Δοξυκυκλίνη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Το συντακτικό του μορίου της δοξυκυκλίνης
Η στερεοχημική δομή του μορίου της δοξυκυκλίνης

Η δοξυκυκλίνη είναι αντιβιοτικό φάρμακο, που ανήκει στις τετρακυκλίνες και χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση ποικίλων μολύνσεων. Η δοξυκυκλίνη είναι ημισυνθετική ουσία, που παράχθηκε για πρώτη φορά και αναπτύχθηκε κλινικά στις αρχές της δεκαετίας 1960-1970, ενώ πήρε την έγκριση της Υπηρεσίας Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ το 1967: ένα από τα πρώτα αντιβιοτικά «ευρέος φάσματος».

Ως χημική ένωση, η δοξυκυκλίνη έχει επίσημη ονομασία κατά IUPAC: (4S,4aR,5S,5aR,6R,12aS)-4-(διμεθυλαμινο)- 3,5,10,12,12a-πενταϋδροξυ- 6-μεθυλ- 1,11-διοξο- 1,4,4a,5,5a,6,11,12a-οκταϋδροτετρακενη-2-καρβοξαμίδη.

Χρήσεις-ενδείξεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

* Σχετικά λήμματα: τετρακυκλίνες, οξυτετρακυκλίνη

Εκτός από τις γενικές ενδείξεις για όλα τα αντιβιοτικά της ομάδας των τετρακυκλινών, η δοξυκυκλίνη χρησιμοποιείται συχνά για τη θεραπεία της νόσου του Lyme, της χρόνιας προστατίτιδας, της ιγμορίτιδας, της σύφιλης, της χλαμυδίας, της ακμής και των μολύνσεων από ρικετσία.

Κάψουλες δοξυκυκλίνης των 100 mg (γενόσημο)

Ως αντιπρωτοζωικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δοξυκυκλίνη χρησιμοποιείται προφυλακτικά κατά της ελονοσίας. Δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνη της για την αρχική αντιμετώπιση της νόσου, ακόμα και όταν το παράσιτο είναι ευαίσθητο στην ουσία, επειδή η ανθελονοσιακή δράση της δοξυκυκλίνης καθυστερεί. Αυτή η καθυστέρηση σχετίζεται με τον μηχανισμό δράσεώς της, που είναι η επίδραση στην κληρονόμηση γονιδίων του παρασίτου, που επιφέρει ανώμαλη κυτταρική διαίρεση[1]. Μπορεί ωστόσο να χορηγηθεί στα πλαίσια ενός θεραπευτικού σχήματος σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα, όπως η κινίνη[2].

Ως αντιβακτηριακό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα μικρόβια Branhamella catarrhalis, Brucella melitensis, χλαμυδία και μυκόπλασμα της πνευμονίας είναι γενικώς ευαίσθητα στη δοξυκυκλίνη, ενώ ορισμένα είδη του αιμοφίλου, το μυκόπλασμα του ανθρώπου και η Pseudomonas aeruginosa έχουν αναπτύξει ανθεκτικότητα διαφορετικών βαθμών[3].

Η δοξυκυκλίνη χρησιμοποιείται στη θεραπεία και την προφύλαξη από τον άνθρακα (που προκαλείται από τον βάκιλλο του άνθρακα).

Είναι επίσης αποτελεσματική ενάντια στο μικρόβιο της βουβωνικής πανώλους και συνταγογραφείται για τη νόσο του Lyme (νευροβορρελίωση)[4][5] και τον πυρετό των Βραχωδών Ορέων. Μάλιστα, επειδή η δοξυκυκλίνη είναι το καλύτερο από τα ελάχιστα φάρμακα που έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικά στην αντιμετώπιση του πυρετού των Βραχωδών Ορέων (με δεύτερο καλύτερο τη χλωραμφαινικόλη), ενδείκνυται για χρήση ακόμα και σε παιδιά για την ασθένεια αυτή. Στις άλλες ασθένειες δεν ενδείκνυται για παιδιά ηλικίας κάτω των οκτώ ετών. Επίσης, όπως και τα άλλα αντιβιοτικά, δεν θα θεραπεύσει κρυολογήματα, τη γρίπη ή άλλες λοιμώξεις που προκαλούνται από ιούς.

Γενικά, μετά από βακτηριολογική εξέταση της ευαισθησίας των μικροβίων σε αυτή, η δοξυκυκλίνη μπορεί να χορηγηθεί για την αντιμετώπιση και την πρόληψη των ακόλουθων μολύνσεων:

Επίσης, ως συνδυασμένη θεραπεία για τη Chlamydia trachomatis, επειδή έως και το 50% των ασθενών προσβάλλονται από το στέλεχος αυτού του βακτηρίου που είναι ανθεκτικό στη β-λακτάμη[6].

Ως ανθελμινθικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δοξυκυκλίνη σκοτώνει τα συμβιωτικά βακτηρίδια του γένους Wolbachia στις αναπαραγωγικές οδούς των παρασιτικών νηματωδών σκωλήκων, καθιστώντας τους έτσι στείρους. Με τον τρόπο αυτό μειώνει τη μετάδοση νοσημάτων όπως η onchocerciasis και η ελεφαντίαση[7]. Κλινικές δοκιμές το 2005 έδειξαν ότι μία αγωγή οκτώ εβδομάδων με δοξυκυκλίνη σταματά σχεδόν τελείως την απελευθέρωση microfilariae[8][9].

Προφυλάξεις και παρενέργειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι προφυλάξεις και οι παρενέργειες από τη χρήση δοξυκυκλίνης είναι παρόμοιες με αυτές των άλλων τετρακυκλινών. Ωστόσο, ο κίνδυνος φωτοευαίσθητων αντιδράσεων του δέρματος έχει ιδιαίτερη σημασία για μακρόχρονη προληπτική χρήση κατά της ελονοσίας, επειδή μπορεί να προκαλέσει μόνιμη ευαισθησία και λεπτό δέρμα, άρα και βλάβες από το ηλιακό φως.

Σε αντίθεση με κάποιες άλλες τετρακυκλίνες, η δοξυκυκλίνη μπορεί να χορηγηθεί σε ασθενείς με νεφρικές βλάβες[10].

Παλαιότερα, η δοξυκυκλίνη πιστευόταν πως μείωνε την αποτελεσματικότητα πολλών τύπων ορμονικών αντισυλληπτικών, εξαιτίας επαγωγής του κυτοχρώματος CYP450. Πρόσφατες έρευνες ωστόσο δεν έχουν δείξει εμφανή απώλεια στην αποτελεσματικότητα αντισυλληπτικών από τη χρήση τετρακυκλινών γενικά[11].

Η πρόσληψη δοξυκυκλίνης μαζί με φαγητό και ειδικότερα γαλακτοκομικά προϊόντα ίσως μειώσει την ποσότητα του φαρμάκου που απορροφάται. Ο συνδυασμός της με γαλακτοκομικά, συμπληρώματα ασβεστίου, σίδηρο ή καθαρτικά με μαγνήσιο δεν είναι αφ' εαυτού επικίνδυνος, αλλά οποιοδήποτε από αυτά τα τρόφιμα ή συμπληρώματα μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα του φαρμάκου[12].

Η δοξυκυκλίνη, όπως όλες οι τετρακυκλίνες, αντενδείκνυται για γενική χρήση από παιδιά, αλλά ειδικές εξαιρέσεις γίνονται για δυνητικά μοιραίες αρρώστειες, οπότε τα οφέλη ξεπερνούν τους κινδύνους και δεν υπάρχουν άλλες εναλλακτικές λύσεις (π.χ. άνθρακας). Δεν ενδείκνυται επίσης για εγκύους και ελλιποβαρή άτομα (κάτω των 45 κιλών).

Ληγμένες τετρακυκλίνες ή τετρακυκλίνες που έχουν εκτεθεί σε pH μικρότερο του 2 αναφέρονται ως νεφροτοξικές, εξαιτίας του σχηματισμού μιας παράγωγης ενώσεως, της ανυδροεπιτετρακυκλίνης[13][14], η οποία προκαλεί σύνδρομο Φανκόνι[15]. Αλλά στην περίπτωση της δοξυκυκλίνης, η απουσία υδροξυλομάδας στο 6ο άτομο άνθρακα αποτρέπει τον σχηματισμό της νεφροτοξικής ουσίας. Πάντως και η δοξυκυκλίνη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με τραύμα στα νεφρά, επειδή μπορεί να επιδεινώσει τυχόν αζωταιμία εξαιτίας καταβολικών δράσεων.

Πειραματικές εφαρμογές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε μικρότερες από τις θεραπευτικές δόσεις, η δοξυκυκλίνη αποτελεί αναστολέα των μεταλλοπρωτεασών και έχει δοκιμασθεί σε διάφορα πειραματικά συστήματα για τον σκοπό αυτό, όπως π.χ. σε περιπτώσεις υποτροπιάζουσας διαβρώσεως του κερατοειδούςDursun D, Kim MC, Solomon A, Pflugfelder SC (2001). «Treatment of recalcitrant recurrent corneal erosions with inhibitors of matrix metalloproteinase-9, doxycycline and corticosteroids». Am. J. Ophthalmol. 132 (1): 8–13. doi:10.1016/S0002-9394(01)00913-8. PMID 11438047. </ref>. Η δοξυκυκλίνη έχει αποδειχθεί ότι μειώνει in vitro την ανάπτυξη των ανθρώπινων κυττάρων καρκίνου του μαστού και του προστάτη, ίσως δια της διακοπής του κυτταρικού κύκλου στη φάση G1. Η δοξυκυκλίνη, όπως και άλλες τετρακυκλίνες, είναι επίσης πολύ οστεοτροπικές και, σε ζωικά μοντέλα οστικών μεταστάσεων καρκίνου του μαστού, δόσεις δοξυκυκλίνης έχουν μειώσει την ανάπτυξή τους. Η δοξυκυκλίνη έχει χρησιμοποιηθεί επιτυχώς σε ένα τουλάχιστον ασθενή με λεμφαγγειολειομυομάτωση, μία ασθένεια που επιδεινώνεται προοδευτικά και είναι μοιραία[16]. Επιπλέον, το φάρμακο έχει δειχθεί ότι ελαφραίνει την καρδιακή υπερτροφία (σε ποντίκια)[17].

Στη χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, η δοξυκυκλίνη έχει δειχθεί ότι βελτιώνει την πνευμονική λειτουργία σε ασθενείς με σταθερά συμπτώματα[18]. Doxycycline is also used in "Tet-on" and "Tet-off" tetracycline-controlled transcriptional activation to regulate transgene expression in organisms and cell cultures.

Μερικές άλλες πειραματικές εφαρμογές είναι και κατά των παρακάτω:

Εμπορικές ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Βιμπραμυκίνη (Vibramycin), από την Pfizer Inc.
  • Monodox, Microdox, Periostat, Vibra-Tabs, Oracea, Doryx, Vibrox, Adoxa, Doxyhexal, Doxylin, Doxoral, Doxy-1 και Atridox (doxycycline hyclate για την περιοδοντίτιδα).

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Dahl EL, Shock JL, Shenai BR, Gut J, DeRisi JL, Rosenthal PJ (2006). «Tetracyclines specifically target the apicoplast of the malaria parasite Plasmodium falciparum». Antimicrob. Agents Chemother. 50 (9): 3124–31. doi:10.1128/AAC.00394-06. PMID 16940111. 
  2. Lalloo DG, Shingadia D, Pasvol G και άλλοι. (February 2007). «UK malaria treatment guidelines». J. Infect. 54 (2): 111–21. doi:10.1016/j.jinf.2006.12.003. PMID 17215045. http://linkinghub.elsevier.com/retrieve/pii/S0163-4453(06)00416-6. 
  3. «Doxycycline spectrum of bacterial susceptibility and Resistance» (PDF). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 1 Φεβρουαρίου 2014. Ανακτήθηκε στις 4 Μαΐου 2012. 
  4. Nadelman RB, Luger SW, Frank E, Wisniewski M, Collins JJ, Wormser GP (1992). «Comparison of cefuroxime axetil and doxycycline in the treatment of early Lyme disease». Ann. Intern. Med. 117 (4): 273–80. PMID 1637021. 
  5. Luger SW, Paparone P, Wormser GP και άλλοι. (March 1995). «Comparison of cefuroxime axetil and doxycycline in treatment of patients with early Lyme disease associated with erythema migrans». Antimicrob. Agents Chemother. 39 (3): 661–7. PMID 7793869. 
  6. Gladwin, Mark (2007). Clinical Microbiology Made Ridiculously Simple 4th ed. Miami, FL: MedMaster Inc. σελ. 68. ISBN 0-940780-81-X. 
  7. Hoerauf A, Mand S, Fischer K και άλλοι. (2003). «Doxycycline as a novel strategy against bancroftian filariasis-depletion of Wolbachia endosymbionts from Wuchereria bancrofti and stop of microfilaria production». Med. Microbiol. Immunol. 192 (4): 211–6. doi:10.1007/s00430-002-0174-6. PMID 12684759. 
  8. Taylor MJ, Makunde WH, McGarry HF, Turner JD, Mand S, Hoerauf A (2005). «Macrofilaricidal activity after doxycycline treatment of Wuchereria bancrofti: a double-blind, randomised placebo-controlled trial». Lancet 365 (9477): 2116–21. doi:10.1016/S0140-6736(05)66591-9. PMID 15964448. 
  9. Outland, Katrina (24 June 2005). «New Treatment for Elephantitis: Antibiotics». 13. The Journal of Young Investigators. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2012-11-20. https://web.archive.org/web/20121120193420/http://www.jyi.org/news/nb.php?id=361. Ανακτήθηκε στις 2012-10-17. 
  10. Center for Drug Evaluation and Research (Νοεμβρίου–Δεκεμβρίου 2004). «European recommendations on the use of oral antibiotics for acne». Food and Drug Administration. Ανακτήθηκε στις 31 Ιανουαρίου 2008. 
  11. Archer JS, Archer DF (2002). «Oral contraceptive efficacy and antibiotic interaction: a myth debunked». J. Am. Acad. Dermatol. 46 (6): 917–23. doi:10.1067/mjd.2002.120448. PMID 12063491. 
  12. National Center for Biotechnology Information (Σεπτεμβρίου 2010). «AHFS Consumer Medication Information». U.S. National Library of Medicine. Ανακτήθηκε στις 1 Ιουλίου 2012. 
  13. "Principles and methods for the assessment of nephrotoxicity associated with exposure to chemicals". Environmental health criteria: 119. World Health Organization (WHO). ISBN 92-4-157119-5. ISSN 0250-863X. 1991.
  14. Foye's Principles of Medicinal Chemistry; David A. Williams; William O. Foye, Thomas L. Lemke
  15. Goodman & Gilman's The Pharmacological Basis of Therapeutics, 12ed, Laurence L. Brunton, Bruce A. Chabner, Björn C. Knollmann
  16. Moses MA, Harper J, Folkman J (2006). «Doxycycline treatment for lymphangioleiomyomatosis with urinary monitoring for MMPs». N. Engl. J. Med. 354 (24): 2621–2. doi:10.1056/NEJMc053410. PMID 16775248. 
  17. Errami M, Galindo CL, Tassa AT, Dimaio JM, Hill JA, Garner HR (2007). «Doxycycline attenuates isoproterenol- and transverse aortic banding- induced cardiac hypertrophy in mice». J Pharmacol Exp Ther 324 (3): 1196–203. doi:10.1124/jpet.107.133975. PMID 18089841. 
  18. Dalvi PS, Singh A, Trivedi HR και άλλοι. (2011). «Effect of doxycycline in patients of moderate to severe chronic obstructive pulmonary disease with stable symptoms». Ann Thorac Med 6 (4): 221–6. doi:10.4103/1817-1737.84777. PMID 21977068. PMC 3183640. http://www.thoracicmedicine.org/article.asp?issn=1817-1737;year=2011;volume=6;issue=4;spage=221;epage=226;aulast=Dalvi. 
  19. Saraiva IH, Jones RN, Erwin M, Sader HS (1997). «[Evaluation of antimicrobial sensitivity of 87 clinical isolates of vancomycin-resistant enterococci]» (στα Portuguese). Rev Assoc Med Bras 43 (3): 217–22. doi:10.1590/S0104-42301997000300009. PMID 9497549. 
  20. Dibb WL, Digranes A (1981). «Characteristics of 20 human Pasteurella isolates from animal bite wounds». Acta Pathol Microbiol Scand [B] 89 (3): 137–41. PMID 7315339. 
  21. Greenwald RA (December 2011). «The road forward: the scientific basis for tetracycline treatment of arthritic disorders». Pharmacol. Res. 64 (6): 610–3. doi:10.1016/j.phrs.2011.06.010. PMID 21723947. 
  22. Raza M, Ballering JG, Hayden JM, Robbins RA, Hoyt JC (2006). «Doxycycline decreases monocyte chemoattractant protein-1 in human lung epithelial cells». Exp. Lung Res. 32 (1–2): 15–26. doi:10.1080/01902140600691399. PMID 16809218. 
  23. Chodosh S, Tuck J, Pizzuto D (1988). «Comparative trials of doxycycline versus amoxicillin, cephalexin and enoxacin in bacterial infections in chronic bronchitis and asthma». Scand J Infect Dis Suppl 53: 22–8. PMID 3047855. 
  24. Joks R, Durkin HG (December 2011). «Non-antibiotic properties of tetracyclines as anti-allergy and asthma drugs». Pharmacol. Res. 64 (6): 602–9. doi:10.1016/j.phrs.2011.04.001. PMID 21501686. 
  25. Bachelez H, Senet P, Cadranel J, Kaoukhov A, Dubertret L (2001). «The use of tetracyclines for the treatment of sarcoidosis». Arch Dermatol 137 (1): 69–73. PMID 11176663. http://archderm.ama-assn.org/cgi/content/full/137/1/69. 
  26. El Sayed F, Dhaybi R, Ammoury A (2006). «Subcutaneous nodular sarcoidosis and systemic involvement successfully treated with doxycycline». J Med Liban 54 (1): 42–4. PMID 17044634. 
  27. Briest W, Cooper TK, Tae HJ, Krawczyk M, McDonnell NB, Talan MI (2011). «Doxycycline ameliorates the susceptibility to aortic lesions in a mouse model for the vascular type of ehlers-danlos syndrome». J Pharmacol Exp Ther 337 (3): 621–27. doi:10.1124/jpet.110.177782. PMID 21363928. 
  28. «Antibiotics 'could help slow MS'». BBC News. 2007-12-11. http://news.bbc.co.uk/2/hi/health/7136088.stm. Ανακτήθηκε στις 2008-01-31. 
  29. Mishra GP, Mulani JD. "Doxycycline: An Old Drug With A New Role In Idiopathic Pulmonary Fibrosis" Αρχειοθετήθηκε 2011-07-23 στο Wayback Machine.. International Journal of Pharma and Bio Sciences. V1(2) 2010. ISSN 0975-6299.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Doxycycline της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).