Ανάβαση του Αντιόχου Γ΄: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων

Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δεν χρησιμοποίησε μπολντ παρά μόνο για τον ορισμό του λήμματος στην εισαγωγή
(Δεν χρησιμοποίησε μπολντ παρά μόνο για τον ορισμό του λήμματος στην εισαγωγή)
==Προοίμιο και προετοιμασία==
Έχοντας ο '''[[Αντίοχος Γ΄ ο Μέγας|Αντίοχος Γ΄]]Γ'''΄''']] απαλλαγεί από τον εξάδελφό του Αχαιό (216-213 π.Χ.), κατέλαβε την επικράτειά του στην [[Μ. Ασία]] και συνόρευσε με το κράτος των [[Δυναστεία των Ατταλιδών|Ατταλιδών]].
 
Με το δυτικό μέτωπο έχοντάς το αφήσει προς ώρας στην άκρη, στράφηκε προς τις αποστατημένες ανατολικές σατραπείες. Ο Μακεδών βασιλεύς της [[Συρία]]ς συγκέντρωσε στρατό 45.000 ανδρών. Αποτελείτο από 10.000 Έλληνες μισθοφόρους, 8.000 Αργυράσπιδες, 2.500 Κρήτες τοξότες, 2.000 [[Εταίροι|εταίρους]], 1.000 επιλέκτους ιππείς του Αγήματος, καθώς επίσης και σώματα άλλων Ελλήνων και Ασιατών.
 
==Αρμενική εκστρατεία==
Ο Αντίοχος ξεκίνησε με το στράτευμά του από την πρωτεύουσά του [[Αντιόχεια]] (213/2 π.Χ.) με κατεύθυνση προς την [[Αρμενία]]. Κατευθύνθηκε διά της [[Μεσοποταμία]]ς και μάλλον δια μέσου της [[Έδεσσα Μεσοποταμίας|Έδεσσας]]. Ο Σελευκιδικός στρατός εισέβαλε στην ''Καλή πεδιάδα'' που βρισκόταν η πρωτεύουσα της Σωφηνής (νοτίου Αρμενίας) ''Αρμόσατα''. Τότε ο Αντίοχος επιδόθηκε στην πολιορκία της πόλεως που βρισκόταν μεταξύ των ποταμών [[Τίγρης ποταμός|Τίγρη]] και [[Ευφράτης|Ευφράτη]]. Ο Αρμένιος ηγεμών '''Ξέρξης''' (αρμ. Շավարշ 228 -212 π.Χ.) βλέποντας τον όγκο των Ελλήνων, τράπηκε σε φυγή. Στην συνέχεια σκεπτόμενος ωριμότερα και φοβούμενος την κατάληψη της Σωφηνής από τους Έλληνες, έστειλε πρέσβεις στον Αντίοχο ζητώντας του ειρήνη. Οι ''φίλοι'' του Αντιόχου τον συμβούλεψαν να κυριεύσει τα Αρμόσατα, να καθαιρέσει τον Ξέρξη και να ανεβάσει στον θρόνο τον ανιψιό του Μιθριδάτη. Τελικά ο Αντίοχος αναίρεσε τις προτάσεις των φίλων του: Κάλεσε τον Ξέρξη και διέλυσε την μεταξύ τους εχθρότητα. Μάλιστα επειδή ο πατέρας του Ξέρξη χρωστούσε μεγάλα χρηματικά ποσά στους Σελευκίδες, ο Αντίοχος του χάρισε ένα μεγάλο μέρος από αυτά και αρκέστηκε στην καταβολή 300 ταλάντων, 1.000 ίππων και 1.000 ημιόνων με την σαγή τους. Ο Ξέρξης στο εξής θα διατηρούσε τον θρόνο του και νυμφεύτηκε την αδελφή του Αντιόχου, '''Αντιοχίδα'''. Με τις ενέργειές του αυτές, ο Σελευκίδης βασιλιάς κατέστη συμπαθής στους Αρμενίους.
 
==Παρθική εκστρατεία==
Διασχίζοντας τα όρη [[Ελμπρούς]] του [[Ιράν]] τον χειμώνα του 210/9 π.Χ., εισήλθε στα [[Εκβάτανα]] (σημ. Χαμαντάν). Για τις ανάγκες τις εκστρατείας κατευθύνθηκε στο ιερό της ιρανικής θεότητας Αναχίτα (στα ελληνιστικά συγχωνεύτηκε με την [[Άρτεμις|Αρτέμιδα]]). Από εκεί αφαίρεσε τα χρυσά φύλλα που κάλυπταν τους κίονες, τα ασημένια κεραμίδια, καθώς και χρυσούς και αργυρούς πλίνθους. Από τον πλούτο αυτό έκοψε για το βασιλικό ταμείο 4.000 τάλαντα.
 
Ο βασιλιάς των Πάρθων '''[[Αρσάκης Β΄ της Παρθίας|Αρσάκης Β΄]]''' (211 -191 π.Χ.), αφού πληροφορήθηκε τα τεκταινόμενα των προετοιμασιών του Αντιόχου, πίστεψε ότι η ελληνική στρατιά θα σταματούσε στα Εκβάτανα λόγω λειψυδρίας της ερήμου της [[Μηδία]]ς. Για τον λόγο αυτό οι [[Αχαιμενίδες]] στο παρελθόν είχαν διατάξει τους Μήδους να σκάψουν μεγάλου μήκους φρεάτια, προκειμένου να μεταφέρουν το νερό από τον Ταύρο ([[Καύκασος|Καύκασο]]). Έτσι κατέφυγε στον πόλεμο φθοράς: έστειλε Πάρθους ιππείς να φράξουν τα φρεάτια. Από την άλλη ο Αντίοχος έστειλε εναντίον τους 1.000 ιππείς με επικεφαλής τον '''Νικομήδη''' από την νήσο Κω. Μολονότι οι ιππείς δεν πρόλαβαν τον υποχωρούντα Αρσάκη, ωστόσο έτρεψαν σε φυγή με αιφνίδια επέλαση τους εναπομείναντες Πάρθους που κατέστρεφαν τα φρεάτια.
 
Στην συνέχεια προφυλακή του Νικομήδους επανέκαμψε στον Αντίοχο που στρατοπέδευσε στην ελληνική πόλη [[Εκατόμπυλος|Εκατόμπυλο]]. Εκεί ο βασιλιάς αφού μελέτησε την σκόπιμη υποχώρηση του Αρσάκη, αποφάσισε να κατευθυνθεί προς την γειτονική [[Υρκανία]]. Όμως πληροφορήθηκε από τους κατοίκους μιας γειτονικής πόλεως των Ταγών, ότι η περιοχή είχε στενωπούς που ενέδρευαν οι Πάρθοι. Αυτό ανάγκασε τον Μακεδόνα βασιλιά να μεταβάλει την παράταξη του στρατού του ως εξής: σε πρώτο κλιμάκιο έλαβαν θέση οι εύζωνοι, με αρχηγό τον σατράπη της Μηδίας Διογένη. Πλαγίως αυτών ήταν οι εργάτες που άνοιγαν και ισοπέδωναν το έδαφος για την [[Μακεδονική φάλαγγα]] και τα υποζύγια. Ακολουθούσε ως εφεδρεία τμήμα 2.000 Κρητών ασπιδοφόρων υπό τον Πολυξενίδα από την Ρόδο, θωρακοφόροι υπό την ηγεσία του Νικομήδους και θυρεοφόροι υπό την ηγεσία κάποιου '''Νικολάου''' (μάλλον ο Αιτωλός στρατηγός που αυτομόλησε από τον [[Πτολεμαίος Δ΄ Φιλοπάτωρ|Πτολεμαίο Δ΄]] προς τον Αντίοχο κατά τον [[Συριακοί πόλεμοι|Δ΄ Συριακό πόλεμο]]).
 
Στις συμπλοκές που ακολούθησαν με τους Πάρθους, οι εύζωνοι πότε μάχονταν ατομικά, πότε ομαδικά, αναλόγως των περιστάσεων. Τότε -βάσει σχεδίου- οι εργάτες άνοιγαν το έδαφος για την φάλαγγα. Γεγονός ήταν το δύσκολο του όλου εγχειρήματος στην [[Παρθία]], μιας και η στενωπός είχε μήκος περίπου 300 σταδίων (περίπου 60 χλμ). Παράλληλα τα πεσμένα δένδρα με τους βράχους που σκέπαζαν τις βαθειές και χειμαρρώδεις χαράδρες, σε συνδυασμό με τον ανταρτοπόλεμο των Πάρθων, δυσχέραιναν στο μέγιστο την πορεία του Ελληνικού στρατού. Κατά την διάρκεια της πορείας, η προφυλακή των ευζώνων του Διογένη συγκρούστηκε με τους αντιπάλους. Οι εύζωνοι, αφού κινήθηκαν πλαγίως των στενωπών, από τα χαμηλότερα προς τα ψηλότερα μέρη, έσπειραν σύγχυση στους Πάρθους με το "ελαφρύ πυροβολικό" τους. Από το σημείο που υποχωρούσαν οι νομάδες, οι εργάτες ισοπέδωναν το έδαφος και ακολουθούσαν με τάξη οι Κρήτες ασπιδοφόροι.
 
===Η πολιορκία της Σίρυγκος===
Οι νομάδες Πάρθοι έντρομοι βρήκαν καταφύγιο στην εγγύτερη οχυρή ελληνική πόλη '''[[Σύριγξ η παρθική|Σύριγκα]]''' (ιδρυμένη από τον [[Σέλευκος Α΄ Νικάτωρ|Σέλευκο Νικάτορα]]). Γνωρίζοντας ο Αντίοχος την σπουδαιότητα αυτής της πόλεως -που ήταν άλλωστε και η έδρα της περιοχής- αποφάσισε να την εκπορθήσει. Ο Ελληνικός στρατός στρατοπέδευσε έξω από την πόλη, ξεκινώντας την πολιορκία της. Το βάρος της επιχείρησης ανατέθηκε στις χωστρίδες χελώνες. Η κατάληψη της Σίρυγκος ήταν δύσκολη. Γιατί είχε τριπλούς τάφρους πλάτους 30 πήχεων και βάθους 15, ενώ στης καθεμιάς το χείλος είχαν κατασκευασθεί διπλά χαρακώματα και ισχυρό τείχος. Ενόσω οι εργάτες του Σελευκίδη βασιλιά επιχωμάτωναν τις τάφρους, γίνονταν συμπλοκές σώμα με σώμα, είτε πάνω από το έδαφος, είτε μέσα στα υπόγεια λαγούμια που σκάβονταν. Η σφοδρότητα των συγκρούσεων ήταν τέτοια, ώστε να μην προφθάνουν και οι δύο πλευρές να μεταφέρουν νεκρούς και τραυματίες. Τελικά η παρουσία του Αντιόχου εμψύχωνε τους εργάτες που κατεδάφισαν το τείχος με ορύγματα.
 
Τρομοκρατημένοι οι Πάρθοι κατέσφαξαν τον ελληνικό πληθυσμό της Σύριγκας, άρπαξαν τα πολυτιμότερα αντικείμενα και διέρρευσαν μέσα στην νύκτα. Για την καταδίωξή τους ο Αντίοχος απέστειλε τους Έλληνες μισθοφόρους με αρχηγό τον '''Υπερβάσα'''. Με την πρώτη συμπλοκή οι νομάδες πέταξαν τις αποσκευές τους και επανέκαμψαν φοβισμένοι στην Σύριγκα. Η κατάσταση όμως που βρήκαν εκεί ήταν διαφορετική: Οι Σελευκίδες πελταστές εισχώρησαν μέσα στο τείχος από ρήγμα που προκάλεσαν οι πολιορκητικές μηχανές του Αντιόχου και εξανάγκασαν τους εχθρούς να παραδοθούν.
 
Έτσι έλαβε τέλος και παρθική εκστρατεία του Αντιόχου. Ο Πάρθος ηγεμών Αρσάκης δέχθηκε τις αξιώσεις του Έλληνα βασιλιά: εγκατάσταση Σελευκιδικών φρουρών στις παρθικές πόλεις και πληρωμή φόρου υποτέλειας.
 
==Βακτρική εκστρατεία==
Μετά την συνθηκολόγηση του Αρσάκη, ο Αντίοχος παρέκαμψε το 209 π.Χ. την νότια Μαργιανή (νότιο [[Καζακστάν]]) και τότε πληροφορήθηκε ότι τον ανέμενε ο '''[[Ευθύδημος Α΄ της Βακτρίας|Ευθύδημος]]''' στην Ταπουρία (βρισκόταν στα δυτικά της [[Αρία|Αρείας]]) με 3.000 Έλληνες ιππείς, 7.000 Βάκτριους ιππείς και 5.000 τοξότες από τους Έλληνες ''κατοίκους'', δηλαδή στρατιωτικούς αποίκους.
 
===[[Μάχη της Αρίας]]===
Μετά την ήττα του Ευθυδήμου από τον Αντίοχο στις [[Μάχη της Αρίας|όχθες του Αρείου ποταμού]], οι Ελληνοβάκτριοι κλείστηκαν για δύο χρόνια στην πρωτεύουσά τους Βάκτρα -ΖαριάσπαΖαρίασπα.
 
Η πολιορκία της πρωτεύουσας του Ευθυδήμου Βάκτρας (σημ. Μπαλχ, του [[Αφγανιστάν]]) κράτησε από το 209 ως το 207 π.Χ. Ήταν τόσο φθοροποιός, αλλά και τόσο σημαντική, ώστε να συγκρίνεται με αυτήν του [[Τάρας|Τάραντος]], της [[Καρχηδόνα|Καρχηδόνος]] και των [[Συρακούσες|Συρακουσών]].
===Πολιορκία των Βάκτρων===
Η πολιορκία της πρωτεύουσας του Ευθυδήμου Βάκτρας (Μπαλχ, [[Αφγανιστάν]]) κράτησε από το 209 ως το 207 π.Χ. Ήταν τόσο φθοροποιός, αλλά και τόσο σημαντική, ώστε να συγκρίνεται με αυτήν του [[Τάρας|Τάραντος]], της [[Καρχηδόνα|Καρχηδόνος]] και των [[Συρακούσες|Συρακουσών]].
 
Δεδομένου των τειχών των Βάκτρων που ήταν ισχυρότατα, με προεξάρχοντες ημιπύργους -πάνω σε ψηλό θεμέλιο από λάσπη πάχους 30 μ. στην βάση του και ύψους 10 μ.- το πλινθόκτιστο τείχος αντιστάθηκε επί μακρόν στις πολιορκητικές μηχανές του Σελευκίδη βασιλιά (βαλλίστρες, σκορπιοί, καταπέλτες κ.ά.). Τελικά η δίχρονη πολιορκία κούρασε τον Σελευκίδη βασιλιά, ώστε αποφάσισε να δώσει ένα τέλος με μια συνθήκη ειρήνης.
 
Ο Ευθύδημος απέστειλε τον πρέσβη Τηλέα στον Αντίοχο για διαπραγματεύσεις. Ο πρώτος τόνισε στον Αντίοχο ότι δεν αποστάτησε από τους ομοφύλους του Έλληνες της Συρίας, αλλά θανάτωσε τον προδότη [[Διόδοτος Β΄ της Βακτρίας|Διόδοτο Β΄]] που κάποτε είχε συμμαχήσει με τους Πάρθους. Δεν δίστασε μάλιστα να αυτοπαρουσιαστεί ως ο ακρίτας του Ελληνισμού απέναντι στις βαρβαρικές σκυθικές ορδές. Ο [[Πολύβιος]] χαρακτηριστικά αναφέρει ότι ο ''Τηλέας'' μεσίτευσε πολλές φορές μεταξύ των δύο Ελλήνων βασιλέων, ώσπου ο Ευθύδημος έστειλε τον υιόγιο του '''[[Δημήτριος Α΄ ο Ανίκητος|Δημήτριο]]''' για επικύρωση της μεταξύ τους φιλίας και ειρήνης. Ο Δημήτριος έλαχε λαμπρούς υποδοχής από τον Σελευκίδη βασιλιά που τον νύμφευσε με μια από τις κόρες του. Τελικά συμφωνήθηκε ο Ευθύδημος να κρατήσει τον θρόνο του αλλά ως υποτελής των Μακεδόνων της Συρίας, ενώ υποχρεούτο να προμηθεύει τον Αντίοχο με 30 ελέφαντες, τρόφιμα και ελαφρύ ελληνικό πεζικό.
 
==Ινδική εκστρατεία==
Ικανοποιημένος από τα αποτελέσματα με την [[Βακτριανή]], ο Έλληνας βασιλιάς εισέβαλε με 60.000 στρατό στην [[Ινδία]] το 206 π.Χ., πραγματοποιώντας την τρίτη κατά σειρά ελληνική εισβολή (μετά τον [[Μ. Αλέξανδρος|Μ. Αλέξανδρο]] και τον Σέλευκο Α΄) στην υποήπειρο. Περνώντας τον [[Ινδοκούς|Ινδικό Καύκασο]], κατενίκησε ορισμένα Ινδικά φύλα κοντά στην [[Αλεξάνδρεια η εν Παροπαμισσάδαις|Αλεξάνδρεια του Καυκάσου]], ώσπου ήλθε αντιμέτωπος με τον ισχυρό ηγεμόνα '''Σοφαγασήνο'''. Ο Ινδός ηγεμών διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να αναμετρηθεί με τις υπέρτερες ελληνικές δυνάμεις. Έτσι κάλεσε τον Αντίοχο και ανανέωσε μαζί του την παλιά φιλία που είχαν και δέχθηκε την ελληνική επικυριαρχία στην [[Πενταποταμία]], όπου και κυβερνούσε. Συμφωνήθηκε και από τις δύο πλευρές να προμηθεύσει ο Σοφαγασήνος τον Αντίοχο με 60 ελέφαντες, τρόφιμα και μεγάλα χρηματικά ποσά, για την παραλαβή των οποίων ο τελευταίος έπεμψε τον ''Ανδροσθένη'' από την [[Κύζικος|Κύζικο]] να τα παραλάβει.
 
==Επιστροφή στην Αντιόχεια==

Μενού πλοήγησης