Λαπαναγοί Αχαΐας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 38°06′57″N 21°58′06″E / 38.11583°N 21.96833°E / 38.11583; 21.96833

Λαπαναγοί
Τοποθεσία στον χάρτη της χώρας
Τοποθεσία στον χάρτη της χώρας
Διοίκηση
Χώρα Ελλάδα
Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας
Δήμος Καλαβρύτων
Δημοτική ενότητα Καλαβρύτων
Τοπική κοινότητα Λαπαναγών
Γεωγραφία και στατιστική
Γεωγραφικό διαμέρισμα Πελοποννήσου
Νομός Αχαΐας
Υψόμετρο 735
Πληθυσμός 20 (2011)

Οι Λαπαναγοί είναι χωριό που βρίσκεται στην Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας, στον Νομό Αχαΐας, στην πρώην Επαρχία Καλαβρύτων και ανήκει διοικητικά στον Δήμο Καλαβρύτων. Ο πληθυσμός του σύμφωνα με την απογραφή του 2011 είναι 20 κάτοικοι[1].

Τοποθεσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χωροθετείται στην Βορειοανατολική πλευρά του Δήμου Καλαβρύτων, σε απόσταση περίπου 29 χλμ. από τα Καλάβρυτα, νοτιοανατολικά του χωριού Λεόντιου και απέναντι από την Ιερά Μονή Μακελλαριάς. Είναι ένας ορεινός οικισμός σε ύψος 735 μέτρων που προστατεύεται βόρεια από την οροσειρά Λαγό - Γουλά - Καυκαριά, ανατολικά από τον ποταμό Σελινούντα και δυτικά από το ορεινό όγκο του Γερακοβουνίου. Το χωριό επικοινωνεί, με το Αίγιο μέσω αγροτικού δρόμου που διασχίζει τις περιοχές Κουνινά και Ρακίτα και με τα Καλάβρυτα επίσης μέσω αγροτικού δρόμου που περνά από το χωριό Πετσάκοι. Επικοινωνεί με το μοναστήρι της Μακελλαριάς μέσω του δάσους Φλάμπουρα - Κάνισκα.

Ιστορία των Λαπαναγών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την Επανάσταση του 1821[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ανάγκη για προστασία επέβαλε στου πληθυσμούς της εποχής μετακόμιση σε ορεινές στρατηγικές τοποθεσίες με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ασφάλειας, υγιεινής και διατροφικής βιωσιμότητας. Οι Λαπαναγοί τηρούν στον μέγιστο βαθμό αυτά τα χαρακτηριστικά, έτσι και ήρθε η δημιουργία του χωριού. Στοιχεία για το χωριό και την ιστορία του διασώζονται από την Επανάσταση του 1821 και μετά. Με εξαίρεση την ιστορική υπόθεση πως μόνο μετά το 1461 κατόρθωσαν οι Τούρκοι να "πατήσουν" στην περιοχή, καθώς αυτό το έτος πραγματοποιήθηκε η μάχη στο Σαλμένικο και το "κάστρο της Ωριάς", η οποία ήταν και η τελευταία μεταξύ Οθωμανών και δυνάμεων του Δεσποτάτου του Μυστρά και της ελεύθερης Αχαΐας. Είναι όμως σίγουρο ότι οι Λαπαναγοί έχουν πολύ μεγαλύτερο χρονικό βάθος από τις διασωζόμενες γραπτές ιστορικές πηγές. Λαπαναΐτες όπως οι Σταμάτης Αλεξανδρής, Ιωάννης Δρούλιας ή Ανδρουλάκης, Δημήτρης Κορδάς, Αντώνης Αδαμόπουλος, Χρήστος Χριστόπουλος, Κωνσταντίνος Αλεξόπουλος, Γ. Κουφόγιωργας κ.ά. έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στην Επανάσταση του 1821.

Το 1827 η στρατιά του Ιμπραήμ συνέχιζε την καταστροφή τής Πελοποννήσου. Τότε ο Κολοκοτρώνης είχε φτάσει ως τους Λαπαναγούς και είχε δώσει εντολή στους τοπικούς οπλαρχηγούς να αντιμετωπίσουν τον Ιμπραήμ με κάθε τρόπο.

Ο έμπιστος φίλος του Κολοκοτρώνη και αγωνιστής, Κολιόπουλος, που ανέλαβε την τοπική περιοχή δεν περίμενε να τον κτυπήσουν οι Οθωμανοί γι' αυτό άλλωστε δεν ειδοποίησε για βοήθεια και τον Γενναίο που βρισκόταν στην Βοστίτσα[3]αλλά φτάνοντας κοντά στην "Καυκαριά" τον ειδοποίησαν ότι φτάνουν οι Οθωμανοί κι έδωσε εντολή να οχυρωθούν στον λόφο που ήταν δασώδης και απόκρημνος[2].

Στις 25 Αυγούστου εκείνου του χρόνου ο στρατός του Ιμπραήμ πέρασε και στρατοπέδευσε έξω από τους Λαπαναγούς με αρχηγούς τον Δελή Αχμέτ και τον Νενέκο. Το πρωί της επόμενης ημέρας, στις 26 Αυγούστου, οι Έλληνες αγωνιστές (1.000 Καλαβρυτινοί, 300 Αιγιώτες, 100 Λαπαναΐτες και 100 Σουλιώτες) με αρχηγούς τους Κολιόπουλο, Μελετόπουλο, Φωτομάρα, Φειζόπουλο, Ροδόπουλο, Παπανίκα, Πετιμεζά, Γιουρούκο και Λύκα, περίμεναν τον Τούρκικο στρατό στον λόφο "Λαγό" με ταμπούρια, των οποίων τα υπολείμματα σώζονται έως και σήμερα. Οι Έλληνες πήραν την νίκη λόγω της στρατηγικής τοποθεσίας που επέλεξαν. Έτσι οι Τούρκοι τράπηκαν σε άτακτη φυγή με 400 νεκρούς και 300 τραυματίες, ενώ οι Έλληνες άφησαν το πεδίο της μάχης με μόλις 3 νεκρούς και 10 τραυματίες[2]. Απόσπασμα αναφοράς του Δ. Μελετόπουλου προς το Γενικό Αρχιστράτηγο Ριχάρδο Τζορτζ, που την υπογράφουν και οι άλλοι συμμετάσχοντες στη μάχη οπλαρχηγοί, με ημερομηνία 28-8-1827, αναφέρει σχετικά με την ιστορική αυτή μάχη: «Εις τας 26 λοιπόν του βαδίζοντος, το πρωί, οι εχθροί εσκήνωσαν πλησίον του στρατοπέδου μας, 4.500 χιλιάδες όντες. Χθες εις τας 27 του ιδίου, ανατείλαντος του ηλίου, εκινήθησαν όλοι οι εχθροί, τοποθετήσαντες απέναντι ημών τα δύο κανόνια των. Εκρότησαν τα ταμπούρλα των, με τας σημαίας των και με τον συνήθη βαρβαρικόν αλαλαγμόν, άρχισαν να μας κτυπούν με ορμήν. Τότε οι ανδρείοι Έλληνες ήρχισαν πυρ κατ΄ αυτών και εις το τέλος τους λιθοβολούν και με πέτρας εφόνευσαν αρκετούς. Μη υποφέροντες πλέον οι βάρβαροι την ανδρείαν των Ελλήνων ετράπησαν εις δρομαίαν φυγήν, γενικήν και ως λέοντες οι Έλληνες επέπεσαν επ΄ αυτούς φονεύοντες άχρι των ορίων των ταμπουρίων των»

Αξίζει να αναφερθεί η τοπική παράδοση της περιοχής αναφέρει ότι πριν την μάχη οι Έλληνες πήραν μέρος στην λειτουργία του ναού της Αγίας Παρασκευής που με την βοήθεια της νίκησαν.

Όπως διηγούνταν παλιότεροι Λαπαναΐτες, φαίνονταν πάνω στο "Γουλά" κάποια Ελληνικά ταμπούρια καθώς και διάσπαρτα ανθρώπινα οστά στην περιοχή "Καυκαριά", ακόμα και μετά το 1900. Η νίκη στην Καυκαριά ήταν η τελευταία μεγάλη νίκη των Ελλήνων καθώς μετά από δύο μήνες πραγματοποιήθηκε η Ναυμαχία του Ναυαρίνου.

Περίοδος 1850-1920[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το χωριό των Λαπαναγών μετά την Επανάσταση του 1821 παρουσίασε σημαντική οικονομική ανάπτυξη. Αυτό τουλάχιστον δείχνουν τα πολλά διώροφα σπίτια που χτίστηκαν, μεταξύ 1850 - 1920, με πελεκητή πέτρα, καθώς το γεγονός ότι λειτουργούσε στο χωριό, μέχρι το 1930 περίπου, λαϊκή αγορά για τους κατοίκους του και τους κατοίκους των γύρω χωριών. Το 1865 πολλοί Λαπαναϊτες κατέβηκαν στην Εγλυκάδα Πατρών και εγκαταστάθηκαν εκεί ιδρύοντας ολόκληρο οικισμό. Το 1880 ένας μεγαλύτερος αριθμός μετοίκησε στην πεδινή Αιγιάλεια όπου ίδρυσαν το χωριό Κούμαρης[3]. Το χωριό σύντομα αποτέλεσε ανεξάρτητη κοινότητα και υπήρξε γενέτειρα του Γ. Σολωμού μετέπειτα Βουλευτή και Διοικητή του ΙΚΑ. Εκεί πήραν εκτάσεις από τον Διομήδη Πολυχρονιάδη και καλλιεργούσαν κυρίως σταφίδες πληρώνοντας του το γνωστό νόβελο. Από το 1900 και έως το 1980 περίπου οι περισσότερες οικογένειες κατέβηκαν στο Αίγιο και πιο συγκεκριμένα στον συνοικισμό "Μεσσηνέζη". Μια απ' αυτές ήταν η οικογένεια Δρούλια που είχε σταφιδεργοστάσιο στην παραλία. Γόνος της οικογένειας Δρούλια ήταν ο βουλευτής Αχαΐας Τάσης Δρούλιας. Παππούς του βουλευτή, ο Αναστάσιος Δρούλιας, διετέλεσε δήμαρχος Κερπινής πριν το 1900. Σήμερα οι περισσότεροι Λαπαναΐτες ζούνε στο Αίγιο ενώ στο χωριό μένουν μόνιμα ελάχιστες οικογένειες.

Την περίοδο της Κατοχής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την περίοδο της Κατοχής το χωριό αποτέλεσε εστία ισχυρής αντίστασης αποτέλεσμα της οποίας ήταν η πυρπόληση και η γενικότερη καταστροφή του τόπου (σφαγή αντρών και απώλειες περιουσιακών στοιχείων). Στις 17 Δεκεμβρίου πραγματοποιούνται εκδηλώσεις μνήμης στο χωριό με αφορμή την πυρπόληση του από τους Γερμανούς το 1943 λόγω της μάχης που δόθηκε κατά την διάρκεια της κατοχής (Μάχη της Γουργουμίσσας) που μετά την αφετηρία της στους Λαπαναγούς συνεχίστηκε στο γειτονικό Λεόντιο. Στις αρχές του Ιουλίου διοργανώνεται το ετήσιο Συναπάντημα των απανταχού Λαπαναϊτών ενώ στις 15 Αυγούστου γίνεται το πανηγύρι στο χωριό των Λαπαναγών που συγκεντρώνει πλήθος επισκεπτών.

Προσωπικότητες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αξίζει να αναφερθεί ακόμη, πως από τους Λαπαναγούς καταγόταν και μια σπουδαία προσωπικότητα της Εκκλησίας ο Αγαθάγγελος Γεωργιάδης. Ο Αγαθάγγελος Γεωργιάδης σπούδασε θεολογία στην Ελλάδα και φιλοσοφία στην Γερμανία (Μόναχο - Βερολίνο). Μετά τις σπουδές του υπηρέτησε ως σχολάρχης στην Αχαΐα. Το 1894 τον έστειλε η Ιερά Σύνοδος ως εφημέριο στην Πετρούπολη της Ρωσίας, όπου ανέπτυξε πλουσιότατη δράση και συνδέθηκε στενά με την τσαρική Αυλή. Το 1907 χειροτονήθηκε Επίσκοπος Θήρας όπου διακρίθηκε για το πλούσιο φιλανθρωπικό έργο του. Πέθανε το 1930. Από τους Λαπαναγούς ήταν και ο Δημήτρης Μίχος (ή Μίχου), έλληνας αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, αντιστασιακός και διοικητής του ΕΛΑΣ στην Πελοπόννησο.

Δημογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναφέρεται το χωριό στα 1700 στη βενετική καταγραφή Grimani ως "Apano Lagus" και βρέθηκε να κατοικείται από 28 οικογένειες, είχε δηλ. 176 κάτοικους[4].

Η δημογραφική εξέλιξη του χωριού σύμφωνα με τις εθνικές απογραφές είναι η εξής[5]:

έτος κάτοικοι
1830 86 οικογ. / 460 κατ.
1835 76 οικογ. / 463 κατ.
1844 622 κατ.
1848-1851 121 οικογ. / 681 κατ.
1861 690 κατ.
1879 733
1889 829
1896 750
1907 729
1920 213
1928 395
1940 355
1951 260
1961 200
1971 68
1981 46
1991 60
2001[6] 57
2011[1] 20

Αρχιτεκτονική του οικισμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τοπική αρχιτεκτονική του χωριού παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η κατασκευή των σπιτιών στηρίζεται εξ ολοκλήρου στην πέτρα, στην ιδιαίτερη επεξεργασία και στο δέσιμο της από τους παλιούς Λαπαναΐτες μάστορες. Το κτίριο στο οποίο αυτή η αρχιτεκτονική παρατηρείται καλύτερα είναι η παλιά εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, μια εκκλησία ιδιαίτερου αρχιτεκτονικού κάλλους που δυστυχώς επλήγη από τον καταστροφικό σεισμό του 1995 και έκτοτε παραμένει ανενεργή.Τα παραδοσιακά σπίτια των Λαπαναγών δεν ήταν δυνατόν να ξεφύγουν από το γενικό κανόνα που χαρακτηρίζει την αρχιτεκτονική των σπιτιών της ορεινής Αχαΐας. Το παραδοσιακό σπίτι έχει αυστηρά ορθογώνιο σχήμα με χαμηλωμένο κατώι και ανυψωμένο όροφο το ανώι. Σχεδόν όλα τα σπίτια είχαν χαγιάτι όπου κρεμούσαν κυδώνια και ρόδια. Το κατώι ήταν συνήθως χωρισμένο σε δύο μέρη και χρησιμοποιούνταν για την αποθήκευση των αγαθών και τη φύλαξη των ζώων. Το ανώι ήταν κύρια κατοικία. Αποτελούνταν στην πλειοψηφία των σπιτιών από τρία δωμάτια. Το ένα είναι το καθιστικό - τζάκι - μαγειρειό. Εκεί υπήρχε ένα κρεβάτι για το ανδρόγυνο και το "μπεσίκι" κούνια σκαλισμένη σε κορμό ελάτου όπου έβαζαν το μωρό. Υπήρχε ακόμα και ο σοφράς (χαμηλό τραπέζι) όπου έτρωγαν. Τα άλλα δωμάτια ήταν για φιλοξενία των ξένων. Η είσοδος στο ανώι γινόταν με εσωτερική σκάλα που αρχικά ήταν ξύλινη και αργότερα χτιστή σε καμάρα. Κάτω από την καμάρα ήταν η είσοδος στο κατώι. Κοντά στο σπίτι ήταν ο αχερώνας και στη χαμοκέλα ήταν ο φούρνος όπου η νοικοκυρά έψηνε το ψωμί και η "πουγάνα" όπου μαγειρευόταν το φαγητό.

Στους Λαπαναγούς όπως και σε άλλα κεφαλοχώρια συναντά κανείς σπίτια που θα χαρακτηρίζονταν πρωτοαστικά με περισσότερα δωμάτια όπου είναι συγκεντρωμένη όλη η οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα της οικογένειας. Τα σπίτια αν και ήταν πολύ παλιά ήταν σκεπασμένα με κεραμίδια. Μάλιστα μερικά είναι τριώροφα με κατώι, ανώι και όροφο. Το κύριο, αν όχι αποκλειστικό υλικό με το οποίο χτίστηκαν τα παραδοσιακά σπίτια είναι η πέτρα. Άλλωστε, ήταν ξακουστοί οι εξειδικευμένοι τεχνίτες πέτρας που δραστηριοποιούνταν στην περιοχή. Η λιτότητα της γραμμής και η σκληρότητα της πέτρας που λαξεύεται με επιμέλεια και δεξιοτεχνία, δίνουν την ομορφιά σε ένα παραδοσιακό σπίτι. Η χρήση ξύλου εντοπίζεται στα κουφώματα. Το κύριο συνδετικό υλικό είναι λάσπη ενισχυμένη με ασβέστη.

Αξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Γερακοβούνι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ιδιαίτερου κάλους αυτός γεωμορφολογικός σχηματισμός που δεσπόζει στην περιοχή των Λαπαναγών και στην προέκτασή του καταλήγει πάνω από την Μακελλαριά διακοπτόμενος από τον ποταμό Σελινούντα, πήρε το όνομά του του από τα γεράκια που κατοικούσαν εκεί από παλιά. Είναι ένας τεράστιος και επιβλητικός βράχος που υψώνεται σαν τείχος με μεγάλες διαστάσεις στα δυτικά των Λαπαναγών. Ο κύριος όγκος ξεκινάει από την όχθη του Σελινούντα, απέναντι από τη Μακελλαριά και ανεβαίνει με μέγιστο υψόμετρο τα 1000 μέτρα.

Στην μεριά των Λαπαναγών, το "Γερακοβούνι", με πάμπολλες πτυχώσεις, σχηματίζει με τις βροχές μικρούς καταρράκτες, ενώ τον χειμώνα δημιουργούνται παγοκρύσταλλοι, που μοιάζουν με σταλαγμίτες. Στο "Γερακοβούνι" υπάρχει και μεγάλο σπήλαιο το οποίο χρησιμοποιήθηκε κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας και της κατοχής ως καταφύγιο του άμαχου πληθυσμού των Λαπαναγών. Στο σπήλαιο υπήρχε και ναός, αφιερωμένος στην Παναγία, που ονομαζόταν "Παναγία η Καταφυγιώτισσα".

Το ιστορικό γεφύρι Γυφταπήδημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιδιαίτερη σημασία για την δημιουργία και την βιωσιμότητα του χωριού αποτέλεσε ο ποταμός Σελινούντας ο οποίος επέτρεπε την εποχή της ακμής των Λαπαναγών, την απαραίτητη καλλιέργεια των γύρω ορεινών εδαφών δίπλα στην κοίτη του, την τροφοδοσία των κατοίκων με πόσιμο νερό και την συντήρηση της κτηνοτροφίας. Έτσι περνώντας ο ποταμός Σελινούντας από την περιοχή των Λαπαναγών, σ' ένα σημείο μεταξύ των βράχων Μακελλαριάς και Γερακοβουνιού, στενεύει υπερβολικά και τα νερά του περνούν από στενό πλάτος 10 μέτρων. Το στενό αυτό λέγεται "Γυφταπήδημα", γιατί κατά την παράδοση το είχε πηδήσει γύφτος κυνηγημένος από τους Τούρκους.

Στο μέρος αυτό οι Λαπαναϊτες είχαν φτιάξει πέτρινο γεφύρι, που σώζεται ακόμα, για να επικοινωνούν με τη Μακελλαριά και τα κτήματά τους στην απέναντι πλευρά του Σελινούντα, στην τοποθεσία "Λευτεροχώρι", όπου βρίσκεται και το ονομαστό κεφαλόβρυσο "του Δεσπότη η Βρύση". Από αυτό το σημείο πέρασε τον Ιούνιο του 1827 ο Ιμπραήμ Πασάς, κατευθυνόμενος προς τα Καλάβρυτα με 13.000 στρατιώτες έχοντας ως οδηγό τον Νενέκο. Ο Ιμπραήμ έκανε μια στάση στη βρύση με το στρατό του και αφού περιηγήθηκε μαζί με το Νενέκο μέσα στο δάσος της "Κάνισκας". Έτσι η βρύση πήρε το όνομα της από το δεσπότη (εξουσιαστή, δυνάστη) Ιμπραήμ, μετά το πέρασμα του από εκεί. Μεταξύ δύο λόφων και δίπλα στον Σελινούντα, απλώνεται κάμπος που λέγεται "Λευτεροχώρι". Εκεί οι κάτοικοι του χωριού καλλιεργούσαν κηπευτικά λόγω της ύπαρξης νερού. Δεξιά και πίσω από τον κάμπο απλώνεται το δάσος της "Κάνισκας".

Ιερά Μονή Μακελλαριάς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ιερά Μονή Μακελλαριάς ιδρύθηκε το 532 μ.Χ. από το βυζαντινό στρατηγό Βελισσάριο και είναι ένα από τα παλιότερα μοναστήρια της περιοχής. Βρίσκεται απέναντι από το χωρίο Λαπαναγοί, στη δεξιά όχθη του Σελινούντα, χτισμένη σε μια βραχώδη τοποθεσία. "Εν τω μοναστήρι της Πελοποννήσου και των Καλαβρύτων της υπεραγίας Μακαλλαριτίσσης τω κτισθέντι ποτέ υπό Βελισσαρίου αρχιστρατήγου Ρωμαίων επί της βασιλείας Ιουστινιανού του Μεγάλου Κωνσταντινουπόλεως τω 532, ο παρών άρτιξ (=νάρθηξ) εκτίσθη...1805. Σεπτεμβρίου 1η." Σύμφωνα με την παράδοση, η αρχική ονομασία ήταν "Παναγία Λιθαριώτισσα", ή "Λιθοστρωτιώτισσα". Αργότερα ονομάστηκε "Μακελλαριά" και για την ονομασία του μοναστηριού υπάρχουν διάφορες εκδοχές. Επικρατέστερη είναι η εκδοχή σύμφωνα με την οποία η Μονή πολιορκήθηκε από τους Τούρκους το 1458 και παρά την σθεναρή αντίσταση των πολιορκούμενων που υποστήριζε ο οπλαρχηγός Γιάννος (εξ' ου και το τοπωνύμιο "Γιαννόκαμπος") οι Τούρκοι κυρίευσαν την Μονή και κατάσφαξαν τους μοναχούς. Το αίμα πλημμύρισε τα κελιά των μοναχών και κατόπιν τούτου το μοναστήρι ονομάστηκε "Μακελλαριά" (αίμα + κελλάρια). Μετά την καταστροφή της από τους Τούρκους ξαναχτίστηκε στη σημερινή του θέση και ανακαινίστηκε το 1784. Κάτω από το βράχο που είναι χτισμένη η Μονή βρίσκεται, εντός σπηλαίου, μικρός ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, όπου ο βράχος στην Αγία Τράπεζα στάζει νερό στο οποίο ο λαός αποδίδει ιαματική δύναμη. Κατά την διάρκεια της Επανάσταση του 1821 η Μονή προσέφερε υλική βοήθεια και αρκετοί μοναχοί αγωνίστηκαν εναντίον των Τούρκων. Μέσα στο μοναστήρι υπάρχουν δύο μικρές εκκλησίες, η Κοίμηση της Θεοτόκου (Καθολικό της Μονής) και η Αγία Τριάδα. Η Μονή γιορτάζει στις 15 Αυγούστου. Όπως ακριβώς και στα άλλα μοναστήρια της περιοχής, στη Μονή Μακελλαριάς φυλάσσονται ιερά κειμήλια ιδιαίτερα μεγάλης θρησκευτικής αλλά και πολιτιστικής αξίας. Ανάμεσα τους ξεχωρίζει η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της "Μακελλαρίτισσας", έργο βυζαντινής τέχνης.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 ΕΛ.ΣΤΑΤ. - Μόνιμος πληθυσμός της Ελλάδος. Απογραφή 2011
  2. Δήμος Καλαβρύτων, Ιστορία των Λαπαναγών
  3. Λουλούδης 2010, σελ. 558
  4. Λουλούδης 2010, σελ. 558
  5. Βλ. συγκεντρωτικά μέχρι το 2001 στο Λουλούδης 2010, σελ. 558
  6. Απογραφή 2001

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Θεόδωρος Η. Λουλούδης, Αχαΐα. Οικισμοί, οικιστές, αυτοδιοίκηση, Νομαρχιακή Επιχείρηση Πολιτιστικής Ανάπτυξης Ν.Α. Αχαΐας, Πάτρα 2010.