Μετάβαση στο περιεχόμενο

Μητροπολίτης Φλωρίνης Χρυσόστομος Καβουρίδης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μητροπολίτης Χρυσόστομος
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση13ιουλ. / 25  Νοεμβρίου 1870γρηγ.
Μάδυτος, Τουρκία
Θάνατος20 Σεπτεμβρίου 1955 (84 ετών)
Αθήνα, Ελλάδα
Αιτία θανάτουΚαρδιακή ανακοπή
ΚατοικίαΚυψέλη, Αθήνα
ΕθνικότηταΕλληνική
Χώρα πολιτογράφησηςΕλλάδα
ΘρησκείαΧριστιανός Ορθόδοξος (1870-1932)
Παλαιοημερολογίτης (1932-1955)
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςνέα ελληνική γλώσσα
ΣπουδέςΙερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης
Πληροφορίες ασχολίας
ΙδιότηταΙερέας
Θεολόγος
Αξιώματα και βραβεύσεις
Αξίωμαμητροπολίτης
Εν ενεργεία1908-1932 (Ορθόδοξη Εκκλησία)
1941-1955 (Παλαιοημερολογίτες)

Ο Χρυσόστομος Καβουρίδης (Μάδυτος, 13 Νοεμβρίου 1869[1] ή 1870[2] - Αθήνα, 20 Σεπτεμβρίου[2][3] 1955) ήταν Έλληνας ιεράρχης του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Ελλάδος και μετέπειτα ηγέτης[4] των Παλαιοημερολογιτών.

Απόφοιτος της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης και αξιόλογη προσωπικότητα[5], διετέλεσε κατά σειρά μητροπολίτης Ίμβρου και Τενέδου (1908-1912), Πελαγονίας (1912-1918), Φιλιατών και Γηρομερίου (1925-1926) και Φλωρίνης (1926-1932), προτού παραιτηθεί για λόγους υγείας. Το 1935 ανέλαβε την διαποίμανση των Παλαιοημερολογιτών της Ελλάδας και μετά τη διάσπασή τους, διετέλεσε αρχιεπίσκοπος της παράταξης των Γ.Ο.Χ. που αργότερα ονομάστηκαν «Φλωρινικοί».

Θεωρείται μία από τις μεγαλύτερες μορφές των Παλαιοημερολογιτών στην Ελλάδα και τιμάται από τους «Φλωρινικούς» ως ομολογητής της Ορθοδοξίας και Άγιος. Ωστόσο αυτές οι ιδιότητες δεν αναγνωρίζονται από καμία κανονική αυτοκέφαλη ορθόδοξη εκκλησία και Πατριαρχείο, καθώς οι Παλαιοημερολογίτες θεωρούνται σχισματικοί.

Γεννήθηκε στη Μάδυτο της Ανατολικής Θράκης (τότε κωμόπολη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και νυν της Τουρκίας) στις 13 Νοεμβρίου του 1869 ή 1870 και ήταν το τρίτο παιδί της οικογένειας του Γεωργίου και της Μελπομένης Καβουρίδη[1].

Όντας από μικρή ηλικία κοντά στην Εκκλησία, αποφάσισε μετά την ολοκλήρωση των γυμνασιακών του σπουδών στη Μάδυτο να εγγραφεί στην Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης ώστε να γίνει κληρικός. Αν και αρχικά συνάντησε τις αντιδράσεις της οικογένειάς του, εν τέλει εισήλθε στη σχολή χάρη στη συνδρομή συγγενών του, συγκεκριμένα του εμπόρου Χαράλαμπου Στεφανίδη και του διευθυντή της σχολής Κωνσταντίνου Παρίτση, ο οποίος επιπλέον τον προσέλαβε ως υπηρέτη στην οικία του[6].

Ο Χρυσόστομος αποφοίτησε από τη Σχολή της Χάλκης τον Ιούλιο του 1901[7], υποβάλλοντας με επιτυχία τη διατριβή του υπό τον τίτλο: «Ἡ Ὀρθοδοξία Κυρίλλου τοῦ Λουκάρεως»[2]. Τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους χειροτονήθηκε διάκονος από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄ και κατόπιν διορίστηκε ιεροκήρυκας στην Πάνορμο[2][8]. Πολλές από τις ομιλίες του δημοσιεύθηκαν σε εκκλησιαστικά φυλλάδια του Πατριαρχείου. Τον Οκτώβριο του 1906 ορίστηκε τριτεύων (δηλαδή τρίτος στη σειρά) διάκονος του Οικουμενικού Πατριαρχείου[2].

Η άνοδός του στο επισκοπικό αξίωμα

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 31 Ιουλίου 1908, η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως εκλέγει τον διάκονο Χρυσόστομο Μητροπολίτη Ίμβρου και Τενέδου. Έτσι, στις 5 Αυγούστου του ίδιου έτους, ο συνοδικός Μητροπολίτης Σερβίων και Κοζάνης Κωνσταντίνος χειροτονεί πρεσβύτερο τον Χρυσόστομο. Την επόμενη ημέρα, Κυριακή 6 Αυγούστου, ανήμερα της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, σε ηλικία 38 ετών λαμβάνει τον τρίτο βαθμό της ιεροσύνης και τον τίτλο του Μητροπολίτη Ίμβρου και Τενέδου από τους Μητροπολίτες Λέρου, Σερβίων και Κοζάνης, Κυζίκου και Νικοπόλεως.[9] Σε αυτή τη θέση παρέμεινε για τέσσερα χρόνια περίπου.

Στις 28 Ιουλίου 1912 τοποθετήθηκε στη Μητρόπολη Πελαγονίας, με έδρα το Μοναστήρι. Εκείνη την περίοδο, έλαβαν χώρα οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και το Μοναστήρι υπέστη τότε μεγάλους βομβαρδισμούς που έκαμψαν το ηθικό των ιερέων της Μητρόπολης και από τον φόβο τους δεν τολμούσαν να κηδέψουν τους νεκρούς των επιδρομών. Ο ιεράρχης Χρυσόστομος με τον χαρισματικό του λόγο αλλά και με το λαμπρό του παράδειγμα, ενθάρρυνε τους ιερείς του τις δύσκολες εκείνες ώρες, όταν, ενώ άλλοι έσπευδαν να κρυφτούν στα καταφύγια της πόλης, εκείνος αψηφούσε τους βομβαρδισμούς, μένοντας μαζί με τους νεκρούς.[10] Παρέμεινε στο Μοναστήρι μέχρι τα τέλη του 1918, όταν η τοπική μητρόπολη υπήχθη στη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία[11][12].

Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και του Εθνικού Διχασμού ο Χρυσόστομος κράτησε φιλοβασιλική στάση, προκαλώντας τη δυσαρέσκεια των δυνάμεων της Αντάντ και της βενιζελικής παράταξης. Μάλιστα, ερχόμενος στη Θεσσαλονίκη μετά την αποχώρησή του από το Μοναστήρι, συνελήφθη μαζί με τον αρχιδιάκονό του (και μετέπειτα πατριάρχη) Αθηναγόρα Σπύρου από τις γαλλικές δυνάμεις με την κατηγορία της κατασκοπείας. Οι δύο ιερείς απελευθερώθηκαν μέσω παρέμβασης του Θεσσαλονίκης Γενναδίου, ωστόσο υποχρεώθηκαν σε εκτοπισμό στο Άγιο Όρος, όπου εγκαταστάθηκαν στη Σκήτη του Μυλοποτάμου της Μονής Μεγίστης Λαύρας[13]. Οι διώξεις που αντιμετώπισε, έστρεψαν τον Χρυσόστομο ολοκληρωτικά προς την αντιβενιζελική παράταξη[5].

Η φυγή του στην Αλεξάνδρεια

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1921, μετά την απομάκρυνση και τον θάνατο του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανού του Ε΄, εγέρθη το ζήτημα της αναπλήρωσης του Πατριαρχικού Θρόνου. Ένας από τους επικρατέστερους υποψηφίους ήταν ο βενιζελικός Μελέτιος Μεταξάκης, με τον Χρυσόστομο να τίθεται δυναμικά κατά της συγκεκριμένης υποψηφιότητας[5][14].

Η επακόλουθη ανάρρηση του Μελετίου στον πατριαρχικό θρόνο είχε αρνητικές συνέπειες για τον Χρυσόστομο, ο οποίος το 1922, μετά την άρνησή του να αποδεχθεί την τοποθέτησή του στην μητρόπολη Μελένικου (Σιδηροκάστρου), έπεσε σε δυσμένεια. Ακολούθως μετέβη στην Αλεξάνδρεια, όπου έζησε μέχρι το 1925 υπό την προστασία του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Φώτιου[2][5].

Η εκλογή του στη Μητρόπολη Φλωρίνης

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Αίγυπτο, ο Χρυσόστομος ορίστηκε το 1924 από την Εκκλησία της Ελλάδος μητροπολίτης Νέας Πελαγωνείας με έδρα την Πτολεμαΐδα. Τον Σεπτέμβριο του 1925 ανέλαβε τη νεοσύστατη Μητρόπολη Φιλιατών και Γηρομερίου[2], η οποία λίγα χρόνια αργότερα καταργήθηκε, με αποτέλεσμα ο ίδιος να αποτελεί τον μοναδικό ιεράρχη της[15] και τον Μάρτιο του 1926 εξελέγη μητροπολίτης Φλωρίνης, αποδεχόμενος αυτή τη φορά την εκλογή του[2]. Το έτος 1928 εξελέγη μέλος της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος και γι' αυτό κλήθηκε να μεταβεί στην Αθήνα. Εκεί αρρώστησε σοβαρά και χρειάστηκε να νοσηλευθεί στο Νοσοκομείο Ευαγγελισμός.

Το 1932 παραιτήθηκε για λόγους υγείας[2] και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα, αγοράζοντας ένα σπίτι στην Κυψέλη με δάνειο, που του χορήγησαν ο Αρχιμανδρίτης Χριστόφορος Χατζής και ο Μητροπολίτης Αθηναγόρας, ο παλαιός διάκονός του Χρυσοστόμου, ο οποίος είχε ήδη χειροτονηθεί επίσκοπος από το 1922 (ενώ ήταν ακόμη διάκονος, όταν εξελέγη Μητροπολίτης Κερκύρας). Μέσα σε δύο χρόνια κατάφερε να αποπληρώσει το δάνειο, που πήρε, από την αρχιερατική του σύνταξη. Ως πρώην Φλωρίνης, αφοσιώθηκε στη συγγραφή βιβλίων, το κήρυγμα και την φιλανθρωπία.

Προσχώρηση στους Παλαιοημερολογίτες

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως ιεράρχης της Εκκλησίας της Ελλάδος, ο Χρυσόστομος ακολουθούσε το Αναθεωρημένο Ιουλιανό ημερολόγιο, το οποίο καθιερώθηκε το 1924[5]. Επιπλέον, συμμετείχε σε εκκλησιαστικά δικαστήρια που εξέταζαν υποθέσεις παλαιοημερολογιτών ιερέων, οι οποίοι κατηγορούνταν για φατρία, μη αποδοχή του νέου ημερολογίου και άλλες παρόμοιες κατηγορίες. Ο ίδιος, απέδωσε τη δράση του σε συμμόρφωση με την απόφαση της πλειοψηφίας και σε άσκηση εκκλησιαστικής οικονομίας[16].

Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Αθήνα, ήρθε σε επαφή με κύκλους Παλαιοημερολογιτών ή (όπως οι ίδιοι αυτοπροσδιορίζονται) «Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών»[17].

Εκείνη την περίοδο, οι Γ.Ο.Χ. προσπαθούσαν να επιτύχουν τη χειροτονία επισκόπων για το ποίμνιό τους. Για αυτόν τον σκοπό, απεύθυναν στα τέλη του 1934 σχετικό αίτημα στον Κιέβου Αντώνιο, επικεφαλής της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας της Διασποράς με έδρα το Κάρλοβιτς της Γιουγκοσλαβίας, χωρίς όμως αποτέλεσμα[18].

Στις 26 ή 27 Μαΐου του 1935, ο Χρυσόστομος και δύο εν ενεργεία μητροπολίτες, οι Δημητριάδος Γερμανός και Ζακύνθου Χρυσόστομος, τέλεσαν παρουσία πλήθους κόσμου, πανηγυρική λειτουργία στον παλαιοημερολογίτικο ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στον Κολωνό, αναλαμβάνοντας επίσημα τη διαποίμανσή των Γ.Ο.Χ. Παράλληλα, δημοσίευσαν τους λόγους της απόφασής τους, κήρυξαν τη διακοπή των σχέσεών τους με την Ιερά Σύνοδο και τον - κατ' αυτούς «σχισματικό» - Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο και έκαναν κάλεσμα για επαναφορά του παλαιού ημερολογίου από την Εκκλησία της Ελλάδος[3][19].

Τις επόμενες μέρες, οι τρεις μητροπολίτες χειροτόνησαν τέσσερις αρχιμανδρίτες των Γ.Ο.Χ. και έτσι δημιουργήθηκε η πρώτη Σύνοδος του «Πατρίου ημερολογίου». Αυτοί ήταν κατά σειρά οι: Κυκλάδων Γερμανός Βαρυκόπουλος (5-6-1935), Μεγαρίδος Χριστόφορος Χατζής (6-6-1935), Βρεσθένης Ματθαίος Καρπαθάκης (7-6-1935) και Δαυλείας Πολύκαρπος Λιώσης (7-6-1935). Πρώτος πρόεδρος της Συνόδου των Γ.Ο.Χ. ανακηρύχθηκε ο Δημητριάδος Γερμανός.

Η Εκκλησία της Ελλάδος, εξοργισμένη με την κίνηση των τριών ιεραρχών της, προχώρησε στη σύσταση συνοδικού δικαστηρίου, το οποίο όχι μόνο δεν αναγνώρισε τις παραπάνω χειροτονίες, αλλά με απόφαση της 1ης Ιουνίου του ίδιου έτους καθαίρεσε και τους τρεις μητροπολίτες κατατάσσοντας τους στην τάξη των απλών μοναχών και επιπλέον τους επέβαλαν πενταετή περιορισμό σε έρημα και απομακρυσμένα μοναστήρια. Πιο συγκεκριμένα, ο Δημητριάδος Γερμανός εξορίστηκε στην Αμοργό, ο Ζακύνθου Χρυσόστομος εξορίστηκε στην Ιερά Μονή Ρόμβης, στην Ακαρνανία, ενώ ο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος Καβουρίδης εξορίστηκε στην Ιερά Μονή Αγίου Διονυσίου Ολύμπου. Εκεί παρέμεινε μέχρι τον Οκτώβριο του 1935, όταν ανακλήθηκε η εξορία του χάρη στην παρέμβαση του πρωθυπουργού Γεωργίου Κονδύλη, ο οποίος τον συμπαθούσε.

Από τότε έκανε σκοπό της ζωής του να υπερασπίσει τις πεποιθήσεις του όσον αφορά το ημερολογιακό ζήτημα και να επαναφέρει τη γαλήνη και την ενότητα σε όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες. Ξεκίνησε μεγάλο αγώνα με πολλή προσευχή γράφοντας κείμενα και κάνοντας περιοδείες με κηρύγματα και ομιλίες. Γι' αυτό τον λόγο, προετοίμασε μεγάλο ταξίδι στα Ιεροσόλυμα και μετέπειτα στη Δαμασκό, με σκοπό να συναντήσει τους Πατριάρχες της Ανατολής, οι οποίοι ως τότε δεν είχαν μεταρρυθμίσει το ημερολόγιό τους. Έτσι, αρχές Δεκεμβρίου αναχώρησε από την Αθήνα για να φτάσει καταμεσής του χειμώνα στα Ιεροσόλυμα.

Η αιχμαλωσία του στα Ιεροσόλυμα

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Πατριάρχες τού επεφύλαξαν μεγάλη υποδοχή και του δήλωσαν πρόθυμοι να τον υποστηρίξουν σε μια προγραμματιζόμενη Ορθόδοξη Σύνοδο. Επίσης, συνομίλησαν περί διαφόρων εκκλησιαστικών θεμάτων και υποθέσεων που εκκρεμούσαν. Όμως, με εντολή των Ελληνικών Αρχών, ο πρόξενος της Ελλάδας στην Ιερουσαλήμ αρνήθηκε να επικυρώσει τα ταξιδιωτικά έγγραφα του ιεράρχη απαγορεύοντας με αυτό τον τρόπο την επιστροφή του στην Ελλάδα. Εκεί έμεινε αποκλεισμένος για πέντε μήνες περίπου χωρίς να μπορεί να επιστρέψει πίσω στην πατρίδα.

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, ο μητροπολίτης πρώην Φλωρίνης μαζί με τους λοιπούς αρχιερείς της Συνόδου των Γ.Ο.Χ. συνέχισε ακούραστα το ποιμαντορικό του έργο, παρότι βρέθηκε πολλές φορές κατηγορούμενος σε πολιτικά δικαστήρια των Αθηνών, ύστερα από μηνύσεις εκ μέρους της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Τα προβλήματα της Συνόδου των Γ.Ο.Χ. και η ρήξη με τον Ματθαίο Καρπαθάκη

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1937 ο Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομος επανήλθε μετά από αίτημά του στην Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος. Το ίδιο έπραξαν ο Μεγαρίδος Χριστόφορος και Διαυλείας Πολύκαρπος, οι οποίοι το 1944 επανήλθαν στη Σύνοδο των Γ.Ο.Χ. τελικά το 1953 επέστρεψαν οριστικά στην Εκκλησία της Ελλάδος η οποία τους έκανε αμφότερους δεκτούς ως Αρχιερείς χωρίς όμως να τους αναγνωρισθεί ο επισκοπικός τίτλος της χειροτονίας τους. Συγκεκριμένα, ο Χριστόφορος Χατζής ονομάστηκε αρχικά Βοηθός Επίσκοπος Καρυουπόλεως της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών ενώ, στις 18 Απριλίου 1956, εξελέγη Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης.[20] Όμοια, ο Πολύκαρπος Λιώσης, ονομάστηκε αρχικά Τιτουλάριος Επίσκοπος Σταυρουπόλεως ενώ, στις 22 Σεπτεμβρίου 1958, εξελέγη Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης.[21]

Τον Σεπτέμβριο του 1937, έχοντας απομείνει μόνο τέσσερεις ιεράρχες στη Σύνοδο των Γ.Ο.Χ, εκδηλώνεται η πρώτη ρήξη μεταξύ των Γ.Ο.Χ. με εκφραστή τον επίσκοπο Βρεσθένης Ματθαίο Καρπαθάκη, ο οποίος αποκήρυξε τον μετριοπαθή πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομο και σχημάτισε δική του ομάδα μαζί με τον Κυκλάδων Γερμανό, επειδή ο Χρυσόστομος δεν δεχόταν ότι η Εκκλησία της Ελλάδος μετά την αποδοχή του νέου ημερολογίου ήταν σχισματική, αλλά απλά «υπόδικη» και έπρεπε να κριθεί το ζήτημα από πανορθόδοξη οικουμενική σύνοδο. Σημείο τριβής ήταν η αναγνώριση των μυστηρίων που τελούσε η κάθε Εκκλησία από την άλλη. Έτσι οι Παλαιοημερολογίτες διασπάστηκαν σε «Ματθαιικούς» και «Φλωρινικούς».

Το 1941, Αρχιεπίσκοπος των Γ.Ο.Χ. (όχι Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος) ανέλαβε ο μόνος εναπομείνας επίσκοπος, ο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος Καβουρίδης. Το 1948 επανήλθε στην παράταξη του Χρυσοστόμου ο Κυκλάδων Γερμανός, ο οποίος διαφώνησε με τον Ματθαίο Βρεσθένης. Ο τελευταίος, μην έχοντας άλλον επίσκοπο στο πλευρό του, αποφάσισε να χειροτονήσει μόνος του και χωρίς τη σύμπραξη άλλων αρχιερέων (κατά παράβαση των Ιερών Κανόνων) τον ιερομόναχο Σπυρίδωνα σε επίσκοπο Τριμυθούντος. Οι δύο αυτοί άνδρες χειροτόνησαν αργότερα άλλους τρείς επισκόπους: τον Θεσσαλονίκης Δημήτριο, τον Πατρών Ανδρέα και τον Κορινθίας Κάλλιστο. Έτσι, το 1949 οι «Ματθαιικοί» ήρθαν σε πλήρη ρήξη με την παράταξη του πρώην Φλωρίνης συγκροτώντας τη δική τους Ιερά Σύνοδο, με πρόεδρο τον Ματθαίο ως Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος, ο οποίος έγινε ο πρώτος παλαιοημερολογίτης επίσκοπος, που έκανε χρήση τίτλου από κοινού με την Εκκλησία της Ελλάδος, ενώ μέχρι τότε δίνονταν τίτλοι παλαιών (διαλαμψάντων) επισκοπών, που δεν ήταν πλέον ενεργές.

Το γεγονός αυτό λύπησε ιδιαίτερα τον Χρυσόστομο, ο οποίος επιχείρησε επανειλημμένα αλλά μάταια να δει και να συνομιλήσει με τον Ματθαίο Καρπαθάκη, ο οποίος εγκαταβιούσε στη γυναικεία Μονή της Παναγίας της Πευκοβουνογιάτρισσας, που είχε ιδρύσει ο ίδιος στην Κερατέα Αττικής. Και αυτό διότι, αφ' ενός η καθηγουμένη της Μονής, Μαριάμ Σουλακιώτου, εμπόδιζε τον Χρυσόστομο να δει τον Ματθαίο στο μοναστήρι, αφ' ετέρου το δεξί χέρι του Ματθαίου, ο ιερέας Ευγένιος Τόμπρας, φανάτιζε τον Ματθαίο με τις ακραίες θέσεις του κάνοντάς τον ανένδοτο σε ότι είχε να κάνει με την επανένωση, η οποία δεν επήλθε ποτέ ακόμη και μέχρι το τέλος της ζωής του άρρωστου Ματθαίου, το 1950, όταν συναντήθηκαν επιτέλους για λίγη ώρα οι δύο άντρες.

Το 1949, Αρχιεπίσκοπος της Εκκλησίας της Ελλάδος ανέλαβε ο Σπυρίδων, ο οποίος άσκησε σκληρό διωγμό εναντίον των παλαιοημερολογιτών. Με την υπ. αριθμ. 45/51 Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου της Κυβέρνησης Βενιζέλου - Παπανδρέου, οι αστυνομικές δυνάμεις είχαν την εντολή να σφραγίζουν τους ναούς των Γ.Ο.Χ., όπως επίσης να συλλαμβάνουν και να ξυρίζουν τους ιερείς τους. Μάλιστα τον Μάρτιο του 1951, σε ηλικία 81 ετών ο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος συνελήφθη και απομονώθηκε φρουρούμενος στο Ορφανοτροφείο Βουλιαγμένης. Ο Αρχιεπίσκοπος Σπυρίδων ζήτησε επίμονα από τον φυλακισμένο ιεράρχη να απαρνηθεί τις ιδέες του και να μνημονεύσει το όνομα του Σπυρίδωνα. Βλέποντας την ισχυρή αντίσταση του κρατουμένου μητροπολίτη, ο Αρχιεπίσκοπος Σπυρίδων έταξε στον Χρυσόστομο τις καθυστερούμενες αρχιερατικές αμοιβές δεκαέξι ετών (από το 1935 μέχρι το 1951) μαζί με τους τόκους, που του αναλογούσαν, για να τον δελεάσει. Επιπλέον, τον άφησε προσωρινά ελεύθερο για να συνεννοηθεί με τους δικούς του. Ο Χρυσόστομος αρνήθηκε την προσφορά του Αρχιεπισκόπου και προτίμησε την εξορία, που πιθανόν θα σήμαινε και τον θάνατο του ίδιου, παρά να παραδεχτεί τις απόψεις του Αρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος.

Έτσι, στις 11 Μαρτίου 1951, με συνοδεία της χωροφυλακής, ο υπέργηρος ιεράρχης οδηγήθηκε για τρίτη φορά στην εξορία στην απόκρημνη Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Υψηλού, στη Μυτιλήνη, όπου έζησε για δεκαεπτά μήνες περίπου φρουρούμενος από άνδρες της Χωροφυλακής σε ένα σκοτεινό κελί. Ο Καθηγούμενος της Μονής Πανοσιολογιότατος Αρχιμανδρίτης Σεραφείμ θαυμάζοντας την υπομονή και το σθένος του Χρυσοστόμου, του πρόσφερε τη φιλία και την πολύτιμη συντροφιά του. Όλο αυτό το διάστημα της εξορίας, ο Χρυσόστομος δέχτηκε επισκέψεις από πλήθος ανθρώπων, που έφταναν στο νησί της Λέσβου, κατά ομάδες ή μεμονωμένα, για να δουν και να στηρίξουν τον κρατούμενο ιεράρχη. Επίσης, κατά το ίδιο διάστημα, ο πρώην διάκονός του και Πατριάρχης πλέον Αθηναγόρας πρότεινε δι' επιστολής στον εξόριστο Χρυσόστομο να εγκαταλείψει τον αγώνα των Γ.Ο.Χ. και του πρόσφερε μια μεγάλη Μητρόπολη και ανάπαυση. Ούτε αυτή η πρόταση έκαμψε τα φρονήματα του Χρυσοστόμου, ο οποίος του απάντησε πως η μόνη ανάπαυσή του θα ήταν η ένωση όλων των Ορθοδόξων με την επαναφορά του πατρώου ημερολογίου.

Μερικοί Έλληνες βουλευτές ζήτησαν την ανάκληση της εξορίας του Χρυσοστόμου, η οποία έγινε επί πρωθυπουργίας Νικολάου Πλαστήρα στις 18 Ιουλίου 1952, όταν ο Χρυσόστομος κατέφθασε αεροπορικώς στην Αθήνα. Στο Αεροδρόμιο του Ελληνικού τον υποδέχτηκαν θερμά πλήθος πιστών και οι βουλευτές που στήριξαν την επιστροφή του.

Τον Μάρτιο του 1952, πέντε μήνες πριν επιστρέψει ο Χρυσόστομος από την εξορία του, πέθανε ο Κυκλάδων Γερμανός, αφήνοντας για μια ακόμη φορά μοναδικό επίσκοπο της παράταξης τον Χρυσόστομο, ο οποίος μετά την εξορία του επέστρεψε στα ποιμαντορικά του καθήκοντα. Λίγες ημέρες αργότερα δέχτηκε τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Σπυρίδωνα, που τον επισκέφθηκε στο σπίτι του. Ο λόγος της επίσκεψής του ήταν να προσπαθήσει για άλλη μια φορά να πείσει τον γηραιό μητροπολίτη, με ευγενικό τρόπο αυτή τη φορά, να επιστρέψει στην κρατούσα Εκκλησία της Ελλάδος, ώστε να μην αμαυρωθεί η ιστορική πορεία του. Εκείνος όμως, του απάντησε πως δεν πρόκειται να αλλάξει γνώμη και του συνέστησε να ενώσει τις διιστάμενες Εκκλησίες, υπό το παλαιό και πατροπαράδοτο Ιουλιανό ημερολόγιο. Την ίδια άποψη υποστήριξε ως το τέλος της ζωής του.

Λίγο προ του θανάτου του, ο Χρυσόστομος συνέταξε διαθήκη, μοιράζοντας τα περιουσιακά του στοιχεία και ορίζοντας δωρεά υπέρ απόρων στο νοσοκομείο του Ευαγγελισμού, η οποία θα ενεργοποιούνταν σε περίπτωση μεταθανάτιας δικαίωσης σε ό,τι αφορούσε την καταβολή της συντάξεώς του από τον ΟΔΕΠ (Οργανισμός Διαχειρίσεως Εκκλησιαστικής Περιουσίας)[22]. Στη διαθήκη του δεν όρισε κάποια διάδοχη κατάσταση, ούτε προέβη τα προηγούμενα χρόνια από μόνος του σε αυθαίρετες χειροτονίες επισκόπων όπως ο ηγέτης της έτερης παράταξης των ΓΟΧ, Ματθαίος Καρπαθάκης. Το γεγονός αυτό ερμηνεύθηκε - υπό διαφορετικό πρίσμα - από κύκλους της Εκκλησίας της Ελλάδος και των «Ματθαιικών» ως μια συνειδητή απόφαση[5][23].

Ο Χρυσόστομος απεβίωσε στις 20 Σεπτεμβρίου του 1955[2][3]. Η κηδεία του πραγματοποιήθηκε στον ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στην Κυψέλη και η σορός του ενταφιάστηκε στον περίβολο της γυναικείας παλαιοημερολογίτικης Μονής Κοιμήσεως της Θεοτόκου στους Θρακομακεδόνες. Διάφορα προσωπικά αντικείμενα, καθώς και ο αρχιερατικός μανδύας του Χρυσοστόμου φυλάσσονται στη μονή μέχρι και σήμερα[24].

Οι παρεμβάσεις του μητροπολίτη στα εθνικά ζητήματα

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια της ποιμαντορίας του στην Μητρόπολη Πελαγονίας, ο Χρυσόστομος έζησε από κοντά τις θηριωδίες και τις οδύνες των Βαλκανικών πολέμων. Λόγω της στρατηγικής θέσης της πόλης του Μοναστηριού (η οποία αποτελούσε έδρα της Μητρόπολης), οι Άγγλοι και οι Γάλλοι μετέφεραν σε αυτή βαρύ οπλισμό και πολεμικό υλικό, με αποτέλεσμα η πόλη να γίνει στόχος των εχθρικών στρατευμάτων. Όταν ο Χρυσόστομος ρωτήθηκε από Γάλλους στρατιωτικούς, τι γνώμη είχε για τους βομβαρδιστές της πόλης, εκείνος τους απάντησε ευθαρσώς πως οι πραγματικοί υπεύθυνοι του ολέθρου ήταν οι ίδιοι (οι Άγγλοι και οι Γάλλοι), που μετέτρεψαν την πόλη σε ισχυρό οπλοστάσιο.[10]

Το 1921, κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής εκστρατείας, ο Χρυσόστομος βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη, η οποία βρισκόταν τότε προσωρινά υπό συμμαχική κατοχή. Γι' αυτό τον λόγο οι Έλληνες κάτοικοι της Πόλης είχαν ενθουσιαστεί σε μεγάλο βαθμό, διοργανώνοντας πανηγυρικές εκδηλώσεις. Χρυσόστομος, διαισθανόμενος ότι αυτή η κατάσταση δεν θα κρατούσε για πολύ, λόγω των πολύ δυσμενών (για την Ελλάδα) διπλωματικών σχέσεων της Δύσης, συμβούλευε τους Έλληνες να είναι πιο μετριοπαθείς και πιο συγκρατημένοι στις αντιδράσεις τους.

Το 1923, η νήσος Κέρκυρα καταλήφθηκε από τον ιταλικό στρατό. Αφορμή για την στρατιωτική επέμβαση στάθηκε η δολοφονία του Ιταλού στρατηγού Ενρίκο Τελλίνι στα ελληνοαλβανικά σύνορα στην Κακαβιά. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, ο κερκυραϊκός λαός υπέφερε κάτω από τον ζυγό των Ιταλών. Εκείνη την περίοδο, μητροπολίτης Κερκύρας ήταν ο παλαιός διάκονος του Χρυσοστόμου, Αθηναγόρας, ο οποίος φιλοξένησε τον γέροντά του για λίγο καιρό. Τότε, ο Χρυσόστομος, ανεβαίνοντας στο μπαλκόνι του Δημαρχείου και αγνοώντας τα ιταλικά στρατεύματα κατοχής, εμψύχωσε τους δοκιμαζόμενους Κερκυραίους, οι οποίοι συνέρρεαν να τον ακούσουν και να παρηγορηθούν.

Ακόμη, στα χρόνια της Κατοχής στην Ελλάδα, ο Χρυσόστομος Καβουρίδης, ως Αρχιεπίσκοπος των Γ.Ο.Χ., προσπαθούσε να ανακουφίσει και να παρηγορήσει κάθε ταλαίπωρο Χριστιανό, που συναντούσε. Καθημερινά μετέβαινε από το σπίτι του στην Κυψέλη στα Γραφεία του Συλλόγου των Γ.Ο.Χ., στην Οδό Κάνιγγος, χωρίς μέσο μεταφοράς (ένεκα της γερμανικής κατοχής), πεζοπορώντας για τουλάχιστον μιάμιση ώρα, ενώ διένυε ήδη την όγδοη δεκαετία της ζωής του, για να ενημερωθεί και να οργανώσει τον ποιμαντορικό του αγώνα. Συχνά μάλιστα κατερχόταν στα γραφεία δύο φορές την ημέρα, πάντα αγόγγυστα.

Ο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος συνέγραψε πλήθος βιβλίων. Ορισμένα εξ αυτών[25] ήταν:

  • Η Ορθοδοξία Κυρίλλου του Λουκάρεως, 1901.
  • Το εκκλησιαστικόν ημερολόγιον ως κριτήριον της Ορθοδοξίας, 1935.
  • Ακριβής θέσις του ημερολογιακού ζητήματος, 1950.
  • Πραγματεία περί της άνωθεν εκπολιτιστικής αποστολής της Ελλάδος και των αιτιών της καταπτώσεως αυτής, 1951.
  • Διαλέξεις περι της ηθικής καταστασεως και της Θείας Αποστολης του Ανθρώπου, 1953.

Ανακήρυξη της αγιότητάς του

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

61 χρόνια μετά την κοίμησή του, και κατόπιν συνοδικής απόφασης της Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ελλάδος υπό τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Καλλίνικο Σαραντόπουλο, που ελήφθη στις 8 Ιανουαρίου 2016 (με το ιουλιανό ημερολόγιο), ο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος ανακηρύχθηκε Άγιος, υπό τον τίτλο «Άγιος Χρυσόστομος, ο νέος Ομολογητής Ιεράρχης». Η τελετή της αγιοκατάταξης του έλαβε χώρα το Σάββατο 15 Μαΐου 2016 (με το ιουλιανό ημερολόγιο) στη παλαιοημερολογίτικη γυναικεία Ιερά Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου Πάρνηθας Αττικής, στους Θρακομακεδόνες, όπου ετάφη.

Η ανακήρυξη της αγιότητας του δεν αναγνωρίζεται από την κρατούσα Εκκλησία της Ελλάδος, ούτε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ούτε από καμία άλλη αυτοκέφαλη ορθόδοξη Εκκλησία ή Πατριαρχείο που βρίσκεται σε μυστηριακή κοινωνία μαζί τους.

  1. 1 2 Καραμήτσου, Σταύρου (1997). Ο σύγχρονος ομολογητής της Ορθοδοξίας. Αθήνα. σελ. 13.
  2. 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 «Πρώην Mητροπολίτες». imflorinas.gr. Ιερά Μητρόπολις Φλωρίνης, Πρεσπών και Εορδαίας. Ανακτήθηκε στις 14 Δεκεμβρίου 2025.
  3. 1 2 3 Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια. 1ος. Αθήναι: Αθ. Μαρτίνος. 1962. σελ. 824.
  4. Μαλέσης, Δημήτριος (2000). «Το παλαιοημερολογιτικό ζήτημα (1924-1952). Όψεις της πολιτικής και πολιτισμικής σύγκρουσης στο μεσοπόλεμο και στη μεταπολεμική περίοδο». Μνήμων (Αθήνα: Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού) 22: 161. https://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/mnimon/article/view/8281/8376.
  5. 1 2 3 4 5 6 Πανώτης, Αριστείδης. «Ο Πελαγονίας Χρυσόστομος Καβουρίδης και η ανταρσία των Παλαιοημερολογιτών». panotis.gr. Αριστείδης Πανώτης. Ανακτήθηκε στις 24 Δεκεμβρίου 2025.
  6. Καραμήτσου (1997). σελ. 14-16.
  7. Καραμήτσου (1997). σελ. 16.
  8. Καραμήτσου (1997). σελ. 17.
  9. «Αρχειοθετημένο αντίγραφο». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 29 Ιουνίου 2014. Ανακτήθηκε στις 29 Ιουνίου 2014.
  10. 1 2 «Αρχειοθετημένο αντίγραφο». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 14 Αυγούστου 2014. Ανακτήθηκε στις 29 Ιουνίου 2014.
  11. Σεραφείμ, Παύλος (2016). Η εκλογή του Αρχιεπισκόπου Αμερικής Αθηναγόρα στον Οικουμενικό Θρόνο (1946-1948). Θεσσαλονίκη: ΑΠΘ-Διδακτορική Διατριβή. σελ. 21-22.
  12. Σταυρίδης, Βασίλειος (3 Σεπτεμβρίου 2019). «Ἀθηναγόρας». ec-patr.org. Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ανακτήθηκε στις 19 Ιανουαρίου 2026.
  13. Πανώτη, Αριστείδη (13 Μαΐου 2020). «Ο Αθηνών Μελέτιος Μεταξάκης και ο Αρχιδιάκονός του και μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας». imis.gr. Ιερά Μητρόπολις Ιεραπύτνης και Σητείας. Ανακτήθηκε στις 15 Δεκεμβρίου 2025.
  14. Καραμήτσου (1997). σελ. 24.
  15. «Ιστορία της Ιεράς Μητροπόλεως». Ιερά Μητρόπολις Παραμυθίας, Φιλιατών, Γηρομερίου και Πάργας. Ανακτήθηκε στις 15 Δεκεμβρίου 2025.
  16. Παρασκευαΐδη, Χριστοδούλου Κ. «Η εκδήλωσις της στάσεως των τριών Μητροπολιτών, τα αίτια και η αντιμετώπισις αυτής υπό της Εκκλησίας». myriobiblos.gr. Μυριόβιβλος. Ανακτήθηκε στις 30 Δεκεμβρίου 2025.
  17. Καραμήτσου (1997). σελ. 27-28.
  18. Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια. 1962. σελ. 824.
  19. Μαλέσης (2000). σελ. 143-144.
  20. «Αρχειοθετημένο αντίγραφο». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 5 Μαρτίου 2016. Ανακτήθηκε στις 2 Ιουλίου 2014.
  21. «Αρχειοθετημένο αντίγραφο». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 25 Φεβρουαρίου 2013. Ανακτήθηκε στις 2 Ιουλίου 2014.
  22. Καραμήτσου (1997). σελ. 44-46.
  23. Παρασκευαΐδη, Χριστοδούλου Κ. «Η παράταξις του «Μητροπολίτου πρ. Φλωρίνης» μετά τον θάνατον αυτού. Το κύρος των χειροτονιών των «Αρχιερέων αυτής». myriobiblos.gr. Μυριόβιβλος. Ανακτήθηκε στις 30 Δεκεμβρίου 2025.
  24. «Ο εορτασμός του Αγίου Χρυσοστόμου του Νέου Ομολογητού στην Ιερά Μονή Κοιμήσεως Θρακομακεδόνων Αττικής». imab.gr. Ιερά Μητρόπολις Γ.Ο.Χ. Αττικής & Βοιωτίας. 19 Σεπτεμβρίου 2017. Ανακτήθηκε στις 30 Δεκεμβρίου 2025.
  25. «Αναζήτηση: Χρυσόστομος Καβουρίδης». metabook.