Καταβόθρα Θεσπρωτίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 39°21′14″N 20°24′49″E / 39.35389°N 20.41361°E / 39.35389; 20.41361

Καταβόθρα
Τοποθεσία στον χάρτη
Τοποθεσία στον χάρτη
Καταβόθρα
Διοίκηση
ΧώραΕλλάδα
ΔήμοςΗγουμενίτσας
Γεωγραφία και στατιστική
ΝομόςΘεσπρωτίας
Υψόμετρο120
Πληθυσμός250 (2011)
Άλλα
Παλαιά ονομασίαΛιουαράτι και Λιγοράτι(ον)

Η Καταβόθρα (πρώην Λιγοράτιον) είναι χωριό του δήμου Ηγουμενίτσας στον νομό Θεσπρωτίας της Ηπείρου. Σύμφωνα με τα στοιχεία της απογραφής του 2011, ο πληθυσμός της ανέρχεται στους 250 μόνιμους κατοίκους[1].

Γενικά και ιστορικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Καταβόθρα είναι κτισμένη σε υψόμετρο 120 μέτρων[2] στα νοτιοανατολικά της Ηγουμενίτσας, σε κοντινή απόσταση από το Μαργαρίτι. Αρχικά ο οικισμός ήταν γνωστός ως Λιουαράτι[3], ενώ μέχρι το 1928 έφερε την ονομασία Λιγοράτιον[2].

Η ιστορία του χωριού φαίνεται να ξεκινάει κατά τα τέλη του 16ου αιώνα όταν στην περιοχή εγκαταστάθηκαν κάτοικοι της γειτονικής Ντόμπρας που καταστράφηκε από πειρατική επιδρομή. Αργότερα, οι συγκεκριμένοι εξισλαμίστηκαν κατά τη διάρκεια του 17ου αιώνα[3].

Η Καταβόθρα εξελίχθηκε σε έδρα των Τσαπάρη, οι οποίοι υπήρξαν για αιώνες αγάδες της περιοχής του κάμπου του Μαργαριτίου[3]. Γνωστοί εκπρόσωποι της οικογένειας ήταν οι Σουλεϊμάν και Χασάν Τσαπάρη που ηγήθηκαν κατά τα τέλη του 18ου αιώνα δύο αποτυχημένων εκστρατειών για την καθυπόταξη του Σουλίου[4] και ο Χαλίμι Τσαπάρη που το 1847 συμμετείχε στην επανάσταση του Ζεϊνέλ Γκιολέκα. Μετά την αποτυχία της συγκεκριμένης εξέγερσης, μέλη της οικογένειας αιχμαλωτίστηκαν και εξορίστηκαν από τις οθωμανικές αρχές[5].

Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων η Καταβόθρα προσαρτήθηκε, μαζί με την υπόλοιπη Θεσπρωτία, στην Ελλάδα. Από τα τέλη του 1924 μέχρι το 1927 εγκαταστάθηκαν προσωρινά στον οικισμό Έλληνες πρόσφυγες από την Καππαδοκία[6]. Το 1930 ιδρύθηκε δημοτικό σχολείο και λειτουργούσε ταχυδρομικό γραφείο. Το 1940, σύμφωνα με τα προσωρινά αποτελέσματα της απογραφής εκείνου του έτους, ο πληθυσμός του ανερχόταν στους 663 κατοίκους από τους οποίους οι 542 ήταν Τσάμηδες[7]. Στα τέλη του 1944, κατά τη διάρκεια της απελευθέρωσης της Θεσπρωτίας από την γερμανική Κατοχή, οι μουσουλμάνοι της Καταβόθρας εγκατέλειψαν τον οικισμό και κατέφυγαν στην Αλβανία.

Κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, στην Καταβόθρα εγκαταστάθηκαν βλαχόφωνοι νομαδοκτηνοτρόφοι προκειμένου να καλυφθεί πληθυσμιακά το κενό των Τσάμηδων[8].

Σύμφωνα με την τελευταία διοικητική διαίρεση (Σχέδιο Καλλικράτης) αποτελεί έδρα τοπικής κοινότητας της δημοτικής ενότητας Μαργαριτίου του Δήμου Ηγουμενίτσας. Εκκλησιαστικά υπάγεται στη Μητρόπολη Παραμυθίας, Φιλιατών, Γηρομερίου και Πάργας. Η κεντρική εκκλησία της Καταβόθρας είναι αφιερωμένη στους Αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη. Στο χωριό υπάρχουν τα απομεινάρια του παλιού τζαμιού του Ιζέτ Λαβίδα[3].

Απογραφές πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Απογραφή 1895 1928 1940 1951 1961 1971 1981 1991 2001 2011
Πληθυσμός 718[9] 543[2] 663[2] 188[2] 393[2] 335[2] 297[2] 278[10] 258[10] 250[1]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 «Καταβόθρα (η) Δήμου Ηγουμενίτσας Τοπική Κοινότητα Καταβόθρας. Θεσπρωτία – Ήπειρος». dhmos.gr. Δήμοι, πόλεις και χωριά Ελλάδας. Ανακτήθηκε στις 16 Φεβρουαρίου 2017. [νεκρός σύνδεσμος]
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 2,5 2,6 2,7 Μιχαήλ Σταματελάτος - Φωτεινή Βάμβα-Σταματελάτου, Επίτομο Γεωγραφικό Λεξικό της Ελλάδος, Ερμής, Αθήνα 2001, σελ. 320.
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 «Καταβόθρα». margariti-gr.de. Ανεπίσημη ιστοσελίδα του Μαργαριτίου. Ανακτήθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 2017. 
  4. Παναγιώτου Αραβαντινού, Χρονογραφία της Ηπείρου. Των τε ομόρων ελληνικών και ιλλυρικών χωρών διατρέχουσα κατά σειράν τα εν αυταίς συμβάντα από του σωτηρίου έτους μέχρι του 1854, Εκ του Τυπογραφείου Σ. Κ. Βλαστού, Εν Αθήναις 1856, τόμος Α', σελ. 159.
  5. Αραβαντινού, 1856, Β' , σελ. 411 - 414.
  6. Γιάννη Μουρέλου (επιμ.), Η Έξοδος, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα 1982, τόμος Β΄ (Μαρτυρίες από τις επαρχίες της Κεντρικής και Νότιας Μικρασίας), σελ. 127.
  7. Χαρίτωνος Κ. Λάμπρου, Οι Τσάμηδες και η Τσαμουριά, Αθήναι 1949, σελ. 11.
  8. Αστέριος Ι. Κουκούδης, Μελέτες για τους Βλάχους, τόμος Β΄. Οι Μητροπόλεις και η Διασπορά των Βλάχων, εκδόσεις Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2000, σελ. 294.
  9. Μιχάλης Κοκολάκης, Η τουρκική στατιστική της Ηπείρου στο Σαλναμέ του 1895, Τετράδια Εργασίας, τεύχος 18, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών, Αθήνα 2008, σελ. 311.
  10. 10,0 10,1 «Απογραφές πληθυσμού 2001 και 1991». statistics.gr. Ανακτήθηκε στις 27 Φεβρουαρίου 2017. 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια" τομ.ΙΔ΄, σελ.26.