Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Κολ (καλλυντικό)»

Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Καμία αλλαγή στο μέγεθος ,  πριν από 2 έτη
μ
καμία σύνοψη επεξεργασίας
μ
Ετικέτες: Οπτική επεξεργασία Επεξεργασία από κινητό Διαδικτυακή επεξεργασία από κινητό
μ
Ετικέτες: Οπτική επεξεργασία Επεξεργασία από κινητό Διαδικτυακή επεξεργασία από κινητό
Η αγγλική λέξη για το οινόπνευμα, alcohol ([[αλκοόλ]]), είναι δάνειο από τα αραβικά, μέσω της μεσαιωνικής [[Λατινική γλώσσα|λατινικής]] γλώσσας και των γαλλικών, έχοντας αρχικά την έννοια "σκόνη [[Αντιμονίτης|αντιμονίτη]]". Η σύγχρονη έννοια της λέξης ''αλκοόλ'' γεννήθηκε στον 18<sup>ο</sup> αιώνα.
 
Η [[Περσική γλώσσα|περσική]] λέξη για το κολ είναι  سرمه ''sormeh, από το τουρκικό sürme'' που σημαίνει “σχέδιο κατά μήκος”, από την οποία προήλθε η λέξη ''surma'' (सुरमा, সুর্মা, سرمہ) η οποία χρησιμοποιείται στην [[Βεγγαλική γλώσσα|βεγγαλική]] γλώσσα,  στα [[χίντιΧίντι]] και στην γλώσσα [[Γλώσσα Ούρντου|ούρτντουΟύρτντου]], καθώς και στα ρωσικά όπου η αντίστοιχη λέξη είναι сурьма (στιβνίτης). Σε ορισμένες [[Νότια Ασία|νοτιοασιατικές]] γλώσσες, χρησιμοποιούνται οι όροι ''kājal'' ή ''kajol.'' Ο τελευταίος όρος πιθανόν έχει τη ρίζα του στις [[Δραβιδικές γλώσσες|δραβιδικές]] γλώσσες.<ref>McGregor, R.S. (1993). ''The Oxford Hindi-English Dictionary''. Oxford: Oxford University Press. <nowiki>ISBN 9780195638462</nowiki>. [https://books.google.gr/books?id=hzMwAAAACAAJ&dq=isbn:9780195638462&hl=el&sa=X&ved=0ahUKEwjTtK-po9_jAhW6isMKHZNLCyYQ6AEIKDAA 1]<br /></ref>
 
Στην γλώσσα [[Γλώσσα Χάουσα|Χάουσα]], το κολ είναι γνωστό ως tozali και kwalli.<ref>Kay Lazar, [https://archive.is/20130118145135/http://articles.boston.com/2012-08-03/news/32993408_1_low-levels-children-with-high-levels-health-risks Folk remedy linked to baby’s high lead levels], Boston Globe, 2 August 2012.</ref>
1.628

επεξεργασίες

Μενού πλοήγησης