Νικόλαος Δημητρακόπουλος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Νικόλαος Δημητρακόπουλος
Γέννηση 28  Ιανουαρίου 1864
Θάνατος 21  Δεκεμβρίου 1921
Υπηκοότητα Ελλάδα
Ιδιότητα πολιτικός, δικηγόρος και συγγραφέας
Αξίωμα Υπουργός Δικαιοσύνης της Ελλάδας, Υπουργός εξωτερικών της Ελλάδας και μέλος της Βουλής των Ελλήνων

Ο Νικόλαος Δημητρακόπουλος (28 Ιανουαρίου 1864 - 21 Δεκεμβρίου 1921) ήταν δικηγόρος, πολιτικός, νομομαθής και συγγραφέας που διετέλεσε υπουργός δικαιοσύνης. Από το τεράστιο νομοθετικό του έργο σε τελείως δυσανάλογο χρόνο παραμονής του στον υπουργικό θώκο, μόλις 19 μήνες, έχει εύλογα μυθοποιηθεί ως ο μεγαλύτερος Έλληνας νομοθέτης του Βασιλείου της Ελλάδος και δεύτερος μετά τον Γεώργιο φον Μάουερ[1]
. Ο "μυθικός Δημητρακόπουλος" [2] υπήρξε στην εποχή του ο ανορθωτής του δικηγορικού λειτουργήματος, αλλά και της Δικαιοσύνης ειδικότερα, δεινός υπέρμαχος της ανεξαρτησίας της αλλά και σφοδρός πολέμιος οποιουδήποτε κρατικού ή κομματικού παρεμβατισμού σ΄ αυτήν, φθάνοντας αρκετές φορές ακόμα και σε σύγκρουση με άλλα μέλη του υπουργικού συμβουλίου που συμμετείχε.

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στην Καρύταινα της Γορτυνίας, γιος του νομικού Πέτρου Δημητρακόπουλου, όπου και ολοκληρώνοντας τις γυμνασιακές του σπουδές, σπούδασε νομικά στο πανεπιστήμιο Αθηνών από το οποίο αποφοίτησε το 1888. Ασχοληθείς κυρίως με το Ιδιωτικό Δίκαιο ξεκίνησε να δικηγορεί στην Αθήνα το 1890, περιοριζόμενος κυρίως σε γνωμοδοτήσεις, προκαλώντας στον τότε νομικό κόσμο ιδιαίτερη αίσθηση με τα σπάνια πνευματικά του προσόντα, τη νομική του κατάρτιση και εντυπωσιακή του ευρυμάθεια και ειδικότερα τη φυσική ρητορική του δεινότητα με επιχειρηματολογίες που συνάρπαζαν, αποκτώντας έτσι σχετικά πολύ γρήγορα μεγάλη αίγλη. Το 1906 έθεσε υποψηφιότητα για βουλευτής στην Αρκαδία, που όμως απέτυχε να εκλεγεί. Το 1909 στο επαναστατικό στρατιωτικό κίνημα που εκδηλώθηκε από νεαρούς μιμητές της επανάστασης των Νεοτούρκων, που είχε εκδηλωθεί ένα χρόνο πριν, του προτάθηκε υπουργικό αξίωμα, το οποίο όμως αρνήθηκε επειδή δεν είχε εκλεγεί από το λαό, αποκαλύπτοντας έτσι την πίστη του στους δημοκρατικούς θεσμούς.

Στις Εκλογές Αυγούστου 1910 που διεξάχθηκαν,στις 8 Αυγούστου 1910, (μετά από την παραίτηση της Κυβέρνησης του Στέφανου Δραγούμη), έχοντας δημιουργήσει ήδη δικό του ομώνυμο κόμμα κέρδισε 21 έδρες εκλεγείς και ο ίδιος βουλευτής της Αρκαδίας όπου και συμπράττοντας στη συνέχεια με τον Ελευθέριο Βενιζέλο συμμετείχε στην πρώτη κυβέρνηση Βενιζέλου[3], αναλαμβάνοντας υπουργός Δικαιοσύνης στις 6 Οκτωβρίου (1910) και παράλληλα για σύντομο χρονικό διάστημα, μόλις 12 ημερών, το Υπουργείο των Εξωτερικών, το οποίο και παρέδωσε στον Ιωάννη Γρυπάρη. Την επομένη της ανάληψης των καθηκόντων του στο υπουργείο δικαιοσύνης με εγκύκλιό του προς όλες τις δικαστικές αρχές της επικράτειας ενημερώνοντας για το επικείμενο πρόγραμμά του ζήτησε απ΄ όλους να γίνουν «συμπράκτορες, φίλοι και συναγωγοί» στο έργο «της αναστηλώσεως και ενισχύσεως της δικαιοσύνης, αλλ΄ εν ταυτώ και της πολιτειακής και κοινωνικής αναπλάσεως». Εκθειάζοντας με τα μελανότερα χρώματα τη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού και ειδικότερα την παραλυσία της δικαιοσύνης ένεκα των ιδεών του επαναστατικού ρεύματος της εποχής σημείωνε στην εγκύκλιό του

«Διατάξεις των νόμων εν τούτω κείμεναι και ποινάς πειθαρχικας απαγγέλουσαι περιέπεσαν εις αχρησίαν, η των προϊσταμένων επί των υφισταμένων εποπτεία εχαλαρώθη, η δε εκ μέρους του εισαγγελικού κλάδου επιτήρησις των δικαστηρίων και των δικαστικών υπαλλήλων και υπηρετών, απομακρυνθείσα τελείως του νόμου και μεταβληθείσα εις τύπον απλούν, ουδέ πόρρωθεν ανταπεκρίθη εις τας νομοθετικάς προσδοκίας. Ενώ ετέρωθεν έξεις πολιτικαί, καθ΄ ών εξηγέρθη η κοινή συνείδησις, παρέλυσαν όλως την υπό του κέντρου εποπτείαν και την εκ ταύτης εγγύησιν περί την διαχείρησιν της δικαιοσύνης. Ούτως ολόκληρον το σύστημα της επιτηρήσεως, του ελέγχου και των επιθεωρήσεων των προϊσταμένων αρχών και της πειθαρχικής εξουσίας η ενάσκησις δι΄ ων ο νομοθέτης εφρούρησε της δικαιοσύνης την διαχείρησιν, περιέπεσαν εις πλήρη σχεδόν αχρησίαν».

Πράγματι από τα διαλαμβανόμενα σ΄εκείνη την εγκύκλιο διαφαίνονταν ότι η ισονομία που προβλεπόταν στο Σύνταγμα του 1864 είχε χάσει τη σοβαρότητά της έχοντας παραχωρήσει τη θέση στην ισοτιμία του δικαιώματος στην παρανομία. Οι υφιστάμενοι νόμοι δεν τηρούνταν, οι δε δικαστικές αποφάσεις λαμβάνονταν με κριτήρια πολιτικά, κοινωνικά, επαγγελματικά κλπ και τελείως ξένα προς την έννοια του δικαίου, επιβάλλοντας αυστηρές κυρώσεις μόνο επί των αδυνάτων διαπιστώνοντας παράλληλα ότι η φιλεργία και η επιμέλεια των δικαστικών δεν ήταν πάντα σε όλους «ο αχώριστος σύντροφος». Γενικά την "ανόρθωση της δικαιοσύνης"[4] τη θεωρούσε ως κύρια βάση της γενικότερης «αρραγούς οικονομικής, στρατιωτικής και εκπαιδευτικής ανορθώσεως και πάσης αγαθής εκδηλώσεως του δημοσίου και του ιδιωτικού βίου», υποστηρίζοντας τελικά πως χωρίς κράτος δικαίου περιττεύει η ύπαρξη του ελληνικού κράτους.

Με την πρώτη συνεδρίαση της νέας Βουλής που προήλθε μετά τις εκλογές ξέσπασαν θυελλώδεις συζητήσεις περί του χαρακτήρα του σώματος αν θα πρέπει να είναι συντακτική ή αναθεωρητική. Ο Ν. Δημητρακόπουλος ηγούμενος τότε μικρής ομάδας βουλευτών (του κόμματός του), υποστήριξε την άποψη της μέσης οδού, δηλαδή την ευρεία αναθεώρηση του Συντάγματος.
Την άποψη του αυτή, λίγες ημέρες αργότερα υιοθέτησε και ο Ε. Βενιζέλος ο οποίος την υποστήριξε επιβάλλοντάς την στη νέα βουλή μετά τις επαναληπτικές εκλογές που διεξάχθηκαν δύο μήνες μετά των προηγουμένων. Έτσι ο Δημητρακόπουλος παραμένοντας υπουργός Δικαιοσύνης παρασκεύασε το σχέδιο των αναθεωρητέων άρθρων του Συντάγματος το οποίο και υπέβαλε στη συνέχεια στη Βουλή για ψήφιση. Σημαντικότερο όμως έργο του Ν. Δημητρακόπουλου ήταν τόσο τα βασικά μέτρα που έλαβε για την ανόρθωση της Δικαιοσύνης όσο και το πλούσιο νομοθετικό του έργο.

Πρώτα βασικά μέτρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα πρώτα βασικά μέτρα που έλαβε ο Ν Δημητρακόπουλος στο μεγαλόπνοο πρόγραμμά του για την ανύψωση της δικαιοσύνης ήταν α) το ζήτημα των αποδοχών των δικαστικών, β) η κάθαρση του χώρου από φερόμενους ως "ανάξια στοιχεία", γ) η σύγκρουσή του με το επαναστατικό ρεύμα της εποχής που απαιτούσε μεταξύ άλλων την κατάργηση της ισοβιότητας των δικαστών και δ) την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης από κάθε παρεμβατισμό με επακόλουθο την ισόνομη εφαρμογή των νόμων.

  1. Αποδοχές των δικαστικών. Επί του ζητήματος των αποδοχών τους ο Δημητρακόπουλος απέδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα, χωρίς να αναμένει πρώτοι οι δικαστές να υποβάλλουν σχετικό αίτημα. Υποστηρίζοντας την ανάγκη της αύξησής των διευκρίνιζε: «τούτο απαιτείται προς κρείττονα συγκρότησιν της δικαιοσύνης της χώρας και όχι χάριν των υπηρετούντων προσώπων», συμπληρώνοντας για τις απαιτούμενες προς τούτο δαπάνες «ή πρέπει εκ παντός τρόπου και δι΄ οιουδήποτε μέσου οι προς κάλυψιν των δαπανών τούτων πόροι να ευρεθώσι, ή πρέπει το Κράτος να αποβάλη πάντα λόγον ύπαρξης.»[5] Έτσι κατόρθωσε να εισάγει στη Βουλή και να ψηφιστεί νόμος με προβλεπόμενη σταδιακή αύξηση των αποδοχών κατά 50% εντός μιας τριετίας.
  2. Κάθαρση της Δικαιοσύνης. Ως προς το ζήτημα αυτό, επτά μήνες από της ανάληψης των καθηκόντων του σε ομιλία του στη Βουλή τόνιζε: «Όσαι πειθαρχικαί ποιναί επεβλήθηασαν κατά το επτάμηνον τούτο διάστημα, ίσως ουδ΄ επί μίαν δεκαετίαν εν τω παρελθόντι ενεργήθησαν. Δεν περιωρίσθην εις συμβολαιογράφους και κλητήρας και ειρηνοδίκας. Εξετάθην εις πρωτοδίκας, εις εισαγγελείς, και προέδρους Πρωτοδικών, εις εφέτας και εισαγγελείς Εφετών».[6] Πράγματι κατά το έτος 1911 διώχθηκαν 1 Αρεοπαγίτης, 1 Πρόεδρος και 1 Εισαγγελέας Εφετών, 16 Εφέτες, 12 Πρόεδροι Πρωτοδικών, 12 Εισαγγελείς Πρωτοδικών, 20 Πρωτοδίκες, 8 γραμματείς Πρωτοδικών, 101 Ειρηνοδίκες, 12 Πταισματοδίκες, 60 γραμματείς Ειρηνοδικείου και 10 Πταισματοδικείου, 44 δημόσιοι κατήγοροι, 176 δικαστικοί κλητήρες, 129 συμβολαιογράφοι, και 3 δικηγόροι.[7]
    Στους παραπάνω αριθμούς δεν περιλαμβάνονται πολλοί ακόμα άλλοι που υποχρεώθηκαν σε εθελουσία έξοδο με σχετικό προς τούτο νόμο που προώθησε ο Δημητρακόπουλος υπερθεματίζοντας γενικότερο αίτημα απομάκρυνσης των "αναξίων στοιχείων", αποφεύγοντας έτσι τον χαρακτηρισμό δικαστικών, μετά από υποβολή παραίτησης εξασφαλίζοντας όμως συνταξιοδοτικό δικαίωμα στους έχοντες συμπληρώσει 15ετή συντάξιμη υπηρεσία, ακόμα και στους απομακρυνόμενους λόγω ανεπάρκειας.
  3. Ισοβιότητα των δικαστικών. Η ισοβιότητα των δικαστικών προβλεπόταν από το Σύνταγμα του 1864. Το επαναστατικό όμως ρεύμα της εποχής απαιτούσε την άμεση κατάργηση ή τουλάχιστον την αναστολή της. Ο Δημητρακόπουλλος όμως υπέρμαχος αυτής με την ρητορική του δεινότητα που έφθασε σε κορυφαίες στιγμές του πολιτικού του βίου, κατάφερε κυριολεκτικά να μεταστρέψει τα πνεύματα και να απορριφθεί τελικά η πρόταση αναστολής. Ακόμα και την αναστολή της ισοβιότητας, ο Δημητρακόπουλος τη θεωρούσε ολέθριο λάθος που όχι μόνο θα κλόνιζε την υπόληψη και την υπόσταση του δικαστικού σώματος, αλλά και θα ματαίωνε οποιαδήποτε προσπάθεια ανόρθωσης της δικαιοσύνης και που θα βάραινε την ελληνική πολιτεία για μεγάλο χρονικό διάστημα, αντίθετα από εκείνο που ποθούσε το Έθνος. Σημείωνε σχετικά στους περίφημους εκείνους λόφους του:
    «Ιλιγγιώ ενώπιον της αποπείρας του να έλθη το ύπατον τούτο συνέδριον και να είπη: από της επικυρώσεως του πρακτικού της παρούσης συνεδριάσεως παύω πάντας τους Αρεοπαγίτας. Πρέπει έκαστος εξ ημών -ουτως εγώ τουλάχιστον φρονώ- να σταθμίσει μεγάλως και μετά εξαιρετικής περισκέψεως και τους λόγους και την ψήφον αυτού. Πρόκειται περί ζητήματος επί του οποίου οι ψήφοι και αι γνώμαι θα παραμείνωσιν εις τους επιγιγνομένους μνημεία αιώνια των όρων, υπό τους οποίους έκαστος εννοεί και αντιλαμβάνεται της ασκήσεως των πολιτικών αυτού καθηκόντων, μνημείον των γνωμών τας οποίας έχει επί των δημοσίων πραγμάτων.»[8] Τον λόγο του αυτόν κανείς δεν μπόρεσε να αντικρούσει και η πρόταση αναστολής απορρίφθηκε.
  4. Ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Από την πρώτη ημέρα της ανάληψης των καθηκόντων του, ο Ν. Δημητρακόπουλς έθεσε ως καίρια και βασική προϋπόθεση για την ανόρθωση της δικαιοσύνης την ενίσχυση της θεσμικής ανεξαρτησίας των δικαστικών θεωρώντας ότι μόνο μέσω αυτής θα μπορούσε να λειτουργήσει απρόσκοπτα η εφαρμογή των νόμων κατά πλήρη ισονομία και ανεξάρτητα "της ποιότητας αυτών". Υπέρμαχος αυτής της αντίληψης σημείωνε σε πύρινους λόγους του στη Βουλή: «Ο δικαστικός κλάδος παραμένει μεμονωμένος και αφρούρητος να υπονομεύηται πανταχόθεν και να δολοφονείται εκ των πλευρών» ρίχνοντας έτσι ευθείες βολές, αφενός κατά της εκτελεστικής εξουσίας (υπουργικό συμβούλιο) που κανόνιζε εκείνο τις μεταθέσεις, προαγωγές κλπ. των δικαστικών, σπάνια κατ΄ αξία, αντί του θεσμικού οργάνου που ήταν το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο απαρτιζόμενο μόνο από αρεοπαγίτες, τη σύσταση του οποίου είχε συντάξει σε νομοσχέδιο ο ίδιος ο Δημητακόπουλος, πολύ πριν αναλάβει υπουργός, για τον τότε πρωθυπουργό και προσωρινό υπουργό δικαιοσύνης Κυριακούλη Μαυρομιχάλη που το εισήγαγε στη Βουλή και ψηφίστηκε και αφετέρου κατά του κομματικού παρεμβατισμού, περισσότερο έντονου στην επαρχία, που ουσιαστικά υπονόμευε τη δικαστική αξιοπρέπεια μέχρι ακόμα και τη δικαστική συνείδηση. Επί των τελευταίων ο Δημητρακόπουλος ενεθάρρυνε με εγκυκλίους του τους δικαστές να ασκούν διώξεις οριοθετώντας ταυτόχρονα την ελευθερία της δικαστικής κρίσης με την διωκτέα συμπεριφορά του απονέμοντος δικαιοσύνη δικαστή, σημειώνοντας σχετικά:[9]
    «Ευσυνείδητος και επιμελημένη εργασία θέλει είσθαι πάντοτε απολύτως ασφαλής. Διότι ουδέποτε ουδαμώς δύναται να γίνει αντικείμενον ελέγχου και πειθαρχικής δίωξης η αντίθεσις γνώμης εν τη λύσει νομικών ζητημάτων, ή η διαφορά κρίσεως εν τη εκτιμήσει των πραγμάτων, ουδ΄ η αποδοχή απλώς εσφαλμένης εν τούτοις ή εκείνοις εκδοχής, αλλά μόνον η απόφανσις εκείνη, η μη έχουσα υπέρ εαυτής άλλην λογικήν δικαιολογίαν ή την κουφότητα, ή την ασυγχώρητον περί τα κείμενα του νόμου, ή προς τα πράγματα αβλεψίαν ή παραδρομήν».
    Ουσιαστικά ο Δημητρακόπουλος καινοτομώντας έκανε λόγο για διεύρυνση της ευθύνης των δικαστών καλύπτοντας ακόμα και περιπτώσεις βαριάς αμέλειας επί της ερμηνείας των νόμων, ή επί της εκτίμησης του αποδεικτικού υλικού, με δεδομένο ότι μετά την κάθαρση και την εθελούσια έξοδο οι παραμένοντες δικαστικοί τυγχάνουν στο σύνολό τους πρόσωπα αδιάβλητα.

Για την παγίωση των παραπάνω μέτρων ο Ν. Δημητρακόπουλος στη διάρκεια της υπουργίας του υπήρξε ιδιαίτερα άκαμπτος και ανυποχώρητος ιδιαίτερα στην τήρηση της ίσης μεταχείρισης αμεροληψίας έτοιμος ακόμα και να αποχωρήσει από οποιοδήποτε αξίωμα και αν κατείχε εφόσον ετίθετο θέμα συνείδησης. Ενδεικτικό περιστατικό ήταν εκείνο που συνέβη στο υπουργικό συμβούλιο όταν εκδήλωσε την προτίμησή του για την ηγεσία του Αρείου Πάγου σε πρόσωπα διάφορα εκείνων που πρότεινε ο Ν. Δημητρακόπουλος, λαμβάνοντας βασικό κριτήριο την καταγωγή (συμπατριώτες), καθώς και άλλα, τότε[10] ο Υπουργός Δικαιοσύνης σπρώχνοντας την καρέκλα του προς τα πίσω ανασηκώθηκε λέγοντας: «Ε λοιπόν κύριοι, αφού σεις ξέρετε τους δικαστικούς καλλίτερα από εμένα εγώ περιττεύω. Χαίρετε - Ως εδώ και μη παρέκει» και πετώντας επιδεικτικά στο τραπέζι το φάκελλο με το μητρώο των δικαστών που κρατούσε εξήλθε της αίθουσας οργίλος τονίζοντας το επιβεβλημένο καθήκον της ενημέρωσης του ανωτάτου άρχοντος αιτούμενος ακρόαση (υπονοώντας την παραίτησή του). Τότε έσπευσε ο ίδιος ο πρωθυπουργός, ο Ε. Βενιζέλος όπου και τον συγκράτησε στις σκάλες διαβεβαιώνοντάς τον ότι όλες οι προτάσεις του γίνονταν αποδεκτές.

Νομοθετικό έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σύγκριση του Ν. Δημητρακόπουλου με τον Γεώργιο φον Μάουερ έγινε με βάση το χρόνο του νομοθετικού τους έργου όπου ο μεν Μάουερ νομοθέτησε σε 18 μήνες τους γνωστούς τέσσερις μεγάλους κώδικες, ενώ ο Δημητρακόπουλος σε 19 μήνες, με τη βασική όμως διαφορά ότι ο μεν πρώτος νομοθέτησε εκ του μηδενός ενώ ο Δημητρακόπουλος καινοτόμησε μεταρρυθμίσεις ισχύουσας νομοθεσίας.
Ο Ν. Δημητρακόπουλος κατάφερε μέσα σε 19 μήνες, εκτός από την παρασκευή των αναθεωρητέων διατάξεων του Συντάγματος, να καταθέσει προς ψήφιση στη Βουλή περίπου 50 νομοσχέδια σε πέντε σειρές, τα περισσότερα των οποίων και έγιναν νόμοι. Το μεγαλόπνοο όμως πρόγραμμά του όπως απεκάλυψε στη μνημειώδη ομιλία του στη Βουλή στις 26 Ιανουαρίου του 1911, για την ανάπλαση της δικαιοσύνης και τη δικαστική αναδιοργάνωση[11] ήταν η «ριζική ανακάθαρσις της νομοθεσίας» με την «εισαγωγήν Αστικού Κώδικος, την ανακαίνισιν της Πολιτικής Δικονομίας, την ανακαίνισιν και μεταβολήν του Ποινικού νόμου και την εισαγωγήν του Εμπορικού Κώδικος». Το τετραπλό στην ουσία έργο αυτό απαιτούσε όμως και χρόνο και ιδιαίτερη μελέτη. Για τον σκοπό αυτό ο Δημητρακόπουλος όρισε ταχύτατα τέσσερις νομοπαρασκευαστικές επιτροπές από τους διαπρεπέστερους νομομαθείς, επιλεγμένους με αδιάβλητα κριτήρια, τις οποίες εξοπλίζοντας με νομοθετικό κύρος, (ν.ΓΨΝΗ/1911), προσδιόρισε τις ακριβείς διαδικασίες, προθεσμίες, ελέγχους από την Αναθεωρητική Επιτροπή καθώς και τη δέουσα αμοιβή των μελών των επιτροπών[12] Δυστυχώς όμως ο χρόνος της υπουργικής θητείας των μόλις 19 μηνών, εξαιρετικά ανεπαρκής, δεν επέτρεψε την ολοκλήρωση του σπουδαίου αυτού έργου.

Από το σύνολο των ποινικών και αστικού δικαίου νόμων που εισήγαγε ο Δημητρακόπουλος άξιοι ιδιαίτερης μνείας, που αποκαλύπτουν την επικρατούσα τότε κατάσταση είναι:

  1. ο νόμος ΓΩΛΣΤ΄/1911 "Περί ζωοκλοπίας και ζωοκτονίας", με την εφαρμογή του οποίου πατάχθηκε η ζωοκλοπή, (που αποτελούσε την κυριότερη μάστιγα της υπαίθρου), με επίταση ποινών, δημιουργία ειδικών αποσπασμάτων, εκτοπισμούς με αστυνομική επιτήρηση, απόδοση κλαπέντος κλπ.[13] Με τον νόμο αυτόν ουσιαστικά παγιώθηκε η αγροτική ασφάλεια προκαλώντας ιδιαίτερη ανακούφιση στον κόσμο της υπαίθρου[14] [15] [16]
  2. ο νόμος ΓΩΛΖ΄/1911 "Περί συμβατικού τόκου, τοκογλυφίας κλπ" με την εφαρμογή του οποίου πατάχθηκε με ακυρότητα, ακόμα και με αναδρομική ισχύ, οποιαδήποτε σύμβαση που αποδεικνυόταν τοκογλυφική, ή αισχροκερδής. Η σημαντικότητα αυτού του νόμου, που συνάμα υπήρξε πρωτοποριακός σε ευρωπαϊκό επίπεδο, διαφαίνεται από τον ίδιο τον εισηγητικό λόγο του Δημητρακόπουλου στη Βουλή για τους δανειολήπτες και κυρίως τους αγρότες[17]: «ίνα επαρκέσωσι εις επειγούσας ανάγκας και ιδίως προς καλλιέργειαν, λαμβάνουσιν ωρισμένας παροχάς, μη δυνάμενοι ι ίδιοι να υπολογίσωσι το μέγεθος της αντιπαροχής, ή πιεζόμενοι εξ ανάγκης υπόσχονται αντιπαροχήν πλεονεκτικήν, παρεχομένην εις το μέλλον, συνισταμένην δε κυρίως εις το προϊόν των κτημάτων των», συμπληρώνοντας σχετικά «σύμβαση κατά την οποίαν ο εις των συμβαλλομένων (πιστωτής), διαφαίνεται ότι εκμεταλλεύεται την επιπολαιότητα ή την γνωστήν εις αυτόν ανάγκην, την πνευματικήν αδυναμίαν, κουφότητα, απειρίαν ή την ψυχικήν έξαψιν του λαμβάνοντος την πίστωσιν, συνομολογών ή λαμβάνων υπέρ εαυτού, ή τρίτου, περιουσιακά ωφελήματα, τα οποία αναλόγως των ειδικών περιστάσεων εισίν εν προφανεί δυσαναλογία προς την γενομένην παρ΄ αυτού παροχήν καθίσταται άκυρος». Ο νόμος αυτός περιελήφθη αργότερα στον Αστικό Κώδικα (αρθ.179, 294).
  3. ο νόμος ΓΨΠ΄/1911 "Περί διαθηκών" με τον οποίο και δόθηκε τέλος στο περιβόητο "Ψήφισμα του Κυβερνήτου" της 11ης Φεβρουαρίου 1830, αναφερόμενο στον εγκάθετο υπό των Μεγάλων Δυνάμεων κυβερνήτη του τότε ελληνικού προτεκτοράτου των, Ιωάννη Καποδιστρια[18]. Το ψήφισμα αυτό με το οποίο διεπόταν το δίκαιο των διαθηκών αποτελούσε συρραφή άρθρων εκ του ρωμαϊκού και βυζαντινού δικαίου τελείως αναχρονιστικού αλλά και δυσνόητου. Ο Παύλος Καλλιγάς σημείωνε ότι περιείχε «όλως ανοικείους διατάξεις". Στον εισηγητικό του λόγο για την ψήφιση του νέου νόμου, ο εισηγητής υπουργός Δημητρακόπουλος σημείωνε: «Με την ψήφιση του παρόντος καταλύεται η δυναστεία του ψηφίσματος του Κυβερνήτου»[19]. Σημειώνεται ότι οι ρυθμιστικές διατάξεις του νόμου αυτού που ικανοποιούσαν πλέον τις σύγχρονες ανάγκες περιελήφθησαν ¨αμετάβλητες" στον ισχύοντα Αστικό Κώδικα, αφού όπως σημείωνε ο καθηγητής του Αστικού Δικαίου Γεώργιος Μπαλής, "ο νόμος του Δημητρακόπουλου "Περί διαθηκών", ήταν προϊόν επεξεργασίας εξόχων νομικών και ουδεμία συγκεκριμένη ατέλειά του διαπιστώθηκε".
  4. οι νόμοι ΓΨΟΘ΄/1911/ ΓΩΖ΄/1911, ΓΨΜΗ΄/1911, ΓϠΛΘ΄/1911, ΓΨΜΓ'/1911 και ΓΨϞΖ΄/1911 που αφορούσαν την επιτάχυνση της εκδίκασης των υποθέσεων, αποτελούσαν μέρος μιας των πέντε σειρών νομοθετημάτων με βάση το αστικό δικονομικό δίκαιο. Για την σημειούμενη εξαιρετική βραδύτητα απονομής της δικαιοσύνης δήλωνε ο Δημητρακόπουλος στη Βουλή:
    «Εκείνο το οποίον τυγχάνει καθολικόν νόσημα παρ΄ ημίν και το οποίον αποτελεί αυτόχρημα άρνησιν πάσης δικαιοσύνης είναι η βραδύτης, με την οποίαν απονέμεται αύτη. Βραδύτης ανήκουστος, άγνωστος εις οιανδήποτε πολιτισμένην χώραν ... Δαπάναι κολοσσιαίαι υπερβαίνουσαι ουχί σπανίως και το αντικείμενον της δίκης, παρέλκυσις και παράτασις του δικαστικού αγώνος, υπό όρους ενίοτε επίσης οδυνηρούς και δια τον νικητήν και δια τον ηττηθέντα. Τοιουτοτρόπως ο δικαστικός αγών και ανεξαρτήτως της εκβάσεώς του αποβάλλει παρ΄ ημίν τον προορισμόν του εκ των όρων, υπό τους οποίους διεξάγεται. Είναι περιττόν να υποδείξω τα τραύματα, άτινα υφίσταται η χώρα ημών εκ της τοιαύτης καταστάσεως/»[20]
    Έτσι με τους παραπάνω νόμους ο Δημητρακόπουλος πέτυχε την δραστική μείωση των δικονομικών ακυροτήτων που κατά τον ίδιον αποτελούσαν «την μεγίστην των πληγών ...την πλουσιωτέραν πηγήν της στρεψοδικίας και της παρελκύσεως των υποθέσεων». Συγκεκριμένα με τον ν ΓΨΟΘ΄ που τροποποιούσε σχετικά άρθρα της ΠολΔικ (201, 807 και 808) εξειδίκευσε περιοριστικά τους λόγους αναίρεσης, ενώ με τον ν. ΓΩΖ που τροποποιούσε ομοίως τα άρθρα 181 και 515 επήλθε δραστικός περιορισμός της έφεσης κατά των "προδικαστικών αποφάσεων".[21] Επίσης με τους νόμους ΓΨΜΗ΄ και ΓϠΛΘ΄ ορίσθηκε με ταχεία διαδικασία και άμεση εκτέλεση η επιβολή των εξόδων της διαδικασίας στον διάδικο που παραιτείται από αγωγή ή άλλη διαδικαστική πράξη ή που ζητεί παράταση των δικονομικών διαδικασιών, μέτρα που επεκτάθηκαν και σε ποινική νομοθεσία, με τον ν. ΓΨΜΓ΄, για τους εγκαλούντες ή μηνύοντες που είτε εκ δόλου, είτε εκ βαριάς αμέλειας ενεργοποιούσαν χωρίς λόγο τις δικαστικές αρχές. Σημειώνεται ότι κατά τη συζήτηση των ρυθμίσεων των νομοσχεδίων αυτών οι δικηγόροι είχαν αντιδράσει έντονα, ζητώντας την απόσυρσή τους, κρίνοντάς τα "ως επιβλαβή".[22] Συνέχεια αυτών ήταν και ο ν. ΓΨϞΖ΄ που επιτάχυνε τη διαδικασία των προσωρινών μέτρων σε διαφορές κατοχής με πρόβλεψη αποπεράτωσης αυτής εντός τριών ημερών από τη συζήτηση. Για τις δίκες αυτές ο Δημητρακόπουλος σημείωνε ότι είχαν καταντήσει «να αναχθούν εις δίκας τακτικάς, πολυετείς και πολυπλόκους, αίτινες άπαξ και δις, ουχί σπανίως, ανέρχονται την κλίμακα αυτού του Αρείου Πάγου».[23]
  5. ο νόμος ΓϠΝ΄/1911 "Περί ευθύνης οδηγών οχημάτων", που πρόκειται για έναν πρωτοποριακό στην εποχή του νόμο έναντι του νεαρού τότε μέσου μετακίνησης, του αυτοκινήτου, που εγκυμονούσε ιδιαίτερους κινδύνους, έναντι των οποίων, όπως δήλωνε ο Δημητρακόπουλος η ελληνική κοινωνία ήταν "άοπλος". Έτσι με τον νόμο αυτό θεμελιώθηκε και διευρύνθηκε η αντικειμενική ευθύνη στους οδηγούς, κατόχους και ιδιοκτήτες, ανεξάρτητα βαθμού υπαιτιότητας, πλην όμως μαχητά τεκμαιρόμενη, για ζημιές σε πρόσωπα και πράγματα "ίνα προστατεύση την κοινωνίαν την δουλεύουσαν και πλειστάκις αδικουμένην", κατά τη δημητρακοπούλεια διατύπωση[24].
    Σημειώνεται ότι με τον νόμο αυτόν η Ελλάδα ήταν μία από τις πρώτες χώρες στον κόσμο που θέσπιζε τέτοια μέτρα, σε μια εποχή με ελάχιστη ακόμα κυκλοφορία οχημάτων, σε αντίθεση με άλλες χώρες, περισσότερο βιομηχανικές και με μεγαλύτερη κυκλοφορία, που δεν είχαν ακόμη θεσπίσει ανάλογη νομοθεσία. Ο νόμος αυτός του Δημητρακόπουλου, ιδιαίτερα ευεργετικός για τα θύματα, συνεχίζει να ισχύει και σήμερα, με ευρύτατη εφαρμογή θεωρούμενος ένας από τους παλαιότερους σε ισχύ ελληνικούς νόμους.
  6. ο νόμος ΓϠΛΔ΄/1911 "Περί υγιεινής και ασφαλείας εργατών". Σημαντικός φιλεργατικός νόμος, που για πρώτη φορά θεσπίστηκαν συγκεκριμένα κατάλληλα μέτρα στους εργοδότες για τη διασφάλιση των εργαζομένων κατά κινδύνων ζωής, υγείας αλλά και άνετης αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών στους χώρους εργασίας των, προβλέποντας και αυστηρές κυρώσεις κατά των παραβατών.
  7. ο νόμος ΓϠΟΓ΄/1912, (31 Δεκεμβρίου 1911 - 3 Ιανουαρίου 1912), "Περί δικηγόρων", που ουσιαστικά αποτέλεσε δικηγορικό κώδικα που ρύθμιζε προσόντα, διορισμούς, δικαιώματα και υποχρεώσεις των δικηγόρων, του ασυμβίβαστου καθώς και θέματα συγκρότησης δικηγορικών συλλόγων κ.ά.
  8. ο νόμος ΓϠΟΔ΄/1912 "Περί διαφορών εργαζομένων και εργοδοτών", επίσης φιλεργατικός νόμος που επιτάχυνε την εκδίκαση των σχετικών διαφορών.
  9. ο νόμος ΔΚΘ΄ /1912 "Περί εργασίας γυναικών και ανηλίκων". Επίσης πρωτοποριακός, με τον οποίο θεσπίστηκαν κλιμακωτές απαγορεύσεις της εργασίας ανηλίκων, καθώς και των γυναικών σε βαριές εργασίες, ή επικίνδυνες για την υγεία τους αφενός, αλλά και για την ηθική ή σωματική τους ακεραιότητα αφετέρου, προβλέποντας αυστηρές κυρώσεις σε παραβάτες εργοδότες. Με τον ίδιο αυτό νόμο καθιερώθηκαν επίσης άδειες τοκετού και λοχείας καθώς και η σύσταση σώματος επιθεωρητών εργασίας με δικαίωμα εισόδου στους χώρους εργασίας, οποιαδήποτε ώρα του εικοσιτετραώρου, μέρα ή νύκτα, (μέτρα ιδιαίτερα πρωτοποριακά στην εποχή τους).
  10. νομοσχέδιο "Περί εξυβρίσεως και τύπου", που τελικά δεν ψηφίστηκε λόγω παραίτησης του Δημητρακόπουλου. Επρόκειτο για ένα εκτενές νομοσχέδιο, που σύμφωνα με την δημητρακοπούλεια διατύπωση[25] προέβλεπε «προστατευτικά μέτρα του τύπου απέναντι ιδία των παρεκτροπών και των καταπιέσεων εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας αλλά και (μέτρα) της κοινωνίας απέναντι του τύπου.». σημειώνοντας σχετικά: «Το νομοσχέδιον ημών υπό την έποψιν ιδία του ελέγχου του δημοσίου βίου και της επιθέσεως, δύναμαι να είπω, κατά των δημοσίαν εξουσίαν ασκούντων αφορμάται από αρχών ακράτως φιλελευθέρων. Εκ του φόβου μήπως και ο κολασμός υπερβασίας τινός δύναται να δώση αφορμην εν δεδομένη περιστάσει εις κυβέρνησιν ανελευθέραν να βλάψει τας αληθείς ελευθερίας του τύπου και να πνίξη τον έλεγχον του δημόσιου βίου παρεσχέθη υπό την έποψιν ταύτην ελευθερία άκρατος. Αφωρμήθημεν εν τη σκέψη ταύτη από της εκδοχής ότι είναι προτιμότερον να στέρξη τις υπέρβασιν τινά, αποτελούσαν κατά την κοινήν συνείδησιν αδίκημα, ή ν΄ ανοίξη την θύραν, ης θα ηδύνατο ίσως εν δεδομένη περιστάσει εις κυβέρνησιν ανελευθέραν να επωφεληθή επί βλάβη της ελευθερίας του τύπου.», συμπληρώνοντας στη συνέχεια:
    «
    Αφωρμήθημεν επίσης από της εκδοχής να προστατεύσωμεν τα δικαιώματα της κοινωνίας απέναντι των υπερβασιών του τύπου, αλλά και από της εκδοχής η προστασία αύτη να μη εκταθή εις σημείον πλήττον την ελευθερίαν του τύπου, διότι εν τοιαύτη περιπτώσει δεν πρόκειται να πληγή, ως κακώς υπολαμβάνεται, τάξις ωρισμένων προσώπων, αλλά τουναντίον εξ άλλης πλευράς, εξ άλλης θύρας πρόκειται να παραβιασθώσιν επίσης τιμιώτερα δικαιώματα αυτής ταύτης της κοινωνίας, προστατευόμενα δια του τύπου. Νομίζομεν ότι εν τη δυσχερεία της εκλογής του σημείου, εις το οποίον πρέπει να συμπέση η προστασία των δικαιωμάτων και του μεν και του δε, ετύχομεν του ορθού και του προσήκοντος. Αλλ' επαναλαμβάνω ότι το ζήτημα έχει εξαιρετικήν σπουδαιότητα και η επιτροπή, εις ην θα παραπεμφθή το νομοσχέδιον και η Βουλή θέλει εμπεριστατωμένως ασχοληθή και δώσει την προσήκουσαν λύσιν[26]

Συνέχιση πολιτικής δράσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1912 αποχώρησε από το «Κόμμα των Φιλελευθέρων» και ίδρυσε το «Προοδευτικό κόμμα». Το 1916, ο Βασιλιάς τού έδωσε εντολή να σχηματίσει κυβέρνηση, αλλά ο ίδιος δήλωσε αδυναμία και κατέθεσε την πρόταση. Στις εκλογές του 1920 δεν έλαβε μέρος λόγω ασθένειας, παρόλα αυτά όμως, το κόμμα του κατάφερε να εκλέξει 14 βουλευτές.

Ο Νικόλαος Δημητρακόπουλος έχοντας διάγει γενικά μια ασκητική ζωή, απεβίωσε στις 21 Δεκεμβρίου 1921 στη Βιέννη όπου είχε μεταβεί, υποκύπτοντας σε ανίατη ασθένεια της εποχής, σε ηλικία 56 ετών.

Κρίσεις - Σχόλια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Νικόλαος Δημητρακόπουλος ξεχώρισε για τη ρητορική του δεινότητα και για το πλουσιότατο νομοθετικό του έργο κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Με δικές του ενέργειες ιδρύθηκε το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, επίσης αύξησε τους δικαστικούς μισθούς για να ενισχύσει την αμεροληψία των λειτουργών της Θέμιδος, καθιέρωσε τη μονιμότητα των δικαστών, έδωσε έμφαση στους νόμους περί προστασίας των εκλογών κ.ά. Παρόλο που δεν ήταν καθηγητής νομικής, αν και του είχε προταθεί η θέση, το επιστημονικό του έργο υπήρξε σημαντικό, με κυριότερο το Νομικαί Ενασχολήσεις (4 τόμοι), στο οποίο αναφέρονται όλες οι αγορεύσεις του στη Βουλή από την περίοδο 1915-1916 και αφορούν θέματα αστικού, ποινικού και δημοσίου δικαίου. Εκτός από το επιστημονικά έργα έγραψε και διάφορα άλλα όπως: Πολεμικά Απομνημονεύματα (1898), Θεοκρισία παρά τοις Έλλησιν, Πολιτικά κ.ά.

Συγγραφικό έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο συγγραφικό έργο του Ν. Δημητρακόπουλου περιλαμβάνονται:

  • "Πολεμικά Απομνημονεύματα" (1898)
  • "Νομικαί ενασχολήσεις" ,τομ.4, Εκδόσεις Κ.Γ. Μπαλλή, (1912)
  • "Πολιτικά" τομ.Α', Εκδόσεις Γ. Σπηλιόπουλου, (1915)

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Δείτε παρακάτω ενότητα Νομοθετικό έργο
  2. Κατά σύγχρονο χαρακτηρισμό του ομότιμου καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών και ακαδημαϊκού Μ. Σταθόπουλου σε ομιλία του στην εκδήλωση που είχε διοργανώσει η "Εταιρεία Αρκαδικών Γραμμάτων και Τεχνών" στη Παλαιά Βουλή στις 28 Μαρτίου του 2007
  3. Αντώνης Μακρυδημήτρης, Οι υπουργοί των εξωτερικών της Ελλάδας 1829-2000, εκδ.Καστανιώτης, Αθήνα, 2000, σελ.72
  4. Ο όρος ανόρθωση, αναφερόμενη στο κράτος ήταν το κυρίαρχο τότε προεκλογικό σύνθημα του Ε. Βενιζέλου δια του οποίου και έτυχε της προαπαιτούμενης κατά το τότε Σύνταγμα εμπιστοσύνης του Βασιλέως Γεωργίου του Α΄ όπως επίσημα ανακοινώθηκε μετά την ιστορική τους συνομιλία στις 2 Οκτωβρίου του 1910. ΅Εξ αυτού ο όρος στη συνέχεια κυριάρχησε α[' όλους τους υπουργούς του Ε. Βενιζέλου, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους
  5. Δημητρακόπουλος "Πολιτικά" τομ.Α΄ , σελ.53
  6. Δημητρακόπουλος "Πολιτικά" τομ.Α΄ , σελ.393
  7. Πετρακάκος σ. 438
  8. Δημητρακόπουλος "Πολιτικά" τομ.Α΄ , σελ.392
  9. Πετρακάκος, σ.443 Εγκύκλιος 24-9-1911
  10. Πετρακάκος, σ.15
  11. Δημητρακόπουλος σ.352-355
  12. Πετρακάκος σ.343, 352-355
  13. Σημειώνεται ότι η Κρήτη στην οποία το φαινόμενο υπήρξε ιδιαίτερα έντονο δεν είχε ακόμα ενσωματωθεί με την Ελλάδα
  14. Δημητρακόπουλος σ.367
  15. Πετρακάκος σ.40
  16. Αρτεμάκης - Χατζηφώτης σ.179
  17. Πετρακάκος σ.356
  18. Όνομα εξελληνισμένο από τον τίτλο που είχε απονεμηθεί στον πατέρα του, Capo di Istria (= ακρωτηρίου της Ιστρίας)
  19. Δημητρακόπουλος "Πολιτικά" σ.363
  20. Δημητρακόπουλος "Πολιτικά" σ.353
  21. Παρότι ο Δημητρακόπουλος είχε αντιληφθεί ότι οι διαδικασίες επί προδικαστικών αποφάσεων ήταν ο βασικός λόγος παρελκύσεων, που επέτειναν τις συνέπειες της διάσπασης της δίκης σε δύο δίκες χρειάστηκε να περάσουν πολλές δεκαετίες προκειμένου ν΄ απαλειφθεί τελείως και εξ υπαρχής η αιτία αυτής της διάσπασης με την κατάργηση της προδικασικής που αποτελούσε στην πράξη το σοβαρότερο νοσηρό φαινόμενο της τακτικής διαδικασίας.
  22. Πετρακάκος σ.402
  23. Δημητρακόπουλος "Πολιτικά" σ.356
  24. Δημητρακόπουλος "Πολιτικά" σ.365
  25. Δημητρακόπουλος "Πολιτικά" σ.366
  26. Τελικά η παραπομπή του νομοσχεδίου στην Επιτροπή και σε έγκριτους νομικούς της εποχής, μεταξύ των οποίων και τον τότε υφηγητή Π. Γιωτόπουλο, "προς μελέτη και κρίση", και που προέβλεπε κυρώσεις μόνο χρηματικές και καθόλου στερητικές της ατομικής ελευθερίας, καθυστέρησε την νομοπαρασκευαστική εργασία με συνέπεια με την επελθούσα λίγους μήνες αργότερα παραίτηση του Δημητρακόπουλου, τούτο να μη ψηφισθεί.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια" τομ. Θ΄, σ.113
  • Ν. Δημητρακόπουλος "Πολιτικά" Εκδόσεις Γ. Σπηλιόπουλου, Αθήναι 1915
  • Δ. Πετρακάκος "Κοινοβουλευτική Ιστορία της Ελλάδος" (1944)
  • Σ. Αρτεμάκης - Ι. Χατζηφώτης "Νικόλαος Δημητρακόπουλος", Εκδόσεις Εστία
  • Σύντομο βιογραφικό του στη Βιογραφία του Ανδρέα Μιχαλακόπουλου (το βιβλίο διατίθεται ελεύθερα σε μορφή PDF)
  • Αντώνης Μακρυδημήτρης, Οι υπουργοί των εξωτερικών της Ελλάδας 1829-2000, εκδ.Καστανιώτης, Αθήνα, 2000, σελ.72-73