Γούλφχερ της Μερκίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Γούλφχερ της Μερκίας
Chad Peada Wulfhere at Lichfield.jpeg
Γενικές πληροφορίες
Θάνατος 675
Εθνικότητα Άνγκλοι
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα μονάρχης
Οικογένεια
Σύζυγος Ermenilda of Ely
Τέκνα Κοένρεντ της Μερκίας
Werburgh
Γονείς Πέντα της Μερκίας και Cynewise
Αδέλφια Έθελρεντ της Μερκίας
Πεάντα της Μερκίας
Cyneburh
Cyneswith
Οικογένεια Οίκος του Ικέλ
Αξιώματα και βραβεύσεις
Αξίωμα βασιλιάς της Μερκίας (658–675)
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Γούλφχερ της Μερκίας (Wulfhere, πέθανε το 675) βασιλιάς της Μερκίας (658 - 675) μέλος του Οίκου του Ικέλ δεύτερος γιος του Πέντα της Μερκίας και διάδοχος του Οσουί της Νορθουμβρίας ήταν ο πρώτος χριστιανός βασιλιάς της Μερκίας σαν ενωμένο χριστιανικό έθνος. Η άνοδος του Γούλφχερ στον θρόνο σήμανε το τέλος της σύντομης ηγεμονίας του Οσουί στην νότια Αγγλία και ο Γούλφχερ επανέκτησε την εξουσία του πατέρα του στην ευρύτερη περιοχή, οι εκστρατείες του επανέφεραν την κυριαρχία της Μερκίας στην κοιλάδα του Τάμεση. Κατέκτησε την Νήσο Γουάιτ και την κοιλάδα του ποταμού Μεόν την οποία παρέδωσε στον βασιλιά Έθελγουιλ των νότιων Σαξόνων, απέκτησε το Σάρρεϋ, το Έσσεξ και το Κεντ. Ο Γούλφχερ παντρεύτηκε την Ερμενίλδα, την κόρη του βασιλιά του Κεντ η οποία έγινε αργότερα ηγουμένη του Έλι. Ο πατέρας του σκοτώθηκε στην μάχη του Βινβάεντ εναντίον του Οσουί της Νορθουμβρίας (655), τον διαδέχθηκε ο μεγαλύτερος αδελφός του Πεάντα της Μερκίας υπό την ηγεμονία του Οσουί αλλά πέθανε πιθανώς δολοφονηθείς έξι μήνες αργότερα, ο ίδιος ο Γούλφχερ ανέβηκε στον θρόνο ύστερα από εξέγερση εναντίον της Νορθουμβρίας (658) στην οποία οι κυβερνήτες του Οσουί εκδιώχθηκαν. Μετά τον θάνατο του Οσουί (670) ο Γούλφχερ έγινε ο ισχυρότερος βασιλιάς στην νότια Βρετανία και κυρίαρχος από τις αρχές της δεκαετίας του 660 σε ολόκληρη την ευρύτερη περιοχή νότια του ποταμού Χάμπερ αλλά όχι στην Νορθουμβρία όπως ο πατέρας του, αμφισβήτησε τον γιο του Οσουί Έκγκφριθ της Νορθουμβρίας αλλά ηττήθηκε (674). Πέθανε από ασθένεια (675) και τον διαδέχτηκε ο επόμενος αδελφός του Έθελρεντ της Μερκίας. Ο Γούλφχερ περιγράφεται στο έργο του Στεφάνου Ριπόν "η ζωή του βασιλιά Γούλφχερ" σαν "ένας άντρας με ισχυρή θέληση και ακόρεστη βούληση".[1]

Η Αγγλία τον 6ο αιώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα Βρετανικά βασίλεια στα τέλη του 7ου αιώνα

Η Αγγλία γύρω στα 600 βρισκόταν υπό την εξουσία των Άγγλο-Σαξονικών λαών οι οποίοι εισέβαλαν στην Βρετανία από την βορειοδυτική Ευρώπη πριν από περίπου 200 χρόνια. Ο μοναχός Βέδας γράφει γύρω στο 731 ότι ο λαός της Μερκίας καταγόταν από την ομάδα των Άγγλων η οποία εγκαταστάθηκε στην βόρεια Βρετανία αντίθετα οι Σάξονες και οι Γιούτες εγκαταστάθηκαν στα νότια.[2] Λίγα είναι γνωστά για την δημιουργία του βασιλείου της Μερκίας το οποίο βρισκόταν στην Αγγλική Μίντλαντς, σύμφωνα με το Αγγλοσαξωνικό χρονικό και τις πηγές που διασώθηκαν οι πρώτοι βασιλείς κατάγονταν από τον Ικέλ, δυναστεία που έμεινε γνωστή ως "Ικλίνγκλας".[3] Ο πρώτος γνωστός βασιλιάς της Μερκίας για τον οποίο υπάρχουν πλούσιες ιστορικές πηγές ήταν ο Πέντα της Μερκίας, πατέρας του Γούλφχερ.[4] Σύμφωνα με τον Βέδα ο οποίος έγραψε την "Εκκλησιαστική ιστορία της Αγγλίας" υπήρξαν επτά ισχυροί Αγγλοσάξονες βασιλείς που κυβερνούσαν τα υπόλοιπα βασίλεια υπό την μορφή του αυτοκράτορα.[5] Ο πέμπτος ήταν ο Έντουιν της Νορθουμβρίας που σκοτώθηκε στην μάχη του Χάτφιλντ Τσέιζ από τις δυνάμεις του Καντβαλλόν ενός Βρετανού βασιλιά του Γκουινέντ και του Πέντα, την περίοδο της μεγάλης αυτής νίκης ο Πέντα δεν είχε γίνει ακόμα βασιλιάς της Μερκίας αλλά έγινε αμέσως μετά.[6]

Μετά τον θάνατο του Έντουιν το βασίλειο της Νορθουμβρίας προσωρινά διαλύθηκε αλλά σύντομα ανασυγκροτήθηκε με τον Όσβαλντ της Νορθουμβρίας ο οποίος εγκατέστησε ξανά την κυριαρχία της Νορθουμβρίας σε ολόκληρη την νότια Αγγλία.[7] Στις 5 Αυγούστου 642 ο Πέντα σκότωσε τον Όσβαλντ στην μάχη του Μάζερφιλντ στην περιοχή του Όσβεστρι της βορειοδυτικής Μίντλαντς.[8] Ο Πέντα της Μερκίας πατέρας του Γούλφχερ αμέσως μετά τον θρίαμβο του επί του Όσβαλντ καταγράφεται σαν ο ισχυρότερος βασιλιάς σε ολόκληρη την νότια Αγγλία μέχρι τον δικό του θάνατο (655). [9] Το βασίλειο της Νορθουμβρίας διαλύθηκε στην συνέχεια : ο γιος του Όσβαλντ Οσουί της Νορθουμβρίας διαδέχθηκε τον πατέρα του στον θρόνο της Βερνικίας και ο γιος του Οσρίκ Οσουί της Ντέιρα κληρονόμησε τα νότια των δυο βασιλείων.[10] Η ιστορία του Βέδα ολοκληρώθηκε το 731, παρά το γεγονός ότι ήταν ιερέας και είχε προκατάληψη υπέρ των χριστιανών το έργο του αποτελεί την σημαντικότερη ιστορική πηγή για τους πρώτους παγανιστές βασιλείς της Αγγλίας. Ο Βέδας ως Νορθούμβριος χρησιμοποιούσε πληροφοριοδότες προκειμένου να συλλέξει πληροφορίες για τα υπόλοιπα βασίλεια, το πρόβλημα με την Μερκία ήταν ότι ο Βέδας δεν είχε ισχυρές προσβάσεις για την συλλογή των πληροφοριών του όπως είχε γίνει με το Ουέσσεξ και το Κεντ.[11] Περισσότερες πληροφορίες παρέχονται από το Άγγλο-Σαξονικό χρονικό το οποίο είχε συγγραφεί στα τέλη του 9ου αιώνα στην αυλή του Ουέσσεξ, το χρονικό ενσωματώνει πληροφορίες οι οποίες είχαν αντληθεί από προηγούμενες πηγές.[12]

Παιδική ηλικία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το όνομα της συζύγου του Πέντα ήταν Κινεγουάιζ, ο Βέδας δεν αναφέρει τα παιδιά της αλλά από την άλλη δεν αναφέρει καμιά άλλη σύζυγο του Πέντα, αυτό παραπέμπει την Κινεγουάιζ σαν μητέρα του Πεάντα, του Γούλφχερ και του Έθελρεντ.[13][14] Το Αγγλοσαξωνικό χρονικό αναφέρει ότι ο Πέντα ήταν 50 ετών όταν ανέβηκε στον θρόνο της (626), βασίλευσε 30 χρόνια μέχρι τον θάνατο του στην μάχη του Βινβάεντ (655) προφανώς 80 ετών, η πληροφορία είναι απίθανη αν κρίνουμε από το γεγονός ότι οι γιοι του Πέντα ήταν ακόμα ανήλικοι την εποχή που έπεσε ο πατέρας τους. Η πιθανότερη εξήγηση όπως διασταυρώνεται με άλλες πηγές είναι ότι το χρονικό έκανε σφάλμα στο σημείο αυτό καταγράφοντας την ηλικία που ανέβηκε ο Πέντα στον θρόνο τα 50 χρόνια ενώ στην πραγματικότητα ήταν η ηλικία του θανάτου του. Η ημερομηνία της γέννησης του Γούλφχερ δεν είναι γνωστή αλλά ο Βέδας περιγράφει ότι ήταν ακόμα έφηβος την εποχή που ανέβηκε στον θρόνο (658). Δεν περιγράφεται τίποτα σχετικά με την παιδική του ηλικία, είχε δυο αδελφούς τον Έθελρεντ και τον Πεάντα και δυο αδελφές την Κίνεμπουρ και την Κίνεσγουαιθ, καταγράφεται επιπλέον και ο Μερεβάλ, βασιλιάς των Μαγκονσατών σαν αδελφός του Γούλφχερ.[15][16][17] Παντρεύτηκε την Ερμενίλδα του Κεντ αλλά δεν γνωρίζουμε την ημερομηνία του γάμου τους ούτε αναφέρονται παιδιά τους σύμφωνα με τις επίσημες πηγές, ο ιστορικός του 12ου αιώνα Ιωάννης του Γουόρκεστερ καταγράφει τον Κοένρεντ της Μερκίας ο οποίος βασίλευσε την περίοδο (704 - 709) σαν γιο του Γούλφχερ.[18] Ο Μπέρθβαλντ πιθανότατα να ήταν επίσης παιδί του Γούλφχερ αφού μια πηγή τον αναφέρει σαν ανιψιό του αδελφού του Έθελρεντ, ένα έγγραφο επίσης του 11ου καταγράφει μια κόρη του την Γουέρμπουρ.[19][20] Μια πηγή του 11ου αιώνα από το μοναστήρι του Αγίου Πέτρου στο Γκλόστερ αναφέρει επιπλέον δυο γυναίκες την Έαντμπουρ και Εάφε σαν βασίλισσες του Γούλφχερ αλλά δεν υπάρχουν περισσότερες πληροφορίες.[21]

Ο Πέντα πολιόρκησε τον Οσουί της Νορθουμβρίας σε μια περιοχή που βρίσκεται κοντά στο σημερινό Στέρλινγκ (655), ο Οσουί ο οποίος ήθελε να αποφύγει τον πόλεμο πρόσφερε όμηρο στον Πέντα τον γιο του Έκγκφριθ της Νορθουμβρίας αλλά ο Πέντα αρνήθηκε όλες τις προσφορές. Ο Οντουί τελικά έριξε σε ενέδρα τον Πέντα στις 15 Νοεμβρίου 655 στις όχθες του ποταμού Νινβάεντ και κατάφερε να τον συντρίψει αν και υστερούσε αριθμητικά σε μεγάλο βαθμό, ο Πέντα και οι στρατιωτικοί του αρχηγοί έπεσαν όλοι στην μάχη.[22] Ο Πέντα αποκεφαλίστηκε από τον Οσουί σαν πράξη εκδίκησης για τον ακρωτηριασμό του σώματος του νεκρού αδελφού του Όσβαλντ πριν από 13 χρόνια, το νότιο τμήμα της Μερκίας προσαρτήθηκε στο βασίλειο της Νορθουμβρίας ενώ στο βόρειο τμήμα ο Οσουί επέτρεψε να παραμείνει βασιλιάς ο μεγαλύτερος γιος του Πέντα Πεάντα της Μερκίας ο οποίος είχε παντρευτεί την κόρη του Οσουί Έαλφλιντ (653).[23]

Άνοδος στον θρόνο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το βασίλειο της Μερκίας τον 7ο - 9ο αιώνα με τις μεγαλύτερες επεκτάσεις του με πράσινο χρώμα

Ο Πεάντα δεν παρέμεινε βασιλιάς για πολύ καιρό, σε έξι μήνες δηλαδή το Πάσχα του 656 δηλητηριάστηκε πιθανότατα με πρωτοβουλία της συζύγου του η οποία ήταν κόρη του Οσουί.[24] Ο Οσουί στην συνέχεια ανέλαβε από μόνος του την διοίκηση του βασιλείου σε ολόκληρη την Μερκία, ο Βέδας καταγράφει τον Οσουί σαν τον έβδομο και τελευταίο βασιλιά αυτοκρατορικής μορφής ο οποίος ασκούσε την εξουσία σε όλα τα Άγγλο-Σαξονικά βασίλεια.[25] Η ηγεμονία ήταν υπό την μορφή κυρίαρχου βασιλιά ο οποίος είχε υπό την εξουσία του τους υπόλοιπους υποτελείς του, τοποθέτησε βασιλείς της επιλογής του στην Μερκία μετά τον θάνατο του Πέντα και του Πεάντα. Η προσπάθεια του Οσουί να αποκτήσει τον πλήρη έλεγχο στην Μερκία απέτυχε με την εξέγερση τριών ευγενών του Ιμμίν, Εάφα και Έαντμπερτ εναντίων των Νορθουμβρίων (658), το ισχυρό τους χαρτί ήταν ο Γούλφχερ τον οποίον όπως αναφέρει ο Βέδας έκρυβαν για να τον προστατέψουν, όταν η επανάσταση πέτυχε ανακηρύχτηκε βασιλιάς.[26] Η αιτία για την επιτυχία της επανάστασης οφείλεται στο γεγονός ότι ο ίδιος ο Οσουί βρισκόταν απασχολημένος σε πόλεμο εναντίον των Πίκτων στην βόρεια Βρετανία, ο ανιψιός του βασιλιάς των Πίκτων Ταλοργκάν, γιος του Έανφριθ πέθανε το 657.[27]

Ο βαθμός του ελέγχου τον οποίο εξασκούσε ο Οσουί στα νότια βασίλεια της Βρετανίας είναι ασαφής, ο Βέδας περιγράφει την εξουσία που είχε απέναντι στον Σίγκεμπερτ των Ανατολικών Σαξόνων, η επιρροή του Οσουί στα νοτιοανατολικά βασίλεια ήταν πάντοτε ισχυρή, ο Γούλφχερ τον αντικατέστησε στην συνέχεια στα περισσότερα βασίλεια.[28] Ο Βέδας καταγράφει τον Γούλφχερ σαν αυτοκρατορικό βασιλιά σε αντίθεση με τους προηγούμενους επτά αλλά το βέβαιο είναι ότι στην εποχή του ξεκίνησε η ηγεμονία της Μερκίας σε ολόκληρη την νότια Αγγλία, από την δεκαετία του 660 έγινε ο κύριος των βασιλείων νότια του Χάμπερ αλλά δεν κατάφερε να αποκτήσει την εξουσία του στην Νορθουμβρία όπως ο πατέρας του.[29] Ένα έγγραφο η "Φυλετική κράτηση" το οποίο χρονολογείται την εποχή του Γούλφχερ, αναφέρει μια ομάδα Άγγλο-Σαξονικών λαών οι οποίοι ήταν υποταγμένοι σε μεγαλύτερα βασίλεια όπως η Μερκία καταγράφοντας τις εκτάσεις γης. Ο χρόνος που συντάχθηκε είναι άγνωστος, οι περισσότεροι ιστορικοί αναφέρουν ότι συντάχθηκε υπό τις οδηγίες του Γούλφχερ αλλά υπάρχουν λιγότερες πηγές που αναφέρουν ότι συντάχθηκε από τον Όφα της Μερκίας ή τον Έντουιν ή τον Οσουί της Νορθουμβρίας.[30][31]

Άνοδος στον θρόνο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Βρετανία είχε εκχριστιανιστεί την Ρωμαϊκή περίοδο αλλά οι παγανιστές Άγγλο-Σάξωνες που ήρθαν στην συνέχεια έφεραν σχίσμα στην Αγγλικανική εκκλησία, οι χριστιανοί περιορίστηκαν στην Σκωτία, στην Ουαλλία και στο βασίλειο της Δαμνονίας στα νοτιοδυτικά της Αγγλίας. Οι αποστολές από την Ρώμη ξεκίνησαν για να προσηλυτίσουν τους Άγγλο-Σάξονες στον χριστιανισμό στα τέλη του 6ου αιώνα, οι αποστολές συνεχίστηκαν περισσότερο έντονα στην διάρκεια της βασιλείας του Πέντα αν και ο ίδιος παρέμεινε παγανιστής μέχρι το τέλος της ζωής του.[32] Πολλές αναφορές καταγράφουν την βάπτιση παγανιστών βασιλέων, ο Κινεγκίλς του Ουέσσεξ βαπτίστηκε γύρω στο 640 και ο Έντουιν της Νορθουμβρίας προσηλυτίστηκε στον χριστιανισμό στα μέσα της δεκαετίας του 620.[33] Άλλοι βασιλείς αργότερα όμως όπως ο Κεντβάλλα του Ουέσσεξ καταγράφονται ως παγανιστές την περίοδο που ανέβηκαν στον θρόνο την δεκαετία του 680.[34]

Ο Βέδας αναφέρει ότι την εποχή που ο Γούλφχερ έγινε βασιλιάς : "όλοι οι κάτοικοι της Μερκίας οι οποίοι είχαν δεχτεί την πίστη του Ιησού μπορούσαν ελεύθερα να λατρέψουν την θρησκεία τους, ο μεγαλύτερος αδελφός του Πεάντα παντρεύτηκε την κόρη του Οσουί και προσηλυτίστηκε στον χριστιανισμό αλλά οι συνθήκες στις οποίες ο Γούλφχερ έγινε χριστιανός είναι άγνωστες. Οι πηγές αναφέρουν ότι η μεταστροφή του Πεάντα στον χριστιανισμό ήταν τμήμα της συμφωνίας που είχε κάνει με τον Οσουί για να παντρευτεί την κόρη του".[35] Ο Βέδας γράφει ότι ο Πεάντα βαπτίστηκε χριστιανός δυο χρόνια πριν τον θάνατο του πατέρα του με πρωτοβουλία του γιου του Οσουί Έαλφριθ του οποίου ο Πεάντα είχε παντρευτεί την αδελφή του Κίνεμπουρ, ο Πεάντα έφερε τον χριστιανισμό στην Μερκία από τους πρώτους που έγιναν χριστιανοί ήταν ο Γούλφχερ.[36] Ο γάμος του Γούλφχερ με την Ερμενίλδα του Κεντ έφερε πολύ κοντά την Μερκία με τα χριστιανικά βασίλεια του Κεντ και της Μεροβίγγειας Γαλατίας, συνδέθηκαν μεταξύ τους με γάμους και το εμπόριο. Τα οικονομικά και τα πολιτικά πλεονεκτήματα των γάμων αυτών βοήθησαν σημαντικά τον Γούλφλερ στις προσπάθειες του για τον ολοκληρωτικό εκχριστιανισμό του βασιλείου του. [37][38]

Πλήρης εκχριστιανισμός της Μερκίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι σχέσεις του Γούλφχερ με τον επίσκοπο Γούλφριντ καταγράφονται στο έργο του Στεφάνου του Ριπόν "η ζωή του Γούλφριντ", την περίοδο 667 - 669 ενώ ο Γούλφριντ βρισκόταν στο Ρίπον ο Γούλφχερ τον προσκαλούσε συχνά στην Μερκία όταν χρειαζόταν τις υπηρεσίες ενός επισκόπου. Σύμφωνα με τον Στέφανο ο Γούλφχερ παραχώρησε στον Γούλφριντ "πολλές εκτάσεις γης" στις οποίες "ίδρυσε πολλά μοναστήρια στην υπηρεσία του θεού".[39] Το Αγγλοσαξωνικό χρονικό αναφέρει ότι ο Γούλφχερ παραχώρησε ένα μεγάλο μοναστήρι στο Μέντεσαμστεντ στο σημερινό Πίτερμπο, το μοναστήρι είχε παραχωρηθεί αρχικά από τον Πεάντα με παρόντες τους αρχιεπισκόπους, η παραχώρηση υπογράφηκε από τον Γούλφχερ, τον Οσουί και τους βασιλείς του Έσσεξ.[40] Το 661 αναφέρεται επιδρομή του Γούλφχερ στο Ασντάουν περιοχή των Δυτικών Σαξόνων, οι Γκεουίς ήταν μια ομάδα δυτικών Σαξόνων που εγκαταστάθηκαν στην κοιλάδα του Άνω Τάμεση και από παλιές πηγές αναφέρεται η παρουσία τους τον 6ο αιώνα. Με την ανάδειξη του Γούλφχερ σε ηγεμονική δύναμη δέχτηκαν μεγάλη πίεση, στις αρχές της δεκαετίας του 660 η επισκοπή του Ντόρτσεστερ χωρίστηκε και μια νέα επισκοπή δημιουργήθηκε στο Γούστερ. Η πράξη αυτή σηματοδότησε την ανάδειξη της Μερκίας σε ηγεμονική δύναμη αφήνοντας το Ντόρτσεστερ στα σύνορα και σε λίγα χρόνια ερημώθηκε, η ακριβής ημερομηνία είναι άγνωστη πιθανότατα στα μέσα του 660.[41][42]

Σχέσεις με τους Δυτικούς Σάξονες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης με περιοχές που αναφέρονται στον Γούλφχερ

Με την επίθεση στο Άσνταουν ο Γούλφχερ πραγματοποίησε επιδρομή στην Νήσο του Γουάιτ (661), στην συνέχεια έδωσε το νησί μαζί με ολόκληρη την κοιλάδα του ποταμού Μεόν στον θετό γιο του Έθελγουιλ των Νότιων Σαξόνων. Φαίνεται ότι στην αρχή η τοπική δυναστεία στο νησί αναγκάστηκε να το δεχτεί μέχρι την εποχή που οι Δυτικοί Σάξονες υπό τον Κεντβάλλα εξόντωσαν την οικογένεια με την επίθεση τους στο νησί (686).[43][44] Μετά την κατάκτηση της Νήσου του Γουάιτ ο Γούλφχερ ζήτησε από τον επίσκοπο Εόππα να εκχριστιανίσει το νησί, ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία που έφτασαν στο νησί χριστιανοί ιεραπόστολοι.[45] Στις αρχές του 670 ο Κενβάλ του Ουέσσεξ πέθανε και η στρατιωτική δράση του Γούλφχερ έφερε όπως αναφέρει ο Βέδας την διάλυση του Ουέσσεξ το οποίο κυβερνήθηκε από τους τοπικούς αντιβασιλείς.[46] Οι αντιβασιλείς ηττήθηκαν και το βασίλειο ενώθηκε ξανά με τον Κεντβάλλα ή πιθανότατα τον Κέντγουιν, περίπου μια δεκαετία μετά τον θάνατο του Γούλφχερ οι Δυτικοί Σάξονες επεκτάθηκαν ανατολικά αποδυναμώνοντας το βασίλειο της Μερκίας.[47] Ο θετός γιος του Γούλφχερ Έθελγουιλ των Νότιων Σαξόνων έχει διασυνδέσεις με την Μερκία μέσω γάμου, η σύζυγος του Εάφε ήταν κόρη του Έανφριθ του Γούστερ μιας φυλής στα νοτιοδυτικά της Μερκίας. Η οικογένεια του Γούστερ φαίνεται ότι υποτάχθηκε στον Γούλφχερ, ο γάμος ανάμεσα στον Έθελγουιλ και την Εάφε έγινε στην αυλή του Γούλφχερ στην οποία και προσηλυτίστηκε ο Έθελγουιλ.[48] Το βασίλειο του Γούστερ δημιουργήθηκε από τον Πέντα αλλά φαίνεται ότι ήταν ανεξάρτητη κρατική οντότητα από την Μερκία, ο Πέντα και ο Γούλφχερ προσπάθησαν συνέχεια να αυξήσουν την επιρροή που είχαν στο Γούστερ και να το προσαρτήσουν στο βασίλειο τους.[49][50]

Σχέσεις με τους Ανατολικούς Σάξονες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Έθελβαλντ της Ανατολικής Αγγλίας πέθανε (664) και τον διαδέχτηκε ο Έαλντγουλφ ο οποίος βασίλευσε 50 χρόνια. Δεν είναι γνωστό τίποτα σχετικά με τις σχέσεις ανάμεσα στην Ανατολική Αγγλία και την Μερκία εκείνη την περίοδο , η Ανατολική Αγγλία βρισκόταν παραδοσιακά υπό την εξουσία της Νορθουμβρίας αλλά δεν υπάρχει καμιά απόδειξη ότι συνεχίστηκε η ίδια κατάσταση μετά την άνοδο στον θρόνο του Γούλφχερ. Ο Σουίθχελμ των Ανατολικών Άγγλων πέθανε την ίδια χρονιά (664) και τον διαδέχθηκαν οι δυο γιοι του Σίγκεχερ και Σαμπί, ο Βέδας περιγράφει την άνοδο τους σαν "βασιλείς υπό την κηδεμονία του Γούλφχερ, βασιλιά της Μερκίας".[51] Μια επιδημία πανούκλας την ίδια χρονιά ανάγκασε τον Σίγκεχερ να απαρνηθεί τον χριστιανισμό για τον λαό του και σύμφωνα με τον Βέδα ο Γούλφχερ έστειλε τον Γιαρουμάν επίσκοπο του Λίχφιλντ να εκχριστιανίσει ξανά τους Δυτικούς Σάξονες. Ο Γιαρουμάν δεν ήταν ο πρώτος επίσκοπος του Λίχφιλντ, ο Βέδας αναφέρει και κάποιον προκάτοχο του τον Τραμχίρ για τον οποίο δεν είναι γνωστό τίποτα περισσότερο.[52] Είναι φανερό ότι η εξουσία του Οσουί στον νότο εξασθένισε εκείνη την εποχή και ο Γούλφχερ απέκτησε τον έλεγχο στην περιοχή, την περίοδο 665 - 668 όταν ο Γούλφχερ πούλησε την επισκοπή του Λονδίνου στον Γουάιν που εκδιωχθεί από την επισκοπή των Δυτικών Σαξόνων επί Κενβάλ, το Λονδίνο έπεσε τότε στα χέρια των Ανατολικών Σαξόνων.[53] Την ίδια περίοδο οι Σάξονες εγκαταστάθηκαν στο Λονδίνο και ξεκίνησαν την επέκταση του, το κέντρο του Άγγλο-Σαξονικού Λονδίνου βρισκόταν ένα μέτρο δυτικά του αρχαίου Ρωμαϊκού Λονδίνου, ο Γούλφρεντ απέκτησε τον έλεγχο της πόλης και ξεκίνησε την επέκταση του.[54]

Σχέσεις με το Κεντ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την εποχή της ανόδου στον θρόνο του Γούλφχερ βασιλιάς του Κεντ ήταν ο Έορσερμπερχτ και οι δυο οικογένειες συνδέθηκαν μεταξύ τους όταν ο Γούλφχερ παντρεύτηκε την κόρη του Ερμενίλδα.[55] Ο γιος του Έορσερμπερχτ Εγβέρτος διαδέχθηκε τον πατέρα του στο βασίλειο του Κεντ (664), ο Εγβέρτος πέθανε (673) δεν έχει υπάρχουν πληροφορίες για την διαδοχή, τον διαδέχθηκε μάλλον ο αδελφός του Χλόθχιρ. Ο Γούλφχερ ενδιαφέρθηκε για την διαδοχή στο Κεντ επειδή με τον γάμο του με την Έορμενχιλντ ήταν ο θείος των δυο γιων του Εγβέρτου Έαντικ και Γουίτρεντ, αναφέρεται ότι ήταν βασιλιάς του Κεντ στο διάστημα το οποίο μεσολάβησε από τον θάνατο του Εγβέρτου μέχρι την άνοδο στον θρόνο του Χλόθχιρ.[56] Άλλη συγγενική σχέση με το Κεντ πραγματοποιήθηκε μέσω του Μεραβάλ βασιλιά των Μαγκονσατών ο οποίος πιθανότατα ήταν αδελφός του Γούλφχερ.[57] Το Σάρρευ δεν καταγράφεται ποτέ σαν ανεξάρτητο βασίλειο, ήταν μια περιοχή η οποία ανά διαστήματα είχε διαφορετικούς κυρίαρχους. Βρισκόταν υπό την διοίκηση του Εγβέρτου μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 670 αλλά στην συνέχεια ένα διάταγμα εμφανίζει τον Γούλφχερ να πραγματοποιεί δωρεά γης στον επίσκοπο Έορκενβαλντ μέσω του Φρίθγουλντ ενός υποτελούς βασιλέως του στο Σάρρευ ο οποίος είχε επεκταθεί βόρεια μέχρι το Μπάκιγχαμ.[58][59] Ο Φρίθγουλντ πιθανότατα παντρεύτηκε την αδελφή του Γούλφχερ Γουίλμπουρ.[60] Το διάταγμα το οποίο εκδόθηκε την περίοδο 673 - 675 αναφέρει ότι ο θάνατος του Εγβέρτου προκάλεσε την παρέμβαση του Γούλφχερ. Μια μαρτυρία με το όνομα Φρίθουρικ καταγράφεται στο διάταγμα την εποχή της βασιλείας του διαδόχου του Γούλφχερ Έθελρεντ να παραχωρεί μια δωρεά στο μοναστήρι του Πίτερμπρο. Το διάταγμα αναφέρει επιπλέον άλλους τρεις υποτελείς βασιλείς στο ανατολικό Μπέρκσαϊρ κάτι που επιβεβαιώνει την κυριαρχία του Γούλφχερ στην περιοχή.[61]

Τελευταία χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εξουσία του Γούλφχερ στο σημερινό Λινκολνσάιρ ήταν γνωστή από την επισκοπική του κυριαρχία, τουλάχιστον ένας από τους Μερκιανούς επισκόπους του Λίχφιλντ, ο Γουίνφριθ έγινε επίσκοπος μετά τον θάνατο του Τσάντ (672).[62][63] Είναι επίσης γνωστό ότι ο Γούλφχερ παραχώρησε γη του Λίντσεϊ πάνω στον Χάμπερ στον Τσαντ για να ιδρύσει ένα μοναστήρι, ο Τσαντ εξασκούσε εξουσία το πιθανότερο μετά το 669.[64] Η Μερκία είχε τον επισκοπικό έλεγχο του Λινκολνσάιρ στην αρχή της βασιλείας του Γούλφχερ πριν από τον Τσάντ προηγήθηκαν ως επίσκοποι οι Τραμχίρ και Γιαρουμάν.[65] Όταν ο Γούλφχερ επιτέθηκε στον γιο του Οσιού Έκγκφριθ το έκανε από θέση ισχύος, ο Στέφανος του Ριπόν στο έργο του "η Ζωή του Γουίλφριντ" αναφέρει ότι "ξεσήκωσε όλα τα νότια έθνη εναντίον της Νορθουμβρίας". Η μάχη δεν αναφέρεται από τον Βέδα, ούτε από το Άγγλο-Σαξωνικό χρονικό αλλά ο Στέφανος του Ριπόν αναφέρει ότι νίκησε τον Γούλφχερ, τον ανάγκασε να παραδώσει το Λίντσεϊ και να πληρώσει φόρο υποτέλειας.[66] Ο Γούλφχερ επέζησε από την μάχη αλλά έχασε λίγο έλεγχο από την ισχύ το στα νότια, το 675 ο Άσκουιν ένας από τους βασιλείς των Δυτικών Σαξόνων πολέμησε εναντίον του στο Μπίντανχιφντ, ήταν άγνωστο που έγινε η μάχη και ποιος ήταν ο νικητής. Ο Ερρίκος του Χιούντινγκτον τον 12ο αιώνα βασισμένος σε στίχους του Άγγλο-Σαξονικού χρονικού πιστεύει ότι η Μερκία ήταν ο νικητής σε αυτή την "τρομερή μάχη" και ότι ο Γούλφχερ κέρδισε δόξα ισάξια με "του πατέρα του και του παππού του".[67][68] Ο Κίρμπι αντίθετα αναφέρει ότι ο Άσκγουιν ήταν ο νικητής με αποτέλεσμα να σπάσει η ηγεμονία του Γούλφχερ στο Ουέσσεξ.[69]

Θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γκούλφχερ πέθανε μεταξύ 30 - 40 ετών όπως αναφέρει ο Ερρίκος του Χιούντινγκτον (675) από ασθένεια.[70] Η χήρα του Ερμενίλδα έγινε στην συνέχεια ηγουμένη του Ελί.[71] Διάδοχος του ήταν ο μικρότερος αδελφός του Έθελρεντ του Ουέσσεξ ο οποίος βασίλευσε περίπου 30 χρόνια, ο Έθελρεντ κατόρθωσε να ανακτήσει την ηγεμονία της Μερκίας στο Λίντσεϊ σε λίγα χρόνια αλλά γενικά στάθηκε ανίκανο να διατηρήσει την ηγεμονία της Μερκίας στον νότο όπως ο Γούλφχερ.[72]

Οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την σύζυγο του Ερμενίλδα του Έλι απέκτησε :

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Colgrave, Life of Bishop Wilfred, c. 20.
  2. Bede, HE, I, 15, p. 63.
  3. Yorke, Barbara, "The Origins of Mercia" in Brown and Farr, Mercia, pp. 15–16
  4. Barbara Yorke, "The Origins of Mercia" in Brown and Farr, Mercia, pp. 18–19
  5. Bede, HE, II, 5, p. 111.
  6. Yorke, Kings and Kingdoms, pp. 103–4
  7. Kirby, Earliest English Kings, p. 83.
  8. Kirby, Earliest English Kings, pp. 88–90
  9. Yorke, Kings and Kingdoms, p. 105
  10. Yorke, Kings and Kingdoms, p. 78
  11. Yorke, Kings and Kingdoms, p. 100
  12. Simon Keynes, "Anglo-Saxon Chronicle", in Blackwell Encyclopedia, p. 35
  13. Stafford, Pauline, "Political Women in Mercia" in Brown and Farr, Mercia, p. 36
  14. Bede, HE, III, 24, pp. 183–5.
  15. Kirby, Earliest English Kings, p. 93
  16. Swanton, Anglo-Saxon Chronicle, sub anno 656, p. 29
  17. Yorke, p. 107, accepts the account in the Life of St Mildburh, which makes Merewalh and Wulfhere brothers, as genuine. Kirby, p. 93, expresses doubts.
  18. Kirby, Earliest English Kings, p. 128
  19. Yorke, Kings and Kingdoms, p. 108
  20. Jane Roberts, "Hagiography and Literature: The Case of Guthlac of Crowland" in Brown and Farr, Mercia, p. 84
  21. For details see Baker and Holt, Urban Growth, p. 18. The history is the Historia et Cartularium Monasterii Sancti Petri Gloucesteri?, which incorporates material from as early as the late 11th century.
  22. The Went, a tributary of the River Don, has been suggested as a candidate; see e.g. Kirby, Earliest English Kings, pp. 94–95; other suggestions include an unspecified tributary of the Humber; see e.g. Swanton, Anglo-Saxon Chronicle, p. 29 n. 11.
  23. Kirby, Earliest English Kings, pp.96–7
  24. Kirby, Earliest English Kings, p. 96; Bede, HE, III, 24.
  25. Bede, HE, II, 5, p. 111.
  26. Bede, HE, III, 25; p. 183.
  27. Higham, Convert Kings, p. 245.
  28. Kirby, Earliest English Kings, pp. 114–5
  29. See, for example, Higham, Convert Kings, pp. 249&–50; Keynes; Yorke, pp. 157–9; Williams, Kingship and Government, pp. 20–3.
  30. Higham, English Empire, p. 99.
  31. Peter Featherstone, "The Tribal Hidage and the Ealdormen of Mercia" in Brown and Farr, Mercia, p. 29
  32. Campbell, "The First Christian Kings", in Campbell, The Anglo-Saxons, pp. 45–6.
  33. Kirby, The Earliest English Kings, p. 78.
  34. Kirby, The Earliest English Kings, p. 118.
  35. Higham, Convert Kings, p. 68.
  36. Bede, HE, III, 21, pp. 177–8.
  37. Kirby, The Earliest English Kings, p. 114.
  38. Zaluckyj, Mercia, p. 37.
  39. Blair, The Church in Anglo-Saxon Society, p. 92.
  40. Anglo-Saxon Chronicle, sub anno 656; Zaluckyj, p. 38.
  41. Yorke, Kings and Kingdoms, p. 136.
  42. Kirby, The Earliest English Kings, pp. 58–9.
  43. Bede, HE, IV, 13, pp. 225–7.
  44. Kirby, Earliest English Kings, pp. 115&–6
  45. Swanton, Anglo-Saxon Chronicle, sub anno 661, pp. 33–4.
  46. Kirby, The Earliest English Kings, pp. 52–3.
  47. For the situation at Wulfhere's death, see Kirby, The Earliest English Kings, pp.& 115–6; for Cædwalla see Kirby, The Earliest English Kings, pp. 118–21.
  48. Kirby, The Earliest English Kings, pp. 11–12.
  49. Kirby, The Earliest English Kings, pp. 8–9.
  50. Yorke, Kings and Kingdoms, pp. 108–9.
  51. Kirby, The Earliest English Kings, p. 114.
  52. Bede, HE, III, 30, pp. 200–1.
  53. Kirby, Earliest English Kings, pp. 114–5
  54. Robert Cowie, "Mercian London" in Brown and Farr, Mercia, pp. 198–9
  55. Kirby, Earliest English Kings, p. 43
  56. Kirby, Earliest English Kings, pp. 115&–6
  57. Yorke, p. 107, accepts the account in the Life of St Mildburh, which makes Merewalh and Wulfhere brothers, as genuine. Kirby, p. 93, expresses doubts.
  58. Williams, Kingship and Government p. 21.
  59. Whitelock, English Historical Documents, p. 440.
  60. Williams, Kingship and Government p. 21.
  61. Kirby, Earliest English Kings, pp. 115&–6
  62. Kirby, The Earliest English Kings, p. 114.
  63. Williams, Kingship and Government p. 21.
  64. Simon Keynes, "Wulfhere", in Blackwell Encyclopedia, p. 490
  65. Kirby, The Earliest English Kings, p. 114.
  66. Colgrave, Life of Bishop Wilfred, c. 20; Kirby, Earliest English Kings, p. 116; Williams, Kingship and Government, p. 23.
  67. Diana E. Greenway, "Henry of Huntingdon", in Lapidge et al., Blackwell Encyclopedia of Anglo-Saxon England, pp. 232–3.
  68. Henry of Huntingdon, sub anno 670.
  69. Kirby, Earliest English Kings, pp. 116–7.
  70. Henry of Huntingdon, sub anno 670.
  71. Yorke, Kings and Kingdoms, p. 70.
  72. Kirby, Earliest English Kings, pp. 116–7.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Bede, Ecclesiastical History of the English People. (c. 731 A.D.) Translated by Leo Sherley-Price, revised R.E. Latham, ed. D.H. Farmer. London: Penguin, 1990.
  • Colgrave, B. (1927). The Life of Bishop Wilfred by Eddius Stephanus. Cambridge.
  • Forrester, Thomas (1991). The Chronicle of Henry of Huntingdon. Felinfach: Llanerch Press.
  • Swanton, Michael (1996). The Anglo-Saxon Chronicle. New York: Routledge.
  • Whitelock, Dorothy (1968). English Historical Documents v.l. c.500–1042. London: Eyre & Spottiswoode.
  • Baker, Nigel; Holt, Richard (2004). Urban Growth and the Medieval Church: Gloucester and Worcester. Gloucester: Ashgate.
  • Blair, John (2006). The Church in Anglo-Saxon Society. Oxford: Oxford University Press.
  • Campbell, John (1991). "The First Christian Kings". In Campbell, James; et al. The Anglo-Saxons. Penguin Books.
  • Featherstone, Peter (2001). "The Tribal Hidage and the Ealdormen of Mercia". In Michelle Brown; Carole Farr. Mercia: An Anglo-Saxon Kingdom in Europe. Leicester: Continuum.
  • Higham, N. J. (1993). An English Empire: Bede and the early Anglo-Saxon kings. Manchester: Manchester University Press.
  • Higham, N. J. (1997). The Convert Kings: Power and religious affiliation in early Anglo-Saxon England. Manchester: Manchester University Press.
  • Keynes, Simon (2001). "Wulfhere". In Michael Lapidge. The Blackwell Encyclopedia of Anglo-Saxon England. Oxford: Blackwell Publishing.
  • Kirby, D.P. (1992). The Earliest English Kings. London: Routledge.
  • Williams, Ann (1999). Kingship and Government in Pre-Conquest England, c. 500–1066. Basingstoke: Macmillan.
  • Yorke, Barbara (1990). Kings and Kingdoms of Early Anglo-Saxon England. London: Seaby.
  • Zaluckyj, Sarah (October 20, 2001). Mercia: The Anglo-Saxon Kingdom of Central England. Logaston: Logaston Press.
Γούλφχερ της Μερκίας
Θάνατος: 675
Βασιλικοί τίτλοι
Προκάτοχος
Οσουί της Νορθουμβρίας
Βασιλιάς της Μερκίας
Saint Alban's cross.svg

658 - 675
Διάδοχος
Έθελρεντ της Μερκίας


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Wulfhere of Mercia της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).