Ζωοκλοπή

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η ζωοκλοπή αποτελεί ιδιάζουσα περίπτωση κλοπής, ζωντανών ζώων. Κατά την ελληνική νομοθεσία αποτελεί ποινικό αδίκημα, και μάλιστα έγκλημα, που λόγω συνάφειας αναφέρεται μαζί με τον όρο ζωοκτονία , που συνηθέστερα ακολουθεί προς ίδιο όφελος των δραστών, ("Περί ζωοκλοπής και ζωοκτονίας"), και που συγκαταλέγονται στη γενικότερη κατηγορία των εγκλημάτων κατά ιδιοκτησίας.

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ο όρος ζωοκλοπή είναι σύνθετος εκ των ζώο και κλοπή. Ο δράστης αυτής καλείται ζωοκλέφτης.
  2. Ο όρος ζωοκτονία είναι επίσης σύνθετος εκ των ζώο και κτείνω (= φονεύω ζώο παράνομα). Ο δράστης αυτής καλείται ζωοκτόνος.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το φαινόμενο της ζωοκλοπής απαντάται από τους μυθικούς ακόμα χρόνους σε όλους σχεδόν τους αρχαίους λαούς, από τότε που ο άνθρωπος ξεκίνησε την κτηνοτροφία παύοντας να είναι μόνο κυνηγός. Στην Ελληνική Μυθολογία χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις ζωοκλοπής που αναφέρονται στους άθλους του Ηρακλή (όπως π.χ. από τα άλογα του Διομήδη και τα βόδια του Γηρυόνη, μέχρι τον Κέρβερο του Άδη, που φέρονται όμως σαφώς με αλληγορική σημασία) καθώς και των ανδρών του ομηρικού Οδυσσέα στους οποίους επιβλήθηκε η θεία καταδίκη μετά τη ζωοκτονία που είχαν τελέσει σε βόδια του θεού Ήλιου.

Ελληνική νομοθεσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχικά με τη σύσταση του ελληνικού κράτους, όπου επί βασιλείας του Όθωνα, τέθηκε σε ισχύ ο Ποινικός νόμος, που είχε εκπονήσει ο Γεώργιο φον Μάουερ το ζήτημα της ζωοκλοπής, που συνεχιζόταν από τουρκοκρατίας στον ελληνικό χώρο, αντιμετωπίστηκε γενικά με τα αδικήματα κλοπής και φθοράς ξένης ιδιοκτησίας χωρίς ιδιαίτερη νομοθετική ρύθμιση. Γρήγορα όμως έγινε αντιληπτή η διάσταση των δυσμενών επιπτώσεων της ζωοκλοπής τόσο στην κοινωνία, με διασάλευση της δημόσιας τάξης, όσο και στην κτηνοτροφία, αναστέλλοντας την ανάπτυξή της, όταν και έσπευσε τότε η πολιτεία να την καταστείλει με δύο ταυτόχρονα μεθόδους, τη δημιουργία διωκτικών αποσπασμάτων για την ανεύρεση και σύλληψη των δραστών αφενός και την ιδιαίτερη νομοθετική ρύθμιση αφετέρου με επαύξηση ποινών.
Έτσι το 1848 εκδόθηκε ο πρώτος νόμος Περί ζωοκλοπής και ζωοκτονίας, (νόμος Ϟ (9/17 Ιουνίου 1848), τον οποίο και ακολούθησαν πολλοί άλλοι ειδικοί επί του θέματος. Στην αρχή της βασιλείας του Γεωργίου του Α΄ εκδόθηκε ο νόμος ΣΑ΄ του 1867 ο οποίος μεταξύ άλλων καθιέρωσε την υποχρέωση των δήμων στη καταβολή αποζημιώσεων για ζωοκτονίες που διαπράττονταν στις περιφέρειές τους και ο οποίος στη συνέχεια τροποποιήθηκε με τον νόμο ΒΥΣΤ του 1896. Το έτος 1900 τέθηκε σε ισχύ ο νόμος ΒΨΝΕ΄ ο οποίος αφενός μεν επιτάχυνε τις διαδικασίες των αποζημιώσεων και αφετέρου επέβαλε αστυνομική επιτήρηση στους καταδικασμένους για ζωοκλοπή και ζωοκτονία εκτός ορίων της επαρχίας του τόπου της κατοικίας των.

Το 1911, επί πρώτης κυβέρνησης Ε. Βενιζέλου, ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης Νικόλαος Δημητρακόπουλος εξέδωσε τον ουσιαστικότερο και συστηματικότερο επί του θέματος νόμο, τον ΓΩΛΣΤ΄ (23/25 Ιουλίου του 1911) που αντικαθιστώντας κάποια άρθρα του ν.Ϟ του 1848, όριζε τόσο την έκταση του αντικειμένου, όσο και τις επαπειλούμενες αυστηρότερες ποινές στερητικών της ελευθερίας και χρηματικές κατά των δραστών ζωοκλόπων και ζωοκτόνων, επεκτεινόμενες και κατά των συνεργών τους, ανεξάρτητα με τις απαιτήσεις αποζημιώσεων και χρηματικές ικανοποιήσεις υπέρ των ιδιοκτητών, κατά τον νόμο 1699 [1]
Σύμφωνα με το άρθρο 1 του παραπάνω ν. ΓΩΛΣΤ΄ οι κλέπτοντες ίππους, όνους, ημιόνους, καμήλες, βοοειδή (ταύρους, αγελάδες και μοσχάρια), βουβάλια, αιγοπρόβατα, χοίρους καθώς και κυψέλες μελισσών, ή το περιεχόμενο αυτών, τιμωρούνται με φυλάκιση, τουλάχιστον έξι μηνών, για μικρόσωμα ζώα και τουλάχιστον 18 μηνών για μεγαλόσωμα ζώα, ανεξάρτητα της χρηματικής ποινής που κυμαίνεται από 300 δρχ. μέχρι 10.000 δρχ., (ιδιαίτερα αυστηρό για την εποχή του). Κατά δε το άρθρο 2 ίδιες ποινές επιβάλλονται και στους ζωοκτόνους, που αποδεδειγμένα εκ προθέσεως φόνευσαν ζώα εκ των παραπάνω αναφερομένων ειδών.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Που καταργήθηκε το 1941 από τον Α.Ν. 2783/1941 με τον οποίο τέθηκε σε ισχύ ο νέος Αστικός Κώδικας

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια" τομ. ΙΒ΄, σ.142
  • Ν. Αμδρουλάκης - Χρ. Δέδες "Ποινικός Κώδιξ" , Εκδ. Ν. Σάκκουλα, Αθήναι 1977, σ.219 και
  • Νόμος ΓΩΛΣΤ΄ (23/25 Ιουλίου 1911).

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]