Λάκι Λουτσιάνο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Λάκι Λουτσιάνο
LuckyLucianoSmaller.jpeg
Γέννηση Salvatore Lucania
24 Νοεμβρίου 1897
Λερκάρα Φρίντι, Σικελία, Ιταλία
Θάνατος 26 Ιανουαρίου 1962 (65 ετών)
Νάπολη, Ιταλία
Αιτία θανάτου Έμφραγμα του μυοκαρδίου
Υπηκοότητα Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και Ιταλία
Ιδιότητα Εγκληματίας, γκάνγκστερ, λαθρέμπορος οινοπνευματωδών ποτών
Κατηγορίες εγκλήματος Προαγωγός κυκλώματος πορνείας
Επικεφαλής της μαφίας
Διακίνηση ναρκωτικών
Ποινή εγκλήματος 1-2 έτη
Υπογραφή
Lucky Luciano signature.svg

Ο Λάκι Λουτσιάνο (Charles "Lucky" Luciano, 24 Νοεμβρίου 1897 - 26 Ιανουαρίου 1962), γεννημένος ως Σαλβατόρε Λουκάνια (Salvatore Lucania)[1], ήταν Σικελός γκάνγκστερ. Ο Λουτσιάνο θεωρείται ο πατέρας του σύγχρονου οργανωμένου εγκλήματος στις Η.Π.Α., μοιράζοντας τη Νέα Υόρκη σε πέντε διαφορετικές οικογένειες της Μαφίας και ιδρύοντας την πρώτη Επιτροπή. Επίσης είχε καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη του Εθνικού Συνδικάτου Εγκλήματος στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η δράση του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σαλβατόρε Λουκάνια γεννήθηκε στις 24 Νοεμβρίου του 1897 στη Σικελία ως ένα από τα πέντε παιδιά ενός ανθρακωρύχου και της συζύγου του. Η φτώχεια ώθησε τη φαμίλια να μεταναστεύσει στον Νέο Κόσμο το 1906, με τον Σαλβατόρε να μεγαλώνει στο Μανχάταν και να πιάνει αμέσως «δουλειά». Χωρίς να μιλά αγγλικά, το σχολείο φάνταζε γι’ αυτόν πολυτέλεια, γι’ αυτό και αποφάσισε να μάθει πώς να επιβιώνει στους δρόμους της υποβαθμισμένης συνοικίας του Μανχάταν όπου ζούσε. Στα δέκα του συνελήφθη για πρώτη φορά για µικροκλοπές, ενώ ξεκίνησε και το πρώτο δίκτυο «προστασίας»: για µία-δύο δεκάρες συνόδευε τους Εβραίους συµµαθητές του που συχνά έπεφταν θύµατα αντισηµιτικής βίας. Από τη δράση του αυτή γνώρισε ένα εβραιόπουλο, τον επίσης δεκάχρονο Μάγερ Λάνσκι, ο οποίος ξυλοκοπούσε αυτούς που τον πείραζαν. Το αποτέλεσµα ήταν τα δύο 10χρονα αγόρια, ο Σικελός και ο Εβραίος, να γίνουν αδελφικοί φίλοι. Στην ισόβια συνεργασία τους στηρίχτηκε σε µεγάλο βαθµό η γιγάντωση της υπερατλαντικής «Κόζα Νόστρα».

Ο Λουκάνια εγκατέλειψε οριστικά τις σχολικές περιπέτειες το 1914 για να εμπλακεί με ακόμη μεγαλύτερη προσήλωση στο έγκλημα. Την ώρα που έπιασε δουλειά ως πωλητής σε πιλοποιείο, οργάνωνε αργά αλλά σταθερά την άνοδό του στην ιεραρχία του οργανωμένου εγκλήματος. Ο έφηβος πια Λουτσιάνο γνωρίζεται αυτή την εποχή και με τον άλλο παντοτινό συνεργάτη του, τον επίσης Εβραίο μικροκακοποιό Μπέντζαμιν «Μπάγκσι» Σίγκελ, με τη ζοφερή τριανδρία να πιάνει δουλειά στο συνδικάτο εγκλήματος του «νονού» Τζουζέπε Μασερία («Τζο το Αφεντικό»).

Το 1916 βρίσκει τον 19χρονο Λουκάνια ηγέτη της θρυλικής συµµορίας των Five Points, αλλά και «απόφοιτο» του αναµορφωτηρίου, όπου είχε καταλήξει για υπόθεση ναρκωτικών καθώς πιάστηκε να πουλά ηρωίνη. Η αστυνοµία προσπάθησε να τον εµπλέξει σε σειρά τοπικών ξυλοδαρµών και φονικών, αλλά οι υποθέσεις δεν έφτασαν ποτέ στο δικαστήριο. Έτσι, η φήµη του ως «σκληρού» µεγάλωνε συνέχεια στη Νέα Υόρκη. Όπως και για τις άλλες τοπικές µαφίες, έτσι και για τις συµµορίες του «Μεγάλου Μήλου» η ποτοαπαγόρευση του 1919 υπήρξε θεόσταλτο δώρο. Ο Λουκάνια µε την παρέα του –ανερχόµενους νεαρούς µαφιόζους σαν τον Μπάγκσι Σίγκελ, τον Φρανκ Κοστέλο και τον Βίτο Τζενοβέζε– έπεσαν µε τα µούτρα στο λαθρεµπόριο ουίσκι και σύντομα ξεπήδησαν από την περιπέτεια ως απόλυτοι κυρίαρχοι στην παράνομη προμήθεια αλκοόλ σε ολόκληρη την Ανατολική Ακτή[2].

Οι επιτυχίες του τον έφεραν σύντοµα στην κορυφή της ισχυρότερης «φαµίλιας» στη χώρα, µε «αρχινονό» τον Μασερία: εκείνος όµως απεχθανόταν τους Σικελούς και προσπάθησε το 1929 να βγάλει τον φιλόδοξο «ντον» από τη µέση. Τότε βαπτίστηκε ο Λουκάνια «Τυχερός Λουτσιάνο»: αν και οι µπράβοι του Μασερία τον ξυλοκόπησαν ανελέητα και τον µαχαίρωσαν στο πρόσωπο πάνω από δέκα φορές, εκείνος επέζησε µε µερικές ουλές και ένα ισοβίως «κρεµασµένο» µάτι. Όταν αργότερα θα γινόταν Κάπο, οι ουλές του και το μάτι θα γίνονταν συνώνυμα του τρόμου[3]. Επίσης επέζησε από «απαγωγή» όταν άγνωστοι τον έβαλαν σε ένα αμάξι και τον βασάνισαν και σύμφωνα με τις πηγές ήταν η οικογένεια ενός αστυνομικού, του οποίου η κόρη είχε ερωτευτεί τον Λουτσιάνο. Ο ίδιος όχι μόνο δεν αντιπαθούσε το παρατσούκλι του αλλά διέδωσε το θρύλο του λέγοντας συχνά ότι ήταν το μόνο μέλος της Μαφίας που «πήγε βόλτα» (εννοώντας την απαγωγή) και επέστρεψε ζωντανός[4].

Η άνοδος στην εξουσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο τρόπος που ανέβηκε στην εξουσία ο Λουτσιάνο ήταν εξίσου κινηματογραφικός και συνέτεινε στη μεγάλη του φήμη. Για να πετύχει το σκοπό του σκότωσε διαδοχικά δύο Κάπο των Τζενοβέζε. Αρχικά συµµάχησε µυστικά µε τον δεύτερο σε ισχύ «νονό» Σαλβατόρε Μαραντζάνο στον αιµατηρό εµφύλιο «πόλεµο των Καστελαµαρέζε» που κράτησε δύο χρόνια. Τον Απρίλιο του 1931, ο Λουτσιάνο µαζί µε τον Σίγκελ εκτέλεσαν τον Μασερία σε µία συνάντηση και πλέον ο Λουτσιάνο ήταν το Νο 2 της υπερσπείρας, πίσω μόνο από τον Μαρατζάνο. Ο αρχινονός Μαραντζάνο σύντομα τον είδε ως απειλή και έβαλε να τον βγάλουν από τη μέση, αλλά ο Λουτσιάνο τον πρόλαβε. Το Σεπτέμβριο του 1931, ο Λουτσιάνο έστειλε εκτελεστές ντυμένους σαν πράκτορες του FBI, μπήκαν στο κτήριο του Μαραντζάνο χωρίς να συναντήσουν αντίσταση και τον δολοφόνησαν μαζί με το συνεργάτη του. Έτσι ο Λουτσιάνο απέκτησε τον απόλυτο έλεγχο. Μαζί µε τον Αλ Καπόνε στο Σικάγο, ήταν πλέον οι βασιλιάδες του οργανωµένου εγκλήµατος: το αλκοόλ νοµιµοποιήθηκε και πάλι, αλλά η πορνεία, τα ναρκωτικά, η προστασία, η τοκογλυφία και ο τζόγος παρέµειναν «δοβλέτια» της Μαφίας.

Όπως και ο Αλ Καπόνε, ο «Σηµαδεµένος», έτσι και ο Λουτσιάνο δεν ήταν συµβατικός αρχινονός: υπό την ηγεσία του κατέρρευσαν τα εθνικά κριτήρια «στρατολόγησης» και η Μαφία έπαψε να είναι ιταλική υπόθεση. Ταυτόχρονα, οι δύο γκάνγκστερ άρχισαν να χρησιµοποιούν τα συσσωρευµένα πλούτη τους για να αγοράσουν πολιτική επιρροή, να διεισδύσουν στα εργατικά συνδικάτα (λιµενεργάτες, φορτηγατζήδες, αχθοφόροι κ.ά.) και για να κρατήσουν µακριά τους τις λαβίδες του νόµου: είναι χαρακτηριστικό πως το νεοσυσταθέν FBI του Τζέι Εντγκαρ Χούβερ δεν ασχολήθηκε καθόλου µε τη Μαφία, προτιµώντας να καταδιώκει και να δολοφονεί µεµονωµένους ληστές τραπεζών σαν τον Ντίλινγκερ και το ζεύγος Μπόνι και Κλάιντ.

Ο Λάκι Λουτσιάνο μεταμόρφωσε τη Μαφία από συμμορία κακοποιών σε πανεθνική οργάνωση βασισμένη σε νόμιμες επιχειρήσεις-βιτρίνα. Ο ιταλικής καταγωγής αμερικανός «νονός» του οργανωμένου εγκλήματος έμελλε να περάσει στα εγκληματολογικά κιτάπια ως ο απόλυτος αρχιτέκτονας του σύγχρονου οργανωμένου εγκλήματος, ενορχηστρώνοντας τη στροφή του υπόκοσμου σε νόμιμη πια εμπορική δραστηριότητα. Κι έτσι η μοντέρνα πλέον αμερικανική Μαφία μεταμορφώθηκε οργανωτικά και επιχειρησιακά μέσα σε μία νύχτα κάτω από τη σιδηρά και αιμοβόρα ηγεσία του Τσαρλς Λουτσιάνο, ο οποίος μοίρασε στις λεγόμενες Πέντε Οικογένειες ολόκληρη την πόλη της Νέας Υόρκης, στήνοντας τον θρύλο της υπερατλαντικής Κόζα Νόστρα. Πλέον, ο Λάκι Λουτσιάνο ζούσε βασιλικά: διέμενε στο υπερπολυτελές συγκρότημα Waldolf Towers της Νέας Υόρκης (με ψευδώνυμο Τσαρλς Ρος) και με το άφθονο παραδάκι του περνούσε άνετα για τον μεγαλοεπιχειρηματία που παρίστανε πως ήταν, κάτι που επιβεβαίωναν τα πανάκριβα κοστούμια του αλλά και ο σοφέρ που τον περίμενε νύχτα μέρα έξω από το κατώφλι του[5].

Η φυλάκιση και η απέλαση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φωτογραφία του Λάκι Λουτσιάνο από την Αστυνομία της Νέας Υόρκης (1931)

Η παναµερικανική πλέον φήµη και ισχύς των «νονών» έγινε µπούµερανγκ και η πολιτική τους ασπίδα δεν µπόρεσε να τους σώσει. Την περίοδο του Μεσοπολέμου ό,τι είχε σχέση με πορνεία, ναρκωτικά, παράνομα στοιχήματα και εμπόριο όπλων ήταν στα χέρια του Λουτσιάνο μέχρι που φυλακίστηκε, το 1936, όταν καταδικάστηκε σε 30 χρόνια κάθειρξη ως προαγωγός σε κύκλωμα πορνείας. Όμως και μέσα από τη φυλακή ήταν αυτός που κινούσε τα νήματα.

Το ξέσπασµα του Β’ Παγκοσµίου Πολέµου ήταν «βάλσαµο» για τον έγκλειστο «νονό», ο οποίος ήλεγχε µέσω των διεφθαρµένων συνδικαλιστών λιµάνια και εργοστάσια. Στις 9 Φεβρουαρίου του 1942, στην προβλήτα 88 του λιμανιού της Νέας Υόρκης, τυλίχθηκε στις φλόγες το οπλιταγωγό Normandie, ένα υπερπολυτελές υπερωκεάνιο που είχε στρατολογηθεί για τις ανάγκες του πολέμου, με σκοπό να μεταφέρει 10.000 στρατιώτες στην εμπόλεμη ζώνη. Μετά τη φωτιά που ξέσπασε, οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες θορυβήθηκαν, καθώς υπήρχαν υποψίες ότι μπορεί να ήταν σαμποτάζ από πράκτορες των ναζί. Το λιμάνι της Νέας Υόρκης ήταν το σημαντικότερο λιμάνι ανεφοδιασμού των Η.Π.Α. Οι Αρχές δεν μπορούσαν να ρισκάρουν περαιτέρω. Έπρεπε να βρουν κάποιον τρόπο να ελέγξουν τις αποβάθρες από τυχόν διαρροές και γνώριζαν πολύ καλά ότι τον απόλυτο έλεγχο τον είχε η Mαφία. Πράγμα που σήμαινε ότι έπρεπε να προσεγγίσουν τον αρχηγό της, τον Λάκι Λουτσιάνο.

Οι πρώτοι δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών και Mαφίας άνοιξαν με την προσέγγιση του Μάγερ Λάνσκι. Ο λόγος του Λάνσκι μετρούσε στο Λουτσιάνο. Ήταν εν ολίγοις ο άνθρωπος που χρειάζονταν. Ο Λάνσκι πείστηκε σύντομα και αποφάσισε να συναντήσει και να ενημερώσει τον Λουτσιάνο. Η φυλακή στην οποία ήταν έγκλειστος ο Λουτσιάνο ήταν υψίστης ασφαλείας, βρισκόταν στα σύνορα Η.Π.Α.-Καναδά και είχε το όνομα Κλίντον ή "Μικρή Σιβηρία". Μία από τις πρώτες ενέργειες που έγιναν, στο πλαίσιο αυτής της συνεργασίας, ήταν η μεταφορά του Λουτσιάνο από τη ‘’Μικρή Σιβηρία’’ στην πολυτελή φυλακή του Γκρέιτ Μέντοου, στο Κόμστοκ. Μεταξύ της 15ης Μαΐου και της 4ης Ιουνίου του 1942 πραγματοποιήθηκε η πρώτη συνάντηση μεταξύ του Λουτσιάνο, του δικηγόρου του Μόζες Πόλακοφ και του Λάνσκι. Εκεί οι δύο άνδρες ενημέρωσαν τον Λουτσιάνο σχετικά με τις νέες εξελίξεις. Τελικά, ο Λουτσιάνο πείστηκε να συνεργαστεί. Χρησιμοποιώντας τον Λάνσκι ως μεσολαβητή, ήρθε σε συνεννόηση με τον πλωτάρχη Τσαρλς Χάφεντεν, που είχε τεθεί επικεφαλής του τμήματος ερευνών της 3ης ναυτικής περιφέρειας, για να προχωρήσει η υπόθεση. Έως τον χειμώνα του 1942 οι αποβάθρες της Νέας Υόρκης πέρασαν στον πλήρη έλεγχο της Mαφίας, με τις ευλογίες των αμερικανικών Αρχών.

Υπό την «προστασία» του Λουτσιάνο, τα σαµποτάζ σταµάτησαν και ξεκίνησε η «επιχείρηση Υπόκοσµος», κατά την οποία οι Ηνωµένες Πολιτείες χρησιµοποίησαν τις διασυνδέσεις των αµερικανών µαφιόζων στη γενέτειρά τους, τη Σικελία, ώστε να προετοιµάσουν καλύτερα την απόβαση του 1943 στην ιταλική χερσόνησο. Οι Σικελοί µαφιόζοι συνεργάστηκαν πρόθυµα καθώς µισούσαν τον Μπενίτο Μουσολίνι, ο οποίος στη δεκαετία του 1930 είχε τσακίσει πολλές παραδοσιακές φαµίλιες. Ετσι, η αγγλοαµερικανική εισβολή στη Σικελία έγινε σχεδόν αναίµακτα, σε αντίθεση µε τις αποβάσεις στην κυρίως Ιταλία που βάφτηκαν µε αίµα.

Έτσι, ο Λουτσιάνο αποδείχθηκε ότι ήταν πολλά περισσότερα από άλλο ένα μεγαλοαφεντικό της Μαφίας, καθώς συνέβαλε στην πολεμική προσπάθεια των Συμμάχων αποσπώντας πολύτιμες πληροφορίες για την κίνηση των φασιστικών στρατευμάτων στη γενέτειρά του. Τις πληροφορίες αυτές τις παρείχε στις στρατιωτικές μυστικές υπηρεσίες των Η.Π.Α., οι οποίες χρησιμοποίησαν την επιρροή του για να διευκολύνουν την προέλαση των αμερικανικών στρατευμάτων. Ο δε έλεγχος των λιμανιών από τον Λουτσιάνο απέτρεψε σαμποτάζ από πράκτορες των δυνάμεων του Άξονα. Με τη δική του συμβολή εξαρθρώθηκαν πολλοί κατάσκοποι επί αμερικανικού εδάφους, που παρείχαν απόρρητες πληροφορίες για τις αμερικανικές κινήσεις στον εχθρό. Μετά τον πόλεμο, ως επιβράβευση, το 1946 αποφυλακίστηκε και απελάθηκε στην Ιταλία, όπου έτυχε υποδοχής ήρωα.

Κινώντας τα νήματα από την Ιταλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λάκι Λουτσιάνο το 1948

Στη γενέτειρά του, ο Λάκι Λουτσιάνο διατήρησε µεγάλο µέρος της εξουσίας του ως «αρχινονού» των Η.Π.Α. συνεχίζοντας την εγκληματική του δράση ανενόχλητος. Στο νέο περιβάλλον του Ψυχρού Πολέµου, η «Κόζα Νόστρα» συνέχισε να συνεργάζεται υπογείως µε τις µυστικές υπηρεσίες πληροφοριών: άλλωστε πολλοί Σικελοί και Ιταλοί µαφιόζοι ήταν φανατικοί αντικοµµουνιστές και φάνηκαν ιδιαίτερα χρήσιµοι στη διάβρωση των αριστερών οµάδων αντίστασης και των εργατικών συνδικάτων στην Ιταλία. Μαφία, CIA και στελέχη της ιταλικής πολιτικής, των επιχειρήσεων και της Καθολικής Εκκλησίας συνεργάστηκαν έκτοτε για τη δηµιουργία ενός αντικοµµουνιστικού πυρήνα που εκφράστηκε µέσα από µυστικές παραστρατιωτικές οργανώσεις σαν τη Gladio και αργότερα την P2, που κυβέρνησε για δεκαετίες παρασκηνιακά την Ιταλία. Επιπλέον, ο Λουτσιάνο οργάνωσε από το σικελικό του στρατηγείο τη διακίνηση ναρκωτικών μεταξύ Ευρώπης και Αμερικής. Συγκεκριμένα, προχώρησε σε συμμαχία με την κορσικανική μαφία, η οποία οδήγησε σε ένα τεράστιο διεθνές δίκτυο εμπορίας ηρωίνης, γνωστό διεθνώς ως "French Connection", με προμήθεια αρχικά από την Τουρκία και με βάση τη Μασσαλία. Αργότερα, όταν η Τουρκία άρχισε να μειώνει την παραγωγή οπίου, ο Λουτσιάνο χρησιμοποίησε τις διασυνδέσεις του με τους Κορσικανούς για διαβουλεύσεις με Κορσικανούς μαφιόζους στο Νότιο Βιετνάμ.

Ο µεγάλος πόθος όµως του Λουτσιάνο να επιστρέψει στην Αµερική δεν ευοδώθηκε ποτέ. Προσπάθησε να στήσει το αρχηγείο του στην Κούβα, αλλά εκδιώχθηκε και από εκεί και αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Ιταλία. Ταυτόχρονα, η σχέση του µε τον Λάνσκι ψυχράθηκε, καθώς ο Λουτσιάνο πίστευε ότι ο παιδικός του φίλος τον «έκλεβε» στα µερίδια από τις διάφορες «δουλειές».

Ο θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 26 Ιανουαρίου του 1962, σε ηλικία 65 ετών, ο Λάκι Λουτσιάνο υπέστη καρδιακή προσβολή στο αεροδρόµιο της Νάπολης υπό μυστηριώδεις συνθήκες. Πολλοί μιλούσαν για έγκλημα, αλλά καμία πληροφορία δεν διαπέρασε τη σιωπή της "ομερτά". Στην κηδεία του εκτυλίχθηκαν σκηνές απείρου κάλλους, με τους φωτογράφους της αμερικανικής υπηρεσίας δίωξης ναρκωτικών να διαγκωνίζονται με τους φωτορεπόρτερ για την απαθανάτιση των τεθλιμμένων φίλων του αρχιμαφιόζου, ενώ πολύ δύσκολα αντιλαμβανόταν ο απλός παρατηρητής της σκηνής εάν οι τελευταίοι ήταν περισσότεροι ή λιγότεροι από τους Ιταλούς μυστικούς αστυνομικούς. Λίγες ημέρες αργότερα και μέσα σ' ένα ξύλινο κουτί, η σορός του "τυχερού" Λουτσιάνο έφτασε αεροπορικώς στη Νέα Υόρκη, όπου κατόπιν ειδικής αδείας των αρχών τάφηκε στο μεγαλοπρεπές μαυσωλείο που είχε χτίσει για την οικογένειά του[6].

Κι αν η βαρβαρότητα και η κτηνωδία ήταν τα σήματα-κατατεθέν του, ο Λουτσιάνο είναι ίσως ο μόνος σταρ που ξεπήδησε ποτέ από την επικράτεια του οργανωμένου εγκλήματος. Ο άνθρωπος που έλεγε δηλαδή ότι «έμαθα πολύ αργά ότι χρειάζεσαι μυαλό για να βγάλεις ένα εκατομμύριο, είτε τίμια είτε βρόμικα».

Το 1973 προβλήθηκε στους κινηματογράφους η ταινία Λάκι Λουτσιάνο (Lucky Luciano), όπου τον υποδύθηκε ο ηθοποιός Τζιαν Μαρία Βολοντέ.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]