Ο εκτελεστής της νύχτας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ο εκτελεστής της νύχτας
(Death Wish)
Death Wish.png
Η κινηματογραφική αφίσα
ΣκηνοθεσίαΜάικλ Γουίνερ[1][2][3][4]
ΠαραγωγήΝτίνο ντε Λαουρέντις
ΣενάριοΓουέντελ Μέγιες
Βασισμένο σεDeath Wish
ΠρωταγωνιστέςΤσαρλς Μπρόνσον[1][3][5][4], Χόουπ Λάνγκε[1][3][5][4], Βίνσεντ Γκαρνίνια[1][3][5][4], Γουίλιαμ Ρέντφιλντ[1][5][4], Στίβεν Κίτς[1][3][5][4], Τζεφ Γκόλντμπλουμ[1][5][4], Τζων Χέρτζφελντ[5], Στιούαρντ Μαργκόλιν[1][5][4], Έντουαρντ Γρόβερ[5], Ολυμπία Δουκάκη[1][5], Στίφεν Έλλιοτ[1][5][4], Christopher Logan, Jack Wallace, Gregory Rozakis, Helen Martin, Χανκ Γκάρετ, Κρίστοφερ Γκεστ, Starletta DuPois, Πολ Ντούλεϊ, Τομ Χέιντεν, Al Lewis, Robert Miano και Eric Laneuville
ΜουσικήΧέρμπι Χάνκοκ
ΦωτογραφίαΆρθρουρ Όρνιτς
ΜοντάζBernard Gribble
Εταιρεία παραγωγήςParamount Pictures
Πρώτη προβολή1974
ΚυκλοφορίαFlag of the United States (Pantone).svg 24 Ιουλίου 1974 (1974-07-24)
Διάρκεια94 λεπτά[6]
ΠροέλευσηΗνωμένες Πολιτείες Αμερικής
ΓλώσσαΑγγλικά
Προϋπολογισμός3, 7 εκατομμύρια δολάρια [7]
Ακαθάριστα έσοδα22 εκατομμύρια δολάρια[8][9] or $20.3 million[7]
ΈπεταιDeath Wish II
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Εκτελεστής της Νύχτας (Πρωτότυπος τίτλος Death Wish) είναι μια δραματική αστυνομική ταινία Αμερικανικής παραγωγής του 1974 σε σκηνοθεσία Μάικλ Γουίνερ, βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Μπράιαν Γκάρφιλντ. Πρωταγωνιστούν οι Τσαρλς Μπρόνσον, Βίνσεντ Γκαρντένια και Γουίλιαμ Ρέντφιλντ.

Η ταινία αναφέρεται στον Πωλ Κέρσεϊ (Μπρόνσον), έναν αρχιτέκτονα που αποφασίζει να πάρει εκδίκηση μετά τη δολοφονία της γυναίκας του και την σεξουαλική επίθεση της κόρης του κατά τη διάρκεια μιας εισβολής κακοποιών στο σπίτι του . Αυτή ήταν η πρώτη ταινία από μια σειρά ταινιών, καθώς ακολούθησε οκτώ χρόνια αργότερα η συνέχεια της με τίτλο Εκτελεστής χωρίς οίκτο (Death Wish II) και άλλες παρόμοιες ταινίες.

Κατά τη στιγμή της κυκλοφορίας, η ταινία επικρίθηκε για την προφανή υποστήριξή της στην εκδίκηση και υπέρ της απεριόριστης τιμωρίας των εγκληματιών. [10]Υποτίθεται ότι το μυθιστόρημα κατήγγειλε την εκδίκηση, ενώ η ταινία αγκάλιασε την έννοια. Η ταινία ήταν εμπορική επιτυχία και είχε απήχηση στο κοινό στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες βίωναν αυξανόμενα ποσοστά εγκληματικότητας κατά τη δεκαετία του 1970.[11]

Πλοκή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πωλ Κέρσι είναι ένας επιτυχημένος, μεσήλικας αρχιτέκτονας και οικογενειάρχης που ζει ευτυχισμένος στο Μανχάταν με τη σύζυγό του, Τζοάνα. Μια μέρα, η Τζοάνα και η μεγάλη τους κόρη, Κάρολ - η οποία είναι παντρεμένη με τον Τζακ Τόμπι - ακολουθούνται στο σπίτι τους από τρεις κακοποιούς, οι οποίοι εισβάλλουν στο διαμέρισμα του Κέρσεϊ παριστάνοντας τους ντελιβεράδες. Όταν διαπιστώνουν ότι η Κάρολ και η Τζοάννα έχουν μόνο 7 δολάρια, οι κακοποιοί βιάζουν βάναυσα την Κάρολ και χτυπούν την Τζοάνα πριν φύγουν. Φτάνοντας στο νοσοκομείο, ο Πωλ είναι συντετριμμένος όταν μαθαίνει ότι η Τζόανα πέθανε από τα τραύματά της. Ο Πωλ παθαίνει κατάθλιψη και προσπαθεί να ξεπεράσει το συμβάν του αφοσιωμένος στη δουλειά του. Γνωρίζει ότι οι δράστες δεν θα βρεθούν ποτέ, καθώς η πόλη υφίσταται ένα πρωτοφανές κύμα εγκληματικότητας. Επιπλέον, η αστυνομία έχει πολύ λίγα στοιχεία, καθώς η Κάρολ δεν μπορεί να συνεργαστεί με τους αστυνομικούς λόγω της τραυματικής της εμπειρίας. Λίγο μετά την ταφή της γυναίκας του, ο Πωλ συναντά έναν κλέφτη σε έναν σκοτεινό δρόμο. Ο Πωλ αντεπιτίθεται με ένα αυτοσχέδιο όπλο φτιαγμένο από μια κάλτσα, προκαλώντας τον κλέφτη να τρέξει μακριά. Ο Πωλ συγκλονίζεται και δυναμώνει από τη συνάντηση. Το αφεντικό του Πωλ τον στέλνει στο Τούσον της Αριζόνα για να δει τον Έιμς Τζάνχιλ, έναν πελάτη που θέλει να επενδύσει σε ένα έργο οικιστικής ανάπτυξης. Λίγες μέρες αργότερα, ο Πωλ προσκαλείται σε δείπνο από τον Έιμς στο κλαμπ του.

Εκεί ο Έιμς δείχνει στον Πωλ την συλλογή όπλων του και μένει εντυπωσιασμένος με τη σκοποβολή του Πωλ. Ο Πωλ του αποκαλύπτει ότι ήταν αντιρρησίας συνείδησης κατά τη διάρκεια του πολέμου της Κορέας και υπηρέτησε ως μάχιμος γιατρός. Είχε μάθει να χειρίζεται πυροβόλα όπλα από τον κυνηγό-πατέρα του, αλλά όταν ο πατέρας του τραυματίστηκε θανάσιμα από έναν δεύτερο κυνηγό (ο οποίος μπέρδεψε τον πατέρα του Πωλ με ελάφι), η μητέρα του, τον έκανε να ορκιστεί ότι δεν θα χρησιμοποιήσει ξανά όπλα. Ο Έιμς οδηγεί τον Πωλ πίσω στο αεροδρόμιο του Τούσον και του δίνει ένα δώρο για το έργο του στην ανάπτυξη, το οποίο τοποθετεί στις αποσκευές του Πωλ. Πίσω στο Μανχάταν, ο Πωλ μαθαίνει από τον Τζακ η Κάρολ έχει κλονισθεί λόγω του τραυματικού βιασμού και του θανάτου της μητέρας της. Με την ευλογία του Πωλ ο Τζακ βάζει την Κάρολ σε ψυχιατρείο. Ο Πωλ γυρνώντας στο σπίτι του ανακαλύπτει ότι το δώρο του Έιμς είναι ένα περίστροφο Colt Police Positive και ένα κουτί με σφαίρες. Σε μια νυχτερινή του βόλτα, παίρνει μαζί του το όπλο, όπου κατά τη διάρκεια της οποίας κακοποιοί επιχειρούν τον κλέψουν υπό την απειλή όπλου. Ο Πωλ πυροβολεί θανάσιμα τον έναν ληστή και, σε κατάσταση σοκ, τρέχει σπίτι του και κάνει εμετό. Το επόμενο βράδυ, ο Πωλ περπατά στην πόλη αναζητώντας επικίνδυνους και βίαιους εγκληματίες.

Τις επόμενες εβδομάδες που ακολουθούν, ο Πωλ σκοτώνει αρκετούς ληστές, είτε παρασύροντάς τους σε μια αντιπαράθεση παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως ένα πλούσιο θύμα, είτε όταν τους βλέπει να επιτίθενται σε άλλους αθώους ανθρώπους. Ο επιθεωρητής της Νέας Υόρκης, Φρανκ Οτσόα, αρχίζει να ερευνά τις δολοφονίες από αυτοδικία. Το τμήμα του περιορίζεται σε μια λίστα ανδρών που είχαν ένα μέλος της οικογένειας που σκοτώθηκε πρόσφατα από ληστές και/ή είναι βετεράνοι πολέμου. Σύντομα ο Οτσόα υποπτεύεται τον Πωλ και πρόκειται να συλλάβει όταν ο εισαγγελέας της περιοχής παρεμβαίνει και λέει στον Οτσόα ότι «δεν τον θέλουμε». Ο εισαγγελέας και ο αστυνομικός επίτροπος δεν θέλουν να αποκαλυφθούν οι στατιστικές ότι η εκδίκηση του Πωλ οδήγησε σε δραστική μείωση της εγκληματικότητας στους δρόμους, φοβούμενοι ότι εάν οι εν λόγω πληροφορίες γίνουν γνωστές στο κοινό, ολόκληρη η πόλη θα πέσει σε ένα χάος. Αν συλληφθεί ο Πωλ, σίγουρα θα χαρακτηριστεί μάρτυρας. Ο Οτσόα δεν συμπαθεί την ιδέα, αλλά υποχωρεί και επιλέγει να τον «τρομάξει».

Ένα βράδυ, ο Πωλ πυροβολεί άλλους δύο κλέφτες πριν τραυματιστεί ο ίδιος στο πόδι από έναν τρίτο. Ο Πωλ καταδιώκει τον τρίτο κλέφτη και τον εγκλωβίζει σε μια αποθήκη. Προκαλεί τον ληστή σε μια γρήγορη μονομαχία, για να λιποθυμήσει λόγω της απώλειας αίματος. Ο κλέφτης δραπετεύει. Το όπλο του Πωλ ανακαλύπτεται από τον νεαρό αστυνομικό Τζάκσον Ράιλι, ο οποίος παραδίδει το όπλο στον Οτσόα. Εκείνος όμως διατάζει τον Ράιλι να ξεχάσει ότι το βρήκε. Ο Τύπος πληροφορείται ότι ο Πωλ είναι απλώς άλλο ένα θύμα κλοπής. Ο Οτσόα επισκέπτεται τον Πωλ στο νοσοκομείο όπου αναρρώνει και συμφωνεί να αποκρύψει το περίστροφο του Πωλ με αντάλλαγμα την αποχώρηση από τη Νέα Υόρκη οριστικά. Ο Πωλ δέχεται τη συμφωνία και η εταιρεία του συμφωνεί να τον μεταφέρει στο Σικάγο. Ο Πωλ φτάνει στο Chicago Union Station με το τρένο. Καθώς τον υποδέχεται ένας εκπρόσωπος της εταιρείας, παρατηρεί μια ομάδα κουκουλοφόρων να παρενοχλούν μια νεαρή γυναίκα. Δικαιολογείται και βοηθά τη γυναίκα. Καθώς οι κουκουλοφόροι κάνουν άσεμνες χειρονομίες, ο Πωλ απλώς χαμογελά ενώ τους κάνει μια χειρονομία προσποιούμενος ότι πυροβολεί με ένα πιστόλι.

Διανομή ρόλων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Χοπ Λάντζ ως σύζυγος του Πωλ Κέρσι

Παραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανάπτυξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ταινία βασίστηκε στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Μπράιαν Γκάρφιλντ του 1972 , ο οποίος εμπνεύστηκε να χρησιμοποιήσει το θέμα της εκδίκησης μετά από περιστατικά στην προσωπική του ζωή. Το πρωτότυπο μυθιστόρημα έλαβε θετικές κριτικές αλλά δεν ήταν μπεστ σέλερ. Ο Γκάρφιλντ πούλησε τα κινηματογραφικά δικαιώματα τόσο στο Death Wish όσο και στο Relentless στους μοναδικούς παραγωγούς ταινιών που τον πλησίασαν, τον Χαλ Λάντερς και τον Μπόμπι Ρόμπερτς . Του προσφέρθηκε η ευκαιρία να γράψει ένα σενάριο διασκευάζοντας ένα από τα δύο μυθιστορήματα και επέλεξε το Relentless. Απλώς θεώρησε ότι είναι πιο εύκολο από τα δύο να μετατραπεί σε ταινία.[12] Ο Γουέντελ Μάγες προσλήφθηκε τότε για να γράψει το σενάριο της ταινίας. Διατήρησε τη βασική δομή του μυθιστορήματος και μεγάλο μέρος του φιλοσοφικού διαλόγου. Ήταν δική του ιδέα να μετατρέψει τον αστυνομικό ντετέκτιβ Φρανκ Οτσόα σε κύριο χαρακτήρα της ταινίας.[12] Τα πρώτα του σχέδια για το σενάριο είχαν διαφορετικό τέλος από το τελικό. Σε ένα, ακολούθησε μια ιδέα από τον Γκάρφιλντ. Ο εκδικητής αντιμετωπίζει τους τρεις κακοποιούς που επιτέθηκαν στην οικογένειά του και καταλήγει νεκρός στα χέρια τους. Ο Οτσόα ανακαλύπτει το όπλο του νεκρού και σκέφτεται να ακολουθήσει τα βήματά του.[12] Σε ένα άλλο, ο εκδικητής τραυματίζεται και μεταφέρεται εσπευσμένα σε νοσοκομείο. Η μοίρα του παραμένει ασαφής. Εν τω μεταξύ, ο Οτσόα βρήκε το όπλο και παλεύει με την απόφαση αν θα το χρησιμοποιήσει. Η απόφασή του παραμένει ασαφής.[12]

Επιλογή ηθοποιών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχικά, ο Σίντνεϊ Λουμέτ επρόκειτο να σκηνοθετήσει την ταινία με πρωταγωνιστές τον Τζακ Λέμον ως Πωλ Κέρσι και τον Χένρι Φόντα ως Φρανκ Οτσόα.[13] Ο Λούμετ αποχώρησε από το έργο για να σκηνοθετήσει τον Σέρπικο (1973), απαιτώντας την αναζήτηση άλλου σκηνοθέτη.[12] Εξετάστηκαν αρκετές επιλογές, συμπεριλαμβανομένου του Πίτερ Μέντα που ήθελε τον Χένρι Φόντα στον ρόλο του Πωλ.[14] Η United Artists τελικά επέλεξε τον Μάικλ Γουίνερ, λόγω του ιστορικού του από σκληρές, βίαιες ταινίες δράσης. Τα παραδείγματα της δουλειάς του που εξετάστηκαν ήταν Το Μούτρο (The Mechanic) (1972), Ο Σκορπιός (1973) και ο Stone Killer (1973).[12] Η ταινία απορρίφθηκε από άλλα στούντιο λόγω του αμφιλεγόμενου θέματός της και της αντιληπτής δυσκολίας να βάλει κάποιος τον ρόλο του εκτελεστή. Εξετάστηκαν αρκετοί ηθοποιοί, συμπεριλαμβανομένων των Στηβ ΜακΚουήν, Κλιντ Ίστγουντ, Γκρέγκορι Πεκ, Μπαρτ Λάνκαστερ, Φρανκ Σινάτρα, Λι Μάρβιν ακόμη και του Έλβις Πρίσλεϊ.

Ο Γουίνερ προσπάθησε να στρατολογήσει τον Μπρόνσον, αλλά υπήρχαν δύο προβλήματα για τον ηθοποιό. Το ένα ήταν ότι ο ατζέντης του, Πολ Κόνερ, θεώρησε ότι η ταινία μετέφερε ένα επικίνδυνο μήνυμα. Το άλλο ήταν ότι το σενάριο ακολούθησε στη συνέχεια το αρχικό μυθιστόρημα περιγράφοντας τον εκτελεστή ως έναν πράο λογιστή, που δεν ήταν κατάλληλος ρόλος για τον Μπρόνσον.[12] «Ήμουν πραγματικά ένα άτομο με λάθος ρόλο», είπε αργότερα ο Μπρόνσον. «Ήταν περισσότερο ένα θέμα που θα ήταν καλύτερο για τον Ντάστιν Χόφμαν ή για κάποιον που θα μπορούσε να παίξει έναν πιο αδύναμο άνθρωπο. Τους είπα τότε.»[15]

Ο Γουίνερ ήταν αρχικά ανήσυχος για την απόφασή του να υποδυθεί η Τζιλ Αΐρλαντ, η πραγματική σύζυγος του Μπρόνσον, την Τζόανα Κέρσεϊ. Όταν ο Γουίνερ το είπε αυτό στον Μπρόνσον, εκείνος είπε, «Όχι. Δεν θέλω να την ταπεινώσουν και να την μπερδέψουν αυτοί οι ηθοποιοί που παίζουν ληστές. Ξέρεις τι άτομο θέλουμε; Κάποια που μοιάζει με την Χοπ Λαντζ», στην οποία ο Γουίνερ απάντησε, «Λοιπόν, Τσάρλι, το άτομο που μοιάζει περισσότερο με την Χοπ Λαντζ είναι η Χοπ Λαντζ. Οπότε θα την πάρω». Η Αΐρλαντ αργότερα θα έπαιζε την ερωμένη του Πωλ Κέρσεϊ στο Death Wish II.

Χρηματοδότηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κινηματογραφικό έργο εγκαταλείφθηκε από την United Artists αφού οι περιορισμοί του προϋπολογισμού ανάγκασαν τους παραγωγούς Χαλ Λάντερς και Μπόμπι Ρόμπερτς να πουλήσουν τα δικαιώματά τους. Οι αρχικοί παραγωγοί αντικαταστάθηκαν από τον Ιταλό μεγιστάνα του κινηματογράφου Ντίνο Ντε Λαουρέντις[13] ο οποίος έπεισε τον Τσαρλς Μπρόνσον να φέρει το έργο στην Paramount Pictures. Η Paramount αγόρασε τα δικαιώματα διανομής της ταινίας στην αγορά των Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ η Columbia Pictures ανέλαβε τα δικαιώματα διανομής για τις διεθνείς αγορές. Ο Ντε Λαουρέντις αύξησε τον προϋπολογισμό των 3 εκατομμυρίων δολαρίων της ταινίας προπωλώντας τα δικαιώματα διανομής.[13] Με εξασφαλισμένη χρηματοδότηση, ο σεναριογράφος Τζέραλντ Γουίλσον προσλήφθηκε για να αναθεωρήσει το σενάριο. Το πρώτο του καθήκον ήταν να αλλάξει την ταυτότητα του εκτελεστή για να καταστήσει τον ρόλο πιο κατάλληλο για τον Μπρόνσον. Ο ρόλος "Πωλ Μπενζαμίν" μετονομάστηκε σε "Πωλ Κέρσϊ". Η δουλειά του άλλαξε από λογιστής σε αρχιτέκτονας. Το υπόβαθρό του άλλαξε από βετεράνος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου σε βετεράνο του Κορεατικού Πολέμου. Επίσης ο λόγος για τον οποίο δεν πολέμησε άλλαξε από το να υπηρετεί ως λογιστής του στρατού σε αντιρρησία συνείδησης .[12] Αρκετές ατάκες από το σενάριο του Μάγες κρίθηκαν περιττές και έτσι διαγράφηκαν.[12]

Κινηματογράφηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ίδιος ο Γουίνερ ζήτησε αρκετές αναθεωρήσεις στο σενάριο. Τόσο το μυθιστόρημα όσο και το αρχικό σενάριο δεν είχαν σκηνές που να δείχνουν τον εκδικητή να αλληλεπιδρά με τη γυναίκα του. Ο Γουίνερ αποφάσισε να συμπεριλάβει έναν πρόλογο που να απεικονίζει μια ευτυχισμένη σχέση και έτσι ο πρόλογος της ταινίας απεικονίζει το ζευγάρι να κάνει διακοπές στη Χαβάη. [12]Το πρώιμο προσχέδιο του σεναρίου είχε ως έμπνευση τον εκτελεστή βλέποντας μια σκηνή πάλης στο γουέστερν, Το τρένο θα σφυρίξει τρεις φορές (High Noon). Ο Γουίνερ αποφάσισε μια πιο περίτεχνη σκηνή, που περιλαμβάνει μια σκηνή μάχης σε μια αναπαράσταση της Άγριας Δύσης , που λαμβάνει χώρα στο Τούσον της Αριζόνα. Το τελικό σενάριο είχε τον εκτελεστή να κάνει μια περιστασιακή αναφορά σε γουέστερν. Ενώ αντιμετωπίζει έναν ένοπλο κλέφτη, τον προκαλεί να μονομαχίσει (η ίδια πρόκληση που έδωσε ο Τζον Γουέιν στον βασικό αντίπαλό του στην κορυφαία ανταλλαγή πυροβολισμών στο True Grit του 1969 ). Όταν ο Οτσόα λέει στον Πωλ να φύγει από την πόλη, ρωτά αν μπορεί να το κάνει μέχρι τη δύση του ηλίου.[12] Η δολοφονία στο σταθμό του μετρό έπρεπε να παραμείνει εκτός οθόνης στο σενάριο του Μάγες, αλλά ο Γουίνερ αποφάσισε να το μετατρέψει σε μια πραγματική, βάναυση σκηνή. [12]

Μια μικρή λογομαχία προέκυψε για μια τοποθεσία γυρίσματος για την ταινία. Ο Μπρόνσον ζήτησε μια τοποθεσία με έδρα την Καλιφόρνια, ώστε να μπορεί να επισκεφτεί την οικογένειά του στο Μπελ Άιρ του Λος Άντζελες. Ο Γουίνερ επέμεινε στη Νέα Υόρκη και ο Ντε Λαουρέντις συμφώνησε. Τελικά, ο Μπρόνσον υποχώρησε. [12] Η ταινία γυρίστηκε σε τοποθεσίες στην πόλη της Νέας Υόρκης κατά τη διάρκεια του χειμώνα 1973–1974.[12]Καθ' όλη τη διάρκεια της παραγωγής, τα μέλη του συνεργείου έπρεπε να φορούν μάσκες προσώπου, λόγω των χαμηλών θερμοκρασιών που θα έκαναν το νερό στα μάτια τους να παγώνει.

Κυκλοφορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οικιακά μέσα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ταινία κυκλοφόρησε για πρώτη φορά σε VHS , Betamax και LaserDisc το 1980. Αργότερα κυκλοφόρησε σε DVD το 2001 και το 2006. Μια 40η Επετειακή Έκδοση κυκλοφόρησε σε Blu-ray το 2014.[16]

Υποδοχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κριτικές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ταινία έλαβε μικτές κριτικές κατά την κυκλοφορία της λόγω της υποστήριξής του στην εκδίκηση, αλλά επηρέασε το κοινό των ΗΠΑ και ξεκίνησε εκτεταμένη συζήτηση σχετικά με το πώς να αντιμετωπίσει το ανεξέλεγκτο έγκλημα. Η γραφική βία της ταινίας, ιδιαίτερα η βάναυση σκηνή του βιασμού της κόρης του Κέρσι και η ρητή απεικόνιση των σκόπιμων δολοφονιών του Κέρσι, θεωρήθηκε εκμεταλλευτική αλλά ρεαλιστική στο πλαίσιο της ατμόσφαιρας των ΗΠΑ της αύξησης των ποσοστών εγκληματικότητας στην πόλη.[17][18]Πολλοί κριτικοί ήταν δυσαρεστημένοι με την ταινία, θεωρώντας την «ανήθικη απειλή για την κοινωνία» και ενθάρρυνση της αντικοινωνικής συμπεριφοράς.

Ο Βίνσεντ Κάρμπι των The New York Times ήταν ένας από τους πιο ειλικρινείς συντάκτες, καταδικάζοντας την ταινία σε δύο εκτενή του άρθρα.[19][20][21]

Ο Ρότζερ Ίμπερτ απένειμε τρία αστέρια από τα τέσσερα και επαίνεσε την «δροσερή ακρίβεια» της σκηνοθεσίας του Γουίνερ, αλλά δεν συμφωνούσε με τη φιλοσοφία της ταινίας[22] Ο Τζιν Σίσκελ δωσε στην ταινία δύο αστέρια από τα τέσσερα και έγραψε ότι: «δεν κάνει καμία προσπάθεια αξιοπιστίας, καθώς στόχος της είναι να παρουσιάσει έναν συλλογισμό που υποστηρίζει την εκδίκηση και να την παρουσιάσει τόσο γρήγορα που δεν προλαβαίνει κανείς να σκεφτεί τον παραλογισμό του».[23]

Ο Τσαρλς Τσάμπλιν των The Los Angeles Times την ονόμασε «μια κατάπτυστη ταινία... Είναι άσχημη και δημαγωγική ουσία, μια έκκληση στα ωμά συναισθήματα και ενάντια στη λογική».[24] Ο Γκάρι Άρνολντ της The Washington Post περιέγραψε την ταινία ως «απλοϊκή μέχρι στάσης. Σπάνια συμβαίνει να υπάρχει μια λογική ταινία για την αστική βία. Οι δολοφονίες κατακλύζουν η μία μετά την άλλη καθώς ο Μπρόνσον καταδιώκει τους εγκληματίες στους δρόμους της Νέας Υόρκης». [25]

Ο Γκάρφιλντ ήταν επίσης δυσαρεστημένος με το τελικό προϊόν, αποκαλώντας την ταινία «εμπρηστική» και δήλωσε ότι οι συνέχειες της ταινίας είναι όλα άσκοπες και άτακτες, καθώς υποστηρίζουν την αυτοδικία σε αντίθεση με τα δύο μυθιστορήματά του, που αναφέρουν το αντίθετο επιχείρημα. Η ταινία τον οδήγησε να γράψει μια συνέχεια με τίτλο Death Sentence, η οποία δημοσιεύτηκε ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία της ταινίας. Ο Μπρόνσον υπερασπίστηκε την ταινία και θεώρησε ότι είχε σκοπό να είναι ένα σχόλιο για τη βία και να επιτεθεί στη βία, όχι να την ρομαντικοποιήσει.

Ο ιστότοπος συλλογής κριτικών Rotten Tomatoes, δίνει βαθμολογία (Οκτώβριος 2021) θετικής έγκρισης 68% βασισμένες σε 28 κριτικές με μέσο όρο 7.00/10. [10]

Βραβεύσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 1,5 1,6 1,7 1,8 1,9 bbfc.co.uk/releases/death-wish-film. Ανακτήθηκε στις 19  Απριλίου 2016.
  2. www.imdb.com/title/tt0071402/. Ανακτήθηκε στις 19  Απριλίου 2016.
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 www.allocine.fr/film/fichefilm_gen_cfilm=34381.html. Ανακτήθηκε στις 19  Απριλίου 2016.
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 4,4 4,5 4,6 4,7 4,8 www.cinematografo.it/cinedatabase/film/il-giustiziere-della-notte/14084/. Ανακτήθηκε στις 19  Απριλίου 2016.
  5. 5,00 5,01 5,02 5,03 5,04 5,05 5,06 5,07 5,08 5,09 5,10 www.imdb.com/title/tt0071402/fullcredits. Ανακτήθηκε στις 19  Απριλίου 2016.
  6. «DEATH WISH (X)». British Board of Film Classification. 23 Οκτωβρίου 1974. Ανακτήθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου 2014. 
  7. 7,0 7,1 Knoedelseder, William K., Jr. (30 Aug 1987). «De Laurentiis Producer's Picture Darkens». Los Angeles Times: σελ. 1. 
  8. «Death Wish, Box Office Information». Box Office Mojo. Ανακτήθηκε στις 29 Ιανουαρίου 2012. 
  9. «Death Wish, Box Office Information». The Numbers. Ανακτήθηκε στις 29 Ιανουαρίου 2012. 
  10. 10,0 10,1 «Ο Εκτελεστής της Νύχτας, (1974)». Rotten Tomatoes. Ανακτήθηκε στις 24 Οκτωβρίου 2021. 
  11. Frum, David (2000). How We Got Here: The '70sFree registration required. New York, New York: Basic Books. σελ. 13. ISBN 0-465-04195-7. 
  12. 12,00 12,01 12,02 12,03 12,04 12,05 12,06 12,07 12,08 12,09 12,10 12,11 12,12 12,13 Σφάλμα αναφοράς: Σφάλμα παραπομπής: Λανθασμένο <ref>. Δεν υπάρχει κείμενο για τις παραπομπές με όνομα Talbot.
  13. 13,0 13,1 13,2 Nikki Tranter. «Historian: Interview with Brian Garfield». 
  14. p. 23 Ross, Cai Ghost Buster in Cinema Retro Vol 15 Issue #43 Winter 2019
  15. For Bronson, Piecework Is a Virtue: Movies Piecework a Virtue for Charles Bronson Piecework a Virtue for Bronson Warga, Wayne. Los Angeles Times 2 Nov 1975: o1
  16. Webmaster (23 Οκτωβρίου 2013). «Death Wish: 40th Anniversary Edition Blu-ray». Blu-ray.com. Ανακτήθηκε στις 28 Ιουλίου 2015. 
  17. «Death Wish». Chicago Sun Times. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2012-10-10. https://web.archive.org/web/20121010162733/http://rogerebert.suntimes.com/apps/pbcs.dll/article?AID=%2F19740101%2FREVIEWS%2F401010313. Ανακτήθηκε στις 2010-12-03. 
  18. «Review: 'Death Wish'». Variety. December 31, 1973. https://www.variety.com/review/VE1117790317?refcatid=31. Ανακτήθηκε στις July 23, 2017. 
  19. Canby, Vincent (1974-08-04). «Screen: 'Death Wish' Exploits Fear Irresponsibly; 'Death Wish' Exploits Our Fear». The New York Times. http://select.nytimes.com/gst/abstract.html?res=F10B1FFE3959157A8EDDAD0894D0405B848BF1D3&scp=16&sq=death%20wish%20VINCENT%20CANBY&st. Ανακτήθηκε στις 2011-11-06. 
  20. Canby, Vincent (1974-07-25). «Screen: 'Death Wish' Hunts Muggers:The Cast Story of Gunman Takes Dim View of City». The New York Times. https://movies.nytimes.com/movie/review?res=9804E3DB1131EF34BC4D51DFB166838F669EDE&scp=2&sq=death%20wish&st=cse. Ανακτήθηκε στις 2011-11-06. 
  21. Severo, Richard (2003-09-01). «Charles Bronson, 81, Movie Tough Guy, Dies». The New York Times. https://www.nytimes.com/2003/09/01/obituaries/01BRON.html?scp=5&sq=charles%20bronson&st=cse. Ανακτήθηκε στις 2010-01-05. 
  22. Death Wish, Roger Ebert's Movie Reviews Αρχειοθετήθηκε 2012-10-10 στο Wayback Machine.. Chicago Sun-Times. Retrieved December 3, 2018.
  23. Siskel, Gene (August 9, 1974). "'Death' moves at a killing pace to prove its point". Chicago Tribune. Section 2, p. 3.
  24. Champlin, Charles (July 31, 1974). "Running Amok for Law, Order". Los Angeles Times. Part IV, p. 1.
  25. Arnold, Gary (August 22, 1974). "'Death Wish': Vigilante Justice". The Washington Post. B13.
  26. «Goldene Leinwand». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 10 Απριλίου 2019. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]