Έλληνες Ορθόδοξοι Παλαιοημερολογίτες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ως Έλληνες παλαιοημερολογίτες ή Γνήσιοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί (Γ.Ο.Χ.) αυτοαποκαλούνται οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί σε Ελλάδα και ελληνική ομογένεια οι οποίοι ακολουθούν το Ιουλιανό ημερολόγιο.

Οι όροι παλαιοημερολογίτες και παλαιοημερολογιτισμός (όπως και οι έννοιες νεοημερολογίτες και νεοημερολογιτισμός) υφίστανται από το 1924, χρονιά κατά την οποία η Εκκλησία της Ελλάδος αναθεώρησε το έως τότε ισχύον Ιουλιανό ημερολόγιο, ώστε να συμπίπτει με το νέο, Γρηγοριανό ημερολόγιο που είχε υιοθετήσει η πολιτεία. Τότε οι Παλαιοημερολογίτες αποσχίσθηκαν από την επίσημη Εκκλησία της Ελλάδος, επειδή θεώρησαν την αλλαγή του ημερολογίου ως πρώτο βήμα για την υποταγή των Ορθοδόξων στον Πάπα και ότι η επίσημη εκκλησία έχει οικουμενιστικό χαρακτήρα. Σήμερα, υπάρχουν αρκετές παρατάξεις Γ.Ο.Χ. εντός και εκτός Ελλάδος, οι οποίες ακολουθούν το παλαιό Ιουλιανό ημερολόγιο, το οποίο υπολείπεται από το Γρηγοριανό ημερολόγιο κατά 13 ημέρες (αυτό ισχύει μέχρι το 2100).

Παλαιοημερολογίτες υπάρχουν στην Ελλάδα και σε χώρες του εξωτερικού όπου υπάρχει ελληνική ομογένεια (όπως στην Αυστραλία, στις Η.Π.Α., στον Καναδά, στην Κεντρική Αφρική, στη Δυτική και Κεντρική Ευρώπη, στα Βαλκάνια), στη Ρωσία και στην Κύπρο. Οι Ορθόδοξες Εκκλησίες, που αναθεώρησαν το ημερολόγιό τους, αλλά δεν αναθεώρησαν το Πασχάλιό τους (τον κανόνα υπολογισμού της ημερομηνίας εορτασμού του Πάσχα) εξακολουθούν να εορτάζουν το Πάσχα και όλες τις εορτές που εξαρτώνται από αυτό, στο ίδιο χρονικό πλαίσιο με τους Παλαιοημερολογίτες.[εκκρεμεί παραπομπή]

Ιστορικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιουλιανό και Γρηγοριανό ημερολόγιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

45 π.Χ.: Τέθηκε σε ισχύ το Ιουλιανό ημερολόγιο του αλεξανδρινού αστρονόμου Σωσιγένη, από τον Ιούλιο Καίσαρα, σε όλη την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ως ευρέως διαδεδομένο ημερολόγιο, απετέλεσε αργότερα τη βάση του χριστιανικού εορτολογίου.

325 μ.Χ.: Η Α' Οικουμενική Σύνοδος, που έλαβε χώρα στη Νίκαια της Βιθυνίας, ανέθεσε στο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας (καθώς η Αλεξάνδρεια φημιζόταν για τους αστρονόμους της) να μελετήσει και να παρουσιάσει έναν κανόνα, βάσει του οι Χριστιανικές Εκκλησίες θα συνεόρταζαν το Πάσχα, επειδή μέχρι τότε, κάθε εκκλησία εόρταζε το Πάσχα, σε διαφορετικές ημερομηνίες και ημέρες της εβδομάδας. Τότε, λοιπόν, θεσπίστηκαν οι τέσσερις όροι του Πασχαλίου Κανόνος. Έτσι, ο Κανών προέβλεπε το Χριστιανικό Πάσχα να τελείται κάθε χρόνο, την Κυριακή μετά από την πρώτη πανσέληνο, που έπεται της εαρινής ισημερίας. Επειδή, όμως οι δύο τελευταίοι όροι είναι κοινοί και για τον εορτασμό του Εβραϊκού Πάσχα (ή Νομικό Φάσκα), όπως είχε οριστεί από τον Μωυσή, προστέθηκε ένας τέταρτος όρος, που προέβλεπε ότι αν το Νομικό Φάσκα (δηλαδή η εαρινή πανσέληνος) συμβεί Κυριακή, τότε το Χριστιανικό Πάσχα μετατίθεται την επόμενη Κυριακή. Με την πάροδο των ετών, οι ημερομηνίες εορτασμού του Πάσχα καταρτίστηκαν σε πίνακες (Πασχάλιοι Πίνακες), οι οποίοι βασίστηκαν στον Κύκλο του Μέτωνα, σύμφωνα με τον οποίο 235 συνοδικοί σεληνιακοί μήνες έχουν ίση χρονική διάρκεια με 19 Ιουλιανά έτη.

1582: Με εντολή του Πάπα Γρηγορίου ΙΓ', η καθολική εκκλησία μεταρρύθμισε το εκκλησιαστικό και πολιτικό της ημερολόγιο, σύμφωνα με το οποίο το διαδεδομένο Ιουλιανό Ημερολόγιο υπολειπόταν κατά 10 ημέρες (βλ. Γρηγοριανό ημερολόγιο). Μαζί με το ημερολόγιο, άλλαξε και το Πασχάλιο, δηλαδή τον Κανόνα εορτασμού του Πάσχα. Από τότε, ορισμένες φορές, οι Ορθόδοξοι και οι Καθολικοί δεν συνεορτάζουν το Πάσχα. Μάλιστα, αρκετές φορές το Πάσχα των Λατίνων προηγείται του Εβραϊκού Πάσχα, γεγονός που αντιβαίνει τον όρο, που θέσπισε η Α´ Οικουμενική Σύνοδος. Μετά από αρκετά χρόνια το Γρηγοριανό ημερολόγιο υιοθετήθηκε και από προτεσταντικές χώρες. Μέλημα του Γρηγορίου ΙΓ´ και των επόμενων Παπών ήταν η υιοθέτηση του Γρηγοριανού ημερολογίου και από τις Ορθόδοξες Χώρες. Για τον λόγο αυτό, οι Λατίνοι προσπάθησαν αρκετές φορές να πείσουν το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολεως, να αλλάξει και εκείνο το ημερολόγιο του. Όμως, οι τρεις πανορθόδοξες Σύνοδοι, που έλαβαν χώρα στην Κωνσταντινούπολη το 1592 και 1593 (επί πατριαρχίας Ιερεμίου του Τρανού), καθώς και το 1848 (επί πατριαρχίας Ανθίμου) καταδίκασαν με τις αποφάσεις τους το "νεοεφεύρετον Πασχάλιον και μηνολόγιον" και αναθεμάτισαν όποιους επρόκειτο να το ακολουθήσουν.[εκκρεμεί παραπομπή]

Ημερολογιακή μεταρρύθμιση στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με το ξεκίνημα του εικοστού αιώνα, οι διεθνείς σχέσεις της Ελλάδας επέβαλαν την ανάγκη στην πολιτεία να μεταρρυθμίσει το πολιτικό ημερολόγιό της, όπως άλλωστε έκαναν και άλλες ορθόδοξες χώρες εκείνη την εποχή. Όμως, οι αντιδράσεις που προκαλούνταν, ύστερα από κάθε προσπάθεια μεταρρύθμισης του ημερολογίου, είχαν ως αποτέλεσμα την αναβολή της. Από το 1920 και έπειτα έγιναν πιο αποφασιστικές κινήσεις με πρωταγωνιστή τον διακεκριμένο αστρονόμο Δημήτριο Αιγινήτη. Ο ίδιος ο Δημήτριος Αιγινήτης συμμετείχε σε εκκλησιαστική επιτροπή σχετικά με το ημερολογιακό ζήτημα, της οποίας πρόεδρος ήταν ο επίσκοπος Δημητριάδος Γερμανός Μαυρομμάτης. Η επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν θα υπήρχε εκκλησιαστικό πρόβλημα στην υιοθέτηση του Γρηγοριανού ημερολογίου εκ μέρους της πολιτείας. Αργότερα, με απόφασή της η Εκκλησία της Ελλάδος επέτρεψε στην πολιτεία να μεταρρυθμίσει το πολιτικό ημερολόγιο, διατηρώντας ασάλευτο το εκκλησιαστικό της ημερολόγιο, μέχρι να ληφθεί μια οριστική απόφαση από τις Ορθόδοξες Εκκλησίες. [εκκρεμεί παραπομπή]

Έτσι, σύμφωνα, με βασιλικό διάταγμα, που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος, την 25η Ιανουαρίου 1923 και είναι ακόμη σε ισχύ (αφού δεν υπάρχει έκτοτε άλλο διάταγμα, που να έχει αντικαταστήσει εκείνο), η πολιτεία υιοθέτησε το Γρηγοριανό ημερολόγιο, μόνο για τις πολιτικές σχέσεις του κράτους, ενώ η Εκκλησία διατήρησε το Ιουλιανό ημερολόγιο στις θρησκευτικές εορτές. Επίσης, αναφερόταν ρητά ότι η εθνική εορτή της 25ης Μαρτίου και γενικά οι θρησκευτικοί εορτασμοί, εξακολουθούν να ρυθμίζονται από το Ιουλιανό ημερολόγιο. Επομένως, από την 16η Φεβρουαρίου/1η Μαρτίου 1923, το πολιτικό και το εκκλησιαστικό ημερολόγιο απέκλιναν κατά 13 ημέρες.[εκκρεμεί παραπομπή]

Από τις 10 Μαΐου μέχρι τις 8 Ιουνίου του 1923, επί πατριαρχίας Μελετίου Μεταξάκη, συγκαλείται Πανορθόδοξο (αυτό αμφισβητείται από πολλούς καθώς πολλές Εκκλησίες δεν συμμετείχαν) Συνέδριο αρχιερέων και επιστημόνων, με σκοπό, μεταξύ άλλων, την μεταρρύθμιση του ισχύοντος τότε ημερολογίου με την εισαγωγή ενός νέου ημερολογίου. Ο Σέρβος μαθηματικός και αστρονόμος Μιλουτίν Μιλάνκοβιτς, πρότεινε στο συνέδριο ένα Αναθεωρημένο Ιουλιανό Ημερολόγιο (στο εξής Νέο ημερολόγιο), το οποίο είναι αστρονομικά ακριβέστερο του Γρηγοριανού. Πρακτικά, το νέο ημερολόγιο ταυτίζεται με το Γρηγοριανό ημερολόγιο μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου του 2800.[εκκρεμεί παραπομπή]

Επειδή ορισμένοι αρχιερείς και πιστοί θεώρησαν, ότι πίσω από την αλλαγή, βρισκόταν η κεκαλυμμένη επιδίωξη του Πάπα να επιβληθεί των Ορθοδόξων, δεν υπήρξε ομόφωνη αποδοχή της αντικατάστασης του ισχύοντος ημερολογίου και έτσι αποφασίστηκε πως κάθε εκκλησία ήταν ελεύθερη να ακολουθήσει όποιο ημερολόγιο ήθελε, διαταράσσοντας, με αυτό τον τρόπο, το κοινό εορτολόγιο, που είχαν διατηρήσει οι Ορθόδοξες Εκκλησίες μέχρι τότε.[εκκρεμεί παραπομπή]

Το αναθεωρημένο Ιουλιανό ημερολόγιο καθιερώθηκε από την Εκκλησία της Ελλάδος στις 23 Μαρτίου 1924, λίγες μέρες μετά την ενθρόνιση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσοστόμου του Α'. Η απόκλιση φάνηκε ως πρόβλημα την 25η Μαρτίου 1923, όταν εορτάστηκαν χωριστά η επέτειος της Επανάστασης του 1821 και ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου[1]. Έτσι η Εκκλησία αποφάσισε τη διόρθωση του εκκλησιαστικού ημερολογίου, έτσι ώστε οι ακίνητες εορτές να συμπίπτουν με το κοσμικό και διατήρησαν το Ιουλιανό Πασχάλιο για τις κινητές εορτές.

Η απόφαση της Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν βρήκε σύμφωνο ορισμένους ιερείς και πιστούς και προκάλεσε την απόσχισή τους. Ομάδες κληρικών και λαϊκών αντέδρασαν στην εισαγωγή του νέου ημερολογίου, την οποία θεώρησαν ως πρώτο βήμα για την ένωση των Εκκλησιών. Έτσι αρνήθηκαν να το ακολουθήσουν εμμένοντας στο παλαιό ημερολόγιο. Ιερείς που δεν συμμορφώνονταν με την απόφαση της Εκκλησίας της Ελλάδος αποσχηματίζονταν. Ακολούθησαν τοπικές σποραδικές αναταραχές με επεισόδια και επέμβαση της αστυνομίας.[εκκρεμεί παραπομπή] Οι αποσχηματισμένοι ιερείς (που δεν συμφώνησαν με το νέο ημερολόγιο) τελούσαν μυστικά σε σπίτια, σε υπόγεια και σε ορισμένα έρημα εξωκκλήσια. Δεν είχαν επίσκοπο και αυτό τους δημιουργούσε πρόβλημα, γιατί σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες δεν υφίσταται Εκκλησία χωρίς επίσκοπο αλλά και γιατί μόνον ο επίσκοπος μπορεί να χειροτονήσει νέους πρεσβυτέρους.

Ημερολογιακή μεταρρύθμιση στις υπόλοιπες Εκκλησίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και οι Εκκλησίες της Κύπρου και της Ρουμανίας υιοθέτησαν το Νέο ημερολόγιο αμέσως, με την προσθήκη δεκατριών ημερών στο ήδη υπάρχον. Για να μη συμβεί, όμως, ό,τι συνέβη με το Πασχάλιο των Λατίνων, προτάθηκε ως ενδιάμεση λύση, το Πάσχα και όσες εορτές εξαρτώνται από αυτό, να ρυθμίζονται από το Ιουλιανό ημερολόγιο.[εκκρεμεί παραπομπή]

Το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων διατήρησε και διατηρεί ακόμη το Ιουλιανό ημερολόγιο μέχρι σήμερα, επειδή θεωρήθηκε ότι μια ενδεχόμενη αλλαγή στο ημερολόγιό του, θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στον θρησκευτικό τουρισμό του Παναγίου Τάφου. Επίσης, ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Φώτιος Πέρογλου διατήρησε σε ισχύ το Ιουλιανό ημερολόγιο στην Εκκλησία της Αλεξάνδρειας, εκφράζοντας έντονα την αντίρρησή του σχετικά με το θέμα της ημερολογιακής μεταρρύθμισης. Ακόμη, το Ιουλιανό ημερολόγιο διατήρησαν (και εξακολουθούν να το τηρούν ακόμη) τα Πατριαρχεία Μόσχας, Γεωργίας, Σερβίας και Βουλγαρίας (μέχρι το 1968), οι Εκκλησίες ΠΓΔΜ, Ουκρανίας, η Μονή της Αγίας Αικατερίνης στο Όρος Σινά και όλες οι μονές και οι σκήτες του Αγίου Όρους. Αυτές οι Εκκλησίες όμως είναι ενωμένες δογματικά με το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.[εκκρεμεί παραπομπή]

Την 1η Οκτωβρίου του 1928, το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας προχώρησε στην υιοθέτηση του Νέου Ημερολογίου επί Πατριαρχίας Μελετίου Μεταξάκη, ο οποίος αφού είχε παραιτηθεί από τον Οικουμενικό Θρόνο από το 1923, αναδείχθηκε διάδοχος του Πατριάρχη Φωτίου, μετά τον θάνατο του τελευταίου, το 1925.

Δημιουργία κοινοτήτων των Γ.Ο.Χ.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το 1934, η κοινότητα των Γ.Ο.Χ. είχε επαφές με την Ιεραρχία των Ρώσων της Διασποράς, στη Σερβία, με αίτημα την απόκτηση κανονικώς χειροτονημένων επισκόπων, οι οποίοι θα ηγούνταν των Γ.Ο.Χ. στην Ελλάδα. Αυτό όμως δεν πραγματοποιήθηκε καθώς στις 26 Μαρτίου του 1935, έντεκα χρόνια μετά την εισαγωγή του νέου ημερολογίου, 3 μητροπολίτες της Εκκλησίας της Ελλάδος αποχώρησαν από αυτήν και τέθηκαν επικεφαλής των Γ.Ο.Χ.: ο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος Καβουρίδης, ο Δημητριάδος Γερμανός Μαυρομμάτης και ο Ζακύνθου Χρυσόστομος Δημητρίου, οι οποίοι με δήλωσή τους προς την Ιερά Σύνοδο διέκοπταν κοινωνία με αυτήν και τους λοιπούς Μητροπολίτες. Στο μεσοδιάστημα των έντεκα χρόνων όμως οι τρεις μητροπολίτες αυτοί είχαν προσυπογράψει και οι ίδιοι την απόφαση της Ιεράς Συνόδου για την αλλαγή του ημερολογίου και ως μέλη επισκοπικών δικαστηρίων είχαν δικάσει και καταδικάσει παλαιοημερολογίτες κληρικούς «επί φατρία και τυρεία και απειθεία προς τας αποφάσεις της Εκκλησίας περί Ημερολογίου» [2][3]. Όμως τελικά οι τρεις μητροπολίτες προσχώρησαν στους ΓΟΧ.

Στις 14 Ιουλίου 1935 ο Ζακύνθου Χρυσόστομος δήλωσε μετάνοια στην Εκκλησία της Ελλάδος και αποκαταστάθηκε με απόφαση του Δευτεροβαθμίου Συνοδικού Δικαστηρίου (μάλιστα το 1957 εξελέγη Μητροπολίτης Τριφυλίας και Ολυμπίας της Εκκλησία της Ελλάδος).[4]

Τον Σεπτέμβριο του 1937, είχαν απομείνει μόνο τέσσερεις ιεράρχες στη Σύνοδο των Γ.Ο.Χ. και παρατηρήθηκε η πρώτη ρήξη μεταξύ των Γ.Ο.Χ. με εκφραστή τον επίσκοπο Βρεσθένης Ματθαίο Καρπαθάκη, ο οποίος αποκήρυξε τον μετριοπαθή πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομο και σχημάτισε δική του ομάδα μαζί με τον Κυκλάδων Γερμανό, επειδή ο Χρυσόστομος δεν δεχόταν ότι η Εκκλησία της Ελλάδος μετά την αποδοχή του νέου ημερολογίου ήταν σχισματική, αλλά απλά «υπόδικη» και έπρεπε να κριθεί το ζήτημα από πανορθόδοξη Σύνοδο. Σημείο τριβής ήταν η αναγνώριση των μυστηρίων που τελούσε η κάθε Εκκλησία από την άλλη. Έτσι οι Γ.Ο.Χ. διασπάστηκαν σε «ματθαιικούς» και «φλωρινικούς».

Από το 1941 Αρχιεπίσκοπος των Γ.Ο.Χ. (όχι Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος) ανέλαβε ο μόνος εναπομείνας επίσκοπος, ο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος Καβουρίδης. Το 1944, ο Μεγαρίδος Χριστόφορος και ο Διαυλείας Πολύκαρπος επανήλθαν στη Σύνοδο του πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου.[εκκρεμεί παραπομπή]

Το 1948 επανήλθε στην Σύνοδο του Χρυσοστόμου ο Κυκλάδων Γερμανός, ο οποίος διαφώνησε με τον Ματθαίο Βρεσθένης. Ο τελευταίος, μην έχοντας άλλον επίσκοπο στο πλευρό του, ως ο μόνος εναπομείνας Ορθόδοξος Επίσκοπος στην Ελλάδα, αποφάσισε να χειροτονήσει μόνος του (Πράγμα που απαγορεύεται από τους Ιερούς Κανόνες) και χωρίς τη σύμπραξη άλλων αρχιερέων, το έτος 1935, τον ιερομόναχο Σπυρίδωνα σε επίσκοπο Τριμυθούντος. Οι δύο αυτοί άνδρες χειροτόνησαν αργότερα άλλους τρεις επισκόπους: τον Θεσσαλονίκης Δημήτριο Ψαροθεοδωρόπουλο, τον Πατρών Ανδρέα Ανέστη και τον Κορινθίας Κάλλιστο Μακρή. Οι τρεις επίσκοποι χειροτόνησαν τέσσερεις αρχιμανδρίτες των ΓΟΧ και έκαναν δική τους Σύνοδο του «Πατρίου ημερολογίου». Αυτοί ήταν κατά σειρά οι: Κυκλάδων Γερμανός Βαρυκόπουλος (5-6-1935), Μεγαρίδος Χριστόφορος Χατζής (6-6-1935), Βρεσθένης Ματθαίος Καρπαθάκης (7-6-1935) και Διαυλείας Πολύκαρπος Λιώσης (7-6-1935). Πρώτος πρόεδρος της Συνόδου των ΓΟΧ ανακηρύχθηκε ο Δημητριάδος Γερμανός Μαυρομμάτης. [εκκρεμεί παραπομπή] Στις 16 Ιουλίου 1943 Δημητριάδος Γερμανός θέλησε να επιστρέψει στην Εκκλησία της Ελλάδος και υπέβαλε σε αυτήν αίτηση αναθεωρήσεως της δίκης του εκζητώντας την επιείκεια της Εκκλησίας. Ωστόσο πριν προλάβει να εκδικασθεί η υπόθεση εκοιμήθη στις 20 Μαρτίου 1944. Την ίδια ημέρα αποκαταστάθηκε μετά θάνατον στο Αρχιερατικό αξίωμα από την Εκκλησία της Ελλάδος.[5]

Από τότε και μέχρι σήμερα, υπήρξαν και υπάρχουν πολλές Σύνοδοι Γ.Ο.Χ. κάθε μια από τις οποίες έχει δική της Ιεραρχία και κληρικούς, ενώ δεν αναγνωρίζει τις υπόλοιπες. Πολλοί επίσκοποι μεταπήδησαν σε άλλη ή άλλες παρατάξεις, άλλοι απομονώθηκαν, άλλοι επέστρεψαν, άλλοι έκαναν νέα παράταξη και άλλοι ένωσαν παρατάξεις. Μια γενική επισκόπηση, των παρατάξεων των ΓΟΧ, γίνεται παρακάτω. Οι περισσότερες Σύνοδοι δημιουργήθηκαν είτε από αντίδραση σε εμφύλιες διενέξεις, είτε από ιδιοτελείς σκοπούς μερικών επισκόπων (αρχομανία, πνευματική ανεξαρτησία, κ.ά.).[εκκρεμεί παραπομπή]

Διάσπαση σε Ματθαιϊκούς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τον θάνατο του Βρεσθένης Ματθαίου, το 1950, τη διοίκηση της συνόδου ανέλαβε ο από Θεσσαλονίκης Δημήτριος Ψαροθεοδωρόπουλος (1950-1958). Διάδοχοι της προεδρίας της Συνόδου, υπό τον τίτλο του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Γ.Ο.Χ. ήταν ο από Τήνου Αγαθάγγελος Ελευθερίου (1958-1967) και ο από Πατρών Ανδρέας Ανέστης (1967-2005).[6]

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 η παράταξη των «Ματθαιικών» ήρθε σε επαφή με τη Ρωσική Εκκλησία της Διασποράς (των Υπερορίων), η οποία αναγνώρισε και προσεπικύρωσε τις χειροτονίες των Ελλήνων Παλαιοημερολογιτών Επισκόπων, που είχε κάνει ο Βρεσθένης Ματθαίος και οι χειροτονημένοι από αυτόν, με την προϋπόθεση να ενωθούν σε μια Σύνοδο υπό τον Αρχιεπίσκοπο των Φλωρινικών Αυξέντιο Πάστρα, κάτι που τελικά δεν επετεύχθη. Ορισμένοι «ματθαιικοί» όμως αμφισβητούν κατά πόσο συνέβη αυτό και θεωρούν ότι οι χειροτονίες ήταν έγκυρες εξ αρχής, επειδή ο Ματθαίος ήταν ο τελευταίος μη αιρετικός ορθόδοξος επίσκοπος στη γη και άρα δικαιούνταν κατά τους ιερούς κανόνες κατ' εξαίρεσιν να προβεί μόνος του σε χειροτονίες νέων επισκόπων, προκειμένου να μην αφανιστεί η εκκλησία. Οι Ματθαιικοί, μετά το σχίσμα του 1937, μέχρι το 1995 παρέμειναν ενωμένοι σε μια παράταξη. Το έτος αυτό με αφορμή το ζήτημα των εικόνων της Αγίας Τριάδος και της Αναστάσεως του Κυρίου διασπάστηκαν σε δύο παρατάξεις, με δύο Συνόδους, ενώ η κάθε μια διασπάστηκε σε άλλες δύο, το 2002 και 2005 αντίστοιχα. [εκκρεμεί παραπομπή]

Διάσπαση σε Φλωρινικούς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1941, αρχιεπίσκοπος των Γ.Ο.Χ. (φλωρινικών) ανέλαβε ο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος Καβουρίδης. Από το 1949, όταν Αρχιεπίσκοπος της Εκκλησίας της Ελλάδος ήταν ο Σπυρίδων Βλάχος, οι παλαιοημερολογίτες αντιμετώπισαν διώξεις. Οι αστυνομικές δυνάμεις σφράγιζαν τους ναούς τους και συλλάμβαναν τους ιερείς, που ιερουργούσαν σε αυτούς. Το 1951, συνελήφθη και οδηγήθηκε στην εξορία ο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος, για έναν περίπου χρόνο. Τον Μάρτιο του 1952, πέθανε ο Κυκλάδων Γερμανός, αφήνοντας μοναδικό επίσκοπο της παράταξης τον Χρυσόστομο, ο οποίος επέστρεψε από την εξορία πέντε μήνες αργότερα.[εκκρεμεί παραπομπή]

Τελικά, το 1953 ο Μεγαρίδος Χριστόφορος και ο Διαυλείας Πολύκαρπος επέστρεψαν οριστικά στην Εκκλησία της Ελλάδος, η οποία τους έκανε αμφότερους δεκτούς, αναγνωρίζοντάς τους την επισκοπική χειροτονία[7]. Συγκεκριμένα, ο Χριστόφορος Χατζής τοποθετήθηκε αρχικά Βοηθός Επίσκοπος Καρυουπόλεως της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, ενώ στις 18 Απριλίου του 1956, εξελέγη Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης.[8] Όμοια, ο Πολύκαρπος Λιώσης, τοποθετήθηκε αρχικά Τιτουλάριος Επίσκοπος Σταυρουπόλεως, ενώ στις 22 Σεπτεμβρίου του 1958, εξελέγη Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης.[9]

Στις 7 Σεπτεμβρίου του 1955, απεβίωσε ο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος, χωρίς να χειροτονήσει άλλους επισκόπους. Για τα πέντε επόμενα χρόνια (1955-1960) η κοινότητα των Γ.Ο.Χ. έμεινε χωρίς επισκόπους, ενώ τη διοίκησή της ανέλαβε εκκλησιαστική επιτροπή, με πρόεδρο τον αρχιμανδρίτη Ακάκιο Παππά. Το έτος 1960, ο Ακάκιος Παππάς, μετέβη στην Αμερική, όπου δύο επίσκοποι της (Υπερώρειας) Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας της Διασποράς, ο Σικάγου Σεραφείμ και ο Ρουμάνος Θεόφιλος Ιονέσκου, τον χειροτόνησαν επίσκοπο Ταλαντίου για τους Φλωρινικούς Γ.Ο.Χ. Ελλάδος. Το 1962, οι Αρχιεπίσκοπος Χιλής και Περού Λεόντιος Φιλίπποβιτς και επίσκοπος Βενεζουέλας-Καράκας Σεραφείμ της Ρωσικής Διασποράς, χειροτόνησαν εις επίσκοπον Αστορίας τον ιερομόναχο Πέτρο Αστυφίδη, ο οποίος καταγόταν από τη Χίο και μετέβη στην Αμερική το 1951, ύστερα από πρόσκληση του τότε Αρχιεπισκόπου Αμερικής Αρσένιου Σάλτα. Ο Αστορίας Πέτρος μερίμνησε να χειροτονηθούν νέοι επίσκοποι των Γ.Ο.Χ. στην Ελλάδα.[10]

Την ίδια χρονιά, και κατόπιν πρόσκλησης του Ακακίου προς τη Ρωσική Διασπορά, ήρθε μυστικά στην Ελλάδα ως εκπρόσωπος ο Αρχιεπίσκοπος Χιλής και Περού Λεόντιος Φιλίπποβιτς, ο οποίος φιλοξενήθηκε κρυμμένος μέσα στην αποθήκη της Ιεράς Μονής Αγίου Νικολάου Παιανίας (κτήτορας της οποίας ήταν ο Ακάκιος Παππάς), για να μη συλληφθεί, σε περίπτωση έρευνας από την αστυνομία. Την επομένη, οι δύο επίσκοποι Λεόντιος και Ακάκιος χειροτόνησαν μέσα στη Μονή τρεις νέους επισκόπους: τον Κυκλάδων Παρθένιο Σκουρλή, τον Γαρδικίου Αυξέντιο Πάστρα και τον Μαγνησίας Χρυσόστομο Νασλίμη. Αργότερα, οι τρεις νεοχειροτονηθέντες επίσκοποι, χειροτόνησαν δύο ακόμη επισκόπους, τον Διαυλείας Ακάκιο Παππά τον νεότερο, ανιψιό του Αρχιεπισκόπου Ακακίου, και τον Σαλαμίνος Γερόντιο Μαργιόλη. Το 1963, απεβίωσαν ο Κυκλάδων Παρθένιος και ο Αρχιεπίσκοπος Ακάκιος και νέος Αρχιεπίσκοπος εξελέγη ο από Γαρδικίου Αυξέντιος Πάστρας. Τα επόμενα χρόνια, επί Αυξεντίου, η Σύνοδος γνώρισε πολλές διασπάσεις και αρκετές εξ αυτών υφίστανται έως σήμερα.[εκκρεμεί παραπομπή]

Σκάνδαλα και καταδίκες των Γ.Ο.Χ.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Δεκέμβριο του 1950 αστυνομικοί με επικεφαλής αξιωματικούς της χωροφυλακής, τον αρμόδιο αντιεισαγγελέα και ιατροδικαστή μπήκαν στις εγκαταστάσεις της λεγόμενης Μονής Πευκοβουνογιάτρισσας στην Κερατέα Αττικής που ανήκε στους Παλαιοημερολογίτες της παράταξης των Ματθαιϊκών. Εκεί βρήκαν δεκάδες ηλικιωμένους και παιδιά σε κατάσταση ασιτίας και εξάντλησης. Αποκαλύφθηκε τότε πως η παλαιοημερολογίτισσα Ηγουμένη Μαριάμ Σουλακιώτου, με τη βοηθό της Ευφροσύνη Μενδρινού, προσηλύτιζε πολίτες με σκοπό την οικειοποίηση των περιουσιών τους και διατηρούσε χώρο όπου κρατούσε ηλικιωμένους και παιδιά που τους υπέβαλε σε βασανιστήρια και άθλιες συνθήκες διαβίωσης. Μοναχές επίσης υποβάλλονταν σε βασανισμούς και έχασαν τη ζωή τους. Σύμφωνα με τον εισαγγελέα στη Μονή πέθαναν 150 φυματικά κορίτσια ενώ η παλαιοημερολογίτισσα Ηγουμένη Μαριάμ είχε αποκτήσει περιουσία άνω των 150.000 δολαρίων από τις προίκες των Ελληνίδων που είχαν μπει στο μοναστήρι και οικειοποίηση περιουσιών ηλικιωμένων. Η παλαιοημερολογίτισσα Ηγουμένη Μαριάμ καταδικάστηκε για σειρά κακουργημάτων ανάμεσα στα οποία η απάτη, η πλαστογραφία διαθηκών, η εκβίαση, η ανθρωποκτονία και καταδικάστηκε σε ισόβια φυλάκιση. Πέθανε στις φυλακές Αβέρωφ το 1954. Συνολικά 177 άνθρωποι, άνδρες και γυναίκες, έχασαν τη ζωή τους στις εγκαταστάσεις της λεγόμενης Μονής Πευκοβουνογιάτρισσας.[11][12][13][14][15]

Σχέση των Γ.Ο.Χ με τις Ορθόδοξες Εκκλησίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Εκκλησίες των Γ.Ο.Χ. δεν βρίσκονται σε κοινωνία με την Εκκλησία της Ελλάδος ούτε με τις υπόλοιπες ορθόδοξες Εκκλησίες οι οποίες βρίσκονται σε κοινωνία με αυτήν (Πατριαρχεία και αυτοκέφαλες Εκκλησίες). Κάποιες από αυτές ήταν σε κοινωνία με τη Ρωσική Εκκλησία της Διασποράς, κι αυτές όμως διέκοψαν την κοινωνία το 2007, όταν η Ρωσική Εκκλησία της Διασποράς ενώθηκε με το Πατριαρχείο Μόσχας.

Οι Παλαιοημερολογίτες δεν θεωρούνται ετερόδοξοι ή ετερόθρησκοι, γιατί στο δόγμα παραμένουν Χριστιανοί Ορθόδοξοι, ως εκ τούτου δεν εμπίπτουν στους περιορισμούς του νόμου για την ανέγερση ναών (άδεια από το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων μετά από γνωμοδότηση του οικείου Μητροπολίτη της Εκκλησίας της Ελλάδος, κ.λπ.).

Για τον λόγο αυτόν όμως έχουν δημιουργηθεί διαμάχες για τη δικαιοδοσία επί ναών, τους οποίους διεκδικούν τόσο οι Γ.Ο.Χ. όσο και το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Χαρακτηριστική είναι η διαμάχη για την Ορθόδοξη Εκκλησία του Μονάχου Salvatorkirche, την οποία είχε παραχωρήσει ο Λουδοβίκος Α΄ της Βαυαρίας, πατέρας του βασιλιά της Ελλάδας Όθωνα, στην ελληνική κοινότητα του Μονάχου στις 30 Σεπτεμβρίου 1828. Το 1976 την απέσπασαν από τη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου (το οποίο έχει από το 1924 δικαιοδοσία επί των Ελλήνων της διασποράς) Παλαιοημερολογίτες, αλλά υποχρεώθηκαν να την αποδώσουν πάλι σε αυτό το 1999, μετά από πολυετή δικαστική διαμάχη ενώπιον των Γερμανικών Διοικητικών Δικαστηρίων και σχετική απόφαση του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου[16]. Το παλαιό ημερολόγιο χρησιμοποιείται στο Άγιο Όρος και στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, όμως και οι Αγιορείτες και το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων αναγνωρίζουν ως κανονική την Εκκλησία της Ελλάδος και όχι τους Γ.Ο.Χ..

Δείτε ακόμη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Η απόκλιση αυτή λόγω διαφοράς ημερολογίων είναι παράδοξη, αν λάβει κανείς υπ' όψιν του ότι η 25η Μαρτίου ως εθνική εορτή είναι μάλλον μια συμβατική ημερομηνία (βλ. Ελληνική Επανάσταση του 1821#Τα γεγονότα του 1821), αφού δεν φέρεται να έγινε κάποιο ιστορικό γεγονός ακριβώς εκείνη την ημέρα, αλλά επελέγη ακριβώς για να συμπίπτει με τη θρησκευτική εορτή του Ευαγγελισμού.
  2. http://www.myriobiblos.gr/books/book1/kef5_per2_meros2.htm Μακ. Χριστοδούλου Παρασκευαΐδη, Ιστορική και κανονική θεώρησις του παλαιοημερολογιτικού ζητήματος]
  3. http://holyrussia.narod.ru/Kirix_Eccl/Kirix_08_1983.pdf (pdf)
  4. Ο Μητροπολίτης Τριφυλίας και Ολυμπίας κυρός Χρυσόστομος. (1889-1958). (Εκκλησία της Ελλάδος).
  5. Ο Μητροπολίτης πρώην Δημητριάδος κυρός Γερμανός. (1859-1944). (Εκκλησία της Ελλάδος).
  6. http://www.churchgoc.org/index_el.html
  7. "αποκατέστησε τούτους άνευ αναχειροτονήσεως εις τον Επισκοπικόν βαθμόν, ως δε η Ι.Σ. δι' Εγκυκλίου αυτής εσημείου, η Εκκλησία κατ' οικονομίαν ανεγνώρισεν ως κανονικήν την εν έτει 1935 γενομένην χειροτονίαν αυτών, τούτους δ' επομένως ως κανονικούς Επισκόπους της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος, θεωρουμένους Τιτουλαρίους" ( http://myriobiblos.gr/books/book1/kef5_per3_fas2_meros4.htm )
  8. «Αρχειοθετημένο αντίγραφο». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 5 Μαρτίου 2016. Ανακτήθηκε στις 2 Ιουλίου 2014. 
  9. «Αρχειοθετημένο αντίγραφο». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 25 Φεβρουαρίου 2013. Ανακτήθηκε στις 2 Ιουλίου 2014. 
  10. http://www.omologitis.org/?page_id=523&lang=el&page=4
  11. Η μοναχή serial killer Μαριάμ της Κερατέας, Ελίνα Σταματίου, 09/05/2016, reporter.com
  12. «Κολαστήριο της Μονής Κερατέας», dete.gr, 20/09/2020
  13. Το κολαστήριο της Μονής Κερατέας και η αιμοσταγής ηγουμένη Μαριάμ Σουλακιώτου - είχε φτιάξει ένα μοναστήρι που μύριζε φόβο και θάνατο, 05/02/2017, newsbeast.gr
  14. 50s. Ηγουμένη Μαριάμ, ο «γυναικείος σατανάς», mixanitouxronou.gr
  15. Embezzled Nuns' Dowries, Amassed Fortune, LONDON, November 23. -
  16. Η απόφαση του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου που απορρίπτει την προσφυγή των Παλαιοημερολογιτών[νεκρός σύνδεσμος]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Δημήτρης Κιτσίκης, The Old Calendarists and the Rise of Religious Conservatism in Greece, Center for Traditionalist Orthodox Studies, Etna, California, 1995.
  • Δημήτρης Μαλέσης, Το παλαιοημερολογιτικό ζήτημα (1924-1952). Όψεις της πολιτικής και πολιτισμικής σύγκρουσης στο Μεσοπόλεμο και στη μεταπολεμική περίοδο, Μνήμων 22, (2000), σσ. 135-169.
  • Γρηγόρης Δαφνής, Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων 1923-1940, τ. Α', Κάκτος, Αθήνα, 1997.
  • Οικουμενικό Πατριαρχείο, Η Επάνοδος εις την Εκκλησιαστικήν Κοινωνίαν Μερίδος των Ακολουθούντων το Παλαιόν (Ιουλιανόν) Ημερολόγιον, εκδ. Φανάριον (Σταμούλης), 1999, ISBN: 9608116007

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]