Λας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 36°43′39″N 22°30′16″E / 36.72750°N 22.50444°E / 36.72750; 22.50444

Η τοποθεσία της Λα στην Πελοπόννησο, στον Λακωνικό κόλπο, κοντά στο σημερινό Άνω Βαθύ Λακωνίας

Ο Λας, ή η Λάας, ή η Λα(*), ήταν μία συνεχώς ακμάζουσα ελληνική πόλη από τους προϊστορικούς χρόνους μέχρι τους βυζαντινούς. Βρισκόταν ΝΔ του μυχού του Λακωνικού Κόλπου, περίπου 8 χλμ. ΝΔ από το Γύθειο, κοντά στο σημερινό Άνω Βαθύ, όπου το σημερινό Χοσιάρι αποτελούσε το λιμάνι της πόλης.
(*) Ο Όμηρος την αποκαλεί "Λάαν", στους Θουκυδίδη, Παυσανία αναφέρεται ως "ο Λας" και στους Στράβωνα και Στέφανο τον Βυζάντιο ως "η Λα"

Η Λάας στον Όμηρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Λάας ήταν η αξιολογότερη από όλες τις προϊστορικές πόλεις της Λακωνίας. Η σημασία και η αίγλη της πόλης ήταν ισότιμες με όλες τις υπόλοιπες της Λακεδαίμονος που αναφέρονται στην Ιλιάδα από τον Όμηρο. Στην συγκεκριμένη δε περιοχή είναι η κυρίαρχη πόλη μαζί με το Οίτυλο.

Οἳ δ᾽ εἶχον κοίλην Λακεδαίμονα κητώεσσαν,
Φᾶρίν τε Σπάρτην τε πολυτρήρωνά τε Μέσσην,
Βρυσειάς τ᾽ ἐνέμοντο καὶ Αὐγειὰς ἐρατεινάς,
οἵ τ᾽ ἄρ᾽ Ἀμύκλας εἶχον Ἕλος τ᾽ ἔφαλον πτολίεθρον,

οἵ τε Λάαν εἶχον ἠδ᾽ Οἴτυλον ἀμφενέμοντο,

ΙΛΙΑΔΟΣ - ΡΑΨΩΔΙΑ Β΄(στίχοι : 581-585)

Ο Λας στον Παυσανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά από το Γύθειο, ο περιηγητής Παυσανίας (Λακωνικά ΧΙV.6-11, & XXV.1-10), φτάνει στον Λάα, τον οποίο ορίζει σαφώς «Τά δε εν δεξιά Γυθείου Λας εστί», παρατηρώντας από ξηρά. Η απόσταση της από το Γύθειο που αναφέρει, 40 στάδια (1 στάδιο=185 μέτρα), ταυτίζεται σε ευθεία με τη σημερινή θέση που έχει αποδοθεί για την ακρόπολη. Την εποχή εκείνη φαίνεται πως ο Λας κάλυπτε την ευρύτερη περιοχή, όπου σήμερα υπάρχουν τα χωριά Καρβελάς, Σκαμνάκι, Χωσιάριον και Αγερανός, με κέντρο την ακρόπολη όπου το κάστρο τού Πασσαβά. (που κτίσθηκε αργότερα), ενώ από την πλευρά της θάλασσας έφτανε μέχρι τους όρμους Βαθύ (παραλία Μαυροβουνίου) και Κάτω Βαθύ.

Τοποθεσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην κορυφή του όρους Ασία ή Ασέα, απόληξη παραφυάδας του Ταϋγέτου που σήμερα ονομάζεται λόφος του Πασσαβά βρισκόταν η αρχαία πόλη Λας. Αργότερα ενώ εκεί παρέμεινε η ακρόπολη της πόλης, αυτή επανιδρύθηκε ανάμεσα σε τρεις μικρούς λόφους της ίδιας περιοχής. Κατά την φραγκοκρατία το 1254 στο σημείο της ακρόπολης κτίσθηκε το κάστρο του Πασσαβά γύρω από το οποίο ιδρύθηκε η ομώνυμη Βαρωνία που αποτελούσε και τη μοναδική από ξηράς είσοδο στην Μάνη, ενώ το όνομα Πασσαβά δόθηκε και στη μία εκ των τεσσάρων επαρχιών που χωρίσθηκε τότε η Μάνη.

Ιστορικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη δωρική γλώσσα "λάας" σημαίνει λίθος. Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, την πόλη ίδρυσαν άνθρωποι που δημιουργήθηκαν από τους λίθους που έριχναν ο Δευκαλίων και η Πύρρα μετά τον ομώνυμο κατακλυσμό.

Πλησίον της πόλης, στο Αεράεινον (σημερινό χωριό Αγερανός), αναφέρεται από τον Παυσανία ότι υπήρχε ο τάφος του ιδρυτή της πόλης. Σύμφωνα με τον μύθο, ο ήρωας Λας δολοφονήθηκε από τον Αχιλλέα όταν είχε κατέβει στη Λακωνία ως μνηστήρας της Ωραίας Ελένης. Στην ανάμειξη αυτή ηρώων και μύθων σαφώς καταδεικνύεται η κάθοδος των Δωριέων στη περιοχή όπου ο Αχιλλέας ως μυθικός βασιλεύς της Φθιώτιδας φθάνει στη Λακωνία στην οποία και απαντώνται πολλά ιερά προς τιμή του καθώς και της Θέτιδας και του Νηρέα, ιδιαίτερα δε στους ρωμαϊκούς χρόνους. Ο Παυσανίας αφιερώνει αρκετά στην περιγραφή τής πόλης (ναούς, ιερά) και της περιοχής (ποτάμια, πηγές).

Κατά τη γεωμετρική εποχή η αρχική πόλη Λας φαίνεται να εγκαταλείφθηκε και να επανιδρύθηκε σε τοποθεσία μεταξύ των βουνών Ασία (Πασσαβάς), Ίλιον (Μαστρολέου) και Κνακάδιον (Ταρμπολιάς). Δεν μπορούμε παρά να συνδέσουμε και την επίσης αρχαία και γειτονική με τον Λας πόλη Ασίνη. Η σημερινή περιοχή Καμμάρες αποτελούσε ανέκαθεν αναπόσπαστο μέρος της πόλης Λας, που έφτανε μέχρι το ιερό του Διός στις εκβολές του ποταμού Σκύρα. Κεντρικό σημείο αποτελούσε το Αεράινον (Αγερανός), επειδή σε αυτό υπήρχε ο τάφος του οικιστή της πόλης, με το ομώνυμο όνομα Λας. Στην ευρύτερη γεωγραφική επικράτεια του Λα ανήκε όλη η παραθαλάσσια περιοχή από το χωριό Μαυροβούνιο μέχρι και το Σκουτάρι]]. Σε κάποια κείμενα την βρίσκουμε να ονομάζεται Amathea.

Στην ακρόπολη του Λα υπήρχε ιερό αφιερωμένο στην Αθηνά Σώτηρα. Κατά τον Παυσανία, το ιερό της Αθηνάς Ασίας ίδρυσαν οι Διόσκουροι, Κάστωρ και Πολυδεύκης, όταν επέστρεψαν από την Αργοναυτική εκστρατεία, ενώ ονομάζονται και "Λαπέρσες" σύμφωνα με αναφορά τού Στράβωνα (Η΄ V3), επειδή κατέλαβαν την πόλη. Εκ της περίεργης αυτής πληροφορίας του Στράβωνα καθίσταται φανερό ότι οι Διόσκουροι υπήρξαν κατ΄ αρχήν θεοί και ήρωες προελληνικοί που μεταδόθηκε αργότερα η λατρεία τους στους Έλληνες και ιδιαίτερα από τους Δωριείς. Είναι δε γνωστό ότι οι Δωριείς της Σπάρτης είχαν επιδοθεί σε σκληρούς αγώνες για την υποταγή των Μυκηναϊκών θέσεων. Ομοίως καθίσταται φανερό ότι η Λας άκμαζε ήδη πριν την κατάληψή της από τους Διόσκουρους, λαμβάνοντας την προσαγόρευση "Λαπέρσαι" και συνεπώς πριν την Αργοναυτική εκστρατεία. Επίσης και ο Ποσειδώνας ετιμάτο σε ναό που ίδρυσε ο Οδυσσέας επιστρέφοντας από την Τροία.
Από τα χρόνια του βασιλιά Μενελάου ως και τα πρώτα χρόνια του τυράννου Νάβη (207-192 π.Χ.), ο Λας υπαγόταν στη δικαιοδοσία της Σπάρτης, και οι κάτοικοί της ανήκαν στους Περίοικους. Με αφορμή τα σκληρά μέτρα τού Νάβη στην τάξη των ευγενών Σπαρτιατών πολιτών, οι τελευταίοι κατέφυγαν στον Λα για να σωθούν.

Αργότερα 24 λακωνικές - επί το πλείστον παραθαλάσσιες - πόλεις που ήθελαν να απαλλαγούν από τον Νάβη, αποσπάστηκαν από τη Σπάρτη, το 198 π.Χ., και αποτέλεσαν μία ομοσπονδία που ονομάστηκε Κοινό των Λακεδαιμονίων. Το κοινό αυτό αργότερα, το 22 π.Χ. αναδιοργανώθηκε από τον Αύγουστο υπό το όνομα Κοινόν των Ελευθερολακώνων στο οποίο περιλαμβάνονταν 18 πόλεις. Στην ομοσπονδία αυτή ανήκε ο Λας καθώς και οι γειτονικές πόλεις Γύθειο, Οίτυλο και η/ο Πύρριχος, μιά εξίσου αρχαία πόλη, ίσως και προγενέστερη από τον Λα.

Από τα νομίσματα της πόλης επιβεβαιώνεται η ύπαρξη και η ακμή της μέχρι στον 3ο μ.Χ. αιώνα. Η επιδρομή των Βανδάλων με τον Γιζέριχο πιθανόν να είναι η κύρια αιτία καταστροφής της πόλης, που συμπληρώθηκε από άλλες επιδρομές εναντίον των περιοχών της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Επίσης ο καταστρεπτικός σεισμός του 375 μ.Χ. που έπληξε το Λακωνικό κόλπο και το Γύθειο πρέπει να καταβύθισε μέρος του λιμανιού του Λα, όχι όμως και την ίδια την πόλη, η οποία βρισκόταν στην ενδοχώρα. Η ντόπια παράδοση λέει πως ο σεισμός εκείνος καταβύθισε την πόλη και πήρε μαζί 20.000 ανθρώπους.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Στράβωνος Πελοποννησιακά», εκδόσεις Κάκτος
  • «Ιστορία Μάνης», του Ανάργυρου Κουτσιλιέρη, εκδόσεις Παπαδήμα
  • «Παυσανίου Λακωνικά», του Iωάννη Β.Βίγλα, εκδόσεις Μοριάς

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]