Γούμερο Ηλείας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 37°45′43″N 21°37′11″E / 37.76194°N 21.61972°E / 37.76194; 21.61972

Γούμερο
Τοποθεσία στον χάρτη
Τοποθεσία στον χάρτη
Γούμερο
Διοίκηση
Χώρα Ελλάδα
Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας
Δήμος Πύργου
Δημοτική ενότητα Ωλένης
Τοπική κοινότητα Γούμερου
Γεωγραφία και στατιστική
Γεωγραφικό διαμέρισμα Πελοποννήσου
Περιφερειακή ενότητα Ηλείας
Υψόμετρο 527
Πληθυσμός 642 (2011)
Άλλα
Παλαιά ονομασία Βρουμερόν ή Βρούμερο (στο χρονικόν του Μορέως)και Αλήσυον (στον Όμηρο).
Ταχ. κωδ. 27064
Τηλ. κωδ. 26210
www.goumero.gr

Το Γούμερο (Αλήσυον αναφέρεται στον Όμηρο) είναι μεγάλο χωριό και έδρα της ομώνυμης Τοπικής Κοινότητας της Περιφερειακής Ενότητας Ηλείας πρώην Νομού Ηλείας και βρίσκεται 34 χλμ (οδικώς) βορειοανατολικά της πόλης του Πύργου και 54 χλμ από την Αμαλιάδα, σε υψόμετρο 492 άλλως 527 (λόγω του φυσικού του κάστρου) μέτρων. Διοικητικά ανήκει στην Δημοτική Ενότητα Ωλένης νυν του Δήμου Πύργου Περιφερειακής Ενότητας Ηλείας Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας[1][2] και έχει 642 μόνιμους κατοίκους σύμφωνα με την απογραφή του 2011.

Ιστορικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Γούμερο είναι χτισμένο στην τοποθεσία, όπου κατά την αρχαιότητα σύμφωνα με τον Όμηρο, τον Στράβωνα , βρισκόταν το Αλήσυον ή Αλησαίον (έτσι αναφέρεται στην Ιλιάδα (Β και Λ) του Ομήρου). Ήταν μία απο τις πόλεις που έστειλαν πολεμικό άγημα και εφόδια στην εκστρατεία στην Τροία, μία από τις σημαντικότερες 12 πόλεις της περιοχής -της Αμφιδολίας ή Αμφιδολίδας [[με πρωτεύουσα την Πίσα | Πισάτιδα (βασίλειο των Νειλίδων )(πόλεις της : Αλήσυον,Άναιτος, Άρπιννα, Δυσπόντιον, Ηράκλεια (περιοχή σημερινού Πελοπίου η Πλατάνου) , Κικύσιον, Λέτρινα, Μάργανα, Μετάπιον, Σαλμώνη, Χαλάνδριον, Φειά (Κατάκωλο ) . Βασιλιάς της Πίσας ήταν ο Οινόμαος και την κόρη του Ιπποδάμεια ερωτεύθηκε και πήρε μετά απο αγώνα ο Πέλοπας πρίγκιπας της Λυδίας της Μ. Ασίας και εξ αυτού ονομάστηκε ύστερα Πελοπόννησος στην μυθολογία , η οποία Πίσα (ονομάστηκε από τον γενάρχη της Πίσο εγγονό του Θεού Αιόλου ) βρισκόταν στην σημερινή Μιράκα , πλησίον της Αρχαίας Ολυμπίας ]. Το Αλήσυον ήταν κομβικό γεωγραφικό σημείο - επικοινωνίας των πόλεων της Αμφιδολίας και οχυρό της στα βορειοανατολικά της σύνορα, ενάντια στην αντίπαλό της Ήλιδα ( Ήλις- βασίλειο των Επειών ) και μία φορά το έτος γινόταν μεγάλη εμποροπανήγυρης (ανταλλαγές προιόντων της ορεινής Πελοποννήσου και όχι μόνο) η οποία γίνεται μέχρι σήμερα στη θέση Βάραγκα , πλησίον του παραπόταμου του Πηνειού του Πηνειακού Λάδωνα, θέση της περιφέρειας του Γουμέρου.

Στη Μυθολογία αναφέρεται ότι στο κάστρο του Αλησύου ( Γουμέρου )-(μετέπειτα κάστρο του Πριγκηπάτου του Μωρέος, υπάρχουν ερείπια έως σήμερα, φυσικό οχύρωμα μήκους 1800 μέτρα περίπου(+-10 μετρα) με πλάτος 60 μέτρα περίπου (+-1 μετρο) και ύψος 40 μέτρα περίπου ( +-1μετρο) με απότομες όλες τις πλευρές του, αποτελούμενο από κροκαλογενές έδαφος και σκληρό πώρινο, με εξαιρετικά δύσκολη ανάβαση)[αναφορά από τον Γεωρ.Παπανδρέου]. Εκεί λοιπόν ζούσε ο κένταυρος Φόλος (εξ ου και η ονομασία της ευρύτερης περιοχής του οροπεδίου της Φολόης (αποτελούμενη απο τα χωριά : Φολόη ή Γιάρμενα, Αντρώνι, Κούμανι, Πέρσαινα, ) τον οποίο μετά από μάχη φόνευσε ο Ηρακλής ,όταν πήγαινε να καθαρίσει τους στάβλους του Αυγεία στην Ήλιδα (Ήλις) , δεν πείραξε όμως κατοίκους της περιφέρειας της Πίσας, και δη του Αλησύου- Γουμέρου , διότι εθεωρείτο ιερή πόλη.

Στον κατάλογο των Πελοπονησιακών κάστρων του Κάρολου Χόπφ (Hopf), το [[1360-1364], και του Stefano MAGNO , συναντάται με το όνομα Vumero και βρίσκεται υπό την δικαιοδοσία της Αικατερίνης Βαλουά και του γιού της του Ροβέρτου του Τάραντα. Το 1364 με βάση την ίδια πηγή ονομάζεται Vumeri, ενώ στη συνέχεια αναφέρεται και πάλι σαν Vumero.Στη λίστα των κάστρων του 1377 της Γκλιζιέρ, αναφέρεται ότι βρίσκεται δίπλα απο το Χελιδόνι. Προμήθευε σιτηρά κυρίως βρώμη και κριθάρι σε τεράστια ποσότητα για τροφή των αλόγων των Φράγκων και λοιπών ιπποτών (ίσως και από εδώ να προκύπτει ως παραλλαγή η ονομασία του στο χρονικό του Μωρέος, ως Βρούμερο ή Βρουμερόν κλπ). Τα ευρήματα όμως δείχνουν να υπάρχει από πολύ παλαιότερα. Συγκεκριμένα το μετόχι (μικρό μοναστήρι - είχε κελιά , φούρνο, δεξαμενή νερού , αποθήκες τροφίμων και χώρο φιλοξενίας οδοιπόρων ) της Νικόβιας ή Νικόβλης ή Νίκαβας (ΝΙΚΗ του ΑΒΑ, προϊόν κάποιας μάχης ίσως) χρονολογείται από το 1300, ενώ η Ιερά Μονή Ασκητού από το 1200.

Ο Γεώργιος Φραντζής αναφέρει πως υπήρχε στο μέρος αυτό ένα χωριό με το όνομα Βρουμερόν και ο καθηγητής Κων. Ν.Ηλιόπουλος (1948-Το Τοπωνυμικόν της Ηλείας, περιοδ.<Αθηνά>) υποστηρίζει ότι το Βρουμερόν είναι Ελληνικότατο και προέρχεται από το βρώμη{γράφει: <<Βρουμερόν μετά την κώφωσιν του ω εις ου , αποβολήν του ρ δι' ανομοίωσιν, προς ευφημισμόν γενομένην, και αντικατάστασιν του β δια του γ, καθ' όσον εν τη φερούση το όνομα τούτο περιοχή, εκαλλιεργείτο και παρήγετο, ως και νυν, εν πλησμονή βρώμη>>}. Το 1829 καταγράφεται επίσημα η ύπαρξη του δήμου Γουμερίας, με έδρα το Γούμερο. Όπως αναφέρει και ο ιστορικός Γεωργίου Παπανδρέου,στο βιβλίο του <Η Ηλεία διαμέσου των αιώνων>1923, <Αζανιάς> (Διδακτορική διατριβή του ) και σε άλλα βιβλία , οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού ήταν οι Ζιπιταίοι (βασιζόμενος όμως σε προφορικές παραδόσεις και όχι σε γραπτές αναφορές) μετά την καταστροφή του Κάστρου από τους Τούρκους (τα ερείπια του υπάρχουν ακόμη). Το Γούμερο (μετά την καταστροφή του από τους Τούρκους) κατοίκησαν κατά πλειοψηφία Αρκάδες Πελοποννήσιοι. Ενδεικτικά επίθετα μεγάλων οικογενειών του [Παναγιωτόπουλου Βασίλη, πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου-( 13ος-18ος αιώνας), εκδ.Εμπορ.Τράπεζας 1985]: Αγγελόπουλος με καταγωγή από τη Γορτυνία- Δημητσάνα Αρκαδίας (η οποία είναι και η μήτρα όλων των Αγγελόπουλων). Ο αποκεφαλιστής από τους Τούρκους Πατριάρχης Γρηγόριος ο Πέμπτος κατά κόσμον Γεώργιος Αγγελόπουλος (ας σημειωθεί ότι αμφισβητείται γενικώς η όποια θετική στάση του υπέρ του ξησηκωμού των Ελλήνων ) - κατείχαν λοιπόν οι Αγγελόπουλοι τους υδρόμυλους της περιοχής τους ( τα εργοστάσια της εποχής) και οι περισσότεροι από αυτούς βοηθούσαν τους Κολοκοτρωναίους και ειδικά τον Θοδωρή (τον μετέπειτα ονομαζόμενο Γέρο του Μωριά) προμηθεύοντάς τον με πυρίτιδα και άλλα υλικά και όταν προδόθηκαν στους Τούρκους, έφυγαν μακριά από τον τόπο τους και εγκαταστάθηκαν σε άλλες θέσεις της Πελοποννήσου και συγκεκριμένα στο κέντρο του Γουμέρου,όπου και ρίζωσαν. Δεν είναι τυχαία η εγκατάσταση τους στη κεντρική (σήμερα) πλατεία του Γουμέρου. Μερικοί Αγγελόπουλοι βοήθησαν τους Τούρκους και το Πατριαρχείο και έμειναν ακέραιοι. Κακαλής ( παλιό, σύνηθες και παραφρασμένο επίθετο με διφορούμενη έννοια) , Παπανδρέου (από Αχαία), (ανέκαθεν οι τρεις μεγάλες αυτές οικογένειες κατοικούν έμπροσθεν της μεγάλης πλατείας του και κατέχουν τις περισσότερες οικίες γύρωθεν αυτής και σηματοδοτούν την πρώτη προσέλευσή τους για την αναγέννηση του Γουμέρου) Ντιντίφας (άγνωστη η προέλευση) , Δημακόπουλος (από την περιοχή των Καλαβρύτων και εντεύθεν) κλποί.

Στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Αρχαίας Ολυμπίας υπάρχουν στις αποθήκες του πλήθος ευρημάτων (αμφορείς μελανόμορφοι και ερυθρόμορφοι, αγγεία, δοχεία, τεμάχια απο το γείσο- αέτωμα και την μετώπη διαφόρων αρχαίων ναών Δωρικού Ρυθμού , και τεμάχια από διάφορα άλλα αντικείμενα ) από το Γούμερο. Εύρημα των τελευταίων δεκαετιών ένα αρχαίο ξίφος το οποίο κατατάσσεται στα σπανιότερα ευρήματα πανελλαδικά (παραδόθηκε στην αρμόδια υπηρεσία αρχαιοτήτων ). Υπάρχουν ερείπια μεγάλου ναού της Αρτέμιδας πίσω από το κάστρο στη βορειοανατολική πλευρά του, στην κατεύθυνση προς το χωριό Αγία Άννα, ο οποίος ναός έχει καταληφθεί και επάνω σε αυτόν έχει κτισθεί μικρό ξωκλήσι και δύο εναπομείναντες κίονες έχουν ενσωματωθεί σε μια πρόχειρη μπετοκατασκευή , με χαρακτηριστικό σπάνιο γνώρισμα την οπή στο μέσον (σε αυτήν ετίθετο το υλικό που συνέδεε τους κίονες καθ ύψος και συνήθως ήταν μόλυβδος) να είναι σχήματος τετραγώνου, ασυνήθιστο για ναούς (στους κίονες των ναών της Ολυμπίας η οπή είναι κυκλική ). Επίσης στην βορειοδυτική πλευρά του κάστρου έχει βρεθεί αρχαίο νεκροταφείο (εκεί βρέθηκε το ως άνω αναφέρεται σπουδαίο μεγάλο αρχαίο ξίφος και άλλα πολλά ευρήματα). Υπάρχουν αρχαία ερείπια ναών και οικισμών σε διάφορες θέσεις στην ευρύτερη περιφέρεια του χωριού σε απόσταση 10 χιλιομέτρων περίπου από το κέντρο της σημερινής θέσεως του. πχ θέση Άγιος Ηλίας , Αμούλι , στη θέση Αη Γιώργη το χωριό ή Αγιώργης ( πρόσφατα βρέθηκε μεγάλο μυκηναικό νεκροταφείο ) , Νίκαβα και σε άλλες θέσεις.

Δημογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτη επίσημη απογραφή ΓΚΡΙΜΑΝΙ (GRIMANI) του 1700 είχε: 12 οικογένειες και 49 κατοίκους( 22 άντρες και 27 γυναίκες). Η εξέλιξη του μόνιμου πληθυσμού της έδρας της Τοπικής Κοινότητας τον 21ο αιώνα είναι η εξής:

Έτος Πληθυσμός
2001 1000[3]
2011 642[4]

Γενικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τοποθεσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κοινότητα εντοπίζεται περίπου 264 έως 288 χλμ (187.2 χλμ) Δυτικά - Νοτιοδυτικά της Αθήνας, 34,3 χλμ (18.4 χλμ) Ανατολικά - Βορειοανατολικά του Πύργου, 33,0 χλμ (13,7 χλμ) από την Αρχαία Ολυμπία, περίπου 75,6 χλμ (53 χλμ) Νότια - Νοτιοδυτικά της Πάτρας, περίπου 124 χλμ (72 χλμ) Δυτικά της Τρίπολης. (Οι αποστάσεις στις παρενθέσεις δείχνουν τις ευθείες γεωμετρικές χιλιομετρικές μετρήσεις). Βορειοανατολικά περιβάλλεται από τα χωριά (Δημοτικές κοινότητες) Αγία Άννα, Πεύκη, Κλεινδιά, Πέρσενα, και πέραν αυτών με : Ανδρώνι, Φολόη, Κούμανι, Λάμπεια , Λάλα,νοτιοανατολικά από : Νεράιδα, Χελιδόνι (μεγάλο χωριό με σπουδαία ιστορία και κάστρο) , Ώλενα, Λαντζόι και πέραν αυτών με Μοιράκα - Αρχαία Πίσα ( ήταν σύμμαχος πόλη ), Αρχαία Ολυμπία, ποταμό Ερύμανθο,νοτιοδυτικά με ποταμό Λεστενίτσα και πέραν αυτού με τον Αλφειό, με Πύργο και Δημοτικές ενότητες αυτού- Καράτουλας , Μαγούλα,Βαρβάσαινα, Σαλμώνη (Σαλμωνέας, Ξενοφώντας), Κολύρι, βορειοδυτικά με Μουζάκι, Κουτσοχέρα, Ανθώνα, Ακροποταμιά, Καρυά, και πέραν αυτών με Αμαλιάδα , Σιμόπουλο, Πανόπουλο .

Γεωμορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Γούμερο βρίσκεται Βόρεια της κοιλάδας του Αλφειού ποταμού, στην νοτιοδυτική πλευρά του οροπεδίου της Φολόης, στην ανατολική πλευρά της τεχνητής λίμνης του Πηνειού ποταμού και της Ηλείας σε φυσικό ύψωμα με πανοραμική θέα, κυρίως από το κάστρο του σωστό παρατηρητήριο : με θέα από την Κυλλήνη (κάστρο Χελωνάτας) έως τον Πύργο ,το Κατάκωλο (αρχαία Φειά) και την Σκαφιδιά και πέραν αυτών με το Ιόνιο Πέλαγος έως και την Ζάκυνθο, περίπου θέα τα 2/3 της Ηλείας. Περιβάλλεται από πολλούς λόφους (διαφορετικού υψομέτρου και όγκου) και τα δάση γύρω από την περιοχή ήταν- πριν καούν από τις φωτιές του 2007 - περίπου 30 με 50 μέτρα ύψος. Τα δάση περιελάμβαναν πεύκα, έλατα, κυπαρίσσια, βελανιδιές, μουριές, πλάτανους . Οι γεωργικές εκτάσεις βρίσκονται εντός της κοιλάδας, πέριξ του χωριού και της περιοχής σε απόσταση 10 χιλιομέτρων περίπου απο τη σημερινή θέση του. Πλαισιώνεται από μεγάλους λόφους, και ποταμούς (Αλήσυος ποταμός νοτιοδυτικά στο μικρό οροπέδιο της Νίκαβας ο οποίος συνεχίζει με ονομασία Καρατουλαίικο ποτάμι και καταλήγει και αυτός στον Αλφειό ποταμό ), Πηνειακός Λάδωνας βορειοδυτικά ο οποίος καταλήγει στον Πηνειό ποταμό, ο Αρδενίτσας Ανατολικά ο οποίος τροφοδοτεί τον Ενιπέα και κατ επέκταση καταλήγει στον Αλφειό ) και βαθιά φαράγγια ( από την θέση Ασκητή έως τον Αλήσυο ποταμό) απαράμιλλης φυσικής ομορφιάς, τα περισσότερα διαρρέουν μικρά ποτάμια με μικρές πηγές και μικρές λιμνούλες (κυρίως στον Αλήσυο ποταμό της Νίκαβας). Τα εδάφη βέβαια είναι κροκαλοπαγή μετά κοχυλιών, οστράκων και διαφόρων μικρών ασβεστολιθικών υλικών (επιβεβαιώνοντας τη γνώση ότι πρίν εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια η ευρύτερη περιοχή του ήταν πυθμένας της θάλασσας) και πώρινους λίθους (μαλακά και εύθραυστα, προσχωσιγενή και αμμώδη (συμπαγή σκληρά αμμώδη πετρώματα τα οποία δημιούργησαν νοτιοδυτικά του χωριού μεγάλους γκρεμούς (στην τοπική διάλεκτο : ζωνάρια) , με αποτέλεσμα να μην αποταμιεύουν υπόγεια νερά και τον Αύγουστο να εξαντλούνται τα υδάτινα αποθέματα, κυρίως των πηγών και των πηγαδιών, με φυσικό επακόλουθο την λειψιδρία. Ρυθμιστής του κλίματός του είναι η μεγάλη οροσειρά του Ερυμάνθου στην βορειοανατολική πλευρά του,από την οποία κατεβαίνουν ψυχρές αέριες μάζες με αποτέλεσμα τον Χειμώνα η θερμοκρασία να πέφτει κάτω απο τους μηδέν Κελσίου και τους καλοκαιρινούς μήνες (όταν κατεβαίνουν) να δροσίζουν την ευρύτερη περιοχή του Γουμέρου από την εισροή ζεστών αέριων μαζών από τα νότια. Τα μικρά οροπέδια της Νίκαβας και της Αρδενίτσας (ή Βάλτας) είναι τα πλέον γόνιμα με συνεπικουρούμενα τα ποτιστικά στο σύνολό τους εδάφη πλησίον του Πηνειακού Λάδωνα.

Το Γούμερο υπέστη πολλές φυσικές καταστροφές στη διάρκεια της ιστορίας του , ήτοι λόγω πολυήμερων βροχοπτώσεων συνέβηκε τεμαχισμός και μετακίνηση εδαφών του με αποτέλεσμα την δημιουργία διαφόρων γεωλογικών φαινομένων ( καταβόθρες , κατακρύμνηση και βύθιση εδάφους (στη Νίκαβα), συνένωση βράχων και δημιουργία μικρών σπηλαίων (στη θέση Ασκητής) ) . Το 2007 η Κοινότητα βρέθηκε σε μεγάλο κίνδυνο από μια πυρκαγιά [[Δασικές πυρκαγιές στην Ελλάδα το 2007] που έφτασε από τις Βορειοανατολικές Ορεινές περιοχές της Ηλείας: τρεις κατοικίες καταστράφηκαν ολοσχερώς. Η πυροσβεστική Υπηρεσία σε συνδυασμό με τα αεροπλάνα και τις προσπάθειες των ιδιωτών δεν στάθηκαν ικανές να αποτρέψουν την καταστροφή του 90% περίπου της δασικής περιοχής της περιφέρειας του Γουμέρου. Η πυρκαγιά άρχισε το Σάββατο 25 Αυγούστου και συνεχίστηκε μέχρι τη Δευτέρα 27 Αυγούστου 2007. Ήταν από τις μεγαλύτερες φυσικές καταστροφές στην ιστορία του Γουμέρου. Δέον να αναφερθεί ότι και έκτοτε μεγάλοι σεισμοί αποτελείωσαν την καταστροφή (άλλωστε η Ηλεία είναι σφόδρα σεισμόπληκτος , όπως και όλη η δυτική Πελοπόννησος).

Τοπική κοινωνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα παλιά σπίτια είναι πέτρινα και τα νέα κατασκευάστηκαν από δάνεια σεισμόπληκτων που χορηγήθηκαν τη δεκαετία του 1960 και μετά την καταστρεπτική πυρκαγιά και τους σεισμούς του 2007 όσα καταστράφηκαν ανακατασκευάστηκαν μερικώς διότι τα χρήματα του ειδικού ταμείου δεν αποδόθηκαν όλα με ευθύνη της πλειοψηφίας των πολιτικών της χώρας . Μετά το Β' Παγκόσμιο και τον Ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο, ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού έφυγε για τα μεγαλύτερα αστικά κέντρα όπως ο Πύργοςη Πάτρα, η Αθήνα και Θεσσαλονίκη, ενώ άλλοι μετανάστευσαν σε ξένες χώρες όπως η Γερμανία, η Ελβετία, οι Ηνωμένες Πολιτείες, ο ΚαναδάςΣουηδία, η Αυστραλία κλπ.

Πληθυσμιακά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1981, ο πληθυσμός της Κοινότητας ήταν 926 κάτοικοι, το 1991 αυξήθηκαν σε 1.024 και το 2001[3] καταγράφηκαν 1.000 μόνιμοι κάτοικοι. Από το 2001 και μετά υπήρξε σημαντική μείωση του πληθυσμού, αφού ο αριθμός των κατοίκων που απογράφηκαν το 2011[4] στο χωριό ήταν 642 μόνιμοι κάτοικοι.

Ο πληθυσμός παρέμεινε σταθερός από τα μέσα έως τα τέλη του 20ου αιώνα.

Τοπική οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύρια παραγωγή της περιοχής Γουμέρου είναι : από τις ελιές αρίστης ποιότητας ελαιόλαδο και βρώσιμες ελιές]], από τα Αιγοπρόβατα -παραγωγή γάλακτος-τυροκομικών προϊόντων- δερμάτων- μαλλιού υψηλής ποιότητας, οπωρολαχανικά , μαζί με τις επιχειρήσεις (μικρή τυροκομική μονάδα) και υπηρεσίες ελευθέρων επαγγελμάτων . Η πλειοψηφία όμως της αγροτικής παραγωγής ανήκει στις ελιές για την παραγωγή ελαιολάδου. Παλαιότερα όμως : μέχρι το 1981 παρήγε χιλιάδες τόνους σιτηρών (σιτάρι(δίκκοκο κυρίως) , βρώμη, κριθάρι και καλαμπόκι, όλα υψηλής ποιότητας) γι αυτό και είχε κυλινδρόμυλο, αφενός ήταν αυτάρκης και αφετέρου εξήγε εκατοντάδες χιλιάδες τόνους, όμως τα φθηνά εισαγόμενα σιτηρά την εξαφάνισαν. Επίσης εξήγε εκατοντάδες χιλιάδες τόνους ρητίνης από την πευκοκαλλιέργεια, αλλά η πυρκαγιά του 2007 την αφάνισε. Η αμπελοκαλλιέργεια, για παραγωγή οίνου άριστης ποιότητας από ποικιλίες: Ροδίτης και Αυγουστιάτης (λευκός και ροζέ), Μαυρούδι (ή Μαλβαζίας) για ερυθρό οίνο) και μαύρη σταφίδα υψηλής ποιότητας καταστράφηκε με τις πυρκαγιές (κυρίως του 2007) και από άλλους παράγοντες.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]