Μεγάλη Μαντίνεια Μεσσηνίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 36°57′20″N 22°09′51″E / 36.95556°N 22.16417°E / 36.95556; 22.16417

Μεγάλη Μαντίνεια Μεσσηνίας
Τοποθεσία στον χάρτη της χώρας
Τοποθεσία στον χάρτη της χώρας
Χώρα Ελλάδα
Διοικητική διαίρεση Δήμος Δυτικής Μάνης
Πληθυσμός 191 ()
Ο ναός της Κοίμησης και το παλιό σχολείο.

Η Μεγάλη Μαντίνεια είναι ημιορεινός οικισμός του δημοτικού διαμερίσματος Αβίας του πρώην Δήμου Αβίας, νυν Δήμου Δυτικής Μάνης, του Νομού Μεσσηνίας. Βρίσκεται σε υψόμετρο 200 μ. και κατά την απογραφή του 2001 ο πληθυσμός του έφτανε τους 180 κατοίκους. Η οικονομία του οικισμού στηρίζεται στην ελαιοπαραγωγή και τον τουρισμό.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στενό δρομάκι (καντούνι).
Το Καταφύγι.

Αναφέρεται για πρώτη φορά το 1463 Άνω Μαντίνεια ή Άνω Χώρα, σε αντιδιαστολή με την παλαιότερη παραλιακή Μαντίνεια. Ως τα μέσα του 19ου αιώνα υπήρξε σημαντικός οικισμός της περιοχής της Ζαρνάτας. Το 1704 είχε 59 οικογένειες (277 κ. περίπου). Στα τέλη του 18ου αιώνα δημιουργήθηκε σε κοντινή περιοχή ένας μικρότερος οικισμός, η Μικρή Μαντίνεια, με συνέπεια η παλιότερη Άνω Μαντίνεια να μετονομαστεί σε Μεγάλη Μαντίνεια.

Το 1835 το χωριό εντάχθηκε στο Δήμου Αβίας. Από τα μέσα του 19ου αιώνα ένα μέρος του πληθυσμού άρχισε να μετακινείται προς τις παραθαλάσσιες περιοχές δημιουργώντας τους οικισμούς Παλιόχωρα (σημερινή Αβία), Αρχοντικό και Ακρογιάλι. Όμως, η Μεγ. Μαντίνεια εξακολούθησε να διατηρεί σημαντικό τμήμα του πληθυσμού της. Είχε 413 κ. το 1851, 469 κ. το 1879 και 424 κ. το 1907. Το 1914 αποτέλεσε την έδρα της κοινότητας Μεγάλης Μαντινείας, στην οποία συμπεριλήφθηκαν και οι νέοι οικισμοί. Όμως, το 1924 η έδρα μεταφέρθηκε στην παραλιακή Παλιόχωρα, η οποία το 1926 μετονομάστηκε σε "Αβία" και η κοινότητα σε κοινότητα Αβίας.

Μετά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο το μεγαλύτερο μέρος των παλαιών κατοίκων μετακινήθηκε προς τους παράκτιους οικισμούς ή μετανάστευσε σε άλλες περιοχές. Στη Μεγάλη Μαντίνεια εγκαταστάθηκαν σταδιακά κάτοικοι προερχόμενοι από ορεινά χωριά του Ταϋγέτου, κυριώς από τα Αλτομιρά, τα Πηγάδια και τις Γαϊτσές. Αυτοί αποτελούν το σημερινό πληθυσμό της. Μετά το 1980, έχουν εγκατασταθεί αρκετοί Ευρωπαίοι, κυρίως Άγγλοι και Γερμανοί, που αγοράζουν και αναπαλαιώνουν τα παλιά πυργόσπιτα.

Στο χωριό λειτουργεί πολιτιστικός σύλλογος με αξιόλογη δράση. Υπάρχουν μικρές τουριστικές μονάδες, ενοικιαζόμενα δωμάτια και χωριάτικες ταβέρνες.

Αξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Άγιοι Σαράντα.
Το Κουρούμπελο της Αγ. Τριάδας.
  • Το φαράγγι της Κοσκάρακας/Σάνταβας.
  • Το Καταφύγι: δυσπρόσιτη σπηλιά με μεταβυζαντινό προστατευτικό τείχος, που αποτελούσε καταφύγιο σε περιπτώσεις κινδύνου. Το 1770 σε επιδρομή των Οθωμανών, οι κάτοικοι κατέφυγαν εκεί. Όμως, οι επιδρομείς τούς ανακάλυψαν και "εσκλάβωσαν τους Μαντινέους που ήσαν στο Καταφύγι", όπως αναφέρεται σε παλαιό χρονικό.
  • Ο έρημος οικισμός Κόκα.
  • Ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, κτίσμα του 1720, με αξιόλογο ξυλόγλυπτο τέμπλο.
  • Το παλιό σχολείο, κτίσμα του 1743-53.
  • Η μονή των Αγίων Σαράντα, κτίσμα του 1751.
  • Ο ναός του Αγίου Ανδρέα, κτίσμα του 1754.

Πανηγύρια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Αγίας Τριάδος.
  • Κοίμησης Θεοτόκου (Δεκαπενταύγουστος).

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Σταύρου Καπετανάκη, Οι Μαντίνειες της Μάνης
  • Θεόδωρος Μπελίτσος, Οι Μαντίνειες του 1700. Οικονομικά, κοινωνικά, δημoγραφικά και ονοματολογικά δεδομένα
  • Θεόδωρος Μπελίτσος, Το Βιβλίον Γάμων της Μεγάλης Μαντίνειας Αβίας (περίοδος 1869-1891)