tour de l'Horloge).

Δικαστήριο και φυλακή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Εκατονταετής πόλεμος μεταξύ Αγγλίας και Γαλλίας άλλαξε την ιστορία και τη λειτουργία του παλατιού. Το 1356, ο βασιλιάς Ιωάννης Β΄ συνελήφθη αιχμάλωτος από τους Άγγλους στη μάχη του Πουατιέ. Το 1358 ο επόπτης των εμπόρων στο Παρίσι Ετιέν Μαρσέλ, ηγήθηκε εξέγερσης κατά της βασιλικής εξουσίας. Οι στρατιώτες του εισέβαλαν στο Παλαί ντε λα Σιτέ και, παρουσία του γιου του βασιλιά, του μελλοντικού Κάρολου Ε', σκότωσαν δύο συμβούλους του βασιλιά. Η εξέγερση απέτυχε και ο Μαρσέλ σκοτώθηκε, αλλά όταν ο Κάρολος Ε' ανέλαβε το θρόνο το 1364, αποφάσισε να μετακινήσει την κατοικία του σε μια ασφαλή απόσταση από το κέντρο της πόλης. Οικοδόμησε μια νέα κατοικία, το μέγαρο Σαιν-Πωλ, στην περιοχή Μαραί, κοντά στην ασφάλεια του φρουρίου της Βαστίλης. Αργότερα το παλάτι του Λούβρου και μετά το παλάτι του Κεραμεικού έγιναν οι βασιλικές κατοικίες.

Το Παλαί ντε λα Σιτέ άλλαξε χρήση και στέγαζε τα δικαστήρια και φυλακές. Κατά τη Γαλλική επανάσταση, την περίοδο της Τρομοκρατίας θεωρούνταν ως προθάλαμος για την γκιλοτίνα. Η Μαρία Αντουανέτα και άλλοι κρατούμενοι κρατήθηκαν και καταδικάστηκαν από το Επαναστατικό Δικαστήριο. [2]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Παλαί ντε λα Σιτέ στην ιστοσελίδα Paris et son histoire (γαλλικά, αγγλικά)

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. . «citedelarchitecture.fr/fr/publication/palais-de-la-cite». 
  2. 2,0 2,1 . «paris1900.lartnouveau.com/paris01/lieux/le_palais_de_la_cite.htm». 
  3. . «herodote.net/Demeure_royale_et_prison-article-2620.php». 
  4. Delon, Monique (2000). La Conciergerie - Palais de la Cité. Paris: Éditions du patrimoine, Centre des Monuments Nationaux. ISBN 978-2-85822-298-8.
  5. Fierro, Alfred (1996). Histoire et dictionnaire de Paris. Robert Laffont. ISBN 2-221--07862-4. p. 22
  6. . «parisinfo.com/paris-museum-monument/71380/Sainte-Chapelle». 
  7. Bove, Boris; Gauvard, Claude (2014). Le Paris du Moyen Age (in French). Paris: Belin. ISBN 978-2-7011-8327-5. p. 77-82
  8. Delon, Monique (2000). La Conciergerie - Palais de la Cité. Paris: Éditions du patrimoine, Centre des Monuments Nationaux. ISBN 978-2-85822-298-8. p. 14