Ορθόδοξοι Παλαιοημερολογίτες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Παλαιοημερολογίτες ή Γνήσιοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί (Γ.Ο.Χ.), αποκαλούνται εκείνοι οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, οι οποίοι εξακολουθούν να τηρούν την εκκλησιαστική παράδοση του πατρώου εκκλησιαστικού εορτολογίου και ημερολογίου. Οι όροι παλαιοημερολογίτες και παλαιοημερολογιτισμός (όπως και οι έννοιες νεοημερολογίτες και νεοημερολογιτισμός) υφίστανται από το 1924, χρονιά κατά την οποία η Εκκλησία της Ελλάδος αναθεώρησε το έως τότε ισχύον Ιουλιανό ημερολόγιο, ώστε να συμπίπτει με το νέο, Γρηγοριανό ημερολόγιο που είχε υιοθετήσει η πολιτεία. Τότε οι Παλαιοημερολογίτες αποσχίσθηκαν από την κρατούσα εκκλησία (των Νεοημερολογιτών), επειδή θεώρησαν την αλλαγή του ημερολογίου ως πρώτο βήμα για την υποταγή των Ορθοδόξων στον Πάπα και ότι η επίσημη εκκλησία υπέπεσε στην αίρεση του οικουμενισμού. Σήμερα, υπάρχουν αρκετές παρατάξεις Γ.Ο.Χ. εντός και εκτός Ελλάδος, οι οποίες ακολουθούν το εκκλησιαστικό πατρώο ημερολόγιο (Ιουλιανό ημερολόγιο), το οποίο υπολείπεται από το διεθνές πολιτικό ημερολόγιο (Γρηγοριανό ημερολόγιο) κατά 13 ημέρες (αυτό ισχύει μέχρι το 2100).

Αριθμούν αρκετές δεκάδες χιλιάδες πιστών, σε όλη την Ελλάδα (κυρίως στα αστικά κέντρα και ιδιαιτέρως στην Αττική), αλλά και πολυάριθμες ορθόδοξες κοινότητες εκτός Ελλάδος, όπως στην Αυστραλία, στις Η.Π.Α., στον Καναδά, στην Κεντρική Αφρική, στη Δυτική και Κεντρική Ευρώπη, στα Βαλκάνια, στη Ρωσία και στην Κύπρο. Θεωρούνται ιδιαίτερα συντηρητικοί και αντιδρούν έντονα σε οποιαδήποτε επαφή της Ορθόδοξης Εκκλησίας με χριστιανικές εκκλησίες άλλων δογμάτων, θεωρώντας ότι οι επίσημες Ορθόδοξες Εκκλησίες έχουν υποπέσει στην αίρεση του οικουμενισμού. Οι Ορθόδοξες Εκκλησίες, που αναθεώρησαν το ημερολόγιό τους, αλλά δεν αναθεώρησαν το Πασχάλιό τους (τον κανόνα υπολογισμού της ημερομηνίας εορτασμού του Πάσχα) εξακολουθούν να εορτάζουν το Πάσχα και όλες τις εορτές που εξαρτώνται από αυτό, στο ίδιο χρονικό πλαίσιο με τους Παλαιοημερολογίτες.

Πίνακας περιεχομένων

Γεγονότα - Ορόσημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περίοδος προ της ημερολογιακής μεταρρύθμισης στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

45 π.Χ.: Τέθηκε σε ισχύ το Ιουλιανό ημερολόγιο του αλεξανδρινού αστρονόμου Σωσιγένη, από τον Ιούλιο Καίσαρα, σε όλη την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ως ευρέως διαδεδομένο ημερολόγιο, απετέλεσε αργότερα τη βάση του Χριστιανικού Εορτολογίου.

325 μ.Χ.: Η Α' Οικουμενική Σύνοδος, που έλαβε χώρα στη Νίκαια της Μικράς Ασίας, ανέθεσε στο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας (επειδή η Αλεξάνδρεια φημιζόταν για τους αστρονόμους της) να μελετήσει και να παρουσιάσει έναν κανόνα, βάσει του οποίου όλες οι Χριστιανικές Εκκλησίες θα συνεόρταζαν το Πάσχα, επειδή μέχρι τότε, κάθε εκκλησία εόρταζε το Πάσχα, σε διαφορετικές ημερομηνίες και ημέρες της εβδομάδας. Τότε, λοιπόν, θεσπίστηκαν οι τέσσερεις όροι του Πασχαλίου Κανόνος. Έτσι, ο Κανών προέβλεπε το Χριστιανικό Πάσχα να τελείται κάθε χρόνο, την Κυριακή μετά από την πρώτη πανσέληνο, που έπεται της εαρινής ισημερίας. Επειδή, όμως οι δύο τελευταίοι όροι είναι κοινοί και για τον εορτασμό του Εβραϊκού Πάσχα (ή Νομικό Φάσκα), όπως είχε οριστεί από τον Μωυσή, προστέθηκε ένας τέταρτος όρος, που προέβλεπε ότι αν το Νομικό Φάσκα (δηλαδή η εαρινή πανσέληνος) συμβεί Κυριακή, τότε το Χριστιανικό Πάσχα μετατίθεται την επόμενη Κυριακή. Με την πάροδο των ετών, οι ημερομηνίες εορτασμού του Πάσχα καταρτίστηκαν σε πίνακες (Πασχάλιοι Πίνακες), οι οποίοι βασίστηκαν στον Κύκλο του Μέτωνα, σύμφωνα με τον οποίο 235 συνοδικοί σεληνιακοί μήνες έχουν ίση χρονική διάρκεια με 19 Ιουλιανά έτη.

1582: Με εντολή του Πάπα Γρηγορίου ΙΓ', η δυτική εκκλησία μεταρρύθμισε το εκκλησιαστικό και πολιτικό της ημερολόγιο, σύμφωνα με το οποίο το διαδεδομένο Ιουλιανό Ημερολόγιο υπολειπόταν 10 ημέρες (βλ. Γρηγοριανό ημερολόγιο). Μαζί με το ημερολόγιο, άλλαξε και το Πασχάλιο, δηλαδή τον Κανόνα εορτασμού του Πάσχα. Από τότε, ορισμένες φορές, οι Ορθόδοξοι και οι Καθολικοι δεν συνεορτάζουν το Πάσχα. Μάλιστα, αρκετές φορές το Πάσχα των Λατίνων προηγείται του Εβραϊκού Πάσχα, γεγονός που αντιβαίνει τον όρο, που θέσπισε η Α' Οικουμενική Σύνοδος. Μετά από αρκετά χρόνια το Γρηγοριανό ημερολόγιο υιοθετήθηκε και από προτεσταντικές χώρες. Μέλημα του Γρηγορίου ΙΓ' και των επόμενων παπών ήταν η υιοθέτηση του Γρηγοριανού ημερολογίου και από τις Ορθόδοξες Χώρες. Για τον λόγο αυτό, οι Λατίνοι προσπάθησαν αρκετές φορές να πείσουν το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολεως, να αλλάξει και εκείνο το ημερολόγιο του. Όμως, οι τρεις πανορθόδοξες Σύνοδοι, που έλαβαν χώρα στην Κωνσταντινούπολη το 1592 και 1593 (επί πατριαρχίας Ιερεμίου του Τρανού), καθώς και το 1848 (επί πατριαρχίας Ανθίμου) καταδίκασαν με τις αποφάσεις τους το "νεοεφεύρετον Πασχάλιον και μηνολόγιον" και αναθεμάτισαν όποιον επρόκειτο να το ακολουθήσουν.

Περίοδος της ημερολογιακής μεταρρύθμισης στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μεταρρύθμιση του πολιτικού ημερολογίου της Ελλάδας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με το ξεκίνημα του εικοστού αιώνα, οι διεθνείς σχέσεις της Ελλάδας επέβαλαν την ανάγκη στην πολιτεία να μεταρρυθμίσει το (πολιτικό) ημερολόγιό της, όπως άλλωστε έκαναν και άλλες Ορθόδοξες χώρες εκείνη την εποχή. Όμως, οι αντιδράσεις που προκαλούνταν, ύστερα από κάθε προσπάθεια μεταρρύθμισης του ημερολογίου, είχαν ως αποτέλεσμα την αναβολή της. Από το 1920 και έπειτα έγιναν πιο αποφασιστικές κινήσεις με πρωταγωνιστή τον διακεκριμένο αστρονόμο Δημήτριο Αιγινήτη. Ο ίδιος ο Δημήτριος Αιγινήτης συμμετείχε σε εκκλησιαστική επιτροπή σχετικά με το ημερολογιακό ζήτημα, της οποίας πρόεδρος ήταν ο επίσκοπος Δημητριάδος Γερμανός Μαυρομμάτης. Η επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν θα υπήρχε εκκλησιαστικό πρόβλημα στην υιοθέτηση του Γρηγοριανού Ημερολογίου εκ μέρους της πολιτείας. Αργότερα, με απόφασή της η Εκκλησία της Ελλάδος επέτρεψε στην πολιτεία να μεταρρυθμίσει το πολιτικό ημερολόγιο, διατηρώντας ασάλευτο το εκκλησιαστικό της ημερολόγιο, μέχρι να παρθεί μια οριστική απόφαση από τις Ορθόδοξες Εκκλησίες.

Έτσι, σύμφωνα, με βασιλικό διάταγμα, που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος, την 25η Ιανουαρίου 1923 και είναι ακόμη σε ισχύ (αφού δεν υπάρχει έκτοτε άλλο διάταγμα, που να έχει αντικαταστήσει εκείνο), η πολιτεία υιοθέτησε το Γρηγοριανό ημερολόγιο, μόνο για τις πολιτικές σχέσεις του κράτους, ενώ η Εκκλησία διατήρησε το Ιουλιανό ημερολόγιο στις θρησκευτικές εορτές. Επίσης, αναφερόταν ρητά ότι η εθνική εορτή της 25ης Μαρτίου και γενικά οι θρησκευτικοί εορτασμοί, εξακολουθούν να ρυθμίζονται από το Ιουλιανό ημερολόγιο. Επομένως, από την 16η Φεβρουαρίου/1η Μαρτίου 1923, το πολιτικό και το εκκλησιαστικό ημερολόγιο απέκλιναν κατά 13 ημέρες.

Η διαμάχη για την ημερολογιακή μεταρρύθμιση στην Ορθόδοξη Εκκλησία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τις 10 Μαΐου μέχρι τις 8 Ιουνίου του 1923, επί πατριαρχίας Μελετίου Μεταξάκη, συγκαλείται Πανορθόδοξο Συνέδριο αρχιερέων και επιστημόνων, με σκοπό την μεταρρύθμιση του ισχύοντος τότε ημερολογίου με την εισαγωγή ενός νέου ημερολογίου. Ο Σέρβος μαθηματικός και αστρονόμος Milutin Milanković, πρότεινε στο συνέδριο ένα Αναθεωρημένο Ιουλιανό Ημερολόγιο (στο εξής Νέο ημερολόγιο), το οποίο είναι αστρονομικά ακριβέστερο του Γρηγοριανού. Πρακτικά, το νέο ημερολόγιο ταυτίζεται με το Γρηγοριανό ημερολόγιο μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου του 2800.

Επειδή πολλοί αρχιερείς και πιστοί θεώρησαν, ότι πίσω από την αλλαγή, βρισκόταν η κεκαλυμμένη επιδίωξη του Πάπα να επιβληθεί των Ορθοδόξων, δεν υπήρξε ομόφωνη αποδοχή της αντικατάστασης του ισχύοντος ημερολογίου και έτσι αποφασίστηκε πως κάθε εκκλησία ήταν ελεύθερη να ακολουθήσει όποιο ημερολόγιο ήθελε, διαταράσσοντας, με αυτό τον τρόπο, το κοινό εορτολόγιο, που είχαν διατηρήσει οι Ορθόδοξες Εκκλησίες μέχρι τότε.

Η αποδοχή της ημερολογιακής/εορτολογικής μεταρρύθμισης από μερικές Εκκλησίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Να αναφερθεί ότι το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και η Εκκλησίες της Κύπρου και της Ρουμανίας υιοθέτησαν το Νέο ημερολόγιο αμέσως, με την προσθήκη δεκατριών ημέρες στο ήδη υπάρχον. Για να μη συμβεί, όμως, ό,τι συνέβη με το Πασχάλιο των Λατίνων (βλ. παραπάνω), προτάθηκε ως ενδιάμεση λύση, το Πάσχα και όσες εορτές εξαρτώνται από αυτό, να ρυθμίζονται από το Ιουλιανό ημερολόγιο. Αυτό, βέβαια, έφερε πολλά προβλήματα στην εκκλησιαστική τάξη, όπως για παράδειγμα την συρρίκνωση και ορισμένες φορές την κατάργηση της νηστείας των Αγίων Αποστόλων.

Το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων διατήρησε και διατηρεί ακόμη το Ιουλιανό ημερολόγιο μέχρι σήμερα, επειδή θεωρήθηκε ότι μια ενδεχόμενη αλλαγή στο ημερολόγιό του, θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στον θρησκευτικό τουρισμό του Παναγίου Τάφου. Επίσης, ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Φώτιος Πέρογλου διατήρησε σε ισχύ το Ιουλιανό ημερολόγιο στην Εκκλησία της Αλεξάνδρειας, εκφράζοντας έντονα την αντίρρησή του σχετικά με το θέμα της ημερολογιακής μεταρρύθμισης.

Ακόμη, το Ιουλιανό ημερολόγιο διατήρησαν (και εξακολουθούν να το τηρούν ακόμη) τα Πατριαρχεία Μόσχας, Γεωργίας, Σερβίας και Βουλγαρίας (μέχρι το 1963), οι Εκκλησίες ΠΓΔΜ, Ουκρανίας, η Μονή της Αγίας Αικατερίνης στο Όρος Σινά και όλες οι μονές και οι σκήτες του Αγίου Όρους.

Η ημερολογιακή/εορτολογική μεταρρύθμιση στην Εκκλησία της Ελλάδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το αναθεωρημένο Ιουλιανό ημερολόγιο καθιερώθηκε από την Εκκλησία της Ελλάδος στις 23 Μαρτίου 1924, λίγες μέρες μετά την ενθρόνιση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσοστόμου του Α'. Η απόκλιση φάνηκε ως πρόβλημα την 25η Μαρτίου 1923, όταν εορτάστηκαν χωριστά η επέτειος της Επανάστασης του 1821 και ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου[1]. Έτσι η Εκκλησία αποφάσισε τη διόρθωση του εκκλησιαστικού ημερολογίου, έτσι ώστε οι ακίνητες εορτές να συμπίπτουν με το κοσμικό και διατήρησαν το Ιουλιανό Πασχάλιο για τις κινητές εορτές.Όμως, απ' ότι φάνηκε, η απόφαση της Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν βρήκε σύμφωνο όλο τον λαό και προκάλεσε ρήξη μεταξύ τους. Μεγάλες ομάδες κληρικών και λαϊκών αντέδρασαν στην εισαγωγή του νέου ημερολογίου, την οποία θεώρησαν προδοσία της ορθόδοξης παράδοσης, και αρνήθηκαν να το ακολουθήσουν εμμένοντας στο «πάτριο ημερολόγιο». Θεώρησαν ότι η αλλαγή ημερολογίου ήταν αντίθετη με τους Ιερούς Κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας και προϊόν της αίρεσης του Οικουμενισμού. Κατ' αυτούς πραγματικό κίνητρο για την αλλαγή του ημερολογίου ήταν η χρονική σύμπτωση των θρησκευτικών εορτών Καθολικών και Ορθοδόξων ως πρώτο βήμα για την ένωση των Εκκλησιών και την υποταγή όλων στον Πάπα (όπως έχει διατυπωθεί παραπάνω). Ακόμη, πίστευαν (και εξακολουθούν να πιστεύουν) ότι η Εκκλησία της Ελλάδος, το Οικουμενικό Πατριαρχείο και όλες οι άλλες Εκκλησίες που ακολούθησαν το νέο ημερολόγιο υπέπεσαν σε αίρεση και σύμφωνα με τους εκκλησιαστικούς κανόνες, θεώρησαν αιρετικές και όλες τις άλλες Εκκλησίες που ήταν σε κοινωνία με αυτές, όλες δηλαδή τις επίσημες Ορθόδοξες Εκκλησίες του κόσμου, ανεξάρτητα από το αν είχαν μεταρρυθμίσει το ημερολόγιό τους ή όχι (όπως το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, που διατηρεί μέχρι σήμερα το Ιουλιανό ημερολόγιο). Ακολούθησαν πολλές ταραχές με ανάμιξη και της αστυνομίας. Υπήρξαν κατά καιρούς δε και συμπλοκές με θύματα.

Μετά την αλλαγή του ημερολογίου, η επίσημη (νεοημερολογίτικη) εκκλησία επέβαλε στους ιερείς των ναών να μην ιερουργούν κατά το Ιουλιανό ημερολόγιο, παρά τις αντιδράσεις του κόσμου. Ιερείς που δεν συμμορφώνονταν με την κρατούσα εκκλησία του νέου ημερολογίου, διώκονταν, ξυρίζονταν και αποσχηματίζονταν. Αρκετοί ιερείς, που δεν συμφώνησαν με την καινοτομία, κρύβονταν σε σπίτια παλαιοημερολογιτών ή κυκλοφορούσαν με κοσμικά ρούχα και πένθος, για να δικαιολογήσουν την γενειάδα τους και την αγαμία τους (οι ιερομόναχοι). Γι' αυτό, στην αρχή οι Παλαιοημερολογίτες είχαν μόνο λίγους πρεσβυτέρους (κυρίως αγιορείτες και άλλους ιερομόναχους και ελαχιστότατους έγγαμους, διότι οι περισσότεροι έγγαμοι ιερείς εντάχθηκαν στην κρατούσα νεοημερολογίτικη εκκλησία, από φόβο για τις οικογένειές τους). Οι λειτουργίες τους τελούνταν μυστικά σε σπίτια, σε υπόγεια και σε ορισμένα έρημα εξωκκλήσια. Δεν είχαν κανένα επίσκοπο επικεφαλής. Αυτό τους δημιουργούσε πρόβλημα, γιατί σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες δεν υφίσταται Εκκλησία χωρίς επίσκοπο αλλά και γιατί μόνο επίσκοπος μπορεί να χειροτονήσει νέους πρεσβυτέρους.

Η Εμφάνιση του Τιμίου Σταυρού στην Αττική το 1925[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Γ' Εμφάνισις του Τιμίου Σταυρού, στον Υμηττό, όπως δημοσιεύτηκε το 1925 στην εφημερίδα ΣΚΡΙΠ.

Ένα αξιοσημείωτο γεγονός συνέβη την παραμονή της εορτής της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού το 1925. Το συμβάν έλαβε χώρα στον ναό του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στον Υμηττό, σε ένα από τους λίγους ναούς του Παλαιού Ημερολογίου οι οποίοι είχαν παραμείνει ανοικτοί από τις αρχές. Εκεί, κατά τη διάρκεια της αγρυπνίας και παρουσία δύναμης της Ελληνικής Χωροφυλακής η οποία είχε σταλθεί για να τηρηθεί η τάξη, σύμφωνα με μαρτυρίες, ένας μεγάλος φωτεινός σταυρός παρουσιάστηκε στον ουρανό επί μισή ώρα, τον οποίο είδαν 2.000 μάρτυρες μεταξύ των οποίων πιστοί, χωροφύλακες και μερικοί, που βρίσκονταν αρκετά μακριά από τον ναό. Δημοσιοποιήθηκε ότι ένας οδηγός τραμ είδε τον σταυρό από την Ομόνοια, γεγονός που μαρτυρά ότι το φαινόμενο του φωτεινού σταυρού ήταν ορατό σε όλη σχεδόν την Αθήνα. Κάποιοι το απέδωσαν σε φυσικό φαινόμενο. Οι παλαιοημερολογίτες, όμως, το ερμήνευσαν ως θείο σημάδι και του απέδωσαν την ονομασία "Γ' Εμφάνισις του Τιμίου Σταυρού" [2].

Η ημερολογιακή/εορτολογική μεταρρύθμιση στο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την 1η Οκτωβρίου του 1928, το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας προχώρησε στην υιοθέτηση του Νέου Ημερολογίου επί Πατριαρχίας Μελετίου Μεταξάκη, ο οποίος αφού είχε παραιτηθεί από τον Οικουμενικό Θρόνο από το 1923, αναδείχθηκε διάδοχος του Πατριάρχη Φωτίου, μετά τον θάνατο του τελευταίου, το 1925.

Περίοδος δημιουργίας κοινοτήτων των Γ.Ο.Χ.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το 1934, η κοινότητα των Γ.Ο.Χ. είχε επαφές με την Ιεραρχία των Ρώσων της Διασποράς, στη Σερβία, με αίτημα την απόκτηση κανονικώς χειροτονημένων επισκόπων, οι οποίοι θα ηγούνταν των Γ.Ο.Χ. εν Ελλάδι. Όμως, στις 26 Μαρτίου του 1935, έντεκα χρόνια μετά την εισαγωγή του νέου ημερολογίου, τέθηκαν επικεφαλής των Παλαιοημερολογιτών τρεις μητροπολίτες της Εκκλησίας της Ελλάδος, ο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος Καβουρίδης, ο Δημητριάδος Γερμανός Μαυρομμάτης και ο Ζακύνθου Χρυσόστομος Δημητρίου, οι οποίοι με δήλωσή τους προς την Ιερά Σύνοδο διέκοπταν κοινωνία με αυτήν και τους λοιπούς Μητροπολίτες. Στο μεσοδιάστημα των έντεκα χρόνων οι τρεις μητροπολίτες αυτοί είχαν προσυπογράψει και οι ίδιοι την απόφαση της Ιεράς Συνόδου για την αλλαγή του ημερολογίου και ως μέλη επισκοπικών δικαστηρίων είχαν δικάσει και καταδικάσει παλαιοημερολογίτες κληρικούς «επί φατρία και τυρεία και απειθεία προς τας αποφάσεις της Εκκλησίας περί Ημερολογίου» [3][4]. Όμως, βλέποντας οι τρεις μητροπολίτες τον ζήλο και την υπομονή των παλαιοημερολογιτών, μετάνιωσαν και επέστρεψαν στο "πατρώο ημερολόγιο" (και γι' αυτό καθαιρέθηκαν από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος). Έτσι, έπαυσε το αίτημα της ελληνικής κοινότητας προς τους Ιεράρχες της Διασποράς.

Οι τρεις επίσκοποι χειροτόνησαν τέσσερεις αρχιμανδρίτες των ΓΟΧ και έκαναν δική τους Σύνοδο του «Πατρίου ημερολογίου». Αυτοί ήταν κατά σειρά οι: Κυκλάδων Γερμανός Βαρυκόπουλος (5-6-1935), Μεγαρίδος Χριστόφορος Χατζής (6-6-1935), Βρεσθένης Ματθαίος Καρπαθάκης (7-6-1935) και Διαυλείας Πολύκαρπος Λιώσης (7-6-1935). Πρώτος πρόεδρος της Συνόδου των ΓΟΧ ανακηρύχθηκε ο Δημητριάδος Γερμανός Μαυρομμάτης.

Το πρώτο σχίσμα των Γ.Ο.Χ.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέχρι το 1937, ο Μητροπολίτης Ζακύνθου Χρυσόστομος εγκατέλειψε τον αγώνα των παλαιοημερολογιτών, επανερχόμενος στην Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος. Το ίδιο έπραξαν ο Μεγαρίδος Χριστόφορος και ο Διαυλείας Πολύκαρπος.

Τον Σεπτέμβριο του 1937, έχοντας απομείνει μόνο τέσσερεις ιεράρχες στη Σύνοδο των Γ.Ο.Χ, παρατηρείται η πρώτη ρήξη μεταξύ των Γ.Ο.Χ. με εκφραστή τον επίσκοπο Βρεσθένης Ματθαίο Καρπαθάκη, ο οποίος αποκήρυξε τον μετριοπαθή πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομο και σχημάτισε δική του ομάδα μαζί με τον Κυκλάδων Γερμανό, επειδή ο Χρυσόστομος δεν δεχόταν ότι η Εκκλησία της Ελλάδος μετά την αποδοχή του νέου ημερολογίου ήταν σχισματική, αλλά απλά «υπόδικη» και έπρεπε να κριθεί το ζήτημα από πανορθόδοξη Σύνοδο. Σημείο τριβής ήταν η αναγνώριση των μυστηρίων που τελούσε η κάθε Εκκλησία από την άλλη. Έτσι οι Παλαιοημερολογίτες διασπάστηκαν σε «ματθαιικούς» και «φλωρινικούς».

Μετά τον θάνατο του Δημητριάδος Γερμανού το 1941, Αρχιεπίσκοπος των Γ.Ο.Χ. (όχι Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος) ανέλαβε ο μόνος εναπομείνας επίσκοπος, ο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος Καβουρίδης. Το 1944, ο Μεγαρίδος Χριστόφορος και ο Διαυλείας Πολύκαρπος επανήλθαν στη Σύνοδο του πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου.

Το 1948 επανήλθε στην παράταξη του Χρυσοστόμου ο Κυκλάδων Γερμανός, ο οποίος διαφώνησε με τον Ματθαίο Βρεσθένης. Ο τελευταίος, μην έχοντας άλλον επίσκοπο στο πλευρό του, αποφάσισε να χειροτονήσει μόνος του και χωρίς τη σύμπραξη άλλων αρχιερέων (κατά παράβαση των Ιερών Κανόνων) τον ιερομόναχο Σπυρίδωνα σε επίσκοπο Τριμυθούντος. Οι δύο αυτοί άνδρες χειροτόνησαν αργότερα άλλους τρείς επισκόπους: τον Θεσσαλονίκης Δημήτριο Ψαροθεοδωρόπουλο, τον Πατρών Ανδρέα Ανέστη και τον Κορινθίας Κάλλιστο Μακρή. Έτσι, το 1949 οι «Ματθαιικοί» ήρθαν σε πλήρη ρήξη με την παράταξη του πρώην Φλωρίνης συγκροτώντας τη δική τους Ιερά Σύνοδο, με πρόεδρο τον Ματθαίο ως Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος, ο οποίος έγινε ο πρώτος παλαιοημερολογίτης επίσκοπος, που έκανε χρήση τίτλου από κοινού με την Εκκλησία της Ελλάδος, ενώ μέχρι τότε δίνονταν τίτλοι παλαιών (διαλαμψάντων) επισκοπών, που δεν ήταν πλέον ενεργές.

Το γεγονός αυτό λύπησε ιδιαίτερα τον Χρυσόστομο Καβουρίδη, ο οποίος επιχείρησε επανειλημμένα αλλά μάταια να δει και να συνομιλήσει με τον Ματθαίο Καρπαθάκη, ο οποίος εγκαταβιούσε στην γυναικεία Μονή της Παναγίας της Πευκοβουνογιάτρισσας, που είχε ιδρύσει ο ίδιος στην Κερατέα Αττικής. Και αυτό διότι, αφ' ενός η καθηγουμένη της Μονής Μαριάμ Σουλακιώτου εμπόδιζε τον Χρυσόστομο να δει τον Ματθαίο στο μοναστήρι, αφ' ετέρου το δεξί χέρι του Ματθαίου, ο ιερέας Ευγένιος Τόμπρας, φανάτιζε τον Ματθαίο με τις ακραίες θέσεις του κάνοντάς τον ανένδοτο σε ότι είχε να κάνει με την επανένωση, η οποία δεν επήλθε ποτέ ακόμη και μέχρι το τέλος της ζωής του άρρωστου Ματθαίου, το 1950, όταν συναντήθηκαν επιτέλους για λίγη ώρα οι δύο άντρες.

Επίσης, η μονή, που ίδρυσε ο Ματθαίος έγινε αντικείμενο δημοσιότητας το 1950, όταν αποκαλύφθηκαν οικονομικά σκάνδαλα αλλά και άλλα εγκλήματα με σωματική τιμωρία παιδιών και μοναχών με τις οδηγίες της ηγουμένης, η οποία τελικά καταδικάστηκε σε κάθειρξη[5][6].

Τα επόμενα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τότε και μέχρι σήμερα, υπήρξαν και υπάρχουν πολλές παρατάξεις Γ.Ο.Χ. κάθε μια από τις οποίες έχει δική της Ιεραρχία και κληρικούς, ενώ δεν αναγνωρίζει τις υπόλοιπες. Πολλοί επίσκοποι μεταπήδησαν σε άλλη ή άλλες παρατάξεις, άλλοι απομονώθηκαν, άλλοι επέστρεψαν, άλλοι έκαναν νέα παράταξη και άλλοι ένωσαν παρατάξεις. Μια γενική επισκόπηση, των παρατάξεων των ΓΟΧ, γίνεται παρακάτω. Οι περισσότερες παρατάξεις δημιουργήθηκαν είτε από αντίδραση σε εμφύλιες διενέξεις, είτε από ιδιοτελείς σκοπούς μερικών επισκόπων (αρχομανία, πνευματική ανεξαρτησία, κ.ά.). Υπάρχουν δε και ορισμένες "Ψευδοσύνοδοι", όπως αποκαλούνται στις οποίες συμμετέχουν επίσκοποι, οι οποίοι καθαιρέθηκαν από την Εκκλησία της Ελλάδος (για ηθικής φύσεως παραπτώματα) και πλέον τιτλοφορούνται ως "ΓΟΧ". Να διευκρινιστεί, ότι δεν υπάρχουν νομικά πλαίσια, για να προστατευτούν οι "αυθεντικοί" παλαιοημερολογίτες από όσους καπηλεύονται τον τίτλο. Οι πιο πολυπληθείς παρατάξεις είναι αυτές του πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου Καβουρίδη (Φλωρινικοί) και του Βρεσθένης Ματθαίου Καρπαθάκη (Ματθαιικοί). Μέχρι το Μάρτιο του 2014, υφίστατο και η ονομαστή Σύνοδος των Ενισταμένων, που ίδρυσε ο Μητροπολίτης Φυλής και Ωρωπού Κυπριανός Κουτσούμπας, προερχόμενη από τους φλωρινικούς, με τους οποίους και ενώθηκε ξανά.

Ιστορία των Ματθαιικών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τον θάνατο του Βρεσθένης Ματθαίου, το 1950, τη διοίκηση της συνόδου ανέλαβε ο από Θεσσαλονίκης Δημήτριος Ψαροθεοδωρόπουλος (1950-1958). Διάδοχοι της προεδρίας της Συνόδου, υπό τον τίτλο του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Γ.Ο.Χ. ήταν ο από Τήνου Αγαθάγγελος Ελευθερίου (1958-1967) και ο από Πατρών Ανδρέας Ανέστης (1967-2005).[7]

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 η παράταξη των «Ματθαιικών» ήρθε σε επαφή με τη Ρωσική Εκκλησία της Διασποράς (των Υπερορίων), η οποία αναγνώρισε και προσεπικύρωσε τις χειροτονίες των Ελλήνων Παλαιοημερολογιτών Επισκόπων, που είχε κάνει ο Βρεσθένης Ματθαίος και οι χειροτονημένοι από αυτόν, με την προϋπόθεση να ενωθούν σε μια Σύνοδο υπό τον Αρχιεπίσκοπο των Φλωρινικών Αυξέντιο Πάστρα, κάτι που τελικά δεν επετεύχθη. Ορισμένοι «ματθαιικοί» όμως αμφισβητούν κατά πόσο συνέβη αυτό και θεωρούν ότι οι χειροτονίες ήταν έγκυρες εξ αρχής, επειδή ο Ματθαίος ήταν ο τελευταίος μη αιρετικός ορθόδοξος επίσκοπος στη γη και άρα δικαιούνταν κατά τους ιερούς κανόνες κατ' εξαίρεσιν να προβεί μόνος του σε χειροτονίες νέων επισκόπων, προκειμένου να μην αφανιστεί η εκκλησία.

Οι Ματθαιικοί, μετά το σχίσμα του 1937, μέχρι το 1995 παρέμειναν ενωμένοι σε μια παράταξη. Το έτος αυτό με αφορμή το ζήτημα των εικόνων της Αγίας Τριάδος και της Αναστάσεως του Κυρίου διασπάστηκαν σε δύο παρατάξεις, με δύο Συνόδους, ενώ η κάθε μια διασπάστηκε σε άλλες δύο, το 2002 και 2005 αντίστοιχα.

Ιστορία των Φλωρινικών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τον θάνατο του Δημητριάδος Γερμανού το 1941, αρχιεπίσκοπος των Γ.Ο.Χ. (φλωρινικών) ανέλαβε ο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος Καβουρίδης. Από το 1949, όταν Αρχιεπίσκοπος της Εκκλησίας της Ελλάδος ήταν ο Σπυρίδων Βλάχος, οι παλαιοημερολογίτες αντιμετώπισαν σκληρό διωγμό. Οι αστυνομικές δυνάμεις σφράγιζαν τους ναούς τους και συλλάμβαναν τους ιερείς, που ιερουργούσαν σε αυτούς. Το 1951, συνελήφθη και οδηγήθηκε στην εξορία ο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος, για έναν περίπου χρόνο. Τον Μάρτιο του 1952, πέθανε ο Κυκλάδων Γερμανός, αφήνοντας μοναδικό επίσκοπο της παράταξης τον Χρυσόστομο, ο οποίος επέστρεψε από την εξορία πέντε μήνες αργότερα.

Τελικά, το 1953 ο Μεγαρίδος Χριστόφορος και ο Διαυλείας Πολύκαρπος επέστρεψαν οριστικά στην Εκκλησία της Ελλάδος, η οποία τους έκανε αμφότερους δεκτούς, αναγνωρίζοντάς τους την επισκοπική χειροτονία[8]. Συγκεκριμένα, ο Χριστόφορος Χατζής τοποθετήθηκε αρχικά Βοηθός Επίσκοπος Καρυουπόλεως της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, ενώ στις 18 Απριλίου του 1956, εξελέγη Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης.[9] Όμοια, ο Πολύκαρπος Λιώσης, τοποθετήθηκε αρχικά Τιτουλάριος Επίσκοπος Σταυρουπόλεως, ενώ στις 22 Σεπτεμβρίου του 1958, εξελέγη Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης.[10]

Στις 7 Σεπτεμβρίου του 1955, απεβίωσε ο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος, χωρίς να χειροτονήσει άλλους επισκόπους. Για τα πέντε επόμενα χρόνια (1955-1960) η παράταξη έμεινε χωρίς επισκόπους, ενώ τη διοίκησή της ανέλαβε εκκλησιαστική επιτροπή, με πρόεδρο τον αρχιμανδρίτη Ακάκιο Παππά. Το έτος 1960, ο Ακάκιος Παππάς, μετέβη στην Αμερική, όπου δύο επίσκοποι της (Υπερώρειας) Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας της Διασποράς, ο Σικάγου Σεραφείμ και ο Ρουμάνος Θεόφιλος Ιονέσκου, τον χειροτόνησαν επίσκοπο Ταλαντίου για τους Γ.Ο.Χ. Ελλάδος. Το 1962, οι Αρχιεπίσκοπος Χιλής και Περού Λεόντιος Φιλίπποβιτς και επίσκοπος Βενεζουέλα-Καράκας Σεραφείμ της Ρωσικής Διασποράς, χειροτόνησαν εις επίσκοπον Αστορίας τον ιερομόναχο Πέτρο Αστυφίδη, ο οποίος καταγόταν από τη Χίο και μετέβη στην Αμερική το 1951, ύστερα από πρόσκληση του τότε Αρχιεπισκόπου Αμερικής Αρσένιου Σάλτα. Ο Αστορίας Πέτρος μερίμνησε να χειροτονηθούν νέοι επίσκοποι των Γ.Ο.Χ. στην Ελλάδα.[11]

Την ίδια χρονιά, και κατόπιν πρόσκλησης του Ακακίου προς τη Ρωσική Διασπορά, ήρθε μυστικά στην Ελλάδα ως εκπρόσωπος ο Αρχιεπίσκοπος Χιλής και Περού Λεόντιος Φιλίπποβιτς, ο οποίος φιλοξενήθηκε κρυμμένος μέσα στην αποθήκη της Ιεράς Μονής Αγίου Νικολάου Παιανίας (κτήτορας της οποίας ήταν ο Ακάκιος Παππάς), για να μη συλληφθεί, σε περίπτωση έρευνας από την αστυνομία. Την επομένη, οι δύο επίσκοποι Λεόντιος και Ακάκιος χειροτόνησαν μέσα στη Μονή τρεις νέους επισκόπους: τον Κυκλάδων Παρθένιο Σκουρλή, τον Γαρδικίου Αυξέντιο Πάστρα και τον Μαγνησίας Χρυσόστομο Νασλίμη. Αργότερα, οι τρεις νεοχειροτονηθέντες επίσκοποι, χειροτόνησαν δύο ακόμη επισκόπους, τον Διαυλείας Ακάκιο Παππά τον νεότερο, ανιψιό του Αρχιεπισκόπου Ακακίου, και τον Σαλαμίνος Γερόντιο Μαργιόλη. Κατά το έτος 1963, απεβίωσαν ο Κυκλάδων Παρθένιος και ο Αρχιεπίσκοπος Ακάκιος. Στις 7 Δεκεμβρίου 1963 εξελέγη Αρχιεπίσκοπος της Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. ο από Γαρδικίου Αυξέντιος Πάστρας. Τα επόμενα χρόνια, επί Αυξεντίου, η παράταξη γνώρισε πολλές διασπάσεις και αρκετές παρατάξεις εξ αυτών υφίστανται έως σήμερα.

Η σχέση με την Εκκλησία της Ελλάδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Εκκλησίες των Παλαιοημερολογιτών δεν βρίσκονται σε κοινωνία με την Εκκλησία της Ελλάδος ούτε με τις Εκκλησίες οι οποίες βρίσκονται σε κοινωνία με αυτήν (Πατριαρχεία και αυτοκέφαλες Εκκλησίες). Κάποιες από αυτές ήταν σε κοινωνία με τη Ρωσική Εκκλησία της Διασποράς, κι αυτές όμως διέκοψαν την κοινωνία το 2007, όταν η Ρωσική Εκκλησία της Διασποράς ενώθηκε με το Πατριαρχείο Μόσχας. Η έλλειψη αναγνώρισης (κοινωνίας) και η πολυδιάσπαση έχει δημιουργήσει πρόβλημα στη χειροτονία νέων επισκόπων, καθώς σύμφωνα με τους ιερούς κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας απαιτούνται τρεις κανονικοί επίσκοποι (ή εν ανάγκη τουλάχιστον δύο) για να χειροτονηθεί νέος επίσκοπος.

Η επίσημη Εκκλησία της Ελλάδος έχει προσπαθήσει με διάφορους τρόπους να αντιμετωπίσει τη διάσπαση, χωρίς ωστόσο επιτυχία ως τώρα. Σε περιόδους διαλλακτικότητας έχει εκφράσει την πρόθεσή της να αναγνωρίσει κάποιες από τις χειροτονίες των επισκόπων και να τους δεχθεί, αν θελήσουν να ενταχθούν σε αυτήν, ακόμα και να τους επιτρέψει να χρησιμοποιούν το παλαιό ημερολόγιο και μετά την ένωση, ενώ σε περιόδους έντασης έχει ζητήσει τη σύλληψη των Παλαιοημερολογιτών κληρικών από την αστυνομία για αντιποίηση αρχής και την απαγόρευση τέλεσης ακολουθιών από αυτούς. Οι επεμβάσεις της αστυνομίας κατά το παρελθόν έχουν οδηγήσει σε εκτεταμένα επεισόδια, ενώ οι εκάστοτε κυβερνήσεις δεν επιθυμούν τη βίαιη λύση του ζητήματος.

Οι Παλαιοημερολογίτες δεν θεωρούνται ετερόδοξοι ή ετερόθρησκοι, γιατί στο δόγμα παραμένουν Χριστιανοί Ορθόδοξοι, ως εκ τούτου δεν εμπίπτουν στους περιορισμούς του νόμου για την ανέγερση ναών (άδεια από το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων μετά από γνωμοδότηση του οικείου Μητροπολίτη της Εκκλησίας της Ελλάδος, κ.λπ.).

Για τον λόγο αυτόν όμως έχουν δημιουργηθεί κατ' επανάληψιν εντάσεις και διαμάχες για τη δικαιοδοσία επί ναών, τους οποίους διεκδικούν τόσο οι Παλαιοημερολογίτες όσο και οι επίσημες Εκκλησίες. Χαρακτηριστική είναι η διαμάχη για την Ορθόδοξη Εκκλησία του Μονάχου Salvatorkirche, την οποία είχε παραχωρήσει ο Λουδοβίκος Α΄ της Βαυαρίας, πατέρας του βασιλιά της Ελλάδας Όθωνα, στην ελληνική κοινότητα του Μονάχου στις 30 Σεπτεμβρίου 1828. Το 1976 την απέσπασαν από τη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου (το οποίο έχει από το 1924 δικαιοδοσία επί των Ελλήνων της διασποράς) Παλαιοημερολογίτες, αλλά υποχρεώθηκαν να την αποδώσουν πάλι σε αυτό το 1999, μετά από πολυετή δικαστική διαμάχη ενώπιον των Γερμανικών Διοικητικών Δικαστηρίων και σχετική απόφαση του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου[12]. Το παλαιό ημερολόγιο χρησιμοποιείται ακόμη στο Άγιο Όρος και στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, όμως και οι περισσότεροι Αγιορείτες και το Πατριαρχείο αναγνωρίζουν ως κανονική την Εκκλησία της Ελλάδος και όχι τους Παλαιοημερολογίτες.


Δείτε ακόμη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Δημήτρης Κιτσίκης, The Old Calendarists and the Rise of Religious Conservatism in Greece, Εκδ. Center for Traditionalist Orthodox Studies, Etna, California, 1995.
  • Δημήτρης Μαλέσης, Το παλαιοημερολογιτικό ζήτημα (1924-1952). Όψεις της πολιτικής και πολιτισμικής σύγκρουσης στο Μεσοπόλεμο και στη μεταπολεμική περίοδο, Εκδ. Μνήμων, 2000, σσ. 135-169

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Η απόκλιση αυτή λόγω διαφοράς ημερολογίων είναι παράδοξη, αν λάβει κανείς υπ' όψιν του ότι η 25η Μαρτίου ως εθνική εορτή είναι μάλλον μια συμβατική ημερομηνία (βλ. Ελληνική Επανάσταση του 1821#Τα γεγονότα του 1821), αφού δεν φέρεται να έγινε κάποιο ιστορικό γεγονός ακριβώς εκείνη την ημέρα, αλλά επελέγη ακριβώς για να συμπίπτει με τη θρησκευτική εορτή του Ευαγγελισμού.
  2. (Αγγλικά) Cross in Athens (ανάκτηση 22 Απριλίου 2010).
  3. http://www.myriobiblos.gr/books/book1/kef5_per2_meros2.htm Μακ. Χριστοδούλου Παρασκευαΐδη, Ιστορική και κανονική θεώρησις του παλαιοημερολογιτικού ζητήματος]
  4. http://holyrussia.narod.ru/Kirix_Eccl/Kirix_08_1983.pdf (pdf)
  5. Παλιά Χρήσιμα 19: Κολαστήριο Μονής Κερατέας 1950 « Ροΐδη Εμμονές
  6. option=com_content&task=view&id=81&Itemid=62 Το Ποντίκι - Εβδομαδιαία Πολιτική Αποκαλυπτική Σατιρική Εφημερίδα
  7. http://www.churchgoc.org/index_el.html
  8. "αποκατέστησε τούτους άνευ αναχειροτονήσεως εις τον Επισκοπικόν βαθμόν, ως δε η Ι.Σ. δι' Εγκυκλίου αυτής εσημείου, η Εκκλησία κατ' οικονομίαν ανεγνώρισεν ως κανονικήν την εν έτει 1935 γενομένην χειροτονίαν αυτών, τούτους δ' επομένως ως κανονικούς Επισκόπους της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος, θεωρουμένους Τιτουλαρίους" ( http://myriobiblos.gr/books/book1/kef5_per3_fas2_meros4.htm )
  9. http://www.neb.gr/forum/viewtopic.php?f=21&t=2359
  10. http://www.symbole.gr/chrtoms/chpb/liosis
  11. http://www.omologitis.org/?page_id=523&lang=el&page=4
  12. Η απόφαση του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου που απορρίπτει την προσφυγή των Παλαιοημερολογιτών

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρατάξεις ΓΟΧ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

«Φλωρινικοί»

«Ματθαιικοί»

Άλλοι σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]