Κουμαριά

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Κουμαριά (Άρβουτος η κοινή)
Κωδωνόσχημα υπόλευκα άνθη κουμαριάς
Κωδωνόσχημα υπόλευκα άνθη κουμαριάς
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Φυτά (Plantae)
Υποβασίλειο: Τραχειόφυτα (Tracheophyta)
Υπερσυνομοταξία: Σπερματόφυτα (Spermatophyta)
Συνομοταξία: Αγγειόσπερμα (Magnoliophyta)
Ομοταξία: Δικοτυλήδονα (Magnoliopsida)
Υφομοταξία: Διλλενιίδες (Dilleniidae)
Τάξη: Ερεικώδη (Ericales) Δίκερα
Οικογένεια: Ερεικοειδή (Ericaceae) Heath Family
Υποοικογένεια: Arbutoideae
Γένος: Arbutus
Είδος: Arbutus unedo
Διώνυμο
Arbutus unedo
Carl Linnaeus 1753
Arbutus unedo range.svg
Χάρτης κατανομής πληθυσμού. Επεξηγήσεις:
     Αυτοφυής πληθυσμός.
Απομονωμένος πληθυσμός.
Εισαγόμενος και εγκλιματισμένος.
Υβρίδια και Ποικιλίες

Arbutus x andrachnoides (υβρίδιο)
Arbutus unedo var. rubra, Ρόδινη κουμαριά (ποικιλία)

Συνώνυμα

Η Κουμαριά ή Άρβουτος η κοινή (επιστ. Arbutus unedo L. [1]) είναι αειθαλής μεγάλος θάμνος ή μικρό δέντρο, με ευρεία εξάπλωση στην περιοχή της Μεσογείου έως τη δυτική Γαλλία και ένα από τα πιο χαρακτηριστικά φυτά της μακίας βλάστησης.[2]

Ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Τον 3ο αι. π.Χ., ο φιλόσοφος Θεόφραστος στο βιβλίο του «Περί φυτών ιστορίαι» αναφέρει το φυτό με το όνομα Κόμαρος.[3] 
  • Άλλες κοινές ονομασίες, σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, είναι: Λαγομηλιά, Κουραμιά, Καρομηλία.[4]

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κουμαριά είναι φυτό με ελάχιστες απαιτήσεις, αναπτύσσεται σε ξηρές και πετρώδεις πλαγιές με καλά αποστραγγιζόμενα και σχετικά όξινα εδάφη. Πλούσιο και βαθύ, το έρπον ριζικό της σύστημα εκμεταλλεύεται την υγρασία του εδάφους, ενώ παράλληλα το προστατεύει από τη διάβρωση. Το ύψος της κυμαίνεται συνήθως από 2–3 μ. αλλά  μπορεί να φτάσει έως και 12 μέτρα.[5] Ο φλοιός της είναι καστανόχρωμος, ρυτιδωμένος και τραχύς, [3] χαρακτηρίζεται δε από σφαιρικούς αδενώδεις καρπούς. Έχει φύλλα στιλπνά, σκούρου πράσινου χρώματος, με ωοειδές σχήμα, οδοντωτά, [6] τραχιά και δερματώδη. Τα ερμαφρόδιτα άνθη της είναι συνήθως λευκά ή ωχρόλευκα, κωδωνόσχημα, σχηματίζονται δε σε μικρές ταξιανθίες (τσαμπιά) που γέρνουν προς τα κάτω, ενώ έχουν λεπτό άρωμα μελιού. Η ανθοφορία διαρκεί συνήθως τρεις μήνες, από τα μέσα του φθινοπώρου μέχρι τις αρχές του χειμώνα.[7] Οι εδώδιμοι καρποί ωριμάζουν μετά ένα έτος, κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου, έτσι συνυπάρχουν στο ίδιο δένδρο άνθη και ώριμοι καρποί.[8] Οι καρποί είναι σφαιρικοί, τύπου ράγας, με διάμετρο 15-20 χιλιοστά και περικλείουν πολυάριθμα σπέρματα. Αρχικά έχουν κίτρινο χρώμα το οποίο κατά την ωρίμανση γίνεται βαθυκόκκινο.

Γεωγραφική κατανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κουμαριά είναι ευρέως διαδεδομένη σε πολλές χώρες γύρω από τη λεκάνη της Μεσογείου (βλέπε επισυναπτόμενο χάρτη κατανομής) και συγκεκριμένα στις εξής: Ελλάδα, παράλια Τουρκίας, Λίβανο, Συρία, Ισραήλ, Τυνησία, Αλγερία, Μαρόκο, Πορτογαλία, Ισπανία (συμπερ. οι Βαλεαρίδες Νήσοι), Γαλλία (συμπερ. η Κορσική), Ιταλία (συμπερ. η Σαρδηνία και Σικελία), Σλοβενία, Κροατία και Αλβανία. Αναπτύσσεται επίσης στη δυτική Γαλλία και τη Βουλγαρία. Μικροί αυτοφυείς πληθυσμοί υπάρχουν στη νοτιοδυτική Ιρλανδία, όπου η κουμαριά ονομάζεται δέντρο της φράουλας (αγγλ. Strawberry tree ή Irish Strawberry tree).[9] Οι πληθυσμοί αυτοί είναι κατάλοιπα πρώην ευρύτερης κατανομής, παλαιότερων θερμότερων και υγρότερων περιόδων, όταν το κλίμα ήταν γενικά πιο ζεστό από σήμερα. Μια άγρια φυσική ποικιλία με κόκκινα άνθη, η Arbutus unedo var. rubra, γνωστή με την ονομασία ρόδινη κουμαριά (αγγλ. Pink Strawberry tree), ανακαλύφθηκε πρώτη φορά στην Ιρλανδία το 1835.[10]

Χημικά συστατικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μέρη του φυτού με δραστικές ουσίες: Φύλλα, φλοιός.
  • Δραστικές ουσίες: Κουμαρίνες, πηκτίνες (φύλλα), αρβουτίνη (φλοιός), άλατα καλίου και νατρίου, σάκχαρα, [4] γαλλικό και ταννικό οξύ, ρητίνη, κόμμι.

Διατροφική αξία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κούμαρα

Οι καρποί της κουμαριάς, γνωστοί ως κούμαρα, είναι εδώδιμοι και τρώγονται στο στάδιο της πλήρους ωρίμανσης, όταν δηλαδή το χρώμα τους είναι έντονο κόκκινο, η υφή τους μαλακή και η γεύση τους γλυκεία. Οι ώριμοι καρποί έχουν υψηλή περιεκτικότητα σε σάκχαρα (40%), με κύρια παρουσία της φρουκτόζης, γλυκόζης και σουκρόζης. Στη γεύση των καρπών συμβάλλουν τα οργανικά οξέα (φουμαρικό και μαλλικό) και από τα φαινολικά οξέα το γαλλικό.[11] Οι ταννίνες προσδίδουν στιφή και υπόπικρη γεύση. Τα κούμαρα περιέχουν ακόμα βιταμίνες: βιταμίνη C, βήτα-καροτένιο, βιταμίνη Β3 (νιασίνη) και τοκοφερόλες.

Μετά τη συγκομιδή, οι ώριμοι καρποί θα πρέπει να καταναλωθούν εντός 24 ωρών, διότι είναι ευαίσθητοι και θα αρχίσουν να αποσυντίθενται. Όταν αποκοπούν από το φυτό ενώ είναι ακόμα ανώριμοι δεν ωριμάζουν καλά. Για τους παραπάνω λόγους, είναι προτιμότερο τα κούμαρα να τρώγονται κατευθείαν από το δέντρο.[12]

Προφυλάξεις

Τον 1ο αι., ο γιατρός και βοτανολόγος Διοσκουρίδης χαρακτηρίζει το κούμαρο «καρπό κακοστόμαχο και κεφαλαλγή».[3]

Υπερώριμα κούμαρα μπορεί να προκαλέσουν δηλητηρίαση, ενώ ανώριμα μπορεί να προκαλέσουν τάση για εμετό. Η υπερκατανάλωση του καρπού μπορεί να προκαλέσει μέθη, καθώς προκαλείται γρήγορη ζύμωση και σχηματισμός αλκοόλης μέσα στο στομάχι. Για τον λόγο αυτό πήρε το δεύτερο όνομα είδους «unedo» που προέρχεται από τη λατινική φράση «unum edo» και σημαίνει «τρώω μόνο ένα».[13]

Μέλι κουμαριάς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα άνθη της κουμαριάς επικονιάζονται από τις μέλισσες και το μέλι που προκύπτει έχει την τάση να κρυσταλλώνει, αποκτώντας μια βουτυρώδη υφή. Το χρώμα του είναι σκούρο κίτρινο έως καφέ, η δε γεύση του πικρή και πολύ ιδιαίτερη, που το κάνει να ξεχωρίζει από τα άλλα μέλια και να θεωρείται «γκουρμέ». Στην υπόπικρη γεύση του οφείλει τη διεθνή ονομασία του ως «bitter honey» (πικρό μέλι). Έχει χαμηλότερα ποσοστά σακχάρων σε σύγκριση με άλλα μέλια, έτσι εμπεριέχει και λιγότερες θερμίδες. Είναι τονωτικό τόσο για τους ανθρώπους όσο και για τις μέλισσες και οι μελισσοκόμοι συνήθως το αφήνουν στις κυψέλες για τροφή του μελισσιού τους χειμερινούς μήνες.[14] Μέλι κουμαριάς παράγεται στην Ελλάδα (σε αμιγή μορφή [15] ή ανάμεικτο με ρεικόμελο), την Πορτογαλία, την Ισπανία και σε σημαντικές ποσότητες στη Σαρδηνία, γνωστό ως "Miele di Corbezzolo" (μέλι κουμαριάς), το οποίο θεωρείται το πιο φίνο και σπάνιο μέλι του νησιού.[16]

Το γένος Arbutus στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Ελληνική χλωρίδα απαντώνται δύο είδη του γένους Arbutus (Άρβουτος), ένα υβρίδιο [15] και μια ποικιλία:

  1. Το είδος Arbutus unedo, η κουμαριά ή Άρβουτος η κοινή.[17]
  2. Το είδος Arbutus andrachne, η αγριοκουμαριά ή γλιστροκουμαριά ή ελαφοκουμαριά[5][18] ή ανδρουκλιά[19] (κυπρ.)

Το φυσικό υβρίδιο Arbutus x andrachnoides (αγγλ. hybrid strawberry tree), το οποίο προέρχεται από διασταύρωση των δύο παραπάνω ειδών και παρουσιάζει παρόμοια μορφολογικά χαρακτηριστικά με τους δύο γονείς του.[20] Εμφανίζεται σε περιοχές όπου τα δύο είδη συνυπάρχουν, κυρίως στα Ελληνικά νησιά και στις δυτικές ακτές της Τουρκίας.[21]

Η ποικιλία Arbutus unedo var. rubra, η ονομαζόμενη ρόδινη κουμαριά (γνωστή και ως pink strawberry). Τα ρόδινα άνθη της ποικιλίας αυτής αποτελούν τη μοναδική μορφολογική διαφορά με την κοινή κουμαριά που φέρει λευκά άνθη.[22]

Οι καρποί (τα κούμαρα) έχουν αρχικά κίτρινο χρώμα το οποίο κατά την ωρίμανση γίνεται βαθυκόκκινο.
Φύλλα στιλπνά, σκούρου πράσινου χρώματος, με ωοειδές σχήμα, οδοντωτά, τραχιά και δερματώδη.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. The Plant List. «Arbutus unedo L., Αccepted name of the species». theplantlist.org (στα Αγγλικά). 
  2. Απλαδά Ειρήνη, Βιολόγος (2005). «Πακέτο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης» (PDF). wwf.gr. WWF Ελλάς. 
  3. 3,0 3,1 3,2 Καββαδάς Δημήτριος, Καθηγητής πανεπιστημίου (Ιούλιος 1956). Εικονογραφημένον Βοτανικόν-Φυτολογικόν Λεξικόν Τόμος Β΄. Αθήνα: Πελεκάνος. σελίδες 531–533. ISBN 9789604009770. 
  4. 4,0 4,1 Σχολή Επιστημών Υγείας, Τμήμα Ιατρικής. «Φαρμακευτικά Φυτά της Ηπείρου». mediplantepirus.med.uoi.gr. Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. 
  5. 5,0 5,1 Βαμβακά, Νικόλ (2004). «Μεσογειακού Τύπου Οικοσυστήματα: Μια προσέγγιση της Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης» (PDF). Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Τμήμα Περιβάλλοντος. Μυτιλήνη. σελ. 17. 
  6. Δρ. Καρέτσος Γεώργιος, Δασολόγος-Περιβαλλοντολόγος (3 Μαρτίου 2012). «Κουμαριά και Γλιστροκουμαριά». Biokipos. 
  7. Ορεινό Μέλι (24 Νοεμβρίου 2017). «Η ανθοφορία της κουμαριάς». Blog | Οreinomeli.Wordpress.Com. 
  8. Greek Flora. «Arbutus unedo L. 1753». greekflora.gr. 
  9. U.S. National Plant Germplasm System. «Arbutus unedo L., Common names around the world». npgsweb.ars-grin.gov (στα Αγγλικά). 
  10. Παπαγιάννη Αργυρώ, Μεταπτυχιακή μελέτη (10 Μαΐου 2018). «Arbutus unedo var. rubra. Συγκριτική μελέτη με άλλα είδη Arbutus». Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Αθήνα. σελ. 22. 
  11. Παπαγιάννη Αργυρώ, Μεταπτυχιακή μελέτη (10 Μαΐου 2018). «Arbutus unedo var. rubra. Συγκριτική μελέτη με άλλα είδη Arbutus». Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Αθήνα. σελίδες 89–91. 
  12. Ποιότητα Ζωής (21 Δεκεμβρίου 2015). «Κούμαρο ένα άγριο φρούτο της Ελληνικής χλωρίδας με ιαματικές ιδιότητες». Blog | piotitazois-gr.blogspot.com. 
  13. Plant Finder. «Arbutus unedo». missouribotanicalgarden.org (στα Αγγλικά). 
  14. Μυγδανάλευρος Κώστας, Μελισσοκόμος. «Μελισσοπαίδεια | Φυτά | Κουμαριά». melissomania.gr. 
  15. 15,0 15,1 Τανανάκη Χρύσα, Εργαστήριο Μελισσοκομίας ΑΠΘ (3 Δεκεμβρίου 2019). «Μέλι κουμαριάς». Μελισσοκομική Επιθεώρηση. 
  16. Sardegna mia: the island of delicious food. «Corbezzolo Honey». sardegna-mia.it (στα Αγγλικά). 
  17. Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Κρήτης (21 Μαρτίου 2013). «Κουμαριά, Arbutus unedo». nhmc.uoc.gr. 
  18. Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Κρήτης (21 Μαρτίου 2013). «Αγριοκουμαριά, Arbutus andrachne». nhmc.uoc.gr. 
  19. Νεοφύτου, Γιάννης. «Μονοπάτι της φύσης Ιερά μονή Τροοδιτίσσης – Φοινί (Φοινί, Κύπρος)». Αψίδα. Κοινοτικό Συμβούλιο Φοινιού. 
  20. Δρ. Μαρία Παπαφωτίου, Αναπλ. Καθ. Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών (3 Μαρτίου 2012). «Κουμαριά και Γλιστροκουμαριά». Biokipos. 
  21. Plant Finder. «Arbutus × andrachnoides». www.missouribotanicalgarden.org (στα Αγγλικά). 
  22. Παπαγιάννη Αργυρώ, Μεταπτυχιακή μελέτη (10 Μαΐου 2018). «Arbutus unedo var. rubra. Συγκριτική μελέτη με άλλα είδη Arbutus». Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Αθήνα. σελ. 139. 

Πηγές. Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]