Κόνδορας των Άνδεων

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Κόνδορας των Άνδεων
Ενήλικος αρσενικός κόνδορας των Άνδεων
Ενήλικος αρσενικός κόνδορας των Άνδεων
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 NT el.svg
Προ Απειλής (IUCN 3.1)
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Καθαρτόμορφα (Cathartiformes)
Οικογένεια: Καθαρτίδες (Cathartidae)
Γένος: Κόνδωρ [ii] (Vultur) (Linnaeus, 1758) M
Είδος: V. gryphus
Διώνυμο
Vultur gryphus (Κόνδωρ ο γρυπός) [iii]
Linnaeus, 1758

Ο Κόνδορας των Άνδεων είναι ημερόβιο αρπακτικό πτηνό της οικογενείας των Καθαρτιδών, ένας από τους επτά γύπες του Νέου Κόσμου και, ειδικότερα, ένας από τους δύο κόνδορες της αμερικανικής ηπείρου. Η επιστημονική του ονομασία είναι Vultur gryphus και δεν περιλαμβάνει υποείδη.[1]

«Κλασική» φιγούρα των ουρανών της Νότιας Αμερικής, αποτελεί ίνδαλμα για τους λαούς της μεγάλης Κορδιλιέρας και εθνικό σύμβολο 6 κρατών (βλ. Κουλτούρα) της ηπείρου, αλλά η υποβάθμιση και αλλοίωση των οικοσυστημάτων του, καθώς και οι έμμεσες δηλητηριάσεις, μπορεί να θέσουν την ύπαρξή του σε κίνδυνο στο άμεσο μέλλον (βλ. Απειλές).

  • Ο κόνδορας των Άνδεων, χωρίς να είναι το μεγαλύτερο ούτε το βαρύτερο πουλί της υφηλίου, εν τούτοις θεωρείται από τους ειδικούς ως το ογκωδέστερο (sensu lato) πτηνό -χωρίς απώλεια πτητικής ικανότητας- της ξηράς, λαμβανομένων υπ’ όψιν του μέσου όρου βάρους σώματος και ανοίγματος πτερύγων (βλ. Μορφολογία και Βιομετρικά στοιχεία).[2][3]

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επιστημονκή ονομασία του γένους, Vultur, είναι η άμεση μετάφραση της ελληνικής λέξης Γύπας, στην λατινική γλώσσα. Ταυτόχρονα, όμως, δημιουργείται πρόβλημα στην λόγια ονομασία του γένους, διότι ο ό όρος Γύπας, χρησιμοποιείται και για την απόδοση του λατινικού Gyps, που περιλαμβάνει κάποιους -διαφορετικούς- γύπες του Παλαιού Κόσμου. [ii]

Η λατινική ονομασία του είδους, gryphus έχει ελληνική ρίζα και, συγκεκριμένα, προέρχεται από την λέξη γρυπός «κυρτός, γαμψός», «ο έχων κυρτή, γαμψή ρίνα (μύτη)»,[4] [iii] με σαφή αναφορά στο γαμψό ράμφος του πτηνού.

Η αγγλική και η ελληνική ονομασία του πτηνού παραπέμπουν στα ορεινά ενδιαιτήματα της νοτιοαμερικανικής κορδιλλιέρας, όπου περιπλανάται.

  • Η λέξη κόνδορας ή κόνδωρ είναι λόγια ονομασία που έχει χρησιμοποιηθεί στην ελληνική, αλλά και σε πολλές ακόμη γλώσσες, ως επακριβής απόδοση του όρου kuntur από την γλώσσα των Κέτσουα [5]. Είναι χαρακτηριστικό το απόσπασμα από κείμενο γραμμένο στην γλώσσα των Κέτσουα, όταν οι εκεί ιθαγενείς πρωτοαντικρύζουν αεροπλάνο στις Άνδεις: kuntur-man rikch’a-ku-q, condenado-hina qapa-rqa-cha-spa «...έμοιαζε με κόνδορα που εμφανίστηκε ξαφνικά και στρίγγλιζε σαν καταραμένος!...» [6]

Συστηματική Ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο κόνδορας των Άνδεων αποτελεί μονοτυπικό είδος εντός του γένους Vultur, δηλαδή δεν περιλαμβάνει υποείδη.[1] Περιγράφηκε από τον Λινναίο, το 1758, στο περίφημο έργο του Systema Naturae, από την Χιλή και με την σημερινή του ονομασία, Vultur gryphus.[7][8]

Εν τούτοις, η συστηματική του θέση εντός της οικογενείας, όπως και των υπολοίπων έξι γυπών του Νέου Κόσμου, παραμένει ασαφής.[9] Παρόλο που, τόσο αυτοί (οικ. Καθαρτίδες), όσο και οι γύπες του Παλαιού Κόσμου (οικ. Αετίδες) είναι παρόμοιοι σε εμφάνιση και έχουν ανάλογους οικολογικούς θώκους, οι δύο ομάδες εξελίχθηκαν από διαφορετικούς προγόνους σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές, και δεν είναι στενά συνδεδεμένοι. Ακριβώς το πόσο διαφορετικές είναι οι δύο οικογένειες, επί του παρόντος βρίσκεται υπό συζήτηση, με ορισμένες παλαιότερες αναφορές να υποστηρίζουν ότι οι αμερικανικοί γύπες είναι πιο στενά συνδεδεμένοι με τους πελαργούς.[10] Σε πιο πρόσφατες δημοσιεύσεις, είτε διατηρείται η θέση τους στα Αετόμορφα,[11] είτε τοποθετούνται στην «δική» τους τάξη, Καθαρτόμορφα (Cathartiformes).[12] Η Επιτροπή Ταξινόμησης Νοτίου Αμερικής (SACC) που ανήκει στην Αμερικανική Ορνιθολογική Ένωση (AOU), έχει «αφαιρέσει» τους γύπες του Νέου Κόσμου από τα Πελαργόμορφα (Ciconiiformes) και τους κατατάσσει στην ειδική κατηγορία incertae sedis, αλλά σημειώνει ότι μετακίνηση προς τα Ιερακόμορφα (Falconiformes) ή τα Καθαρτόμορφα (Cathartiformes) είναι δυνατή.[9] Σε αντίθεση με τον κόνδορα της Καλιφόρνιας (Gymnogyps californianus), που είναι γνωστός από αρκετά απολιθώματα του ιδίου και κοντινών taxa, τα απολιθώματα του κόνδορα των Άνδεων που έχουν βρεθεί μέχρι σήμερα είναι ελάχιστα.[13]

Γεωγραφική κατανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης εξάπλωσης του είδους Vultur gryphus

Ο κόνδορας των Άνδεων απαντάται αποκλειστικά στη Νότια Αμερική, συγκεκριμένα στις απέραντες εκτάσεις της οροσειράς των Άνδεων, συμπεριλαμβανομένων των απομονωμένων ορέων της Σάντα Μάρτα (Santa Marta) της Κολομβίας, όπου απαντάται ως μόνιμο, επιδημητικό είδος. Στα νότια η γεωγραφική εξάπλωση του πτηνού φθάνει μέχρι την Γη του Πυρός (Tierra del Fuego) της Χιλής και της Αργεντινής. Πάντως, η πυκνότητα των πληθυσμών του κόνδορα των Άνδεων είναι μεγαλύτερη στις «κεντρικές» χώρες των Άνδεων, Εκουαδόρ, Περού, Βολιβία, Αργεντινή και Χιλή, και πάρα πολύ μικρή στα βόρεια, στην Κολομβία και την Βενεζουέλα, κάτι που δεν συνέβαινε κατά τον 19ο αιώνα.[14][15]

Τυχαίοι, περιπλανώμενοι επισκέπτες έχουν αναφερθεί από την Βραζιλία και την Παραγουάη [15]

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο κόνδορας των Άνδεων είναι είδος άρρηκτα συνδεδεμένο με τα μεγάλα ανοικτά λιβάδια των αλπικών περιοχών των Άνδεων, έως και τα 5.000 μ. Προτιμά σχετικά ανοικτές, μη δασικές εκτάσεις ώστε να μπορεί να εντοπίζει τα θνησιμαία από τον αέρα. Τέτοια οικοσυστήματα περιλαμβάνουν υψηλή, τροπική ορεινή βλάστηση, πάνω από την γραμμή των δένδρων (páramo) ή άλλες βραχώδεις ορεινές περιοχές, σε γενικές γραμμές.

Κατά καιρούς «κατεβαίνει» σε πεδιάδες στην Α. Βολιβία και την ΝΔ. Βραζιλία,[10] σε περιοχές της ερήμου στην Χιλή και το Περού [16][17] και πάνω από το δασοόριο της οξιάς (Nothofagus sp.) στην Παταγονία.

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πορτρέτο αρσενικού κόνδορα των Άνδεων

Ο κόνδορας των Άνδεων είναι από τους μεγαλύτερους γύπες και από τα τα μεγαλύτερα πτηνά -με ικανότητα πτήσης- παγκοσμίως. Μάλιστα, θεωρείται ότι έχει τις μεγαλύτερες μέσες διαστάσεις, από οποιοδήποτε πτηνό που πετάει στην ξηρά χωρίς, ωστόσο, να κατέχει την πρώτη θέση σε κάποιο επί μέρους βιομετρικό στοιχείο. Τα εντυπωσιακότερα χαρακτηριστικά του είναι το βάρος και το άνοιγμα των πτερύγων του: είναι το 2ο βαρύτερο πτηνό παγκοσμίως μετά τον ροδοπελεκάνο και από τα μεγαλύτερα σε εκπέτασμα, αφού μόνον τα άλμπατρος και οι δύο μεγαλύτεροι πελεκάνοι έχουν μεγαλύτερο άνοιγμα πτερύγων.[3][18]. Ωστόσο, ο κόνδορας των Άνδεων, διαθέτει το μεγαλύτερο άνοιγμα πτερύγων από οποιοδήποτε αρπακτικό πτηνό [19] και την μεγαλύτερη επιφάνεια πτερύγων από οποιοδήποτε πτηνό στον κόσμο –πάντοτε με πτητική ικανότητα.[3]

Στο είδος εμφανίζεται φυλετικός διμορφισμός αλλά, αντίθετα με τα περισσότερα ημερόβια αρπακτικά πτηνά, το θηλυκό είναι μικρότερο από το αρσενικό. Το πτέρωμα του ενηλίκου αρσενικού πτηνού είναι μαύρο, με χαρακτηριστικό φουντωτό περιλαίμιο στη βάση του λαιμού (ruff) από άσπρα μαλακά φτερά. Το κεφάλι και το πάνω μέρος του λαιμού είναι σχεδόν άπτερα, με χαρακτηριστικό θαμπό ροδαλό ή μελανοροδαλό χρώμα, το οποίο μπορεί να γίνεται λιγότερο ή περισσότερο φωτεινό, ανάλογα με την συναισθηματική κατάσταση του πουλιού. Το κυριότερο χαρακτηριστικό του αρσενικού είναι ένα μεγάλο, σκούρο κόκκινο σαρκώδες φύμα στο πεπλατυσμένο στέμμα του κεφαλιού, που αποκαλείται κάλαιον (caruncle). Το φύμα αυτό, όπως και ολόκληρο το πρόσωπο του πουλιού είναι έντονα ρυτιδωμένο, ενώ το θηλυκό δεν διαθέτει αυτό το μεγάλο λειρί. Οι εξαιρετικά ευρείες πτέρυγες φέρουν μαύρα, μεγάλα πρωτεύοντα ερετικά, αλλά πολλά λευκά δευτερεύοντα και τριτεύοντα ερετικά καθώς και λευκά καλυπτήρια φτερά. Αυτά σχηματίζουν εκτεταμένα λευκά μπαλώματα ή λωρίδες, ιδιαίτερα εμφανή κατά την πτήση, που δεν εμφανίζονται μέχρι την ολοκλήρωση της πρώτης αλλαγής πτερώματος.[20]

  • Το κεφάλι και ο λαιμός του κόνδορα των Άνδεων διατηρούνται σχολαστικά καθαρά από το πουλί, και η φαλακρότητά τους θεωρείται φυσιολογική προσαρμογή, επιτρέποντας στο δέρμα να εκτεθεί στις συνθήκες αποστείρωσης από την αυξημένη υπεριώδη ακτινοβολία στα μεγάλα υψόμετρα,[21] επειδή η περιοχή του κεφαλιού έρχεται σε συχνή επαφή με το ιδιαίτερα μολυσμένο περιβάλλον των θνησιμαίων.
Πορτρέτο θηλυκού κόνδορα των Άνδεων

Το ράμφος είναι γκρίζο, με έντονα κυρτή ρινοθήκη και ισχυρότατο, προσαρμοσμένο στον τεμαχισμό κρέατος σε σήψη.[22] Ο μεσαίος δάκτυλος του ποδιού είναι πολύ επιμήκης, σε αντίθεση με αυτόν που στρέφεται προς τα πίσω και ο οποίος είναι υποανεπτυγμένος. Οι γαμψώνυχες όλων των δακτύλων είναι συγκριτικά ευθείς και αμβλείς. Τα πόδια είναι, έτσι, περισσότερο προσαρμοσμένα στο περπάτημα και με μικρή συλληπτική ή αμυντική χρησιμότητα, αντίθετα με ό, τι συμβαίνει στους γύπες του Παλαιού Κόσμου.[23]

Οι ίριδες του αρσενικού είναι καφέ, του θηλυκού βαθυκόκκινες, ενώ τα βλέφαρα των οφθαλμών στερούνται βλεφαρίδων.[13]

Τα νεαρά άτομα έχουν γκριζωπό-καφέ γενικό χρωματισμό, μαυριδερό κεφάλι και δέρμα λαιμού, όπως και καφέ περιλαίμιο.

Βιομετρικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μήκος σώματος: 100 έως 130 εκατοστά.
  • Άνοιγμα πτερύγων: 270 έως 320 εκατοστά.
  • Μήκος χορδής πτέρυγας: 75,7 έως 85,2 εκατοστά
  • Μήκος ταρσού: 11,5 έως 12,5 εκατοστά
  • Μήκος ουράς: 33 έως 38 εκατοστά
  • Βάρος: ♂ 11 έως 15 κιλά, ♀ 8 έως 11 κιλά

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο κόνδορας των Άνδεων είναι -στην κυριολεξία- ένας καθαριστής (scavenger), τρεφόμενος σχεδόν αποκλειστικά με θνησιμαία (carrion).[24] Τα πουλιά που κατοικούν σε μεγάλες γεωγραφικές περιοχές, συχνά ταξιδεύουν περισσότερο από 200 χλμ. (!) σε μία (1) ημέρα για αναζήτηση πτωμάτων.[21] Στις περιοχές της ενδοχώρας προτιμούν μεγάλα θνησιμαία και, εύλογα, τρέφονται με τα μεγαλύτερα σφάγια που διατίθενται, όπως λάμα, αλπακά, ρέες, γουανάκος, ελάφια και αρμαντίλλο. Ωστόσο, οι περισσότεροι κόνδορες των Άνδεων, τώρα ζουν σε μεγάλο βαθμό από τα κατοικίδια ζώα, τα οποία είναι σήμερα πιο διαδεδομένα στη Νότια Αμερική, όπως βοοειδή, άλογα, γαϊδούρια, μουλάρια, πρόβατα, χοίρους, κατσίκες, ακόμη και σκυλιά. Επίσης, τρέφονται με τα πτώματα των «εισαγόμενων» θηραμάτων, όπως αγριογούρουνα, κουνέλια, αλεπούδες και κόκκινα ελάφια.

Για τους κόνδορες που ζουν γύρω από την ακτή, η διατροφή αποτελείται κυρίως από σφάγια θαλασσίων θηλαστικών που εκβράζονται στις παραλίες, κυρίως των κητών.[25] Ωστόσο, δεν διστάζουν να λυμαίνονται τις φωλιές των θαλασσίων πτηνών και να τρώνε τα αβγά τους.[26] Επίσης, έχουν παρατηρηθεί να κυνηγούν μικρά ζώα, όπως τρωκτικά, πουλιά και κουνέλια, τα οποία -δεδομένης της έλλειψης ισχυρών γαμψωνύχων και ελειμματικής τεχνικής- συνήθως σκοτώνουν με ισχυρούς ραμφισμούς.

Ο εντοπισμός των θνησιμαίων γίνεται είτε απ’ ευθείας, είτε ακολουθώντας άλλους «καθαριστές», όπως κορακοειδή και όρνεα.[27] Για παράδειγμα, μπορεί να ακολουθήσει γύπες του γένους Cathartes, οι οποίοι ανιχνεύουν την αιθυλομερκαπτάνη, ένωση που παράγεται στις απαρχές της σήψης στα νεκρά ζώα. Μάλιστα, λόγω μικροτέρου μεγέθους, οι συγκεκριμένοι γύπες δεν μπορεί να τεμαχίσουν το σκληρό δέρμα των μεγάλων ζώων, κάτι που μπορούν να κάνουν οι κόνδορες των Άνδεων, οπότε το συγκεκριμένο ηθολογικό στοιχείο «βολεύει» και τα δύο είδη και αποτελεί παράδειγμα αμοιβαίας εξάρτησης μεταξύ τους.[28] Ακόμη και εάν υπάρχουν άλλα πτωματοφάγα πτηνά πάνω από το θήραμα, οι κόνδορες των Άνδεων είναι κυρίαρχοι απέναντί τους και σιτίζονται πρώτοι.[29][30]

Οι κόνδορες των Άνδεων δεν χρειάζεται να τρέφονται συνεχώς, διότι στην άγρια φύση, συχνά μένουν για αρκετές ημέρες χωρίς φαγητό. Όταν όμως βρουν τροφή, καταβροχθίζουν πολλά κιλά με τη μία, μερικές φορές σε σημείο να μην μπορούν να απογειωθούν (!). Επειδή τα πόδια και τα νύχια τους δεν είναι προσαρμοσμένα στη σύλληψη και μεταφορά της λείας, πρέπει να τρέφονται όσο βρίσκονται στο έδαφος.[21]

Πτήση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πετώντας πάνω από τις Χιλιανές Άνδεις

Ο κόνδορας των Άνδεων γυροπετάει (soars) διατηρώντας τις πτέρυγες σε οριζόντια θέση, ενώ τα πρωτεύοντα ερετικά του έχουν λυγισμένες προς τα πάνω τις άκρες τους. Η έλλειψη μεγάλου στέρνου πάνω στο οποίο προσφύονται οι μεγάλοι θωρακικοί μυς της πτήσης, εξηγεί για ποιο λόγο γυροπετάει συνεχώς. Βέβαια, φτεροκοπάει μέχρι να απογειωθεί, αλλά μόλις κερδίσει ύψος, στηρίζεται αποκλειστικά στα θερμικά ανοδικά ρεύματα για να μείνει ψηλά.[24] Γι’ αυτό, συχνά απαντάται κοντά σε ορθοπλαγιές, όπου τα θερμικά ρεύματα σχηματίζονται ευκολότερα.[31] Λέγεται ότι ο Δαρβίνος τους παρατηρούσε για μισή ώρα χωρίς να δει ούτε ένα (1) φτεροκόπημα.[32] Αυτός είναι και ο λόγος που προτιμά να κουρνιάζει σε ψηλές θέσεις, από τις οποίες μπορεί να απογειωθεί χωρίς μεγάλη προσπάθεια.

Φυσιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Όπως και άλλοι γύπες του Νέου Κόσμου, ο κόνδορας των Άνδεων εμφανίζει το φαινόμενο που αποκαλείται ουροΰδρωσις (urohydrosis): συχνά ουρεί και αφοδεύει επάνω στους ταρσούς και τα πόδια του, των οποίων οι φολίδες δημιουργούν με την «κεραμιδοειδή» δομή τους, μηχανισμό ψύξης μέσω εξάτμισης (evaporation). Η εξήγηση αυτή φαίνεται λογική, πολλοί ερευνητές όμως υποστηρίζουν ότι το πτηνό δεν χρειάζεται επί πλέον ψύξη στα μεγάλα υψόμετρα των Άνδεων, όπου απαντάται.[11] Ωστόσο, οι κόνδορες όντως έχουν αυτή τη συνήθεια, λόγω της οποίας τα κάτω άκρα τους εμφανίζουν λευκές ραβδώσεις από την συσσώρευση ουρικού οξέος.[23]

Ηθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχει καλώς ανεπτυγμένη κοινωνική δομή στους κόνδορες, στο πλαίσιο των μεγάλων ομάδων, με τον ανταγωνισμό να καθορίζει «ιεραρχία», μέσω της γλώσσας του σώματος, της ανταγωνιστικής συμπεριφοράς παιχνιδιού, και των φωνητικών καλεσμάτων (vocalizations).[33] Γενικά, τα ώριμα αρσενικά τείνουν να βρίσκονται στην κορυφή της ιεραρχίας ενώ, στον αντίποδα, τα -μετά την διασπορά- ανώριμα αρσενικά τείνουν να βρίσκονται στο κάτω μέρος της κατάταξης.[34]

Φωνή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενήλικος θηλυκός κόνδορας των Άνδεων

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τελετουργικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σεξουαλική ωριμότητα και τα τελετουργικά ερωτοτροπίας δεν εμφανίζονται στον κόνδορα των Άνδεων, πριν γίνει πέντε ή έξι ετών,[19] ενώ τα ζευγάρια που δημιουργούνται μένουν μαζί για μια ζωή.[35] Κατά τη διάρκεια των ερωτικών επιδείξεων, το δέρμα του λαιμού του αρσενικού, αλλάζει από θαμπό κόκκινο έως έντονο κίτρινο, και φουσκώνει.[36] Πλησιάζει το θηλυκό με τον λαιμό τεντωμένο και φουσκωμένο, αποκαλύπτοντας τα σημάδια στο στήθος του, ενώ συρίζει (hissing),[37] και στη συνέχεια ανοίγει τις πτέρυγες σε όρθια στάση και βγάζει χαρακτηριστικούς «κλικαριστούς» ήχους με την γλώσσα του (clicking). Επίσης, μπορεί να πραγματοποιεί επιτόπια πηδήματα (hopping) ή και διάφορες «χορευτικές» κινήσεις, με τις πτέρυγες μερικώς ανοιγμένες.[21]

Φώλιασμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο κόνδορας των Άνδεων προτιμά να κουρνιάζει και να φωλιάζει από τα 3.000 έως τα 5.000 μ.[38] Η φωλιά του, που αποτελείται από μερικά χοντρά κλαδιά, κατασκευάζεται σε απρόσιτες προεξοχές των γκρεμών. Ωστόσο, στις παράκτιες περιοχές του Περού, όπου υπάρχουν λίγες ορθοπλαγιές, κάποιες φωλιές βρίσκονται μέσα σε μερικώς σκιασμένες σχισμές, σε ομαλές πλαγιές.[14]

Η γέννα πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια των μηνών Φεβρουαρίου και Μαρτίου κάθε δεύτερου έτους. Αποτελείται από 1 (σπάνια 2) μπλε-άσπρο αυγό, βάρους περίπου 280 γραμμαρίων και διαστάσεων 75 έως 100 χιλιοστών, που επωάζεται για 54-58 ημέρες και από τους δύο εταίρους. Εάν το αυγό χαθεί μπορεί να γίνει αναπλήρωση της γέννας.

  • Οι ερευνητές προσπαθούν να επωφεληθούν από αυτή τη συμπεριφορά για να διπλασιάσουν το ρυθμό αναπαραγωγής τους, παίρνοντας το πρώτο αυγό μακριά για να το επωάσουν τεχνητά, αναγκάζοντας τους γονείς να εναποθέσουν δεύτερο αυγό, σαν να ήταν η πρώτη γέννα τους.[39]

Ο νεοσσός καλύπτεται με γκριζωπό χνούδι μέχρι να αποκτήσει μέγεθος, σχεδόν όσο των γονέων του. Θα είναι σε θέση να πετάξει μετά από έξι (!) μήνες,[20] αλλά θα συνεχίσει να κουρνιάζει και να κυνηγά μαζί με τους γονείς του μέχρι την ηλικία των δύο ετών, οπότε θα πραγματοποιηθεί νέα ωοτοκία.[40]

Νεαρός κόνδορας των Άνδεων

Οι υγιείς ενήλικες δεν έχουν φυσικούς θηρευτές, αλλά τα μεγάλα αρπακτικά πτηνά και τα αρπακτικά θηλαστικά, όπως οι αλεπούδες, μπορεί να λυμαίνονται τα αυγά και τους νεοσσούς. Πάντως, οι επιθέσεις είναι σχετικά σπάνιες, δεδομένου ότι οι προσεκτικοί γονείς συχνά αντιμετωπίζουν επιθετικά τα διάφορα αρπακτικά πουλιά που έρχονται κοντά, ενώ η βραχώδης, απόκρημνη θέση της φωλιάς είναι αποτρεπτική για εύκολη πρόσβαση.

Προσδόκιμο ζωής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όντας πτηνό που δεν έχει σημαντικούς φυσικούς θηρευτές στην ενήλικη ζωή, ενώ αναπτύσσεται αργά, ο κόνδορας των Άνδεων είναι αρκετά μακρόβιος. Όμως, είναι αλήθεια ότι τα ποσοστά μαακροζωίας και θνησιμότητας δεν είναι γνωστό να έχουν μελετηθεί εκτενώς στην άγρια φύση. Μερικές εκτιμήσεις για την διάρκεια ζωής των αγρίων πτηνών, δείχνουν ότι αυτή έχει υπερβεί το 50 χρόνια. Το 1983, το Guinness Book of World Records κατέγραψε ότι, το μακροβιότερο πουλί οποιουδήποτε είδους με στοιχειοθετημένη έρευνα, ήταν ένας κόνδορας των Άνδεων που πέθανε μετά από 72 χρόνια σε αιχμαλωσία.[3]

Βέβαια, πολλά είδη παπαγάλων έχουν αναφερθεί να ζουν, ίσως για πάνω από 100 χρόνια, αλλά αυτά (τουλάχιστον μέχρι το 1983) δεν θεωρούνται επικυρωμένες καταγραφές.[3] Σήμερα, η τελευταία -επικυρωμένη πάντοτε- καταγραφή είναι ένα αρσενικό με το παρατσούκλι «Thaao», που κρατήθηκε στον ζωολογικό κήπο Μπέρντσλι (Beardsley) στο Κονέκτικατ. Ο «Thaao» γεννήθηκε σε αιχμαλωσία το 1930 και πέθανε στις 26 Ιανουαρίου του 2010, καθιστώντας τον το μακροβιότερο καταγεγραμμένο πτηνό (79 ετών).[41]

Απειλές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κόνδορες των Άνδεων είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι στην ανθρώπινη δίωξη, η οποία εμμένει σε τμήματα της περιοχής του, λόγω επιθέσεων στα ζώα κτηνοτροφίας.[16] Η αύξηση του τουρισμού σε περιοχές της Χιλής και της Αργεντινής μπορεί να οδηγήσει σε μείωση των διώξεων, αποδεικνύοντας την αξία του οικοτουρισμού, γενικότερα.[42] Η θανάτωση άλλων αρπακτικών, όπως των κούγκαρ και των αλεπούδων μέσω της παράνομης δηλητηρίασης, μπορεί να επηρεάσει το είδος σε ορισμένες περιοχές, αφού το δηλητήριο περνάει στα σφάγια με τα οποία τρέφονται οι κόνδορες.[42] Στην Αργεντινή, τα πτηνά εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τα πτώματα των εισηγμένων φυτοφάγων ζώων, που αποτελούν το 98,5% της διατροφής τους, καθιστώντας τα ευάλωτα σε αλλαγές στην κτηνοτροφία.[43] Διαειδικός ανταγωνισμός για τα σφάγια με τον γύπα Coragyps atratus, που έχει αρχίσει πρόσφατα να καταλαμβάνει τις ίδιες περιοχές, μπορεί να έχει επιβλαβή επίδραση στον γενικότερο πληθυσμό.[44]

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος έχει καταγραφεί ως μή-κοινό (uncommon) και με τάσεις μείωσης. Ο πληθυσμός του υπολογίζεται σε 10.000 άτομα συνολικά, που σχεδόν ισοδυναμεί με 6.700 ώριμα άτομα. Από το 2000, η μείωση ήταν έντονη στο Εκουαδόρ (περίπου, 65 πουλιά σε πέντε διαχωρισμένους πληθυσμούς παραμένουν μόνον),[45] το Περού και τη Βολιβία, αλλά παραμένουν αρκετά άτομα που φαίνεται να είναι σταθερά στην B. Αργεντινή.[46] Ο μεγαλύτερος γνωστός πληθυσμός βρίσκεται στην ΒΔ. Παταγονία και περιλαμβάνει κατ 'εκτίμησιν 300 άτομα εκ των οποίων τα 200 είναι ενήλικες.[47] ΟΙ πληθυσμοί στην Βενεζουέλα (<30 άτομα [48] ή λιγότερα [49] και στην Κολομβία μπορούν να διατηρηθούν μόνο με την επανεισαγωγή και την σίτιση αλλά, τουλάχιστον στην Κολομβία, ο πληθυσμός μάλλον θα εξακολουθεί να μειώνεται. Η κατάσταση των υπόλοιπων πληθυσμών είναι δύσκολο να καθοριστεί επειδή η θνησιμότητα, η συχνότητα αναπαραγωγής και η επιτυχία της είναι ανεπαρκώς γνωστές.[16]

H IUCN κατατάσσει το είδος ως Σχεδόν Απειλούμενο (ΝΤ).[50]

Κουλτούρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο κόνδορας των Άνδεων είναι το εθνικό σύμβολο της Αργεντινής, της Βολιβίας, της Χιλής, της Κολομβίας, του Εκουαδόρ και του Περού, αλλά και το εθνικό πουλί της Βολιβίας, της Χιλής, της Κολομβίας και του Ισημερινού.[51]

Ο θυρεός της Βολιβίας με τον κόνδορα των Άνδεων στην κορυφή

Διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη λαογραφία και τη μυθολογία των περιοχών των Άνδεων έχει απεικονιστεί στην τέχνη των εκεί ιθαγενών από το 2500 π.Χ. και μετά,[52] ενώ αποτελεί μέρος της θρησκείας τους.[53] Ο κόνδορας των Άνδεων σχετίζεται με τη θεότητα του ήλιου [54] και πιστεύεται ότι είναι ο άρχοντας του ανώτερου κόσμου.[55] Θεωρείται σύμβολο δύναμης και υγείας από πολλούς πολιτισμούς των Άνδεων, και πιστευόταν ότι τα οστά και τα όργανα του σώματός του είχαν «ιατρικές» δυνάμεις, κάτι που οδηγούσε στο κυνήγι και τη θανάτωση των πτηνών. Ο κόνδορας των Άνδεων είναι δημοφιλής απεικόνιση στα γραμματόσημα πολλών κρατών της Ν. Αμερικής (Εκουαδόρ 1958, Αργεντινή 1960, Περού 1973, Βολιβία 1985, Βενεζουέλα 2004, κ.α.). Έχει απεικονισθεί, επίσης, στα νομίσματα και τα χαρτονομίσματα της Κολομβίας και της Χιλής,[56] καθώς και σε διάφορα οικόσημα των χωρών των Άνδεων.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

i. ^ Κάποια ταξινομικά συστήματα αναφοράς έχουν υιοθετήσει την άποψη ότι, η οικογένεια Καθαρτίδες, ανήκει σε δική της ιδιαίτερη τάξη, την Καθαρτόμορφα (Cathartiformes) [8], ωστόσο αυτή η θέση δεν έχει γίνει αποδεκτή από άλλους, ίσου κύρους, φορείς,[1][57] οπότε -προς το παρόν- ακολουθείται η «παραδοσιακή» ταξινόμηση στην τάξη Αετόμορφα (Accipitriformes).

ii. ^ Ο λόγιος όρος Γύπας, χρησιμοποιείται -ορθώς- για την απόδοση του λατινικού Gyps, που περιλαμβάνει κάποιους από τους γύπες του Παλαιού Κόσμου. Ωστόσο, ο ίδιος όρος είναι, ταυτόχρονα, η απ’ ευθείας μετάφραση της λατινικής Vultur, οπότε είναι και οι δύο σωστοί. Όμως, μόνον μία (1) πρέπει να είναι η απόδοση ενός (1) taxon από την λατινική ορολογία, έστω και εάν πρόκειται για λόγια ονομασία. Επειδή στην -ελλιπέστατη- ελληνική ορνιθολογική βιβλιογραφία δεν υπάρχει δεύτερος, ίσης αξίας όρος, κρίνεται αναπόφευκτο να χρησιμοποιηθεί ο -απολύτως τεχνητός- όρος Κόνδωρ, ως απόδοση του Vulturγια δύο λόγους:

  1. Δεν υφίσταται άλλο γένος, παρά το Vultur, με προβλήματα στην λόγια απόδοσή του. Όλα τα υπόλοιπα γένη γυπών, μπορούν να αποδοθούν με δικούς τους όρους, π.χ. Σαρκόραμφος, Γυμνόγυψ, κ.ο.κ.
  2. Ο όρος Κόνδωρ, περιλαμβάνει μόνον τα δύο νοτιοαμερικανικά είδη και προέρχεται από την γλώσσα των Κέτσουα (βλ. Ονοματολογία), ως εκ τούτου είναι και αυτός τεχνητός.

iii. ^ Εάν θεωρηθεί ότι ο γλωσσικός τύπος γρυπός είναι πρότερος, τότε το γνωστό μυθικό πτηνό γρυψ είναι παράγωγό του, όπως σχηματίζονται κατ’ αναλογίαν και αντίστοιχες λέξεις, πάλι αναφερόμενες σε πτηνά: γυψ «γύπας», γλαυξ «κουκουβάγια», σκωψ «γκιώνης». Μάλιστα, είναι πιθανόν, η λέξη γρυψ να προέρχεται από το γυψ κατόπιν επίδρασης του γρυπός.[4]

Σύμφωνα με άλλην εκδοχή, το γρυπός συνδέεται με τον αγγλοσαξωνικό τύπο crump ή τον krump της αρχ. γερμανικής, που σήμαινε «κυρτός», ενώ η αναγωγή του όρου στην ινδοευρωπαϊκή ρίζα greu «κάμπτω, κυρτώνω», κρίνεται επισφαλής.[4]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Howard and Moore (2003). Checklist of the Birds of the World, σελ. 93. 
  2. del Hoyo et al
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 Wood
  4. 4,0 4,1 4,2 ΠΛ: 19, 456
  5. Simpson & Weiner
  6. http://www.quechua.org.uk/Eng/Main/AnalysisMainFrame.htm
  7. Linnaeus, p. 86
  8. 8,0 8,1 http://www.iucnredlist.org/details/full/22697641/0
  9. 9,0 9,1 Remsen et al
  10. 10,0 10,1 Sibley & Monroe
  11. 11,0 11,1 Sibley & Ahlquist
  12. Ericson et al
  13. 13,0 13,1 Fisher
  14. 14,0 14,1 Haemig
  15. 15,0 15,1 http://maps.iucnredlist.org/map.html?id=22697641
  16. 16,0 16,1 16,2 Houston
  17. Parker et al
  18. Harrison
  19. 19,0 19,1 http://peregrinefund.org/explore-raptors-species/Andean_Condor#sthash.oUTQkAPa.dpbs
  20. 20,0 20,1 Hilty
  21. 21,0 21,1 21,2 21,3 Lutz & Lutz
  22. http://animals.sandiegozoo.org/animals/andean-condor
  23. 23,0 23,1 Feduccia
  24. 24,0 24,1 Wehner et al
  25. http://animaldiversity.ummz.umich.edu/site/accounts/information/Vultur_gryphus.html
  26. http://animals.nationalgeographic.com/animals/birds/andean-condor.html
  27. Snyder & Snyder
  28. Muller-Schwarze
  29. .http://www.ecology.info/condors.htm
  30. https://web.archive.org/web/20061001235133/http://www.ecology.info/condors.htm
  31. Benson & Hellander
  32. Darwin, Charles (1909). The Voyage of the Beagle. P.F. Collier. p. 201
  33. Donazard & Feijoo
  34. Ferguson-Lees
  35. Tait
  36. Whitson & Whitson
  37. Gailey & Bolwig
  38. Fjeldså & Krabbe
  39. National Research Council (1992). Scientific Bases for the Preservation of the Hawaiian Crow. National Academies Press. p. 74. ISBN 0-309-04775-7
  40. Cisneros-Heredia
  41. Beardsleyzoo.org
  42. 42,0 42,1 S. Imberti in lit. 2003
  43. Lambertucci et al
  44. Carrete et al
  45. R. Williams in lit. 2002
  46. Μ. Pearman in lit. 2003
  47. Lambertucci
  48. Cuesta & Sulbaran
  49. Sharpe et al
  50. http://www.iucnredlist.org/details/22697641/0
  51. MacDonald & MacDonald
  52. Werness
  53. Howard-Malverde
  54. Mundkur
  55. Mills et al
  56. http://fieldguide.tripod.com/bobn.html
  57. http://www.itis.gov/servlet/SingleRpt/SingleRpt?search_topic=TSN&search_value=175263

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2003.
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Bob Scott and Don Forrest, The Birdwatcher’s Key, Frederick Warne & Co, 1979
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Colin Harrison & Alan Greensmith, Birds of the World, Eyewitness Handbooks, London 1993
  • Colin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Dennis Avon and Tony Tilford, Birds of Britain and Europe, a Guide in Photographs, Blandford 1989
  • Detlef Singer, Field Guide to Birds of Britain and Northern Europe, The Crowood Press, Swindon 1988
  • Hermann Heinzel, RSR Fitter & John Parslow, Birds of Britain and Europe with North Africa and Middle East, Collins, 1995
  • Jim Flegg, Field Guide to the Birds of Britain and Europe, New Holland, London 1990
  • Mary Taylor Gray, The Guide to Colorado Birds, Westcliffe Publishers, 1998
  • Peter Colston and Philip Burton, Waders of Britain and Europe, Hodder & Stoughton, 1988
  • Killian Mullarney, Lars Svensson, Dan Zetterström, Peter J. Grant, Τα Πουλιά της Ελλάδας Της Κύπρου και της Ευρώπης, ΕΟΕ, 2007
  • R. Grimmett, C. Inskipp, T. Inskipp, Birds of Nepal, Helm 2000
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κρήτης, Ευσταθιάδης, 1989
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κύπρου, Ευσταθιάδης, 1991
  • Πάπυρος Λαρούς, εκδ. 1963 (ΠΛ)
  • Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, εκδ. 1996 (ΠΛΜ)
  • Ιωάννη Όντρια (I), Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Ιωάννη Όντρια (II), Συστηματική Ζωολογία, τεύχος 3.
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.
  • Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά της Ελλάδας (ΣΠΕΕ), ΕΟΕ 1994
  • «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας», Αθήνα 1992
  • Ιωάννου Χατζημηνά, Επίτομος Φυσιολογία, εκδ. Γρ. Παρισιάνου, Αθήνα 1979
  • Βασίλη Κλεισούρα, Εργοφυσιολογία, εκδ. Συμμετρία, Αθήνα 1990
  • Γεωργίου Δ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2002
  • Linnaeus, Carolus (1758). Systema naturae per regna tria naturae, secundum classes, ordines, genera, species, cum characteribus, differentiis, synonymis, locis. Tomus I. Editio decima, reformata (in Latin). Holmiae (Laurentii Salvii).

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Benson, Sara & Paul Hellander (2007). Peru. Lonely Planet Publications. p. 53. ISBN 1-74059-749-4.
  • Carrete, M.; Lambertucci, S. A.; Speziale, K. ; Ceballos, O.; Travaini, A.; Delibes, M.; Hiraldo, F.; Donázar, J. A. 2010. Winners and losers in human-made habitats: interspecific competition outcomes in two Neotropical vultures. Animal Conservation 13: 390–398.
  • Cisneros-Heredia, Diego F. (2006). "Notes on breeding, behaviour and distribution of some birds in Ecuador". Bulletin of the British Ornithologists' Club 126 (2): 153–164 contains a record of a juvenile accompanying an adult male in July, too early to have been of that year's cohort
  • Cuesta, M. R.; Sulbarán, E. A. 2000. Andean Condor (Vultur gryphus). In: Reading, R.P.; Miller, B. (ed.), Endangered Animals: a reference guide to conflicting issues, pp. 16–21. Greenwood Press, London.
  • del Hoyo, J.; Elliott, A.; Sargatal, J. 1994. Handbook of the Birds of the World, vol. 2: New World Vultures to Guineafowl. Lynx Edicions, Barcelona, Spain.
  • Donazard, José A; Feijoo, Juan E. (2002). "Social structure of Andean Condor roosts: Influence of sex, age, and season". Condor (Cooper Ornithological Society) 104 (1): 832–837. doi:10.1650/0010-5422(2002)104[0832:SSOACR]2.0.CO;2. ISSN 0010-5422.
  • Ericson, P. G.P; Anderson, C. L; Britton, T.; Elzanowski, A.; Johansson, U. S; Kallersjo, M.; Ohlson, J. I; Parsons, T. J et al. (2006). "Diversification of Neoaves: Integration of molecular sequence data and fossils". Biology Letters 2 (4): 543–7. doi:10.1098/rsbl.2006.0523. PMC 1834003. PMID 17148284.
  • Feduccia, J. Alan (1999). The Origin and Evolution of Birds. Yale University Press. p. 300. ISBN 0-226-05641-4.
  • Ferguson-Lees, J.; Christie, D. A. 2001. Raptors of the world. Christopher Helm, London.
  • Fisher, Harvey L. (1944). "The skulls of the Cathartid vultures". Condor 46 (6): 272–296. doi:10.2307/1364013. JSTOR 1364013
  • Fisher, Harvey L. (1942). "The Pterylosis of the Andean Condor". Condor 44 (1): 30–32. doi:10.2307/1364195. JSTOR
  • Fjeldså, Jon; Krabbe, Niels (1990). Birds of the High Andes. Apollo Books. p. 90. ISBN 87-88757-16-1.
  • Gailey, Janet; Bolwig, Neils (1973). "Observations on the Breeding Behavior of the Andean Condor (Vultur Gryphus)" (PDF). Condor (Cooper Ornithological Society) 75 (1): 60–68. doi:10.2307/1366535. JSTOR 1366535.
  • Haemig, PD (2007). "Ecology of Condors". Ecology Online Sweden.
  • Harrison, Peter, Seabirds: An Identification Guide. Houghton Mifflin Harcourt (1991), ISBN 978-0-395-60291-1
  • Hilty, S. L.; Brown, W. L. 1986. A guide to the birds of Colombia. Princeton University Press, Princeton.
  • Houston, D. C. 1994. Cathartidae (New World Vultures). In: del Hoyo, J.; Elliott, A.; Sargatal, J. (ed.), Handbook of the birds of the world, pp. 24–41. Lynx Edicions, Barcelona, Spain.
  • Howard-Malverde, Rosaleen (1997). Creating Context in Andean Cultures. Oxford University Press. p. 16. ISBN 0-19-510914-7.
  • IUCN. 2012. IUCN Red List of Threatened Species (ver. 2012.1). Available at: http://www.iucnredlist.org. (Accessed: 19 June 2012).
  • J. Simpson, E. Weiner (eds), ed. (1989). "Raven". Oxford English Dictionary (2nd ed.). Oxford: Clarendon Press. ISBN 0-19-861186-2.
  • Lambertucci, S. A. 2010. Size and spatio-temporal variations of the Andean Condor Vultur gryphus population in north-west Patagonia, Argentina: communal roosts and conservation. Oryx 44(3): 441-447.
  • Lambertucci, S. A.; Trejo, A.; Martino, S. Di; Sánchez-Zapata, J. A.; Donázar, J. A.; Hiraldo, F. 2009. Spatial and temporal patterns in the diet of the Andean Condor: ecological replacement of native fauna by exotic species. Animal Conservation 12: 338-345.
  • Lutz, Dick; Lutz, Richard L. (2002). Patagonia: At the Bottom of the World. DIMI Press. pp. 71–74. ISBN 0-931625-38-6.
  • MacDonald, Tina; MacDonald, Duncan. "National Birds". Archived from the original on 6 October 2007. *Muller-Schwarze, Dietland (2006). Chemical Ecology of Vertebrates. Cambridge University Press. p. 350. ISBN 0-521-36377-2.
  • Mills, Alice; Parker, Janet & Stanton, Julie (2006). Mythology: Myths, Legends and Fantasies. New Holland Publishers. p. 493. ISBN 1-77007-453-8
  • Mundkur, Balaji (1983). The Cult of the Serpent. SUNY Press. p. 129. ISBN 0-87395-631-1.
  • Parker, T. A.; Stotz, D. F.; Fitzpatrick, J. W. 1996. Ecological and distributional databases. In: Stotz, D.F.; Fitzpatrick, J.W.; Parker, T.A.; Moskovits, D.K. (ed.), Neotropical bird ecology and conservation, pp. 113–436. University of Chicago Press, Chicago.
  • Remsen, J. V., Jr.; Cadena, C. D.; Jaramillo, A.; Nores, M.; Pacheco, J. F.; Robbins, M. B.; Schulenberg, T. S.; Stiles, F. G.; Stotz, D. F. and Zimmer, K. J. (2007). A classification of the bird species of South America. South American Classification Committee. Retrieved on 2007-10-15
  • Ríos-Uzeda, B.; Wallace, R. B. 2007. Estimating the size of the Andean Condor population in the Apolobamba Mountains of Bolivia. Journal of Field Ornithology 78(2): 170-175.
  • Sharpe, C.J.; Rojas-Suárez, F.; Ascanio, D. 2008. Cóndor Vultur gryphus. In: Rodríguez, J.P. and Rojas-Suárez, F. (eds), Libro Rojo de la fauna Venezolana. Tercera Edición, pp. 128. Provita & Shell Venezuela, S.A., Caracas, Venezuela.
  • Sibley, Charles G. and Monroe, Burt L. (1990). Distribution and Taxonomy of the Birds of the World. Yale University Press. ISBN 0-300-04969-2. .
  • Sibley, Charles G. and Jon E. Ahlquist (1991). Phylogeny and Classification of Birds: A Study in Molecular Evolution. Yale University Press. ISBN 0-300-04085-7
  • Snyder, Noel F. R. and Helen Snyder (2006). Raptors of North America: Natural History and Conservation. Voyageur Press. p. 45. ISBN 0-7603-2582-0.
  • Stotz, D. F.; Fitzpatrick, J. W.; Parker, T. A.; Moskovits, D. K. 1996. Neotropical birds: ecology and conservation. University of Chicago Press, Chicago.
  • Tait, Malcolm (2006). Going, Going, Gone: Animals and Plants on the Brink of Extinction. Sterling Publishing. p. 22. ISBN 1-84525-027-3.
  • Wehner, Ross; del Gaudio, Renee; Jankowski, Kazia (2007). Moon Peru. Avalon Travel. p. 180. ISBN 1-56691-983-5
  • Werness, Hope B. (2004). The Continuum Encyclopedia of Animal Symbolism in Art. Continuum International Publishing Group. p. 103. ISBN 0-8264-1525-3
  • Whitson, Martha A; Whitson, Paul D. (1968). "Breeding Behavior of the Andean Condor (Vultur Gryphus)" (PDF). Condor (Cooper Ornithological Society) 71 (1): 73–75. doi:10.2307/1366056. JSTOR 1366056.
  • Wood, Gerald (1983). The Guinness Book of Animal Facts and Feats. ISBN 978-0-85112-235-9.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Andean condor της Γερμανικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).