Λεοπάρδαλη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτό το λήμμα αφορά το σαρκοφάγο θηλαστικό γνωστό και ως πάνθηρας. Για άλλες χρήσεις του όρου "πάνθηρας", δείτε: Πάνθηρας (αποσαφήνιση).
Λεοπάρδαλη
Χρονικό πλαίσιο απολιθωμάτων:
Ύστερο Πλειόκαινο ή Κατώτερο Πλειστόκαινο- Σήμερα[1]
African leopard, Panthera pardus pardus, near Lake Panic, Kruger National Park, South Africa (19448654130).jpg
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 NT el.svg
Προ Απειλής (IUCN 3.1) [2]
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Θηλαστικά (Mammalia)
Τάξη: Σαρκοφάγα (Carnivora)
Οικογένεια: Αιλουρίδες (Felidae)
Γένος: Πάνθηρ (Panthera)
Είδος: P. pardus
Διώνυμο
Panthera pardus (Πάνθηρ ο πάρδος)
Λινναίος, 1758
Wiki-Panthera pardus.png

Η λεοπάρδαλη (Panthera pardus - Πάνθηρ πάρδος) ή απλά πάνθηρας είναι σαρκοφάγο θηλαστικό ζώο που ανήκει στις αιλουρίδες. Είχε κυνηγηθεί πολύ από το άνθρωπο για την όμορφή της γούνα, αλλά πλέον προστατεύεται με ειδικούς νόμους.[3] Ζει στην Αφρική και στην Ν. Ασία, ενώ παλαιότερα ζούσε και στην Ευρώπη, ακόμα και στην Ελλάδα, μέχρι και την Ισπανία.[4][5] Η λεοπάρδαλη ανήκει στο γένος Panthera, στο ίδιο γένος ανήκουν το λιοντάρι (Panthera leo), η τίγρη (Panthera tigris) και το τζάγκουαρ (Panthera onca).[6]

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το αγγλικό όνομα «leopard» προέρχεται από το παλαιό γαλλικό: leupart, που προέρχεται από το λατινικά: leopardus και απο το αρχαίο ελληνικό: λέοπάρδος (λέων + πάρδος).[7][8] Το γενικό όνομα Πανθέρα (Panthera) προέρχεται απο το λατινικό: panthera, το οποίο αναφέρεται σε ένα δίχτυ κυνηγιού άγριων θηρίων που χρησιμοποιήθηκε από τους Ρωμαίους σε μάχες.[9] Το φωνητικά παρόμοιο σανσκριτικό: pândara σημαίνει ωχροκίτρινο, υπόλευκο ή λευκό.[10] Το λατινικό όνομα pardus αναφέρεται σε έναν αρσενικό πάνθηρα.[11] Η λέξη pardus πιστεύεται ότι προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό: παρδαλωτός που σημαίνει "με κηλίδες".[12]

Χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πάνθηρας ή λεοπάρδαλη έχει μήκος σώματος κοντά στα 2,1 μέτρα, με την ουρά να καταλαμβάνει τα 90 εκ. Τα αρσενικά ζυγίζουν από 37 εως 90 kg με ύψος 60 εως 70 cm, ενώ τα θηλυκά είναι ελαφρύτερα, ζυγίζοντας από 28 εως 60 kg κιλά με ύψος 57 εως 64 cm.[13][14] Παρότι Θεωρείται το μικρότερο από τα τέσσερα μεγάλα αιλουροειδή του γένους panthera (Λιοντάρι, Τίγρης, Ιαγουάρος, Λεοπάρδαλη), είναι το δυνατότερο αναλογικά με το μέγεθος και το βάρος του (εάν δηλαδή είχαν όλα τα παραπάνω υπόείδη το ίδιο σωματικό βάρος και μέγεθος, η λεοπάρδαλη θα υπερτερουσε σε σωματική (μυϊκή) δύναμη).

Συνήθως, οι λεοπαρδάλεις είναι μεγαλύτερες σε περιοχές όπου βρίσκονται στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας, χωρίς περιορισμό του ανταγωνισμού από μεγαλύτερους θηρευτές όπως το λιοντάρι και η τίγρη.[15] Ορισμένες λεοπαρδάλεις στη Βόρεια Αφρική υποτίθεται ότι ήταν τόσο μεγάλες όσο τα Βερβερικά λιοντάρια. Το 1913, μια εφημερίδα της Αλγερίας ανέφερε ότι μια σκοτωμένη λεοπάρδαλη φαίνεται να υπολογίστηκε περίπου στα 275 εκατοστά συνολικού μήκους.[16] Προς σύγκριση, τα μεγέθη των αρσενικών λιονταριών κυμαίνονται απο 266 εως 311 cm από το κεφάλι μέχρι το τέλος της ουράς.[17]

Η ταχύτητα του εν λόγω αιλουροειδους φτάνει μέχρι και τα 58 χλμ. την ώρα, ενώ έχει επιπλέον την ικανότητα να πραγματοποιεί άλματα μήκους έως και 6 μέτρων. Ο συνδιασμος δύναμης, ταχύτητας αλλά κυρίως η εξαιρετική ικανότητα του συγκεκριμένου είδους να κινείται εντελώς αθόρυβα χωρίς να γίνεται αντιληπτό από τα πιθανά θηράματα του, όπως και μοναδική δυνατότητα του (σε σχέση με τα υπόλοιπα είδη αιλουροειδων του γένους panthera) να σκαρφαλώνει με ευκολία και να κινείται πάνω στα δέντρα και τα κλαδιά αυτών, καθιστούν τη λεοπάρδαλη ή πάνθηρα έναν από τους ικανοτερους και πιο επιτυχημένους θηρευτές του ζωικού Βασιλείου.[18]

Όσον αφορά τα εξωτερικά χαρακτηριστικά τους, το τρίχωμα των πανθήρων μπορεί να έχει δύο χρώματα: να είναι μαύρο (τα άτομα αυτού του είδους είναι γνωστοί και ως μαύροι πάνθηρες, ή πάνθηρες σκέτο), ή σκούρο κίτρινο, με μαύρες κηλίδες που στο κέντρο τους έχουν κίτρινο.[6]

Η λεοπάρδαλη ζευγαρώνει όλη την διάρκεια του χρόνου. Η εγκυμοσύνη διαρκεί γύρω στις 100 μέρες, και στο τέλος το θηλυκό γεννάει απο 2 εώς 4 μικρά (συνήθως 3), τα οποία αρχικά είναι τυφλά. Τα μικρά μένουν με τους γονείς τους μέχρι να ενηλικιωθούν.[4]

Υποείδη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αραβική λεοπάρδαλη, ιθαγενής στην Αραβική Χερσόνησο.

Όταν ο Κάρολος Λινναίος δημοσίευσε την περιγραφή μιας λεοπάρδαλης το 1758 τα τότε 27 υποείδη λεοπάρδαλης περιγράφονταν από φυσιοδίφες από το 1794 ως το 1956. Μετά το 1996, σύμφωνα με ανάλυση DNA, κατά τη δεκαετία του 1990, μόνο οκτώ από τα 27 υποείδη θεωρήθηκαν έγκυρα. Αργότερα όμως μία ανάλυση αποκάλυψε κι ένα ένατο έγκυρο υποείδος, την Αραβική λεοπάρδαλη κι έκτοτε, μετά από μελέτες κρανίων αποκαλύφθηκαν άλλα δύο υποείδη.[19]

Τα εννέα αναγνωρισμένα υποείδη λεοπάρδαλης:[6]

Μετά από μία μορφολογική ανάλυση κρανίων λεοπάρδαλης θεωρήθηκαν έγκυρα δύο ακόμα υποείδη λεοπάρδαλης:

Τα τρία παρακάτω αφρικανικά υποείδη θεωρούνταν έγκυρα μέχρι το 1996. Έκτοτε αναγνωρίζονται ως εκπρόσωποι του υποείδους (P. p. pardus):

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Historical biogeography of the leopard (Panthera pardus) and its extinct Eurasian populations». BMC (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 14 Ιανουαρίου 2020. 
  2. Breitenmoser, U., Breitenmoser-Wursten, C., Henschel, P. & Hunter, L. (2008). Panthera pardus. 2008 IUCN Red List of Threatened Species. IUCN 2008. Retrieved on 9 October 2008.
  3. Williams, Samual T.; Williams, Kathryn S.; Lewis, Bradley P.; Hill, Russell A. (2017-04-19). «Population dynamics and threats to an apex predator outside protected areas: implications for carnivore management». Royal Society Open Science 4 (4). doi:10.1098/rsos.161090. ISSN 2054-5703. PMID 28484625. PMC 5414262. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC5414262/. 
  4. 4,0 4,1 «leopard | Description, Habitat, & Facts». Encyclopedia Britannica (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 12 Ιανουαρίου 2020. 
  5. Ghezzo, Elena; Rook, Lorenzo. «The remarkable Panthera pardus (Felidae, Mammalia) record from Equi (Massa, Italy): taphonomy, morphology, and paleoecology» (στα αγγλικά). Quaternary Science Reviews 110: 131–151. ISSN 0277-3791. https://www.academia.edu/10193221/The_remarkable_Panthera_pardus_Felidae_Mammalia_record_from_Equi_Massa_Italy_taphonomy_morphology_and_paleoecology. 
  6. 6,0 6,1 6,2 «A revised taxonomy of the Felidae» (PDF). 
  7. «Origins : a short etymological dictionary of modern English : Partridge, Eric, 1894-1979 : Free Download, Borrow, and Streaming». Internet Archive (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 11 Αυγούστου 2020. 
  8. «A Latin Dictionary : Not Available : Free Download, Borrow, and Streaming». Internet Archive (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 11 Αυγούστου 2020. 
  9. «A Latin Dictionary : Not Available : Free Download, Borrow, and Streaming». Internet Archive (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 11 Αυγούστου 2020. 
  10. Macdonell, Arthur Anthony (1929). «A Practical Sanskrit Dictionary with Transliteration, Accentuation, and Etymological Analysis Throughout». dsalsrv04.uchicago.edu. Ανακτήθηκε στις 11 Αυγούστου 2020. 
  11. «A Latin Dictionary: Pardus». Internet Archive (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 11 Αυγούστου 2020. 
  12. «A Greek-English lexicon : Liddell, Henry George, 1811-1898 : Free Download, Borrow, and Streaming». Internet Archive (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 11 Αυγούστου 2020. 
  13. Estes, Richard (1991). The behavior guide to African mammals : including hoofed mammals, carnivores, primates. Berkeley : University of California Press. 
  14. Nowak, Ronald M.; Walker, Ernest Pillsbury (29 Ιουλίου 1999). Walker's Mammals of the World. JHU Press. ISBN 978-0-8018-5789-8. 
  15. Brakefield, Tom. Big Cats. Voyageur Press. ISBN 978-1-61060-354-6. 
  16. Alfred E. Pease (Alfred Edward), Sir (1913). Book of the lion. London : John Murray, Albemarle Street, W. 
  17. Kingdon, Jonathan; Happold, David (23 Μαΐου 2013). Mammals of Africa. A&C Black. ISBN 978-1-4081-8996-2. 
  18. «Catfolk Species Accounts: Leopard (Panthera pardus) [Sub-Sahara Africa]». web.archive.org. 22 Φεβρουαρίου 2014. Ανακτήθηκε στις 12 Ιανουαρίου 2020. 
  19. «Mammal Species of the World - Browse: pardus». www.departments.bucknell.edu. Ανακτήθηκε στις 12 Ιανουαρίου 2020.