Μητροπολίτης Φλωρίνης Χρυσόστομος Καβουρίδης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Χρυσόστομος Καβουρίδης
Γενικές πληροφορίες
ΓέννησηΧρυσόστομος Καβουρίδης
13 Νοεμβρίου 1870
Μάδυτος, Τουρκία
Θάνατος7 Σεπτεμβρίου 1955 (84 ετών)
Αθήνα, Ελλάδα
ΚατοικίαΚυψέλη, Αθήνα
ΕθνικότηταΕλληνική
Χώρα πολιτογράφησης.
ΘρησκείαΧριστιανός Ορθόδοξος
Εκπαίδευση και γλώσσες
ΣπουδέςΙερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης
Πληροφορίες ασχολίας
ΙδιότηταΟρθόδοξος Επίσκοπος
ΎφοςΠρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΜητροπολίτης

Ο Χρυσόστομος Καβουρίδης (1870-1955) του Γεωργίου και της Μελπομένης ήταν Έλληνας Ορθόδοξος επίσκοπος και μετέπειτα επίσκοπος των παλαιοημερολογιτών. Ανέπτυξε πλούσια εκκλησιαστική και εθνική δράση. Διετέλεσε Μητροπολίτης Ίμβρου και Τενέδου (1908-1912), Μητροπολίτης Πελαγονίας (1912-1918 περίπου), Μητροπολίτης Φιλιατών και Γηρομερίου (ως τοποτηρητής το 1925-1926), Μητροπολίτης Φλωρίνης (1926-1932) καθώς και Αρχιεπίσκοπος των Γ.Ο.Χ. (1941-1955). Είναι μία από τις μεγαλύτερες μορφές των παλαιοημερολογιτών στην Ελλάδα.

Για την πλειοψηφία των Παλαιοημερολογιτών εν Ελλάδι αλλά και του εξωτερικού θεωρείται ομολογητής της ορθόδοξης και ακαινοτόμητης πίστεως. Στα 85 χρόνια που έζησε, γνώρισε δύσκολες πολιτικές και πολεμικές καταστάσεις, τρεις εξορίες, αιχμαλωσία στην αλλοδαπή, σοβαρές ασθένειες, διώξεις, απειλές, κακουχίες, υλικές στερήσεις, συλλήψεις, φυλακίσεις και πολλές άλλες στενοχώριες. Ποτέ όμως δεν έπαψε να πιστεύει και να ελπίζει στον Θεό, με του οποίου την χάρη μετέδιδε απλόχερα θάρρος, παρηγοριά, γαλήνη, πίστη, κουράγιο και ψυχωφελείς συμβουλές σε χιλιάδες πιστών ανθρώπων, που συναντούσε στα τόσα χρόνια.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στη Μάδυτο της Ανατολικής Θράκης στις 13 Νοεμβρίου του 1870. Το κοσμικό όνομα, που του έδωσαν οι ευσεβείς γονείς του, ήταν Χρυσόστομος, επειδή γεννήθηκε ανήμερα της εορτής του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Από μικρή ηλικία, ο Χρυσόστομος έτρεφε μεγάλη αγάπη προς τον Θεό και την Εκκλησία. Τον διέκρινε η σεμνότητα, η ευγένεια, το ήθος, η σωφροσύνη και η ταπεινοφροσύνη, στοιχεία που τον έκαναν να ξεχωρίζει από τους συνομηλίκους του, ενώ παράλληλα ήταν ιδιαίτερα επιμελής.

Μετά την ολοκλήρωση των γυμνασιακών του σπουδών, αποφάσισε να εγγραφεί στην Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης, παρά τις αντιδράσεις των δικών του, οι οποίοι τον προέτρεπαν να ασχοληθεί με το εμπόριο. Ο αδελφός της μητέρας του Χαράλαμπος Στεφανίδης, που ήταν εύπορος βαμβακέμπορος από την Αίγυπτο, επωμίστηκε τα έξοδα των σπουδών του νεαρού Χρυσοστόμου, διότι ο τελευταίος δεν ήθελε να επιβαρύνει τους γονείς του. Μετά την εγγραφή του, εργάστηκε ως υπηρέτης στο σπίτι του Κωνσταντίνου Παρίτση, ο οποίος ήταν Διευθυντής της Σχολής. Έτσι, κέρδιζε τα προς το ζην, ενώ ταυτόχρονα βοηθούσε τους δικούς του.

Το 1901, πριν ακόμη αποφοιτήσει από τη Σχολή, χειροτονήθηκε διάκονος από τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωακείμ Γ΄. Τον Ιούλιο του ίδιου έτος λαμβάνει το πτυχίο του με βαθμό άριστα εκπονώντας πτυχιακή διατριβή με θέμα: "Ἡ Ὀρθοδοξία Κυρίλλου τοῦ Λουκάρεως". Ο νεαρός τότε διάκονος διετέλεσε ιεροκήρυκας στην Πάνορμο, όπου και διακρίθηκε για το χάρισμα του λόγου του. Πολλές από τις ομιλίες του δημοσιεύθηκαν σε εκκλησιαστικές φυλλάδες του Πατριαρχείου. Μετά από λίγο καιρό, επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, ως τριτεύων διάκονος του Πατριαρχείου, λαμβάνοντας τον τίτλο του Μεγάλου Πρωτοσυγκέλλου τῶν Πατριαρχείων.[1] Επί επτά περίπου έτη διέμεινε στο Φανάρι, όπου προσέφερε αξιόλογες και λαμπρές υπηρεσίες.


Η άνοδός του στο επισκοπικό αξίωμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 31 Ιουλίου του 1908, η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως εκλέγει τον διάκονο Χρυσόστομο Μητροπολίτη Ίμβρου και Τενέδου. Έτσι, στις 5 Αυγούστου του ίδιου έτους, ο συνοδικός Μητροπολίτης Σερβίων και Κοζάνης Κωνσταντίνος χειροτονεί πρεσβύτερο τον Χρυσόστομο. Την επόμενη ημέρα, Κυριακή 6 Αυγούστου, ανήμερα της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, σε ηλικία 38 ετών λαμβάνει τον τρίτο βαθμό της ιεροσύνης και τον τίτλο του Μητροπολίτη Ίμβρου και Τενέδου από τους Μητροπολίτες Λέρου, Σερβίων και Κοζάνης, Κυζίκου και Νικοπόλεως. [2] Σε αυτή τη θέση παρέμεινε για τέσσερα περίπου χρόνια.

Η πρώτη εξορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 28 Ιουλίου του 1912 τοποθετήθηκε στη Μητρόπολη Πελαγονίας, με έδρα το Μοναστήρι της Νοτιοσλαβίας. Εκείνη την περίοδο, έλαβαν χώρα οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και το Μοναστήρι υπέστη τότε μεγάλους βομβαρδισμούς, που έκαμψαν το ηθικό των ιερέων της Μητρόπολης, οι οποίοι από τον φόβο τους δεν τολμούσαν να κηδέψουν τους νεκρούς των επιδρομών. Ο ιεράρχης Χρυσόστομος με τον χαρισματικό του λόγο αλλά και με το λαμπρό του παράδειγμα, ενθάρρυνε τους ιερείς του τις δύσκολες εκείνες ώρες, όταν, ενώ άλλοι έσπευδαν να κρυφτούν στα καταφύγια της πόλης, εκείνος αψηφούσε τους βομβαρδισμούς, μένοντας μαζί με τους νεκρούς.[3]

Καιρό αργότερα, ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος ταξίδεψε προς τη Θεσσαλονίκη, μαζί με τον αρχιδιάκονό του Αθηναγόρα Σπύρου, ο οποίος αργότερα διετέλεσε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Εκείνη την ημέρα συνέβη ένα επεισόδιο στο βαγόνι, με το οποίο ταξίδευαν. Ορισμένοι Γάλλοι και Άγγλοι αξιωματικοί έβριζαν τον Βασιλέα των Ελλήνων τόσο δυνατά ώστε να τους ακούν οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι επιβάτες. Ο Μητροπολίτης τότε σηκώθηκε από τη θέση του και τους έκανε έντονη σύσταση να μη μιλούν άσχημα για τον Βασιλιά και στη συνέχεια προσπάθησε να κατευνάσει τα οξυμένα πνεύματα των αξιωματικών. Όπως ήταν επόμενο, με αυτή του την στάση έγινε δυσάρεστος.

Μετά την άφιξη του Χρυσοστόμου στη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης, με αφορμή το επεισόδιο, που είχε προηγηθεί, δύο Σενεγαλέζοι στρατιώτες (του γαλλικού στρατού) συνέλαβαν τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο δήθεν για ανάκριση. Κατόπιν του αφαίρεσαν τα χρήματα και τον φυλάκισαν μαζί με τον Αθηναγόρα. Το 1918, ο Χρυσόστομος και ο Αθηναγόρας εξορίστηκαν στη Σκήτη του Μυλοποτάμου της αγιορείτικης Μονής Μεγίστης Λαύρας, όπου πέρασε περίπου πέντε χρόνια προσευχής και μελέτης. [1][3]

Μετά το τέλος της εξορίας του Χρυσοστόμου, ο Βασιλιάς της Σερβίας επιδίωξε να πείσει τον Χρυσόστομο να παραμείνει Μητροπολίτης στο Μοναστήρι, το οποίο είχε πλέον καταληφθεί από τους Σέρβους, με τον όρο να μιλά και να ιερουργεί και στα σερβικά και στα ελληνικά. Η απάντησε, που έλαβε ο Βασιλιάς, από τον Μητροπολίτη ήταν: "Είμαι Έλλην επίσκοπος και καλούμαι να ποιμάνω ελληνικά ποίμνια".[2]. Μετά από αυτό ο Σέρβος Βασιλιάς αποζημίωσε γενναιόδωρα τον αποχωρούντα ιεράρχη. Τα χρήματα τελικά δωρίστηκαν στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, για τη συντήρηση της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, ύστερα από την επίμονη άρνηση του Χρυσοστόμου να δεχτεί το ποσόν από τον Βασιλιά.


Η φυγή του στην Αλεξάνδρεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1921, μετά την απομάκρυνση και τον θάνατο του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανού του Ε', τέθηκαν δύο υποψηφιότητες για την αναπλήρωση του Πατριαρχικού Θρόνου. Ό ένας υποψήφιος ήταν ο Μελέτιος Μεταξάκης και ο άλλος ο Τραπεζούντος Χρύσανθος. Ο Χρυσόστομος διαισθανόμενος, ότι ο Μεταξάκης θα έβλαπτε την Ορθόδοξη Εκκλησία, όντας νεωτεριστής, προσπάθησε να εμποδίσει με κάθε τρόπο την ανάδειξη του Μεταξάκη. Έκανε επαφές με τον Βασιλέα των Ελλήνων Κωνσταντίνο A΄ καθώς και με την ελληνική κυβέρνηση, χωρίς όμως να καταφέρει τον σκοπό του. Μετά την ανάδειξη στον Πατριαρχικό Θρόνο, ο Μελέτιος Μεταξάκης εξοργισμένος από τη στάση που κράτησε ο Χρυσόστομος απέναντί του, απαγόρευσε όχι μόνο την είσοδο, αλλά ακόμη και την άνοδο του ιεράρχη Χρυσοστόμου στα σκαλιά του Πατριαρχείου, ενώ αργότερα προσπάθησε να τον συλλάβει και να τον καθαιρέσει. Όμως, ο Χρυσόστομος γλύτωσε καθώς διέφυγε στην Αλεξάνδρεια, αφού τοποθέτησε τον πιστό διάκονό του Αθηναγόρα ως Πρωτοσύγκελο στη Μητρόπολη των Αθηνών.

Έγινε πολύ αγαπητός και συμπαθής τόσο στους πιστούς όσο και στους κληρικούς της Αλεξάνδρειας. Μάλιστα, φερόταν και ως κύριος υποψήφιος για τον χηρεύοντα θρόνο του Πατριαρχείου Αλεξάνδρειας, το έτος 1925. Όμως, το ταπεινό φρόνημα του Χρυσοστόμου δεν του επέτρεπε να παραμείνει άλλο στην Αλεξάνδρεια, γι' αυτό έφυγε κρυφά από όλους για την Αθήνα, ώστε να μην τύχει των τιμών και της δόξας του πατριάρχη.


Η εκλογή του στη Μητρόπολη Φλωρίνης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επιστρέφοντας ο Χρυσόστομος στην Αθήνα διορίστηκε για μικρό χρονικό διάστημα τοποτηρητής στη Μητρόπολη Φιλιατών και Γηρομερίου. Το 1926 εξελέγη Μητροπολίτης της νεοσύστατης Μητροπόλεως Φλωρίνης. Το έτος 1928 εξελέγη μέλος της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος και γι' αυτό κλήθηκε να μεταβεί στην Αθήνα. Εκεί αρρώστησε σοβαρά και χρειάστηκε να νοσηλευθεί στο Νοσοκομείο "Ευαγγελισμός".

Το 1932, καταβεβλημένος από την ανάρρωσή του, παραιτήθηκε από τη Μητρόπολή του για λόγους υγείας και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα, αγοράζοντας ένα σπίτι στην Κυψέλη με δάνειο, που του χορήγησαν ο Αρχιμανδρίτης Χριστόφορος Χατζής και ο Μητροπολίτης Αθηναγόρας, ο παλαιός διάκονός του Χρυσοστόμου, ο οποίος είχε ήδη χειροτονηθεί επίσκοπος από το 1922 (ενώ ήταν ακόμη διάκονος, όταν εξελέγη Μητροπολίτης Κερκύρας). Μέσα σε δύο χρόνια κατάφερε να αποπληρώσει το δάνειο, που πήρε, από την αρχιερατική του σύνταξη. Ως πρώην Φλωρίνης, αφοσιώθηκε στη συγγραφή βιβλίων, το κήρυγμα και την φιλανθρωπία.


Η προσχώρησή του στους κόλπους των Γ.Ο.Χ.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Εκκλησία της Ελλάδος είχε καθιερώσει το Αναθεωρημένο Ιουλιανό ημερολόγιο από τις 23 Μαρτίου του 1924, λίγες μέρες μετά την ενθρόνιση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσοστόμου Παπαδόπουλου. Ο Χρυσόστομος Καβουρίδης, ως μέλος της Εκκλησίας της Ελλάδος ακολουθούσε και εκείνος το διορθωμένο ημερολόγιο. Όμως, μετά την παραίτησή του από την Μητρόπολη Φλωρίνης, ο ιεράρχης ήρθε σε επαφή με χριστιανούς οι οποίοι δεν είχαν δεχτεί την ημερολογιακή μεταρρύθμιση και χαρακτηρίστηκαν ως Παλαιοημερολογίτες ή Γ.Ο.Χ. (Γνήσιοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί). Οι ελάχιστοι ιερείς που διέθεταν διώκονταν από τις αστυνομικές αρχές και γι' αυτό ήταν αναγκασμένοι να τελούν τις ακολουθίες και τις λειτουργίες στα κρυφά, σε απομακρυσμένα και έρημα εξωκκλήσια ή σε σπίτια χριστιανών. Σημειωτέον, ότι δεν υπήρχαν επίσκοποι να τους υποστηρίξουν και επομένως δεν μπορούσαν να χειροτονηθούν νέοι ιερείς. Από το 1934, η κοινότητα των Γ.Ο.Χ., που αριθμούσε τότε δεκάδες χιλιάδες πιστούς σε όλη την Ελλάδα, είχε επαφές με την Ιεραρχία των Ρώσων της Διασποράς, στη Σερβία, με αίτημα την απόκτηση κανονικώς χειροτονημένων επισκόπων, οι οποίοι θα ηγούνταν των Γ.Ο.Χ. εν Ελλάδι.

Ο μητροπολίτης Χρυσόστομος, συγκινημένος από τον ζήλο, την ταλαιπωρία αλλά και την υπομονή αυτών των ανθρώπων και στο ενδεχόμενο μιας "θρησκευτικής μετανάστευσης" Ελλήνων Χριστιανών προς τη Σερβία, πήρε τη γενναία απόφαση να σταθεί στο πλευρό τους, παρ' όλες τις συνέπειες, που θα είχε από την Εκκλησία της Ελλάδος. Αρχικά, αποφάσισε να συνταχθεί με τους Γ.Ο.Χ. την Κυριακή της Ορθοδοξίας, αλλά λόγω πολιτικών εξελίξεων στη χώρα, το ανέβαλε για λίγες ημέρες. Στο διάστημα αυτό ανέπτυξε έντονη επικοινωνία με τον μητροπολίτη Δημητριάδος Γερμανό, ώστε να ενταχθεί και αυτός μαζί του στον αγώνα των Γ.Ο.Χ.

Στις 26 Μαρτίου του 1935, έντεκα χρόνια μετά την εισαγωγή του νέου ημερολογίου, ο μητροπολίτης πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος μαζί με δύο ακόμη εν ενεργεία μητροπολίτες της Εκκλησίας της Ελλάδος, τον Δημητριάδος Γερμανό Μαυρομμάτη και τον Ζακύνθου Χρυσόστομο Δημητρίου με δήλωσή τους προς την Ιερά Σύνοδο, διέκοψαν κοινωνία με αυτήν και τους λοιπούς Μητροπολίτες, καθώς τέθηκαν επικεφαλής των Παλαιοημερολογιτών. Η Θεία Λειτουργία, που επισφράγισε την επίσημη προσχώρηση των τριών μητροπολιτών έλαβε χώρα στις 13 Μαΐου του 1935, Κυριακή της Σαμαρείτιδος στον ιερό ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Κολωνό, στην Αθήνα, παρουσία εικοσιπέντε χιλιάδων πιστών Γ.Ο.Χ.[1] Οι τρεις επίσκοποι, ως κανονικοί επίσκοποι, χειροτόνησαν τέσσερεις αρχιμανδρίτες των Γ.Ο.Χ. και έτσι δημιουργήθηκε η Σύνοδος του «Πατρίου ημερολογίου». Αυτοί ήταν κατά σειρά οι: Κυκλάδων Γερμανός Βαρυκόπουλος (5-6-1935), Μεγαρίδος Χριστόφορος Χατζής (6-6-1935), Βρεσθένης Ματθαίος Καρπαθάκης (7-6-1935) και Διαυλείας Πολύκαρπος Λιώσης (7-6-1935). Πρώτος πρόεδρος της Συνόδου των Γ.Ο.Χ. ανακηρύχθηκε ο Δημητριάδος Γερμανός Μαυρομμάτης.


Η δεύτερη εξορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Εκκλησία της Ελλάδος, εξοργισμένη με την κίνηση των τριών ιεραρχών της, προχώρησε στη σύσταση συνοδικού δικαστηρίου, το οποίο όχι μόνο δεν αναγνώρισε τις παραπάνω χειροτονίες, αλλά με απόφαση της 1ης Ιουνίου του ίδιου έτους καθαίρεσε και τους τρεις μητροπολίτες κατατάσσοντας τους στην τάξη των απλών μοναχών και επιπλέον τους επέβαλαν πενταετή περιορισμό σε έρημα και απομακρυσμένα μοναστήρια. Πιο συγκεκριμένα, ο Δημητριάδος Γερμανός εξορίστηκε στην Αμοργό, ο Ζακύνθου Χρυσόστομος εξορίστηκε στην Ιερά Μονή Ρόμβης, στην Ακαρνανία, ενώ ο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος Καβουρίδης εξορίστηκε στην Ιερά Μονή Αγίου Διονυσίου Ολύμπου. Εκεί παρέμεινε μέχρι τον Οκτώβριο του 1935, όταν ανακλήθηκε η εξορία του χάρη στην παρέμβαση του πρωθυπουργού Γεωργίου Κονδύλη, ο οποίος τον συμπαθούσε.

Από τότε έκανε σκοπό της ζωής του να υπερασπίσει την ορθόδοξη πίστη του στην Πατρώα Παράδοση και να επαναφέρει τη γαλήνη και την ενότητα σε όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες. Ξεκίνησε μεγάλο αγώνα με πολλή προσευχή γράφοντας κείμενα και κάνοντας περιοδείες με κηρύγματα και ομιλίες. Γι' αυτό τον λόγο, προετοίμασε μεγάλο ταξίδι στα Ιεροσόλυμα και μετέπειτα στη Δαμασκό, με σκοπό να συναντήσει τους Πατριάρχες της Ανατολής, οι οποίοι ως τότε δεν είχαν μεταρρυθμίσει το ημερολόγιό τους. Έτσι, αρχές Δεκεμβρίου αναχώρησε από την Αθήνα για να φτάσει καταμεσής του χειμώνα στα Ιεροσόλυμα.


Η αιχμαλωσία του στα Ιεροσόλυμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Πατριάρχες τού επεφύλαξαν μεγάλη υποδοχή, ενώ του δήλωσαν πρόθυμοι να τον υποστηρίξουν σε μια προγραμματιζόμενη Ορθόδοξη Σύνοδο. Επίσης, συνομίλησαν περί διαφόρων εκκλησιαστικών θεμάτων και υποθέσεων, που εκκρεμούσαν. Όμως, με εντολή των Ελληνικών Αρχών, ο πρόξενος της Ελλάδας στην Ιερουσαλήμ αρνήθηκε να επικυρώσει τα ταξιδιωτικά έγγραφα του ιεράρχη απαγορεύοντας με αυτό τον τρόπο την επιστροφή του στην Ελλάδα. Εκεί έμεινε αποκλεισμένος για πέντε μήνες περίπου χωρίς να μπορεί να κάνει κάτι.

Στις 23 Απριλίου, με το Ιουλιανό ημερολόγιο, ανήμερα της εορτής του Αγίου Γεωργίου, ο Χρυσόστομος προσεύχεται και παρακαλεί κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας τον Άγιο Γεώργιο να τον ελευθερώσει. Το ίδιο βράδυ, όπως διηγήθηκε αργότερα ο ίδιος,[2] είδε ένα νεαρό, ο οποίος χτύπησε την πόρτα του δωματίου του. Ο νεαρός τον διαβεβαίωσε ότι μπορεί να γυρίσει πίσω στην πατρίδα χωρίς να τον αντιληφθούν. Τότε ο Μητροπολίτης ευχαρίστησε τον νεαρό ο οποίος εξαφανίστηκε θαυματουργικά, αφού ήταν ο ίδιος ο Άγιος Γεώργιος και πράγματι σε λίγες ώρες επιβιβάστηκε σε έναν ρουμάνικο ατμόπλοιο για τον Πειραιά, από το λιμάνι της Γιάφας.

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, ο μητροπολίτης πρώην Φλωρίνης μαζί με τους λοιπούς αρχιερείς της Συνόδου των Γ.Ο.Χ. συνέχισε ακούραστα το ποιμαντορικό του έργο, παρότι βρέθηκε πολλές φορές κατηγορούμενος σε πολιτικά δικαστήρια των Αθηνών, ύστερα από μηνύσεις εκ μέρους της Εκκλησίας της Ελλάδος. Αλλά και εκεί μέσα στις δικαστικές αίθουσες εξαπέλυε πύρινους λόγους αληθείας, με τους οποίους, όπως έχει γίνει γνωστό, γοήτευε ακόμη και τους δικαστές του.


Τα προβλήματα της Συνόδου των Γ.Ο.Χ. και η ρήξη με τον Ματθαίο Καρπαθάκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέχρι το 1937, ο Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομος εγκατέλειψε τον αγώνα των παλαιοημερολογιτών, επανερχόμενος στην Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος. Το ίδιο έπραξαν ο Μεγαρίδος Χριστόφορος και Διαυλείας Πολύκαρπος, οι οποίοι το 1944 επανήλθαν στη Σύνοδο των Γ.Ο.Χ. Τελικά, το 1953 επέστρεψαν οριστικά στην Εκκλησία της Ελλάδος, η οποία τους έκανε αμφότερους δεκτούς, χωρίς όμως να τους αναγνωρισθεί η επισκοπική χειροτονία τους, την οποία έλαβαν ξανά αργότερα ως Επίσκοποι της Εκκλησίας της Ελλάδος. Συγκεκριμένα, ο Χριστόφορος Χατζής χειροτονήθηκε αρχικά Βοηθός Επίσκοπος Καρυουπόλεως της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, ενώ στις 18 Απριλίου του 1956, εξελέγη Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης.[4] Όμοια, ο Πολύκαρπος Λιώσης, χειροτονήθηκε αρχικά Τιτουλάριος Επίσκοπος Σταυρουπόλεως, ενώ στις 22 Σεπτεμβρίου του 1958, εξελέγη Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης.[5]

Τον Σεπτέμβριο του 1937, έχοντας απομείνει μόνο τέσσερεις ιεράρχες στη Σύνοδο των Γ.Ο.Χ, εκδηλώνεται η πρώτη ρήξη μεταξύ των Γ.Ο.Χ. με εκφραστή τον επίσκοπο Βρεσθένης Ματθαίο Καρπαθάκη, ο οποίος αποκήρυξε τον μετριοπαθή πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομο και σχημάτισε δική του ομάδα μαζί με τον Κυκλάδων Γερμανό, επειδή ο Χρυσόστομος δεν δεχόταν ότι η Εκκλησία της Ελλάδος μετά την αποδοχή του νέου ημερολογίου ήταν σχισματική, αλλά απλά «υπόδικη» και έπρεπε να κριθεί το ζήτημα από πανορθόδοξη Σύνοδο. Σημείο τριβής ήταν η αναγνώριση των μυστηρίων που τελούσε η κάθε Εκκλησία από την άλλη. Έτσι οι Παλαιοημερολογίτες διασπάστηκαν σε «ματθαιικούς» και «φλωρινικούς».

Μετά τον θάνατο του Δημητριάδος Γερμανού το 1941, Αρχιεπίσκοπος των Γ.Ο.Χ. (όχι Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος) ανέλαβε ο μόνος εναπομείνας επίσκοπος, ο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος Καβουρίδης. Το 1948 επανήλθε στην παράταξη του Χρυσοστόμου ο Κυκλάδων Γερμανός, ο οποίος διαφώνησε με τον Ματθαίο Βρεσθένης. Ο τελευταίος, μην έχοντας άλλον επίσκοπο στο πλευρό του, αποφάσισε να χειροτονήσει μόνος του και χωρίς τη σύμπραξη άλλων αρχιερέων (κατά παράβαση των Ιερών Κανόνων) τον ιερομόναχο Σπυρίδωνα σε επίσκοπο Τριμυθούντος. Οι δύο αυτοί άνδρες χειροτόνησαν αργότερα άλλους τρείς επισκόπους: τον Θεσσαλονίκης Δημήτριο, τον Πατρών Ανδρέα και τον Κορινθίας Κάλλιστο. Έτσι, το 1949 οι «Ματθαιικοί» ήρθαν σε πλήρη ρήξη με την παράταξη του πρώην Φλωρίνης συγκροτώντας τη δική τους Ιερά Σύνοδο, με πρόεδρο τον Ματθαίο ως Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος, ο οποίος έγινε ο πρώτος παλαιοημερολογίτης επίσκοπος, που έκανε χρήση τίτλου από κοινού με την Εκκλησία της Ελλάδος, ενώ μέχρι τότε δίνονταν τίτλοι παλαιών (διαλαμψάντων) επισκοπών, που δεν ήταν πλέον ενεργές.

Το γεγονός αυτό λύπησε ιδιαίτερα τον Χρυσόστομο, ο οποίος επιχείρησε επανειλημμένα αλλά μάταια να δει και να συνομιλήσει με τον Ματθαίο Καρπαθάκη, ο οποίος εγκαταβιούσε στη γυναικεία Μονή της Παναγίας της Πευκοβουνογιάτρισσας, που είχε ιδρύσει ο ίδιος στην Κερατέα Αττικής. Και αυτό διότι, αφ' ενός η καθηγουμένη της Μονής Μαριάμ Σουλακιώτου εμπόδιζε τον Χρυσόστομο να δει τον Ματθαίο στο μοναστήρι, αφ' ετέρου το δεξί χέρι του Ματθαίου, ο ιερέας Ευγένιος Τόμπρας, φανάτιζε τον Ματθαίο με τις ακραίες θέσεις του κάνοντάς τον ανένδοτο σε ότι είχε να κάνει με την επανένωση, η οποία δεν επήλθε ποτέ ακόμη και μέχρι το τέλος της ζωής του άρρωστου Ματθαίου, το 1950, όταν συναντήθηκαν επιτέλους για λίγη ώρα οι δύο άντρες.


Η τρίτη εξορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1949, Αρχιεπίσκοπος της Εκκλησίας της Ελλάδος ανέλαβε ο Σπυρίδων Βλάχος, ο οποίος άσκησε σκληρό διωγμό εναντίον των παλαιοημερολογιτών. Με την υπ. αριθμ. 45/51 Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου της Κυβέρνησης Βενιζέλου - Παπανδρέου, οι αστυνομικές δυνάμεις είχαν την εντολή να σφραγίζουν τους ναούς των Γ.Ο.Χ., όπως επίσης να συλλαμβάνουν και να ξυρίζουν τους ιερείς τους. Μάλιστα τον Μάρτιο του 1951, σε ηλικία 81 ετών ο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος συνελήφθη και απομονώθηκε φρουρούμενος στο Ορφανοτροφείο Βουλιαγμένης. Ο Αρχιεπίσκοπος Σπυρίδων ζήτησε επίμονα από τον φυλακισμένο ιεράρχη να απαρνηθεί τις ιδέες του και να μνημονεύσει το όνομα του Σπυρίδωνα. Βλέποντας την ισχυρή αντίσταση του κρατουμένου μητροπολίτη, ο Αρχιεπίσκοπος Σπυρίδων έταξε στον Χρυσόστομο τις καθυστερούμενες αρχιερατικές αμοιβές δεκαέξι ετών (από το 1935 μέχρι το 1951) μαζί με τους τόκους, που του αναλογούσαν, για να τον δελεάσει. Επιλέον, τον άφησε προσωρινά ελεύθερο για να συνεννοηθεί με τους δικούς του. Ο Χρυσόστομος, που ήταν αφιλοχρήματος, αρνήθηκε την προσφορά του Αρχιεπισκόπου και προτίμησε την εξορία, που πιθανόν θα σήμαινε και τον θάνατο του ίδιου, παρά να παραδεχτεί τις απόψεις του καινοτόμου Αρχιεπισκόπου, οι οποίες παρέκκλιναν της Ορθοδοξίας.

Έτσι, στις 11 Μαρτίου 1951, με συνοδεία της χωροφυλακής, ο θαρραλέος και υπέργηρος ιεράρχης οδηγήθηκε για τρίτη φορά στην εξορία στην απόκρημνη Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Υψηλού, στη Μυτιλήνη, όπου έζησε για δεκαεπτά μήνες περίπου φρουρούμενος από άνδρες της Χωροφυλακής σε ένα σκοτεινό κελί. Ο Καθηγούμενος της Μονής Πανοσιολογιότατος Αρχιμανδρίτης Σεραφείμ θαυμάζοντας την υπομονή και το σθένος του Χρυσοστόμου, του πρόσφερε τη φιλία και την πολύτιμη συντροφιά του. Όλο αυτό το διάστημα της εξορίας, ο Χρυσόστομος δέχτηκε επισκέψεις από πλήθος ανθρώπων, που έφταναν στο νησί της Λέσβου, κατά ομάδες ή μεμονωμένα, για να δουν και να στηρίξουν τον κρατούμενο ιεράρχη. Επίσης, κατά το ίδιο διάστημα, ο πρώην διάκονός του και Πατριάρχης πλέον Αθηναγόρας πρότεινε δι' επιστολής στον εξόριστο Χρυσόστομο να εγκαταλείψει τον αγώνα των Γ.Ο.Χ. και του πρόσφερε μια μεγάλη Μητρόπολη και ανάπαυση. Ούτε αυτή η πρόταση έκαμψε τα φρονήματα του Χρυσοστόμου, ο οποίος του απάντησε πως η μόνη ανάπαυσή του θα ήταν η ένωση όλων των Ορθοδόξων με την επαναφορά του πατρώου ημερολογίου.

Μερικοί Έλληνες βουλευτές ζήτησαν την ανάκληση της εξορίας του Χρυσοστόμου, η οποία έγινε επί πρωθυπουργίας Νικολάου Πλαστήρα στις 18 Ιουλίου του 1952, όταν ο Χρυσόστομος κατέφθασε αεροπορικώς στην Αθήνα. Στο Αεροδρόμιο του Ελληνικού τον υποδέχτηκαν θερμά πλήθος πιστών και οι βουλευτές που στήριξαν την επιστροφή του.

Τον Μάρτιο του 1952, πέντε μήνες πριν επιστρέψει ο Χρυσόστομος από την εξορία του, πέθανε ο Κυκλάδων Γερμανός, αφήνοντας για μια ακόμη φορά μοναδικό επίσκοπο της παράταξης τον Χρυσόστομο, ο οποίος μετά την εξορία του επέστρεψε στα ποιμαντορικά του καθήκοντα. Λίγες ημέρες αργότερα δέχτηκε τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Σπυρίδωνα, που τον επισκέφθηκε στο σπίτι του. Ο λόγος της επίσκεψής του ήταν να προσπαθήσει για άλλη μια φορά να πείσει τον γηραιό μητροπολίτη, με ευγενικό τρόπο αυτή τη φορά, να επιστρέψει στην κρατούσα Εκκλησία της Ελλάδος, ώστε να μην αμαυρωθεί η ιστορική πορεία του. Εκείνος όμως, του απάντησε πως δεν πρόκειται να αλλάξει γνώμη και του συνέστησε να ενώσει τις διιστάμενες Εκκλησίες, υπό το παλαιό και πατροπαράδοτο Ιουλιανό ημερολόγιο. Την ίδια άποψη υποστήριξε ως το τέλος της ζωής του. Απογοητευμένος από την άτυχη εξέλιξη των επισκοπικών χειροτονιών, που έγιναν κατά το παρελθόν, δεν χειροτόνησε ξανά νέους επισκόπους.


Η διαθήκη και το τέλος του μητροπολίτη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 26 Αυγούστου 1955 (Ιουλιανό ημερολόγιο) ο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος, διαισθανόμενος το τέλος του, το οποίο επήλθε σχεδόν δώδεκα μόλις ημέρες αργότερα, συνέταξε ιδιόχειρη διαθήκη. Εκτός από τις πατρικές ευχές, που άφησε στα πνευματικά τέκνα του, και από τη συγχώρηση που έδωσε και ζήτησε από όσους είχε πικράνει, μερίμνησε να ρυθμίσει τη διανομή των λιγοστών περιουσιακών στοιχείων, που είχε στην κατοχή του.[6] Πιο συγκεκριμένα,

  • Tο οικόπεδο και το σπίτι της οδού Κρίσσης 24, στην Άνω Κυψέλη, το είχε ήδη παραχωρήσει από τις 28 Ιουλίου του 1947 με συμβολαιογραφική πράξη στον Κωνσταντίνο Ιωάννου Ζαχαρία, σύζυγο της ανιψιάς του Μελπομένης, κόρη του αδερφού του Θεόδωρου Καβουρίδη, ως προίκα. Στο ζευγάρι δώρισε μετά θάνατο την επικαρπία και το ποσό της πώλησης όλων των υπαρχόντων επίπλων και του λοιπού οικιακού εξοπλισμού.
  • Έναν επιστήθιο σταυρό, που απέκτησε ως δώρο στην πρώτη του μητρόπολη, στο πίσω μέρος του οποίου έφερε την επιγραφή "Ίμβρος - Χρυσόστομος", τον άφησε ως ευλογία στην ανιψιά του Μελπομένη.
  • Ένα χρυσό ρολόι, το άφησε στο Κωνσταντίνο Ζαχαρία, το σύζυγο της ανιψιάς του, ως ευχαριστία για την ευλάβεια και την αφοσίωσή του.
  • Δύο πλήρεις αρχιερατικές στολές, ένα σταυρό ευλογίας, δύο άλλους επιστήθιους σταυρούς, δύο εγκόλπια, δύο μίτρες και δύο αρχιερατικές πατερίτσες περιήλθαν στο Γενικό Φιλόπτωχο Ταμείο του Συλλόγου των Γ.Ο.Χ. με σκοπό να εκποιηθούν. Επιθυμία του Χρυσοστόμου ήταν τα μισά χρήματα από την εκποίηση να διατεθούν στο Ταμείο του Αγώνος του Αρχιμανδρίτη (και μετέπειτα Επισκόπου Κνωσού) Μερκουρίου Καλοσκάμη και τα άλλα μισά να διανεμηθούν σε πτωχούς Παλαιοημερολογίτες, με την πρόνοια του εκτελεστή της διαθήκης Αριστείδη Ζαχαρίου, ο οποίος ήταν και Νομικός Σύμβουλος του Συλλόγου των Γ.Ο.Χ.
  • Τα εσωτερικά και εξωτερικά ρούχα του, ήθελε να δοθούν στους πτωχούς συγγενείς του και σε άλλους πτωχούς Παλαιοημερολογίτες.
  • Τα λίγα βιβλία και τα φυλλάδια, που είχε εκδώσει ο ίδιος, παραχωρήθηκαν στη Βιβλιοθήκη του Γενικού Φιλόπτωχου Ταμείου των Γ.Ο.Χ.
  • Η χρηματική του περιουσία ανερχόταν σε χίλιες δραχμές μόνο, οι οποίες θα διανέμονταν εξίσου στους νόμιμους κληρονόμους του από τον εκτελεστή της διαθήκης Αριστείδη Ζαχαρίου.
  • Τέλος, προέβλεψε την περίπτωση της αναγνώρισης της άδικης περικοπής των αρχιερατικών του απολαβών όλα αυτά τα έτη, που αποχώρησε από την κρατούσα Εκκλησία της Ελλάδος. Αν και όποτε συνέβαινε αυτό, το ποσό, το οποίο θα ανερχόταν σε αρκετές χιλιάδες δραχμές, θα διατίθετο αποκλειστικά για την αγορά μιας κλίνης του Νοσοκομείου Ευαγγελισμός, στην οποία θα εισάγονταν άποροι ασθενείς για νοσηλεία και θεραπεία.[6]

Στις 6 προς 7 Σεπτεμβρίου του 1955, ο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος άφησε την τελευταία του πνοή. Η κηδεία του ιεράρχη έγινε την Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 1955, στον Ιερό Ναό Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Κυψέλης. Η σωρός του ενταφιάστηκε στον περίβολο της γυναικείας Ιεράς Μονής Κοιμήσεως της Θεοτόκου Πάρνηθας, στους Θρακομακεδόνες. Πληροφορίες αναφέρουν ότι ο κόσμος, που συνόδεψε τον ιεράρχη στην τελευταία του κατοικία, μεταφέρφηκε υπό μορφή πομπής που την αποτελούσαν περισσότερα από 300 ταξί. Τα λείψανα, διάφορα προσωπικά αντικείμενα και ο αρχιερατικός μανδύας του Χρυσοστόμου φυλάσσονται ως κειμήλια στην προαναφερθείσα Μονή, μέχρι σήμερα.


Η παράταξη του πρώην Φλωρίνης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για τα πέντε επόμενα χρόνια (1955-1960) η παράταξη έμεινε χωρίς επισκόπους. Την διοίκησή της ανέλαβε εκκλησιαστική επιτροπή, με πρόεδρο τον τότε αρχιμανδρίτη Ακάκιο Παππά. Το 1960 ο Ακάκιος Παππάς, μετέβη στην Αμερική, όπου δύο επίσκοποι της Ρωσικής Διασποράς, ο Σικάγου Σεραφείμ και ο Ρουμάνος Θεόφιλος Ιονέσκου, τον χειροτόνησαν επίσκοπο Ταλαντίου για τους Γ.Ο.Χ. Ελλάδος.

Το 1962 και κατόπιν πρόσκλησης του Ακακίου προς τη Ρωσική Διασπορά, ήρθε μυστικά στην Ελλάδα ως εκπρόσωπος ο Αρχιεπίσκοπος Χιλής Λεόντιος, ο οποίος φιλοξενήθηκε κρυμμένος μέσα στην αποθήκη της Ιεράς Μονής Αγίου Νικολάου Παιανίας (κτήτορας της οποίας ήταν ο Ακάκιος Παππάς), για να μη συλληφθεί, σε περίπτωση έρευνας από την αστυνομία. Την επομένη, οι δύο επίσκοποι Λεόντιος και Ακάκιος χειροτόνησαν μέσα στη Μονή τρεις νέους επισκόπους: τον Κυκλάδων Παρθένιο Σκουρλή, τον Γαρδικίου Αυξέντιο Πάστρα και τον Μαγνησίας Χρυσόστομο Νασλίμη. Αργότερα, οι τρεις νεοχειροτονηθέντες επίσκοποι, χειροτόνησαν δύο άλλους επισκόπους, τον ανιψιό του Αρχιεπισκόπου Ακακίου, Ακάκιο Παππά τον νεότερο, και τον Πειραιώς και Σαλαμίνος Γερόντιο Μαργιόλη.

Το 1963 πέθαναν ο Κυκλάδων Παρθένιος και ο Αρχιεπίσκοπος Ακάκιος. Στις 7 Δεκεμβρίου 1963 εξελέγη Αρχιεπίσκοπος της Εκκλησίας ΓΟΧ ο Γαρδικίου Αυξέντιος. Επί Αυξεντίου η παράταξη γνώρισε πολλές διασπάσεις, μέχρι το 1986 όταν ο Αυξέντιος καθαιρέθηκε (σήμερα έχει αποκατασταθεί) και δημιούργησε νέα σύνοδο. Σήμερα υπάρχουν αρκετοί επίσκοποι διαφόρων παρατάξεων, που έλκουν τις χειροτονίες τους από τον Αυξέντιο Πάστρα.

Μετά από δεκάδες διχοστασίες και κατατμήσεις της παλιάς παράταξης του Χρυσοστόμου Καβουρίδη, το 2014 επετεύχθη συνεννόηση και ένωση της φλωρινικής παράταξης με την παράταξη των Ενισταμένων, η οποία είχε δημιουργηθεί 30 χρόνια νωρίτερα, από τα σπλάχνα της πρώτης. Με αυτά τα δεδομένα, η σημερινή παράταξη περιλαμβάνει την συντριπτική πλειοψηφία των Γ.Ο.Χ. τόσο στην Ελλάδα, όσο και σε κοινότητες της Ιταλίας, των Βαλκανίων, της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης, της Αμερικής, της Αυστραλίας ακόμη και της Αφρικής. Βρίσκεται επίσης σε κοινωνία με ορθόδοξες εκκλησίες σε Ρουμανία, Βουλγαρία και Ρωσία.

Οι παρεμβάσεις του μητροπολίτη στα εθνικά ζητήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια της ποιμαντορίας του στην Μητρόπολη Πελαγονίας, ο Χρυσόστομος έζησε από κοντά τις θηριωδίες και τις οδύνες των Βαλκανικών πολέμων. Λόγω της στρατηγικής θέσης της πόλης του Μοναστηριού (η οποία αποτελούσε έδρα της Μητρόπολης), οι Άγγλοι και οι Γάλλοι μετέφεραν σε αυτή βαρύ οπλισμό και πολεμικό υλικό, με αποτέλεσμα η πόλη να γίνει στόχος των εχθρικών στρατευμάτων. Όταν ο Χρυσόστομος ρωτήθηκε από Γάλλους στρατιωτικούς, τι γνώμη είχε για τους βομβαρδιστές της πόλης, εκείνος τους απάντησε ευθαρσώς πως οι πραγματικοί υπεύθυνοι του ολέθρου ήταν οι ίδιοι (οι Άγγλοι και οι Γάλλοι), που μετέτρεψαν την πόλη σε ισχυρό οπλοστάσιο.[3]

Το 1921, κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής εκστρατείας, ο Χρυσόστομος βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη, η οποία βρισκόταν τότε προσωρινά σε ελληνική κατοχή. Γι' αυτό τον λόγο οι Έλληνες κάτοικοι της Πόλης είχαν ενθουσιαστεί σε μεγάλο βαθμό, διοργανώνοντας πανηγυρικές εκδηλώσεις. Ο ιεράρχης Χρυσόστομος, διαισθανόμενος ότι αυτή η κατάσταση δεν θα κρατούσε για πολύ, λόγω των πολύ δυσμενών (για την Ελλάδα) διπλωματικών σχέσεων της Δύσης, συμβούλευε τους Έλληνες να είναι πιο μετριοπαθείς και πιο συγκρατημένοι στις αντιδράσεις τους.

Το 1923, η νήσος Κέρκυρα καταλήφθηκε από τον ιταλικό στρατό. Αφορμή για την στρατιωτική επέμβαση στάθηκε η δολοφονία του Ιταλού στρατηγού Ενρίκο Τελλίνι στα ελληνοαλβανικά σύνορα στην Κακαβιά. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, ο κερκυραϊκός λαός υπέφερε κάτω από τον ζυγό των Ιταλών. Εκείνη την περίοδο, μητροπολίτης Κερκύρας ήταν ο παλαιός διάκονος του Χρυσοστόμου, Αθηναγόρας, ο οποίος φιλοξένησε τον γέροντά του για λίγο καιρό. Τότε, ο Χρυσόστομος, ανεβαίνοντας στο μπαλκόνι του Δημαρχείου και αγνοώντας τα ιταλικά στρατεύματα κατοχής, εμψύχωσε τους δοκιμαζόμενους Κερκυραίους, οι οποίοι συνέρρεαν να τον ακούσουν και να παρηγορηθούν.

Ακόμη, στα δύσκολα και φρικτά χρόνια της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα (1941-1944), ο Χρυσόστομος Καβουρίδης, ως Αρχιεπίσκοπος των Γ.Ο.Χ., προσπαθούσε να ανακουφίσει και να παρηγορήσει κάθε ταλαίπωρο Χριστιανό, που συναντούσε. Καθημερινά μετέβαινε από το σπίτι του στην Κυψέλη στα Γραφεία του Συλλόγου των Γ.Ο.Χ., στην Οδό Κάνιγγος, χωρίς μέσο μεταφοράς (ένεκα της γερμανικής κατοχής), πεζοπορώντας για τουλάχιστον μιάμιση ώρα, ενώ διένυε ήδη την όγδοη δεκαετία της ζωής του, για να ενημερωθεί και να οργανώσει τον ποιμαντορικό του αγώνα. Συχνά μάλιστα κατερχόταν στα γραφεία δύο φορές την ημέρα, πάντα αγόγγυστα.


Συγγραφικό έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ιεράρχης Χρυσόστομος συνέγραψε μεγάλο πλήθος βιβλίων.

Ανακήρυξη της αγιότητάς του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξήντα ένα περίπου χρόνια μετά την οσιακή κοίμησή του, και κατόπιν συνοδικής απόφασης της Συνόδου των Γ.Ο.Χ. υπό τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Καλλίνικο Σαραντόπουλο, που ελήφθη στις 8/1/2016 (με το ιουλιανό ημερολόγιο), ο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος ανακηρύχθηκε Άγιος των παλαιοημερολογιτών, υπό τον τίτλο "Άγιος Χρυσόστομος, ο νέος Ομολογητής Ιεράρχης". Η επίσημη τελετή της αγιοκατάταξης του έλαβε χώρα το Σάββατο 15 Μαΐου 2016 (με το ιουλιανό ημερολόγιο) στη γυναικεία Ιερά Μονή (Γ.Ο.Χ.) Κοιμήσεως της Θεοτόκου Πάρνηθας Αττικής, στους Θρακομακεδόνες, όπου ετάφη.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 http://ekklisiastikiparadosi.gr/%CF%87%CF%81%CF%85%CF%83%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%83-%CE%BA%CE%B1%CE%B2%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B4%CE%B7%CF%83-%E1%BC%95%CE%BD%CE%B1%CF%82-%CF%83%CF%85%CE%B3%CF%87%CF%81%E1%BD%B9/[νεκρός σύνδεσμος]
  2. 2,0 2,1 2,2 http://www.ecclesiagoc.gr/index.php/istorika/250-o-makaristos-prwthierarhes-tes-ecclesias-goc-ellados-kyros-chrysostomos
  3. 3,0 3,1 3,2 http://www.ec-goc.gr/arthra-dimosieiseis/arthra-dimosieiseis/agios-proin-florinis-xrisostomos
  4. «Αρχειοθετημένο αντίγραφο». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 5 Μαρτίου 2016. Ανακτήθηκε στις 2 Ιουλίου 2014. 
  5. http://www.symbole.gr/chrtoms/chpb/liosis
  6. 6,0 6,1 Η Διαθήκη του αειμνήστου Ηγέτου των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών πρ. Φλωρίνης Κυρού Χρυσοστόμου, Ημερολόγιον κατά το Ορθόδοξον και το Παπικόν του έτους 1983, Εκκλησία Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών της Ελλάδος
τίτλοι της Ορθόδοξης Εκκλησίας
Προκάτοχος
Άγνωστο
Μητροπολίτης Ίμβρου και Τενέδου
1908-1912
Διάδοχος
Άγνωστο
Προκάτοχος
Άγνωστο
Μητροπολίτης Πελαγονίας
1912-1818
Διάδοχος
Άγνωστο
Προκάτοχος
Άγνωστο
Μητροπολίτης Φιλιατών και Γηρομερίου (ως τοποτηρητής)
1926
Διάδοχος
Άγνωστο
Προκάτοχος
Πολύκαρπος
Μητροπολίτης Φλωρίνης
1926-1932
Διάδοχος
Βασίλειος Παπαδόπουλος
Προκάτοχος
Δημητριάδος Γερμανός Μαυρομμάτης
Αρχιεπίσκοπος των Γ.Ο.Χ.
1941-1955
Διάδοχος
Ταλαντίου Ακάκιος Παππάς