Ανάβαση του Αντιόχου Γ΄

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Με τον όρο Ανάβαση του Αντιόχου Γ΄ αποκαλείται η επιτυχής σειρά εκστρατειών του βασιλιά Αντιόχου Γ' η οποία είχε σκοπό την ανάκτηση του ελέγχου του ανατολικού τμήματος του βασιλείου των Σελευκιδών.

Προοίμιο και προετοιμασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έχοντας ο Αντίοχος Γ' απαλλαγεί από τον εξάδελφό του Αχαιό (216-213 π.Χ.), κατέλαβε την επικράτειά του στη Μικρά Ασία και επεξέτεινε την εξουσία του μέχρι τα σύνορα του Βασιλείου της Περγάμου.

Με το δυτικό μέτωπο έχοντάς το αφήσει προς ώρας στην άκρη, στράφηκε προς τις αποστατημένες ανατολικές σατραπείες. Ο Μακεδόνας βασιλιάς της Συρίας συγκέντρωσε στρατό 45.000 ανδρών. Αποτελείτο από 10.000 Έλληνες μισθοφόρους, 8.000 αργυράσπιδες, 2.500 Κρήτες τοξότες, 2.000 εταίρους, 1.000 επιλέκτους ιππείς του Αγήματος, καθώς επίσης και σώματα άλλων Ελλήνων και Ασιατών.

Αρμενική εκστρατεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αντίοχος ξεκίνησε με το στράτευμά του από την πρωτεύουσά του Αντιόχεια της Συρίας (213/2 π.Χ.) με κατεύθυνση προς την Αρμενία. Κατευθύνθηκε διά της Μεσοποταμίας και, μάλλον δια μέσου της Έδεσσας (σημ. Ούρφα της Τουρκίας), ο σελευκιδικός στρατός εισέβαλε στην Καλή πεδιάδα όπου βρισκόταν η πρωτεύουσα της Σωφηνής (νοτίου Αρμενίας) Αρμόσατα. Τότε ο Αντίοχος επιδόθηκε στην πολιορκία της πόλεως, η οποία βρισκόταν μεταξύ των ποταμών Τίγρη και Ευφράτη. Ο Αρμένιος ηγεμόνας, Ξέρξης (αρμ. Շավարշ 228 -212 π.Χ.), βλέποντας τον όγκο του στρατού των Ελλήνων, τράπηκε σε φυγή. Στη συνέχεια σκεπτόμενος ωριμότερα και φοβούμενος την κατάληψη της Σωφηνής από τους Έλληνες, έστειλε πρέσβεις στον Αντίοχο ζητώντας του ειρήνη. Οι φίλοι του Αντιόχου τον συμβούλεψαν να κυριεύσει τα Αρμόσατα, να καθαιρέσει τον Ξέρξη και να ανεβάσει στον θρόνο τον ανιψιό του Μιθριδάτη. Τελικά ο Αντίοχος δεν ακολούθησε τις προτάσεις των φίλων του: Κάλεσε τον Ξέρξη και διέλυσε την μεταξύ τους εχθρότητα. Μάλιστα επειδή ο πατέρας του Ξέρξη χρωστούσε μεγάλα χρηματικά ποσά στους Σελευκίδες, ο Αντίοχος του χάρισε ένα μεγάλο μέρος από αυτά και αρκέστηκε στην καταβολή 300 ταλάντων, 1.000 ίππων και 1.000 μουλαριών με τη σαγή τους. Ο Ξέρξης στο εξής θα διατηρούσε τον θρόνο του και νυμφεύτηκε την αδελφή του Αντιόχου, Αντιοχίδα. Με τις ενέργειές του αυτές, ο Σελευκίδης βασιλιάς κατέστη συμπαθής στους Αρμενίους.

Παρθική εκστρατεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διασχίζοντας τα όρη Ελμπρούς του Ιράν τον χειμώνα του 210/9 π.Χ., μπήκε στα Εκβάτανα (σημ. Χαμαντάν). Για τις ανάγκες τις εκστρατείας κατευθύνθηκε στο ιερό της ιρανικής θεότητας Αναχίτα (στα ελληνιστικά χρόνια, συγχωνεύτηκε με την Αρτέμιδα). Από εκεί αφαίρεσε τα χρυσά φύλλα που κάλυπταν τους κίονες, τα ασημένια κεραμίδια, καθώς και χρυσούς και αργυρούς πλίνθους. Από τον πλούτο αυτό έκοψε για το βασιλικό ταμείο 4.000 τάλαντα.

Ο βασιλιάς των Πάρθων Αρσάκης Β΄ (211 -191 π.Χ.), αφού πληροφορήθηκε τα τεκταινόμενα των προετοιμασιών του Αντιόχου, πίστεψε ότι η ελληνική στρατιά θα σταματούσε στα Εκβάτανα λόγω λειψυδρίας της ερήμου της Μηδίας. Για τον λόγο αυτό οι Αχαιμενίδες στο παρελθόν είχαν διατάξει τους Μήδους να σκάψουν μεγάλου μήκους φρεάτια, προκειμένου να μεταφέρουν το νερό από τον Ταύρο (Καύκασο). Έτσι κατέφυγε στον πόλεμο φθοράς: έστειλε Πάρθους ιππείς να φράξουν τα φρεάτια. Από την άλλη ο Αντίοχος έστειλε εναντίον τους 1.000 ιππείς με επικεφαλής τον Νικομήδη από τη νήσο Κω. Μολονότι οι ιππείς δεν πρόλαβαν τον υποχωρούντα Αρσάκη, έτρεψαν σε φυγή με αιφνίδια επέλαση τους εναπομείναντες Πάρθους που κατέστρεφαν τα φρεάτια.

Στη συνέχεια, προφυλακή του Νικομήδους επανέκαμψε στον Αντίοχο που στρατοπέδευσε στην πόλη Εκατόμπυλο. Εκεί ο βασιλιάς, αφού μελέτησε την σκόπιμη υποχώρηση του Αρσάκη, αποφάσισε να κατευθυνθεί προς τη γειτονική Υρκανία. Όμως πληροφορήθηκε από τους κατοίκους μιας γειτονικής πόλης, των Ταγών, ότι η περιοχή είχε στενωπούς όπου ενέδρευαν οι Πάρθοι. Αυτό ανάγκασε τον Μακεδόνα βασιλιά να μεταβάλει την παράταξη του στρατού του ως εξής: σε πρώτο κλιμάκιο έλαβαν θέση οι εύζωνοι, με αρχηγό τον σατράπη της Μηδίας Διογένη. Πλαγίως αυτών βρίσκονταν οι εργάτες που άνοιγαν και ισοπέδωναν το έδαφος για τη μακεδονική φάλαγγα και τα υποζύγια. Ακολουθούσε ως εφεδρεία τμήμα 2.000 Κρητών ασπιδοφόρων υπό τον Πολυξενίδα από τη Ρόδο, θωρακοφόροι υπό την ηγεσία του Νικομήδους και θυρεοφόροι υπό την ηγεσία κάποιου Νικολάου (μάλλον ο Αιτωλός στρατηγός που αυτομόλησε από τον Πτολεμαίο Δ΄ προς τον Αντίοχο κατά τον Δ΄ Συριακό πόλεμο).

Στις συμπλοκές που ακολούθησαν με τους Πάρθους, οι εύζωνοι πότε μάχονταν ατομικά, πότε ομαδικά, αναλόγως των περιστάσεων. Τότε -βάσει σχεδίου- οι εργάτες άνοιγαν το έδαφος για την φάλαγγα. Γεγονός ήταν το δύσκολο του όλου εγχειρήματος στην Παρθία, μιας και η στενωπός είχε μήκος περίπου 300 σταδίων (περίπου 60 χλμ). Παράλληλα τα πεσμένα δένδρα με τους βράχους που σκέπαζαν τις βαθειές και χειμαρρώδεις χαράδρες, σε συνδυασμό με τον ανταρτοπόλεμο των Πάρθων, δυσχέραιναν στο μέγιστο την πορεία του σελευκιδικού στρατού. Κατά τη διάρκεια της πορείας, η προφυλακή των ευζώνων του Διογένη συγκρούστηκε με τους αντιπάλους. Οι εύζωνοι, αφού κινήθηκαν πλαγίως των στενωπών, από τα χαμηλότερα προς τα ψηλότερα μέρη, έσπειραν σύγχυση στους Πάρθους με τις βολές τους. Από το σημείο που υποχωρούσαν οι νομάδες, οι εργάτες ισοπέδωναν το έδαφος και ακολουθούσαν με τάξη οι Κρήτες ασπιδοφόροι.

Η μάχη στο όρος Λάβος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μόλις και μετά δυσκολίας ο Σελευκιδικός στρατός έφτασε την 8η μέρα στο πέρασμα του όρους Λάβου που οδηγούσε στην Υρκανία. Εκεί συγκροτήθηκε πεισματώδης μάχη στους πρόποδες του βουνού. Η μακεδονική φάλαγγα πίεζε τους Πάρθους που μάχονταν σθεναρά αλλά,κατά την επελθούσα νύκτα, οι εύζωνοι με κυκλωτική κίνηση κατέλαβαν τις θέσεις του εχθρού και τους έτρεψαν σε φυγή. Με σαλπίσματα ο Αντίοχος συγκράτησε την ακατάσχετή τους ορμή και στη συνέχεια κατασκήνωσε στην ατείχιστη πόλη της Υρκανίας, Τάμβρακα.

Η πολιορκία της Σίρυγκος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι νομάδες Πάρθοι έντρομοι βρήκαν καταφύγιο στην εγγύτερη οχυρή ελληνική πόλη Σύριγκα (ιδρυμένη από τον Σέλευκο Νικάτορα). Γνωρίζοντας ο Αντίοχος την σπουδαιότητα αυτής της πόλεως -που ήταν άλλωστε και η έδρα της περιοχής- αποφάσισε να την εκπορθήσει. Ο σελευκιδικός στρατός στρατοπέδευσε έξω από την πόλη, ξεκινώντας την πολιορκία της. Το βάρος της επιχείρησης ανατέθηκε στις χωστρίδες χελώνες. Η κατάληψη της Σίρυγκος ήταν δύσκολη γιατί είχε τριπλούς τάφρους πλάτους 30 πήχεων και βάθους 15, ενώ στης καθεμιάς το χείλος είχαν κατασκευασθεί διπλά χαρακώματα και ισχυρό τείχος. Ενόσω οι εργάτες του Σελευκίδη βασιλιά επιχωμάτωναν τις τάφρους, γίνονταν συμπλοκές σώμα με σώμα, είτε πάνω από το έδαφος, είτε μέσα στα υπόγεια λαγούμια που σκάβονταν. Η σφοδρότητα των συγκρούσεων ήταν τέτοια, ώστε να μην προφθάνουν και οι δύο πλευρές να μεταφέρουν νεκρούς και τραυματίες. Τελικά η παρουσία του Αντιόχου εμψύχωνε τους εργάτες που κατεδάφισαν το τείχος με ορύγματα.

Τρομοκρατημένοι οι Πάρθοι κατέσφαξαν τον ελληνικό πληθυσμό της Σύριγκας, άρπαξαν τα πολυτιμότερα αντικείμενα και διέρρευσαν μέσα στην νύκτα. Για την καταδίωξή τους ο Αντίοχος απέστειλε τους Έλληνες μισθοφόρους με αρχηγό τον Υπερβάσα. Με την πρώτη συμπλοκή οι νομάδες πέταξαν τις αποσκευές τους και επανέκαμψαν φοβισμένοι στην Σύριγκα. Η κατάσταση όμως που βρήκαν εκεί ήταν διαφορετική: Οι Σελευκίδες πελταστές εισχώρησαν μέσα στο τείχος από ρήγμα που προκάλεσαν οι πολιορκητικές μηχανές του Αντιόχου και εξανάγκασαν τους εχθρούς να παραδοθούν.

Έτσι έλαβε τέλος και η παρθική εκστρατεία του Αντιόχου. Ο Πάρθος ηγεμών Αρσάκης δέχθηκε τις αξιώσεις του Έλληνα βασιλιά: εγκατάσταση σελευκιδικών φρουρών στις παρθικές πόλεις και πληρωμή φόρου υποτέλειας.

Βακτρική εκστρατεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την συνθηκολόγηση του Αρσάκη, ο Αντίοχος παρέκαμψε το 209 π.Χ. τη νότια Μαργιανή (νότιο Καζακστάν) και τότε πληροφορήθηκε ότι τον περίμενε ο Ευθύδημος στην Ταπουρία (βρισκόταν στα δυτικά της Αρείας) με 3.000 Έλληνες ιππείς, 7.000 Βάκτριους ιππείς και 5.000 τοξότες από τους Έλληνες κατοίκους, δηλαδή στρατιωτικούς αποίκους.

Μάχη της Αρίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την ήττα του Ευθυδήμου από τον Αντίοχο στις όχθες του Αρείου ποταμού, οι Ελληνοβάκτριοι κλείστηκαν για δύο χρόνια στην πρωτεύουσά τους Βάκτρα -Ζαρίασπα (σημ. Μπαλχ του Αφγανιστάν).

Η πολιορκία της πρωτεύουσας του Ευθυδήμου Βάκτρας κράτησε από το 209 ως το 207 π.Χ. Ήταν τόσο φθοροποιός, αλλά και τόσο σημαντική, ώστε να συγκρίνεται με αυτήν του Τάραντα, της Καρχηδόνας και των Συρακουσών.

Δεδομένου των τειχών των Βάκτρων που ήταν ισχυρότατα, με προεξάρχοντες ημιπύργους -πάνω σε ψηλό θεμέλιο από λάσπη πάχους 30 μ. στην βάση του και ύψους 10 μ.- το πλινθόκτιστο τείχος αντιστάθηκε επί μακρόν στις πολιορκητικές μηχανές του Σελευκίδη βασιλιά (βαλλίστρες, σκορπιοί, καταπέλτες κ.ά.). Τελικά η δίχρονη πολιορκία κούρασε τον Σελευκίδη βασιλιά, ώστε αποφάσισε να δώσει τέλος με συνθήκη ειρήνης.

Ο Ευθύδημος απέστειλε τον πρέσβη Τηλέα στον Αντίοχο για διαπραγματεύσεις. Ο πρώτος τόνισε στον Αντίοχο ότι δεν αποστάτησε από τους ομοφύλους του Έλληνες της Συρίας, αλλά θανάτωσε τον προδότη Διόδοτο Β΄ που κάποτε είχε συμμαχήσει με τους Πάρθους. Δεν δίστασε μάλιστα να αυτοπαρουσιαστεί ως ο ακρίτας του Ελληνισμού απέναντι στις βαρβαρικές σκυθικές ορδές. Ο Πολύβιος χαρακτηριστικά αναφέρει ότι ο Τηλέας μεσίτευσε πολλές φορές μεταξύ των δύο Ελλήνων βασιλέων, ώσπου ο Ευθύδημος έστειλε τον γιο του Δημήτριο για επικύρωση της μεταξύ τους φιλίας και ειρήνης. Ο Δημήτριος έλαχε λαμπρούς υποδοχής από τον Σελευκίδη βασιλιά που τον νύμφευσε με μια από τις κόρες του. Τελικά συμφωνήθηκε ο Ευθύδημος να κρατήσει τον θρόνο του αλλά ως υποτελής των Μακεδόνων της Συρίας, ενώ υποχρεούτο να προμηθεύει τον Αντίοχο με 30 πολεμικούς ελέφαντες, τρόφιμα και ελαφρύ ελληνικό πεζικό.

Ινδική εκστρατεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ικανοποιημένος από τα αποτελέσματα με την Βακτριανή, ο Έλληνας βασιλιάς εισέβαλε με 60.000 στρατό στην Ινδία το 206 π.Χ., πραγματοποιώντας την τρίτη κατά σειρά ελληνική εισβολή (μετά τον Μ. Αλέξανδρο και τον Σέλευκο Α΄) στην υποήπειρο. Περνώντας τον Ινδικό Καύκασο, κατενίκησε ορισμένα ινδικά φύλα κοντά στην Αλεξάνδρεια του Καυκάσου, ώσπου ήλθε αντιμέτωπος με τον ισχυρό ηγεμόνα Σοφαγασήνο. Ο Ινδός ηγεμόνας διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να αναμετρηθεί με τις υπέρτερες ελληνικές δυνάμεις. Έτσι κάλεσε τον Αντίοχο και ανανέωσε μαζί του την παλιά φιλία που είχαν και δέχθηκε την ελληνική επικυριαρχία στην Πενταποταμία (σημ. Παντζάμπ), όπου και κυβερνούσε. Συμφωνήθηκε και από τις δύο πλευρές να προμηθεύσει ο Σοφαγασήνος τον Αντίοχο με 60 πολεμικούς ελέφαντες, τρόφιμα και μεγάλα χρηματικά ποσά, για την παραλαβή των οποίων ο τελευταίος έστειλε τον Ανδροσθένη από την Κύζικο.

Επιστροφή στην Αντιόχεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά το αίσιο πέρας της εκστρατείας, ο Μακεδόνας βασιλιάς της Συρίας επικεφαλής 46.000 πεζών, 12.000 ιππέων και 96 ελεφάντων πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Πέρασε από την Αλεξάνδρεια της Αραχωσίας, τη Δραγγιανή και την Καρμανία, όπου και διαχείμασε (ίσως στην πόλη Κάρμανα -Κερμάν ή στην Αλεξάνδρεια) τον χειμώνα του 206/5 π.Χ.

Στον Περσικό κόλπο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διαμέσου των αχανών στεπών και των οροπεδίων του κεντρικού Ιράν έφτασε στην Βαβυλώνα, όπου από ένα πρόσφατα δημοσιευμένο βαβυλωνιακό ημερολόγιο, μαθαίνει κανείς ότι ο Σελευκίδης βασιλιάς έλαβε μέρος στην εορτή της εισόδου του νέου βαβυλωνιακού έτους. Στην συνέχεια κατευθύνθηκε στην Σελεύκεια το 205 π.Χ. Από εκεί με τμήμα στόλου διέπλευσε τον ποταμό Τίγρη και αγκυροβόλησε στην αραβική πόλη του Περσικού κόλπου, Γέρρα. Σκοπός του Έλληνα βασιλιά ήταν η ανανέωση της φιλίας των Αράβων που είχε συναφθεί από τα χρόνια του Σελεύκου Α΄. Λέγεται μάλιστα ότι ο Αντίοχος ήταν ο ρυθμιστής των φιλικών σχέσεων της πολιτείας των Γερραίων με την χώρα των Χαττηνίων που ήταν ενσωματωμένη σε αυτούς. Θορυβημένοι οι Γερραίοι από την ελληνική στρατιά, έστειλαν επιστολή στον Σελευκίδη βασιλιά, ικετεύοντάς τον να σεβαστεί την ελευθερία τους, όπως και έγινε. Οι Άραβες του προσέφεραν για δώρα 500 αργυρά τάλαντα, 1.000 τάλαντα λιβανωτού και άλλα 200 κανελλόλαδου.

Έχοντας εξασφαλίσει την εμπορική συμφωνία με τους Άραβες, κατευθύνθηκε προς τη νήσο Τύλο και από εκεί στην Αντιόχεια. Από εκεί ο Αντίοχος έστειλε επιστολή στη Μαγνησία το 205 π.Χ., στην οποία έγραφε ότι βρήκε στην ιρανική Αντιόχεια τους θεωρούς που έστειλε εκεί η μικρασιατική μητρόπολη τους Φιλίσκο, Φέρητα και Δημοφώντα. Από την νότια Περσίδα τελικά επέστρεψε στην σελευκιδική πρωτεύουσα διά της Σελεύκειας στον Τίγρη, της Ευρωπού και της Αμφιπόλεως. Στην Αντιόχεια αποθεώθηκε από όλους τους Έλληνες που του προσέδωσαν τον τίτλο Μέγας (204 π.Χ.).

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Πολύβιος, Ιστορίαι.
  • Οι εκστρατείες των Διαδόχων του Μ. Αλεξάνδρου στην Ασία, περιοδικό Στρατιωτική Ιστορία, τεύχος 12, σσ. 48-50.
  • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος Δ΄ Μέγας Αλέξανδρος -Ελληνιστικοί χρόνοι. Εκδοτική Αθηνών.