Μάχη του Λεοντίου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μάχη του Λεοντίου
Β' Παγκόσμιος Πόλεμος - Εθνική Αντίσταση
Χρονολογία 1943
Τόπος Λεόντιο
Έκβαση Νίκη των Ελλήνων
Αντιμαχόμενοι
Ιταλικός κατοχικός στρατός, (ιταλ. Regio Esercito italiano)
Ηγετικά πρόσωπα
  • ταγματάρχης Εμίλιο Γκασπάρο  Εκτελέστηκε
Δυνάμεις
60 αντάρτες του ΕΛΑΣ, 40-80 αντάρτες από τον εφεδρικό ΕΛΑΣ
160
Απώλειες
4 νεκροί
20 νεκροί, 17 τραυματίες, 92 αιχμάλωτοι[1]

Η μάχη του Λεοντίου Αχαΐας έλαβε χώρα στις 14 και 15 Ιουλίου 1943 ανάμεσα στις αντάρτικες ελληνικές δυνάμεις του ΕΛΑΣ και σε ιταλικές δυνάμεις κατοχής, κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Η μάχη έληξε με την ολοκληρωτική εξολόθρευση του εχθρικού ιταλικού τάγματος. Αποτέλεσμα της μάχης ήταν η ραγδαία αύξηση του αριθμού των ανταρτών του ΕΛΑΣ μέσα σε λίγες μόνο εβδομάδες, καθώς και διατύπωση κατηγοριών των Ιταλικών αρχών έναντι των Γερμανικών.

Ευρύτερο πλαίσιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δύναμη του ΕΛΑΣ στην Πελοπόννησο είχε αυξηθεί με την αποστολή από την Στερεά Ελλάδα 62 εμπειροπόλεμων στελεχών που αναβάθμισαν την επιχειρησιακή ικανότητα του τοπικού ΕΛΑΣ, ενώ οι Ιταλικές κατοχικές δυνάμεις προσπάθησαν να καταπολεμήσουν το αντάρτικο με την δημιουργία ειδικών ευέλικτων δυνάμεων "Contrabande".[2]

Η εξέλιξη των γεγονότων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις αρχές του 1943 έφθασε στην Πελοπόννησο το 3ο Σύνταγμα της Μεραρχίας Πιεμόντε, τμήμα της οποίας αποτελούσε το 3ο επίλεκτο τάγμα με διοικητή τον ταγματάρχη Εμίλιο Γκασπάρο (ο οποίος αυτοαποκαλούνταν "ανταρτοφάγος" επειδή είχε καταφέρει πλήγματα στο αντάρτικο της Γιουγκοσλαβίας) που είχε αποστολή την εκκαθάριση της ορεινής Αχαΐας από τα αντάρτικα τμήματα του ΕΛΑΣ (Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός). Κατά τη διάρκεια των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων οι Ιταλοί, αφού ξεκίνησαν από την περιοχή του Αιγίου, έκαψαν τα χωριά Αγία Παρασκευή και Μικρόνι, λεηλάτησαν την Γκρέκα και την Αράχωβα και κατευθύνονταν προς το Λεόντιο.

Η μάχη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 14 Ιουλίου 1943 το 2ο Ανεξάρτητο Τάγμα Αιγιαλείας του ΕΛΑΣ με επικεφαλής τον καπετάν Μίχο (Δημήτρης Μίχος), ενήμερο για τις κινήσεις των Ιταλών, έστησε ενέδρα στο ιταλικό τάγμα. Ο καπετάν Μίχος βρισκόταν στο Γενικό Αρχηγείο του ΕΛΑΣ στα Δεμέστιχα και συντόνιζε τις προετοιμασίες για το κτύπημα των εχθρικών δυνάμεων έχοντας υπό τις διαταγές του τις μονάδες του καπετάν Ανδρίτσου (συνταγματάρχης Βλάσης Ανδρικόπουλος), καπετάν Πελοπίδα (Παντελής Λάσκας) και καπετάν Ωρίωνα (Γιάννης Μιχαλόπουλος). Ο Βλάσης Ανδρικόπουλος ορίστηκε επικεφαλής της επιχείρησης και της κύριας ομάδας των ανταρτών τοποθετημένης στην περιοχή του Αγίου Ανδρέα. Ο Μίχος κάλεσε έγκαιρα ενισχύσεις από τον εφεδρικό ΕΛΑΣ της Αιγιαλείας που έστειλε δύναμη 40 ανδρών με επικεφαλής τον υπολοχαγό Γιάννη Ράλλη (Λύρα). Μετά την αναγνώριση του ιταλικού τάγματος λήφθηκε η απόφαση για αιφνιδιαστικό χτύπημα με βαρύ πολυβόλο της φάλαγγας των Ιταλών από τη θέση του ξωκλησιού του Αγίου Κωνσταντίνου. Το ιταλικό τάγμα, το οποίο κινούνταν στο δρόμο που συνδέει τους Λαπαναγούς με το Λεόντιο (Γουρζούμισα), δέχτηκε τα εύστοχα πυρά του πολυβόλου που χειρίζοταν η ομάδα του καπετάν Ωρίωνα κι έχασε τουλάχιστον δέκα υποζύγια μεταγωγικά που έπεσαν σε χαράδρα, στερώντας του το βαρύ οπλισμό και τον ασύρματο που αχρηστεύθηκε. Στη διάρκεια της μέρας η μάχη από κλασική ενέδρα ανταρτοπόλεμου εξελίχθηκε σε μάχη παράταξης μειώνοντας τα πλεονεκτήματα των επιτιθεμένων Ελλήνων ανταρτών. Παρά την υπεροπλία τους οι Ιταλοί κατά τη διάρκεια της νύχτας περικυκλώθηκαν σταδιακά και συντρίφθηκαν μετά από σκληρές μάχες με τους αντάρτες, τους κατοίκους του Λεοντίου και της γύρω περιοχής.

Αποτελέσματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι απώλειες των Ιταλών ήταν τουλάχιστον 20 νεκροί, 17 τραυματίες, 92 αιχμάλωτοι, ανάμεσα στους τελευταίους ο Γκασπάρο και τέσσερις ακόμη αξιωματικοί, καθώς και πολλά λάφυρα σε βαρύ και ελαφρό οπλισμό. Ομάδα περίπου 30 Ιταλών στρατιωτών διέφυγε προς Αίγιο. Οι απώλειες του ΕΛΑΣ ανήλθαν σε 4 νεκρούς. Ο συλληφθείς Γκασπάρο και δύο ακόμη αξιωματικοί εκτελέστηκαν από ανταρτοδικείο (με πρόεδρευοντα τον συνταγματάρχη Βλάση Ανδρικόπουλο) ως ένοχοι για την καταστροφή ελληνικών χωριών και εκτελέσεις Ελλήνων πολιτών, οι υπόλοιποι Ιταλοί αιχμάλωτοι αφέθησαν ελεύθεροι. Οι αντάρτες του ΕΛΑΣ που σκοτώθηκαν ήταν οι: "Καραϊσκάκης"(αντάρτικο ψευδώνυμο) από τη Στυλιά Δωρίδος, Μπαλάσκας Κωνσταντίνος από τους Πετσάκους, Τριανταφυλλόπουλος Γεώργιος από το Λεόντιο και ο Φιλιππακόπουλος Γιάννης από την Κουνινά.

Σημασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μάχη αυτή φανέρωσε την ισχύ και την ικανότητα του ΕΛΑΣ να καταβάλλει ισχυρές κατοχικές δυνάμεις (μεγέθους τάγματος) που δρούσαν απομονωμένες σε ορεινό ανάγλυφο, αξιοποιώντας τις δυνατότητες του ανταρτοπόλεμου αλλά και μην αποφεύγοντας τη διεξαγωγή μάχης σε παράταξη, στη δε μάχη του Λεοντίου εξουδετερώθηκε πλήρως η εχθρική δύναμη . Η νίκη αυτή προστέθηκε σε μια μακρά σειρά επιτυχιών των ανταρτών κατά των ιταλικών δυνάμεων κατοχής που τόνωσε το ηθικό των ανταρτών κι ενίσχυσε τις εμπειρίες τους. Με τα λάφυρα της μάχης αυτά ενισχύθηκε αποφασιστικά η μαχητική ικανότητα του ΕΛΑΣ της βόρειας Πελοποννήσου. Ο ΕΛΑΣ μετά από αυτή τη μάχη προσέλκυσε εκατοντάδες νεαρούς αντάρτες. Από την απέναντι πλευρά ο Μάριο Μαργκινόττι διοικητής του 8ού σώματος στρατού κατηγόρησε τον Χέλμουτ Φέλμυ επειδή δεν κυνήγησε τους άνταρτες.

Ιταλικά αντίποινα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σχεδόν δύο μήνες μετά στις αρχές του Σεπτέμβρη οι φασιστικές ιταλικές αρχές ξεκίνησαν την επιχείρηση "Χιονίστρα" κατά του ΕΛΑΣ. Έτσι στις 8-9 του Σεπτέμβρη του 1943 έφθασε στην περιοχή μία φάλαγγα τουλάχιστον χιλίων Ιταλών στρατιωτών καθοδηγούμενοι από τους απελευθερωθέντες Ιταλούς αιχμαλώτους της μάχης του Λεοντίου, καίγοντας τα σπίτια των Λαπαναγών και στη συνέχεια του Λεοντίου, εκτελώντας στο διάβα τους όσους κατοίκους των χωριών δεν είχαν κρυφτεί στα βουνά της περιοχής (ανάμεσά τους και τουλάχιστον δέκα χωρικούς του Λεοντίου). Το βράδυ της 9ης του μήνα έφθασε η είδηση ότι ήδη στις 8 Σεπτέμβρη η Ιταλία συνθηκολόγησε άνευ όρων και οι Ιταλοί στρατιωτικοί ζήτησαν από την ηγεσία του ΕΛΑΣ να δεχτεί την παράδοσή τους και παραδόθηκαν με τον οπλισμό τους στις τοπικές αντάρτικες μονάδες.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα. Τα αιματηρά ίχνη της 117ης Μεραρχίας Καταδρομών στη Σερβία και την Ελλάδα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας 2004 σελ 135-137
  2. Εθνική αντίσταση "Η αληθινή ιστορία του ελληνικού αντάρτικου" Ιάσονας Γ. Χανδρινός σελ 48-49, εκδόσεις Περισκόπιο

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Στρατηγού Στέφανου Σαράφη, "Ο ΕΛΑΣ", έκδοση 1946
  • Ηλία Παπαστεργιόπουλου, "Ο Μωρηάς στα όπλα"(Εθνική Αντίσταση 1941-1944), Έρευνα και Κριτική της Νεοελληνικής ιστορίας), εξάτομο, Αθήνα 1965-1980

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]