Εμμανουέλε Γκράτσι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Εμμανουέλε Γκράτσι
Εμμανουέλε Γκράτσι.jpg
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση30  Μαΐου 1891
Φλωρεντία
Θάνατος7  Σεπτεμβρίου 1961
Ρώμη
Χώρα πολιτογράφησηςΒασίλειο της Ιταλίας (1891–1946)
Ιταλία
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταδιπλωμάτης
αρθρογράφος
συγγραφέας
μεταφραστής

Ο Εμμανουέλε Γκράτσι (ιταλικά: Emanuele Grazzi‎; 30 Μαΐου 1891 - 7 Σεπτεμβρίου 1961), ήταν Ιταλός διπλωμάτης και μετέπειτα συγγραφέας, στην Ελλάδα γνωστός καθώς ήταν ο πρέσβης στην Αθήνα κατά τη κήρυξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου του 1940.

Γεννήθηκε στις 30 Μαΐου 1891 στην Φλωρεντία.[1] Από νωρίς ακολούθησε διπλωματική σταδιοδρομία καταλαμβάνοντας, διαδοχικά, θέσεις διπλωματικού υπαλλήλου, προξένου και στη συνέχεια πρεσβευτή στην Τυνησία, Ολλανδία, Γερμανία, ΗΠΑ και Γουατεμάλα. Επίσης είχε υπηρετήσει την Ιταλία στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο στην θέση του αξιωματικού πυροβολικού λαμβάνοντας τον πολεμικό σταυρό για την ανδρεία του.

Το 1939 έγινε πρέσβης της Ιταλίας στην Ελλάδα, σε μια εποχή που οι σχέσεις των δύο χωρών ήταν ήδη τεταμένες. Όντας ευφυής και πολύ κοσμικός, προσπαθούσε με κάθε τρόπο να εξομαλύνει τις Ελληνοϊταλικές σχέσεις. Ακόμα και όταν πλησίαζε η θύελλα του πολέμου, διαβεβαίωνε τους πάντες περί των άριστων διαθέσεων του Ιταλού δικτάτορα ηγέτη Μπενίτο Μουσολίνι προς την Ελλάδα, φθάνοντας στο σημείο, την παραμονή της κήρυξης του πολέμου, να δίνει στην Ιταλική Πρεσβεία μεγάλη δεξίωση.

Μετά το πέρας της δεξίωσης εκείνης, όταν πλέον αποκρυπτογραφήθηκε ολόκληρο το κείμενο του τελεσίγραφου, που στελνόταν τμηματικά, έσπευσε να το επιδώσει ο ίδιος, τις πρώτες πρωινές ώρες της 28ης Οκτωβρίου του 1940, στον Έλληνα Πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά στην οικία του στη Κηφισιά. Η απάντηση, όμως, που έλαβε στη γαλλική γλώσσα ως τελικό συμπέρασμα επί των απαιτήσεων του τελεσιγράφου, όπως "να επιτραπεί στα ιταλικά στρατεύματα η ελεύθερη διέλευση, προκειμένου να καταλάβουν διάφορες επίκαιρες θέσεις επί του εδάφους του Ελληνικού Βασιλείου", ήταν: "Alors, c'est la guerre!" (= Λοιπόν, αυτό σημαίνει πόλεμος), πράγμα που αποτέλεσε και το "ΟΧΙ" της Ελλάδας.

Έτσι, σχεδόν αμέσως με την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων που ξεκίνησαν από το πρώτο φως της ημέρας, ο Γκράτσι, ακολουθούμενος από το προσωπικό της πρεσβείας του και από τα μέλη της ιταλικής παροικίας στην Ελλάδα, αναχώρησε για την Ιταλία, όπου λίγες εβδομάδες μετά δέχθηκε την έκρηξη της οργής του Μουσολίνι, επειδή οι Έλληνες έδειχναν τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που τους παρουσίαζε στις εμπιστευτικές του αναφορές ως «ανίκανους προς οποιανδήποτε άμυνα», πολύ δε περισσότερο έναντι του σύγχρονου πολεμικού εξοπλισμού των Ιταλών.

Μετά την Ελλάδα έγινε πρεσβευτής στο κατοχικό Βελιγράδι, αλλά μετακινήθηκε από εκεί, ενδεχομένως λόγω επαφών με τη σερβική αντίσταση, μολονότι είχε συνταχθεί με το μεταμουσολινικό φασιστικό καθεστώς του Σαλό. Επρόκειτο να αναλάβει την εκπρoσώπησή του στη Βουδαπέστη, κάτι όμως που τελικά δεν έγινε. Κατά την επιστροφή του στην Ιταλία, συνελήφθη και κρατήθηκε αρχικά από τους Γερμανούς. Αφέθηκε ελεύθερος, αλλά τέθηκε υπό επιτήρηση.[1]

Έπειτα από τον πόλεμο, συνέγραψε βιβλίο με πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία περί των Ελληνοϊταλικών σχέσεων με τίτλο Il principio della fine (l'impresa di Grecia) (1945) [= Η αρχή του τέλους. Η επιχείρηση της Ελλάδας] στο οποίο και κατακρίνει τις μεθόδους της τότε φασιστικής Ιταλίας, πριν από την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων, κατά της Ελλάδας. Συνταξιοδοτήθηκε το 1947 και πέρασε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του αρθρογραφώντας σε εφημερίδες και περιοδικά, ενώ μετέφρασε ορισμένα έργα από τα αγγλικά. Πέθανε στη Ρώμη στις 7 Σεπτεμβρίου 1961.[1]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 (Ιταλικά) «Grazzi, Emanuele», στο Dizionario biografico degli italiani, Ρώμη: Istituto dell'Enciclopedia italiana. Ανάκτηση: 2019-10-21.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικό Ηλίου", τ. 5ος, σ. 512
  • "Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Δρανδάκη", τ. Β΄ (συμπληρ.), σ. 518
  • "Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα", τ. 18ος, σ. 220.