Μέγαρο της Παλαιάς Βουλής

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Παλαιά Βουλή)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 37°58′39″N 23°43′58″E / 37.97750°N 23.73278°E / 37.97750; 23.73278


Μέγαρο Παλαιάς Βουλής
Παλιά Βουλή των Ελλήνων 1170.jpg
Άποψη του κτηρίου
Γενικές πληροφορίες
Είδος Μέγαρο
Αρχιτεκτονική Νεοκλασικισμός
Διεύθυνση Σταδίου 11
Πόλη Αθήνα
Χώρα Ελλάδα
Έναρξη κατασκευής 1833
Ολοκλήρωση 1863
Κατάσταση διατηρητέο, λειτουργική
Χρήση Εθνικό Ιστορικό Μουσείο
Ιδιοκτήτης Αλέξανδρος Κοντόσταυλος
Τεχνικές λεπτομέρειες
Όροφοι 3
Σχεδιασμός και κατασκευή
Αρχιτέκτονας Φρανσουά Μπουλανζέ
Ο χώρος συνεδριάσεων της παλαιάς Βουλής.

Το Μέγαρο της Παλαιάς Βουλής είναι ένα εντυπωσιακό νεοκλασικό κτήριο που βρίσκεται στην οδό Σταδίου στην Αθήνα. Αποτελεί ένα από τα πλέον ιστορικά κτίσματα της πόλης και στεγάζει το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Στην πλατεία μπροστά από το μέγαρο βρίσκεται το άγαλμα του αρχιστρατήγου της Επανάστασης του 1821, Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εσωτερικός χώρος

Τον χώρο αυτό καταλάμβανε αρχικά η οικία του του Αθηναίου τραπεζίτη και πολιτικού Αλέξανδρου Κοντόσταυλου. Μετά τη μεταφορά της πρωτεύουσας από το Ναύπλιο στην Αθήνα το 1833, ο Βασιλιάς Όθωνας επέλεξε το κτήριο ως προσωρινό χώρο κατοικίας του, κατά τη διάρκεια της κατασκευής των Ανακτόρων (που σήμερα στεγάζουν τη Βουλή). Το 1835, χτίστηκε μια μεγάλη αίθουσα χορού και συμποσίων, και μετά την Επανάσταση του 1843, η οποία οδήγησε τον Όθωνα στην παροχή Συντάγματος, η Εθνική Αντιπροσωπεία συνεδρίασε στον χώρο. Τον Οκτώβριο του 1854, όμως, το κτήριο καταστράφηκε από πυρκαγιά. Η κατασκευή του νέου κτηρίου ξεκίνησε τον Αύγουστο του 1858, με τα έργα να καθοδηγούνται από τη Βασίλισσα Αμαλία, σε σχέδια του Γάλλου αρχιτέκτονα Φρανσουά Μπουλανζέ (François Boulanger). Τα έργα σταμάτησαν την επόμενη χρονιά ελλείψει οικονομικών πόρων, και ξεκίνησαν μετά την εκθρόνιση του Όθωνα το 1863. Τα σχέδια τροποποιήθηκαν από τον Έλληνα αρχιτέκτονα Παναγιώτη Κάλκο, και η κατασκευή ολοκληρώθηκε το 1871. Κατά τη διάρκεια των έργων, το Κοινοβούλιο στεγαζόταν στο πίσω μέρος της πλατείας, σε ένα κτήριο από τούβλα, που χτίστηκε βιαστικά το 1863, και έγινε ευρέως γνωστό με το όνομα «Η Παράγκα».

Το μπρούντζινο άγαλμα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, από το Λάζαρο Σώχο, μπροστά από το κτίριο του κοινβουλίου.

Το Ελληνικό Κοινοβούλιο παρέμεινε εδώ από το 1875 έως τη μεταφορά του στον σημερινό του χώρο, τα Παλαιά Ανάκτορα, το 1935. Έτσι λοιπόν, εδώ πραγματοποιήθηκαν μερικά από τα πιο ταραχώδη και σημαντικά γεγονότα της σύγχρονης Ελληνικής ιστορίας, όπως η δολοφονία του Πρωθυπουργού Θεόδωρου Δηλιγιάννη στα σκαλοπάτια του μεγάρου στις 13 Ιουνίου 1905, και η διακήρυξη της Δεύτερης Ελληνικής Δημοκρατίας στις 25 Μαρτίου 1924.

Κατά την περίοδο της απομάκρυνσης από το κτήριο της Βουλής των Ελλήνων (δεκαετία 1930), αποφασίστηκε η παραχώρηση του μεγάρου στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος (ΙΕΕΕ), προκειμένου να λειτουργήσει το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, ιδέα που προτάθηκε αρχικά από τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Επήλθε όμως η Γερμανική Κατοχή και στο κτήριο εγκαταστάθηκε "προσωρινώς" το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι η εγκατάσταση αυτή θα ήταν πράγματι προσωρινή, εκδόθηκε ο νόμος υπ.αρ. 666 (ΦΕΚ 318/Α/25.9.43), που παραχωρούσε επισήμως το κτήριο στην ΙΕΕΕ και προέβλεπε σχετική χρηματοδότηση και τακτική επιχορήγηση, με υποχρέωση της τελευταίας να διατηρεί ανοικτό στο κοινό το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Ο Νόμος, παρότι "κατοχικός", κρίθηκε μετά την απελευθέρωση από ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή, όπως όλα τα νομοθετήματα της περιόδου, και είναι από τους λίγους νόμους που αποφασίστηκε να μην ανακληθούν, οπότε διατηρούν την πλήρη ισχύ τους.

Το 1953 έγινε σκέψη για κατεδάφιση του μεγάρου, προκειμένου να κτιστούν κτήρια γραφείων υπηρεσιών και υπουργείων. Τότε παρενέβη το ΔΣ της ΙΕΕΕ, και με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (Παπαγιάννης), ορίστηκε επιτροπή[1] που θα μελετούσε το θέμα. Η Επιτροπή είχε πρόεδρο τον Αναστάσιο Ορλάνδο, Καθηγητή Βυζαντινής Αρχιτεκτονικής, Πρόεδρο της Ακαδημίας Αθηνών και της Αρχαιολογικής Εταιρείας, και μέλη πολλούς επιφανείς επιστημονικούς και διοικητικούς εκπροσώπους. Εντός ενός έτους[2] η επιτροπή καθόρισε τις παρεμβάσεις ανακαίνισης που θα γίνονταν, με αφαίρεση προσθηκών εξωτερικά και μετατροπή εσωτερικά σε χώρο μουσείου. Έτσι το κτήριο παραδόθηκε το 1961[3], και πλήρως ανακαινισμένο άνοιξε την επόμενη χρονιά (εγκαίνια 21/6/1962) η έδρα του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου υπό τη διεύθυνση της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος.

Άγαλμα Κολοκοτρώνη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μπροστά από το μέγαρο δεσπόζει ένα μεγάλων διαστάσεων μπρούντζινο άγαλμα του στρατηγού Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, έφιππου. Γλύπτης ήταν ο Λάζαρος Σώχος στο Παρίσι το 1900. Τοποθετήθηκε αρχικά (1904) σε μικρή νησίδα στην αρχή της οδού Κολοκοτρώνη. Στη σημερινή του θέση μεταφέρθηκε το 1954, στη διάρκεια έργων ανάπλασης του περιβόλου της Παλαιάς Βουλής. Στο βάθρο υπάρχουν χαραγμένες σκηνές από τη Μάχη των Δερβενακίων, καθώς και παράσταση της Πελοποννησιακής Γερουσίας κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης. Έχει φορά προς την οδό Σταδίου. Ο Κολοκοτρώνης γυρνά το κεφάλι του προς το κτήριο ενώ το δάκτυλό του δείχνει προς αντίθετη κατεύθυνση, στην οποία κατά τον 19ο αιώνα βρίσκονταν οι Βασιλικοί Στάβλοι. Σύμφωνα με λαϊκό ανέκδοτο της περιόδου, ο ήρωας της Επανάστασης έδειχνε στους κοινοβουλευτικούς πως λόγω της δουλοπρέπειάς τους προς τον Βασιλιά, οι στάβλοι ήταν το κατάλληλο μέρος για αυτούς.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Χειρόγραφη αναφορά από 30/10/1989 του Βασιλείου Γ. Διαμαντόπουλου, Διευθυντή Υπουργείου Οικονομικών και Γραμματέα της Επιτροπής. Ιστορικό Αρχείο Ι.Ε.Ε.Ε.
  • Τα πρακτικά της Επιτροπής σώζονται στο Αρχείο Ιστορικών Εγγράφων της Ι.Ε.Ε.Ε.
  • Λάππας, Τάκης (1982). Τα 100 χρόνια της Ιστορικής - Εθνολογικής Εταιρείας και του Μουσείου της, 1882-1982. Αθήνα: Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, σελ. 37.