Παγγαία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Χάρτης της Παγγαίας.

Για τον σύγχρονο άνθρωπο είναι δεδομένη η εικόνα του πλανήτη με τις σπαρμένες ηπείρους στην υδάτινη μάζα των ωκεανών. Ωστόσο, ο πατέρας της θεωρίας της μετατόπισης των ηπείρων, ο γερμανός μετεωρολόγος Άλφρεντ Βέγκενερ, συγκέντρωσε γεωγραφικά, γεωλογικά και παλαιοντολογικά στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία πριν από 200 εκατομμύρια χρόνια όλες οι ήπειροι ήταν ενωμένες σε μία υπερήπειρο, την Παγγαία. Καθώς ο πυθμένας των θαλασσών απλώθηκε εξαιτίας τεκτονικών ανακατατάξεων, η Παγγαία διαχωρίστηκε και οι ήπειροι άρχισαν να απομακρύνονται μεταξύ τους, παίρνοντας τελικά τη σημερινή τους θέση. Η υπόθεση του Βέγκενερ έμεινε κλειδωμένη στο ντουλάπι ως το 1968, οπότε τα εμπειρικά στοιχεία που αντλήθηκαν από τους πυθμένες των ωκεανών αποδυνάμωσαν τα παλιά γεωλογικά μοντέλα και η θεωρία της μετατόπισης των ηπείρων έγινε το κύριο ρεύμα κατανόησης της γεωλογικής δομής της Γης.

Επανένωση και επαναδιαχωρισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι διαχωρισμένες ήπειροι της Παλαιοζωικής Εποχής, χωρισμένες από την υπερήπειρο της Ροδινίας (η οποία είχε δημιουργηθεί πριν 1100 εκατομμύρια χρόνια), περίπου 650 εκατομμύρια χρόνια, κατά τη Βένδια περίοδο, επανενώθηκαν κατά τη διάρκεια της Παλαιοζωικής για να σχηματίσουν την Παγγαία, κατά τη διάρκεια της Δεβόνιας και της Λιθανθρακοφόρου περιόδου, πριν από 350 εκατομμύρια χρόνια. Πιο συγκεκριμένα, η Παγγαία συγκεντρώθηκε από τη σύγκρουση τριων συγκεκριμένων τμημάτων, της Γκοντβάνα, της Λαυρασίας (ονομάζεται και Ευραμερική) και της Σιβηρίας, κατά τη διάρκεια της Πέρμιας και Λιθανθρακοφόρου περίοδου, δηλαδή 350-260 εκατομμύρια χρόνια πριν. Διάφορα μικρότερα τμήματα, ειδικά της Ν.Α. Ασίας, ήταν τα τελευταία της συγκέντρωσης.

Στην αρχική σύγκρουση μεταξύ της Γκοντβάνα και των βόρειων ηπείρων, η Νότια Αμερική έπεσε πάνω στην Κεντρική Αμερική. Για αυτό άλλωστε θεωρείται πως η σύγχρονη Ισπανία και η κεντρική Γαλλία είναι κομμάτια της Βενεζουέλας. Η Παγγαία ολοκληρώθηκε στην Κουνγκούρια περίοδο, (προς το τέλος της πρώιμης Πέρμιας). Η Γκοντβάνα μεταφέρθηκε 3.500 χλμ. δυτικά σε σχέση με τις βόρειες μάζες ξηράς, έως ότου η Αφρική συνενώθηκε με τη Βόρεια Αμερική στην Νόρια περίοδο, (Ύστερη Τριάσια), δημιουργώντας το κλασικό σχήμα της Παγγαίας. Η Παγγαία έμεινε ανέπαφη για 250-300 εκατομμύρια χρόνια, για να απλωθεί και πάλι από την πρώιμη έως τη μέση Κρητιδική, περίπου πριν 130-100 εκατομμύρια χρόνια. Όμως, για ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας της η υπερήπειρος ήταν στην πραγματικότητα μια σειρά μεγάλων νησιών, που χωρίζονταν μεταξύ τους από ρηχές ηπειρωτικές θάλασσες.

Εικόνα με κίνηση που δείχνει την διάσπαση της Παγγαίας και τον σχηματισμό των ηπείρων.

Κατά τον ίδιο τρόπο η υπερήπειρος δε διαχωρίστηκε αμέσως, αλλά μάλλον διαιρέθηκε σε μικρότερα ηπειρωτικά τμήματα σε τρεις κύριες φάσεις. Η πρώτη φάση συνέβη στη μέση Ιουράσιο, περίπου πριν από 180 εκατομμύρια χρόνια. Μετά από έντονη ηφαιστειακή δραστηριότητα κατά μήκος της ανατολικής ακτής της Βόρειας Αμερικής και της Β.Δ. ακτής της Αφρικής, άνοιξε ο Κεντρικός Ατλαντικός Ωκεανός, καθώς η Βόρεια Αμερική κινήθηκε βορειοδυτικά. Από τούτη την κίνηση δημιουργήθηκε ο Κόλπος του Μεξικού, καθώς η Βόρεια Αμερική μετακινήθηκε από τη Νότια. Την ίδια στιγμή στην άλλη πλευρά της Αφρικής εκτεταμένες ηφαιστειακές εκρήξεις κατά μήκος των παρυφών της Αν. Αφρικής και της Μαδαγασκάρης έγιναν ο προπομπός για το σχηματισμό του Δ. Ινδικού Ωκεανού.

Κατά τη διάρκεια της Μεσοζωικής εποχής η Βόρεια Αμερική και η Ευρασία αποτελούσαν μια μάζα γης, αυτή που γνωρίζουμε ως Λαυρασία. Καθώς άνοιξε ο Κεντρικός Ατλαντικός Ωκεανός, η Λαυρασία περισrράφηκε στη φορά των δεικτών του ρολογιού, στέλνοντας τη Βόρεια Αμερική βόρεια και την Ευρασία νότια. Οι ξυλάνθρακες που αφθονούσαν στην ανατολική Ασία κατά την πρώιμη Ιουρασική, αντικαταστάθηκαν από ερήμους και αποθέσεις άλατος κατά την ύστερη Ιουρασική, καθώς η Ασία μετακινείτο από την υγρή εύκρατη ζώνη στις ξηρές υποτροπικές ζώνες. Αυτή η κυκλική δεξιόστροφη κίνηση της Λαυρασίας οδήγησε, επίσης, στην έμφραξη της Τηθύος, ενός μεγάλου ωκεανού σε σχήμα V, που τελικά χώρισε τη Λαυρασία απ' τη νότια υπερήπειρο της Γκοντβάνα.

Η βιόσφαιρα στην Τριασική Περίοδο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όλες αυτές τις τιτανικές αλλαγές υποδεικνύουν πως ο πλανήτης μας είναι μια ζωντανή οντότητα, πάνω στην οποία τίποτα δεν μπορεί να μείνει στατικό. Tα πάντα εξελίσσονται, κινούνται σε μια αέναη εναλλαγή, αναδιαπλάθονται και αναμορφώνονται, πιέζοντας τη βιόσφαιρα να εξελιχθεί σε τελειότερες μορφές ύπαρξης, περισσότερο περίπλοκες και ικανές στη συμβιωτική σχέση, μορφές που χτίζουν σταδιακά την ιστορία της ζωής πάνω στον πλανήτη. Όσον αφορά στην ιστορία της ζωής πάνω στη Γη, η Τριασική περίοδος ήταν σημαντική για πολλούς λόγους. Ήταν μια μεταβατική περίοδος κατά την οποία πολλές παλαιές μορφές ζωής έσβησαν και νέες εμφανίστηκαν. Οι πιο σύγχρονες ομάδες ασπόνδυλων, επίσης, εμφανίστηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, στις οποίες περιλαμβάνονται τα εχινόδερμα (αχινοί, αστερίες κ.λπ.) και τα κοράλια. Στην ξηρά εμφανίστηκαν μικρά ζώα όπως οι βάτραχοι και οι χελώνες, καθώς επίσης και τα περισσότερα είδη των σύγχρονων εντόμων.

Κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου, βοηθούμενα πιθανώς από την καλύτερη προσαρμογή τους σε άνυδρα περιβάλλοντα, εκτοθερμικά πλάσματα (ψυχρόαιμα) όπως ο Αρχόσαυρος ή «κυρίαρχα ερπετά» κατάφεραν να κυριαρχήσουν στα ενδοθερμικά (Θερμόαιμα) πλάσματα, όπως οι Πελυκόσαυροι ή τα «θηλαστικοειδή ερπετά». Οι περισσότεροι από αυτούς τους Αρχόσαυρους ανήκαν στην τάξη των Θηκόδοντων, των Τριλοφόσαυρων και των Ρυγχόσαυρων. Στην ίδια περίπου εποχή αναπτύχθηκαν οι Πρωτο-δεινόσαυροι και οι Προκολοφονίδες, κοντόχοντρες φυτοφάγες σαύρες. Οι ποταμοί, οι λίμνες και τα έλη συγκέντρωναν μεγάλα αμφίβια, όπως οι Τεμνοσπόνδυλοι. Για παράδειγμα, ο Μαστοδόσαυρος έφτανε περίπου τα 5 μέτρα μήκος. Στις θάλασσες αναπτύχθηκε μια άνευ προηγουμένου ποικιλία θαλάσσιων ερπετών, όπως ο Ιχθυόσαυρος, πρόγονος του δελφινιού, οι σαυρόμορφοι Παχυπλευρόσαυροι και Θαλασσόσαυροι, οι μακρύλαιμοι Νοτόσαυροι, πρόγονοι της φώκιας, τα χελωνοειδή Χενόδοντα και οι μακρύλαιμοι Πιστόσαυροι.

Τα περισσότερα από αυτά τα ζώα ελαττώθηκαν σημαντικά στην ύστερη Κάρνια, πιθανώς εξαιτίας της πτώσης κομήτη ή αστεροειδή, ή ακόμη εξαιτίας της εμφάνισης ακραίων καιρικών φαινομένων. Νέες μορφές ζωής εξελίχθηκαν στη θέση τους, ή κυριάρχησαν ξαφνικά μετά από εκατομμύρια χρόνια αφάνειας. Σε αυτές περιλαμβάνονταν αρχοσαυρικοί Δεινόσαυροι, Πτερόσαυροι (ιπτάμενα ερπετά) και πρωτο-κροκόδειλοι. Στις θάλασσες, οι Ιχθυόσαυροι που επεβίωσαν, συνέχισαν μαζί με τους μακρύλαιμους Πλησιόσαυρους. Στο τέλος αυτής της περιόδου εμφανίστηκαν τα πρώτα αληθινά θηλαστικά, τα οποία, όμως, έμειναν στην αφάνεια μέχρι το τέλος της μεσοζωικής εποχής.

Η χλωρίδα της Τριασικής περιόδου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα μεγάλα Λυκόποδα, οι Σφηνοψίδες και οι γιγάντιες φτέρες, οι οποίες αναπαράγονταν με σπόρια και απαιτούσαν υγρό περιβάλλον, δεν τα πήγαν καλά στο ξηρό τριάσιο κλίμα. Σε τούτη τη χλωρίδα κυρίαρχα ήταν τα αειθαλή δέντρα (κωνοφόρα και άλλα γυμνόσπερμα). Παρόλο που υπήρχε μια ενιαία μάζα γης, οι βιότοποι της τριάσιας περιόδου εναλάσσονταν εξαιτίας κλιματικών μάλλον, παρά γεωγραφικών παραγόντων, όπως είναι οι ισχυροί μουσώνες και τα ακραία εποχικά φαινόμενα που προκαλούνταν από τη συμμετρική θέση της Παγγαίας γύρω από τον Iσημερινό.

Έτσι, έχουμε τη βόρεια χλωρίδα της Λαυρασίας και τη νότια χλωρίδα της Γκοντβάνα με αρκετές μεταξύ τους επικαλύψεις, όπως στην περίπτωση της Ινδίας, όπου η χλωρίδα της Γκοντβάνα συνδυάζεται με τα τετράποδα της Λαυρασίας. Ωστόσο, οι διαφορές στη χλωρίδα αυτών των δύο ξεχωριστών περιοχών είναι εντονότερες απ' ό,τι οι διαφορές στην πανίδα. Για παράδειγμα, στην Γοντουαναλάνδη η Πέρμια χλωρίδα των Γλωσσόπτερων εξαφανίζεται για να αντικατασταθεί από τη φτέρη (Dicrodium), η οποία επιβιώνει σε όλα τα περιβάλλοντα, ακόμη και στις πλέον άνυδρες περιοχές. Εδώ, επίσης, εμφανίζονται και ορισμένα γυμνόσπερμα της Λαυρασίας και γκίγκο ή δίλοβοι. Η χλωρίδα της Λαυρασίας είναι ένα μίγμα πρωτόγονων κωνοφόρων, μαζί με γκίγκο, γυμνόσπερμα και σφηνοψίδες. Tα κωνοφόρα της έχουν μέτριο έως μεγάλο μέγεθος, ικανό να παράγει σκιά.

Η θάλασσα της Τηθύος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου μια τροπική Θάλασσα σχηματίστηκε ανάμεσα στις υπερ-ήπειρους της Γκοντβάνα στο Νότο και της Λαυρασίας στο Βορά. Σε τούτη τη θάλασσα, που πήρε τo όνομα της Τηθύος, έγινε μια μοναδική συγκέντρωση θαλάσσιων ερπετών, τα περισσότερα από τα οποία ζούσαν κοντά στις ακτές και τα ρηχά νερά. Πολλά από αυτά τα πλάσματα ανακαλύπτονται στα στρώματα του όρους Σαν Τζιόρτζιο, δίνοντας μια πολύ καλή ιδέα για το τι συνέβαινε στις θάλασσες του πλανήτη πριν από 243 εκατομμύρια χρόνια περίπου. To παλαιοντολογικά ευρήματα μας δίνουν μια ιδέα από τα κυριότερα είδη, τα οποία εξαιτίας περιβαλλοντικών πιέσεων προτίμησαν το θαλάσσιο περιβάλλον, για να εξελιχθούν με τον καιρό σε ιχθυόμορφα πλάσματα.

Ο Ιχθυόσαυρος Μιξόσαυρος, με μήκος περίπου ένα μέτρο είναι εκείνο το είδος που ξεφεύγει περισσότερο από την κλασική γραμμή των θαλάσσιων ερπετών και μοιάζει στην κίνηση και την πιθανή συμπεριφορά του με ψάρι. Ο Πλακόδους, με δυόμισι μέτρα μήκος, μοιάζει περισσότερο με μεγάλη σαύρα. 0 Τανυστρόφεος (Tanystropheus), με μακρύτερο λαιμό, φτάνει περίπου στο μήκος των έξι μέτρων, ενώ ο σαυροπτέρυγος Παραγναθόσαυρος φτάνει περίπου τα τρία μέτρα μήκος. Ανάμεσά τους ανακαλύφθηκε και ένας αμμωνίτης, που χρησιμοποιούσε μελάνι για να διαφεύγει, όπως ορισμένα σύγχρονα μαλάκια.

Στη πραγματικότητα η Τηθύς είναι ένας ισημερινός ωκεανός, που ακολουθεί τη σημερινή ορεινή αλυσίδα Άλπεις-Ιμαλάια και σχηματίστηκε κατά την περίοδο της Μεσοζωικής Εποχής, περίπου 245 εκατομμύρια χρόνια πριν. Οι ηπειρωτικές συγκρούσεις που εξαφάνισαν την Τηθύ, δημιούργησαν τις υψηλές οροσειρές που γνωρίζουμε σήμερα ως Άλπεις και Ιμαλάια. To όνομα της συζύγου και αδελφής του Ωκεανού το πήρε το 1893 από τον αυστριακό γεωλόγο Έντουαρντ Σουές, αν και η ανακάλυψη των στοιχείων που οδήγησαν σε τούτη την επιστημονική υπόθεση ανήκει στο γερμανό γεωλόγο Μέλχιορ Νόιμάγιερ και στηρίζεται στο γεγονός της κατανομής μεγάλων εναποθέσεων ιζηματογενών πετρωμάτων που ξεκινούν από τις Άλπεις, περνούν στα Καρπάθια Όρη, κατόπιν στην Τουρκία και το Ιράν, ως τα Ιμαλάια και την Μπούρμα.