Βυζαντινή ανακατάληψη της Κιλικίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η Ρωμαϊκή (Βυζαντινή) ανακατάληψη της Κιλικίας είναι μία σειρά συγκρούσεων και εμπλοκών μεταξύ των δυνάμεων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας υπό τον Νικηφόρο Β΄ Φωκά και τον Χαμδανίδη ηγεμόνα του Χαλεπίου Σαΐφ αλ-Ντάουλα (Sayf al-Dawla), για τον έλεγχο της περιοχής της Κιλικίας στη νοτιοανατολική Μ. Ασία. Μετά τις μουσουλμανικές κατακτήσεις του 7ου αι., η Κιλικία είχε γίνει μία μεθοριακή επαρχία του μουσουλμανικού κόσμου και μία βάση για τακτικές επιδρομές εναντίον των ρωμαϊκών επαρχιών στη Μ. Ασία. Όμως στα μέσα του 10ου αι. ο κατακερματισμός του χαλιφάτου των Αββασιδών και η ενίσχυση της Ρωμανίας υπό τη δυναστεία των Μακεδόνων επέτρεψαν στους Ρωμαίους να προχωρήσουν σταδιακά στην επίθεση. Υπό τον στρατιωτικό Αυτοκράτορα Νικηφόρο Β΄ Φωκά (κυβ. 963–969) και με τη βοήθεια του στρατηγού (και μελλοντικού Αυτοκράτορα) Ιωάννη Τσιμισκή, οι Ρωμαίοι ξεπέρασαν την αντίσταση του Σαΐφ αλ-Ντάουλα, ο οποίος είχε αναλάβει τον έλεγχο των πρώην αββασιδικών συνόρων στη βόρεια Συρία· ξεκίνησαν μία σειρά επιθετικών εκστρατειών και το 964–965 ανακατέλαβαν την Κιλικία. Η επιτυχημένη ανάκτηση άνοιξε τον δρόμο για την ανακατάληψη της Κύπρου και της Αντιόχειας τα επόμενα χρόνια και την εξάλειψη των Χαμδανιδών ως ανεξάρτητης δύναμης στην περιοχή.

Ο Λέων Φωκάς ο Νεότερος νικά τους Άραβες του Σαΐφ αλ-Ντάουλα το 950. Ο πρέσβης Νικήτας Χαλκούτζης κατά τη μάχη διαφεύγει από την αιχμαλωσία των Αράβων.

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης των Χαμδανιδών στη μεγαλύτερη εξάπλωσή τους υπό τον αλ-Ντάουλα, π. 955.

Από τα μέσα του 10ου αι. η Ρωμανία βρισκόταν εν μέσω ανόρθωσης. Το 961 είχαν ανακτήσει την Κρήτη από τους μουσουλμάνους και, μετά την κατάκτηση, ήταν προετοιμασμένοι να κάνουν εκστρατείες εναντίον των Αράβων στη Μ. Ασία. Ο εμίρης του Χαλεπίου και ηγεμόνας της δυναστείας των Χαμδανιδών εκείνη την εποχή ήταν ο Σαΐφ αλ-Ντάουλα (κυβ. 945–967). Αξιόπιστος και επιθετικός διοικητής, πραγματοποίησε πολυάριθμες επιδρομές στην ελληνική ενδοχώρα, μέχρι το Ικόνιο. Αφού ο αλ-Ντάουλα επιβεβαίωσε την κυριαρχία του στο Χαλέπιο το 944, συνέχισε την αραβική πρακτική να κάνει επιδρομές στο ρωμαϊκό έδαφος, ξαναρχίζοντας επίσημα τον πόλεμο το 945/46. Παρά τη συχνότητα και την αποτελεσματικότητα των επιδρομών του στο να διαταράξει το ρωμαϊκό εμπόριο και γενικά να δημιουργήσει χάος στο ανατολικό μέτωπο της Ρωμανίας, οι τακτικές του αλ-Ντάουλα είχαν αμυντικό χαρακτήρα και οι στρατοί του δεν αποτελούσαν ποτέ σοβαρή απειλή για τη Ρωμαϊκή κυριαρχία στη Μ. Ασία. Οι σύγχρονες αραβικές πηγές ισχυρίζονται (ίσως υπερβολικά) ότι οι στρατοί της Ρωμανίας πιθανότατα ξεπερνούσαν τους στρατιώτες του Ντάουλα κατά περίπου 70.000. [1] [2] [3]

Το εμιράτο του αλ-Ντάουλα ήταν εγγενώς αδύναμο. Έλειπε κάθε είδους ναυτική παρουσία, καθώς ο αλ-Ντάουλα προσπάθησε ενεργά να αποφύγει κάθε είδους πίεση στην κυριαρχία της Ρωμανίας στην Ανατολική Μεσόγειο. [1] Εν τω μεταξύ, το σύστημα Thughur διοίκησης των Χαμδανιδών ήταν αναποτελεσματικό και ανεπαρκές. Η υιοθέτηση από αυτούς του ρωμαϊκού συστήματος Θεμάτων, από το οποίο προέρχεται το όνομα, σε συνδυασμό με τις καταστροφικές επιπτώσεις των τακτικών (καμμένης γης) της Ρωμανίας στο έδαφός τους, το σύστημα Thugur άφησε τις επαρχίες των Χαμδανιδών σε καταστροφή και ένδεια. Η χειμερινή επιδρομή του αλ-Ντάουλα (945-6) είχε μικρό αποτέλεσμα και οι μάχες μεταξύ των δύο δυνάμεων έπαυσαν για λίγα χρόνια.

Το 948 και το 949 οι Ρωμαίοι επιβλήθηκαν σε δύο επιτυχείς εισβολές των Χαμδανιδών και λεηλάτησαν τον Χαντάθ στην πρώτη αποστολή εκείνων και το Μαράς στη δεύτερη, ακόμη έκαναν έφοδο μέχρι την Αντιόχεια. Το 950 ο αλ-Ντάουλα επιχείρησε να επιτεθεί στο Ρωμαϊκό έδαφος και συντρίφθηκε από τον Λέοντα Φωκά, χάνοντας 8.000 άνδρες στην "καταστροφική αποστολή". [1] [4] Αργότερα τον ίδιο χρόνο ο αλ-Ντάουλα προσπάθησε ξανά να επιτεθεί στο Ρωμαϊκό έδαφος, απορρίπτοντας τις προσφορές για ειρήνη, αλλά σύντομα αναγκάστηκε να αποσυρθεί από τον ερχόμενο χειμώνα. Τον επόμενο χρόνο ο Βάρδας Φωκάς ξεκίνησε μία ανεπιτυχή αποστολή στην Κιλικία σε μία προσπάθεια να αποτρέψει τους Άραβες από την επισκευή ορισμένων στρατηγικών φρουρίων. Δύο χρόνια αργότερα ο Βάρδας προσπάθησε για άλλη μία φορά, αλλά δεν κατάφερε να εισβάλει στην Κιλικία του αλ-Ντάουλα. Οι Χαμδανίδες θα αντισταθούν σε δύο ακόμη Ρωμαϊκές επιθέσεις, το 954 και το 955. [1] [5]

Οι πιο σοβαρές συγκρούσεις ξεκίνησαν την άνοιξη του 956, όταν ο αλ-Ντάουλα ξεκίνησε μία νέα εισβολή στο Ρωμαϊκό έδαφος. Ο Ιωάννης Τσιμισκής, διοικητής του Ρωμαϊκού στρατού, κατάφερε να αντεπιτεθεί με μία δική του εισβολή στην Κιλικία, κατορθώνοντας να εξασφαλίσει ένα πέρασμα στα μετόπισθεν του αλ-Ντάουλα. Ωστόσο, όταν οι δύο συγκρούστηκαν, ο αλ-Ντάουλα κέρδισε αποφασιστικά, σκοτώνοντας 4.000 άνδρες του Τσιμισκή. Ταυτόχρονα, ο Λέων Φωκάς εισέβαλε στη Συρία, ενεπλάκη σε μάχη και νίκησε τον εξάδερφο του αλ-Ντάουλα, τον Αμπούλ Ασαΐρ. Το 957 ο Νικηφόρος κατάφερε να καταλάβει και στη συνέχεια να λεηλατήσει τον Χαντάθ, και ο Αλ Ντάουλα δεν μπόρεσε να απαντήσει λόγω της ανακάλυψης ενός σχεδίου εναντίον του. Από εκεί η φορά των εξελίξεων συνέχισε να στρέφεται εναντίον της αλ-Ντάουλα. Το 958 οι Τσιμισκής εισέβαλε για άλλη μία φορά στα αραβικά εδάφη, καταλαμβάνοντας τη Ντάρα και νικώντας έναν στρατό 10.000 ανδρών υπό τον Νάντζα, υπαρχηγό του Αλ Ντάουλα. Τον επόμενο χρόνο ο Λέων Φωκάς επέφερε μία επιδρομή, που επεκτάθηκε μέχρι τον Κύρρο.

Κλήση για τζιχάντ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι εντάσεις έφτασαν στο αποκορύφωμά τους το 960 όταν ο αλ-Ντάουλα κήρυξε τζιχάντ. [6] Αυτή η έκκληση για ιερό πόλεμο, και η συνακόλουθη στρατολόγηση και συγκέντρωση των δυνάμεών του, ήταν η προσπάθεια του αλ-Ντάουλα να εκμεταλλευτεί μία αντιληπτή αδυναμία στις άμυνες της Ρωμανίας μετά την αναχώρηση του Νικηφόρου στην Κρήτη. Εν τω μεταξύ ο Λέων πέρασε σε μουσουλμανικό έδαφος, αποφεύγοντας το κύριο βάρος των δυνάμεων του αλ-Ντάουλα, λεηλατώντας καθώς προχωρούσε. Όταν ένας αραβικός στρατός υπό τον στρατηγό Αί ιμπν Χαμντάν επέστρεψε πίσω μετά από επιδρομές στο ρωμαϊκό έδαφος, ο Λέων έστησε ενέδρα και το κατέστρεψε, σφάζοντας τους στρατιώτες και ανακτώντας λάφυρα ρωμαϊκής και αραβικής προέλευσης. [7] Το συσωρευτικό αποτέλεσμα των ηττών του αλ-Ντάουλα ήταν εξωτερικό αλλά και εσωτερικό, καθώς η δική του κυβέρνηση άρχισε να χάνει την πίστη του σε αυτόν. [8] [9] Δυστυχώς για τον αλ-Ντάουλα, ο Νικηφόρος επέστρεψε τώρα νικητής από την Κρήτη με την πλειοψηφία του Ρωμαϊκού στρατού. Από το 961 έως το 962, ο Νικηφόρος οδήγησε τα στρατεύματά του στην Κιλικία, παίρνοντας γρήγορα τον Ανάζαρβο . Ο Αυτοκράτορας αποσύρθηκε στο Ρωμαϊκό έδαφος για το Πάσχα του 962 και επέστρεψε το φθινόπωρο, προκειμένου να εκδιώξει τον αλ-Ντάουλα, ο οποίος βρισκόταν ο ίδιος την Κιλικία, έξω από την επαρχία. Εισέβαλε στα αραβικά εδάφη με στρατό 70.000 ατόμων, καταλαμβάνοντας το Μαράς, το Σίσιον, το Ντουλούκ και το Μανμπίτζ. Ο Νικηφόρος αγνόησε την προέλαση του αλ-Ντάουλα και έφερε τον στρατό του στο Χαλέπιο στα μέσα Δεκεμβρίου, τον οποίο κατάφερε να καταλάβει και να λεηλατήσει.

Το 963, ο πόλεμος έληξε μεταξύ των δύο δυνάμεων, καθώς ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας, ο Ρωμανός Β΄ είχε αποβιώσει πρόσφατα, και επρόκειτο να ακολουθήσει μία σύντομη κρίση διαδοχής, κατά την οποία ο Νικηφόρος θα ανέβαινε στον θρόνο ως Νικηφόρος Β΄ (κυβ. 963–969 ). Ωστόσο για το τέλος των Χαμδανιδών, τα πράγματα ήταν λιγότερο ειρηνικά. Ο αλ-Ντάουλα αντιμετώπισε τη μία εξέγερση μετά από την άλλη, πρώτα το 961, που πραγματοποιήθηκε από τον Ιμπν αζ-Ζαγιάτ, στη συνέχεια το 963 από τον Χιμπάτ Αλλάχ και τέλος το 963-64 από τον Νάντζα. Μία σύντομη αραβική επιδρομή αντιμετωπίστηκε από τον Ιωάννη Τσιμισκή, ο οποίος διορίστηκε διάδοχος του Νικηφόρου Β΄ κατά την ενθρόνισή του. Αυτός σύντομα εισέβαλε στην Κιλικία, νίκησε έναν αραβικό στρατό και προσπάθησε να πολιορκήσει το σημαντικό φρούριο της Μόψουεστίας ανεπιτυχώς. [10]

Τελική κατάκτηση της Κιλικίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα ρωμαϊκά θέματα της Ασίας πριν από την κατάκτηση της Κιλικίας

Μέχρι τη στιγμή που ο Νικηφόρος Β΄ έγινε Αυτοκράτορας, μετά την επιτυχή κατάληψη της Κρήτης, είχε αποφασίσει για ένα μεγαλύτερο σχέδιο επέκτασης του Ρωμαϊκού εδάφους, αντί να λεηλατήσει απλώς τις αραβικές πόλεις και να αποσυρθεί. Ξεκίνησε την εισβολή του το φθινόπωρο του 964 και ξεκίνησε με στρατό 40.000 ανδρών. Άρχισε απλώνοντας το ελαφρύτερο πεζικό του σε όλη την επαρχία της Κιλικίας και τους διέταξε να λεηλατήσουν και να λαφυραγωγήσουν τα χωριά, για να εξασφαλίσουν μία γενική ατμόσφαιρα σύγχυσης και αταξίας μεταξύ της διοίκησης του αλ-Ντάουλα. [11] Ο Νικηφόρος Β΄ στη συνέχεια βάδισε με το κύριο τμήμα των δυνάμεών του, τον Αυτοκρατορικό Στρατό συν τις δυνάμεις των θεμάτων της Μ. Ασίας, μέσω αραβικού εδάφους και άρχισε να καταλαμβάνει μεγάλα φρούρια και πόλεις. Πήρε τα Άδανα, το Aνάζαρβο και άλλες είκοσι οχυρωμένες πόλεις. Στη συνέχεια προχώρησε στη Μοψουεστία. Η Ταρσός και η Μοψουεστία ήταν τα δύο μεγαλύτερα φρούρια που παρέμειναν στην περιοχή. Ο Νικηφόρος Β΄ συνειδητοποίησε γρήγορα, αφού έριξε βλήματα με καταπέλτες στην πόλη, ότι μόνο μία παρατεταμένη πολιορκία θα καταφέρει να αναγκάσει τη Mοψουεστία να συνθηκολογήσει. Σύντομα, με τον ερχομό του χειμώνα, ο Νικηφόρος Β΄ υποχώρησε στην περιφέρεια του, την Καισάρεια, όπου πέρασε το διάστημα προετοιμάζοντας την εκστρατευτική περίοδο του επόμενου έτους για τις πολιορκίες της Μοψουεστίας και της Ταρσού.

Την άνοιξη του 965, ο Νικηφόρος Β΄ συγκέντρωσε για άλλη μία φορά τις δυνάμεις του και αναχώρησε για την Κιλικία. Αυτή τη φορά, όμως, ο Αυτοκράτορας κατευθύνθηκε στο στενό προς την Ταρσό. Εκεί συνάντησε τη φρουρά έξω από τα τείχη της πόλης και την έπληξε. Νίκησε αποφασιστικά τον στρατό και τους οδήγησε πίσω στο φρούριο. Κατόπιν απέκλεισε την πόλη, επιτέθηκε στη γύρω ύπαιθρο και έφυγε για τη Μοψουεστία, αφήνοντας την πόλη πολιορκημένη, αποκλεισμένη και περικυκλωμένη από καταστροφή και ερήμωση. Άρχισε με τη σειρά του να πολιορκεί τη Μοψουεστία, βάλλοντας την πόλη με τοξότες και πολιορκητικές μηχανές. Στη συνέχεια χρησιμοποίησε μία παρόμοια στρατηγική, που χρησιμοποιήθηκε στην πολιορκία του Χάνδακα τέσσερα χρόνια νωρίτερα: Έδωσε οδηγίες στους μηχανικούς του να σκάψουν κάτω από τις οχυρώσεις της πόλης, ενώ αποσπούσε την προσοχή των Αράβων, ώστε να καταρρεύσει το πιο αδύναμο τμήμα του τείχους. Αυτό λειτούργησε και σύντομα οι Ρωμαίοι άρχισαν να χύνονται στην πόλη από το κατεστραμμένο τμήμα. [12] Η πόλη λεηλατήθηκε και ισοπεδώθηκε, ενώ ο Νικηφόρος Β΄ απέλασε όλους τους κατοίκους της. Στη συνέχεια επέστρεψε στην Ταρσό, όπου ο πληθυσμός, αφού άκουσε την καταστροφή της Μοψουεστίας, αναζήτησε όρους με τους Έλληνες. Παρέδωσαν την πόλη στο Αυτοκράτορα με αντάλλαγμα την ασφαλή διέλευση των μεταναστών που ήθελαν να μεταναστεύσουν στη Συρία, κάτι που ο ίδιος επέτρεψε. Με την κατάληψη αυτών των δύο πόλεων, η Κιλικία βρέθηκε για άλλη μία φορά υπό την κυριαρχία της Ρωμανίας και ο Νικηφόρος Β΄ επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. [13] [14]

Ήταν περίπου εκείνη την εποχή, που στην Κύπρο ο Ρωμαίος στρατηγός Νικήτας Χαλκούτσης έκανε εξέγερση. Η φύση των συνθηκών αυτής της στάσης είναι αμφίβολη λόγω έλλειψης πηγών, αλλά είναι σαφές ότι οι αρχές των Αββασιδών δεν είχαν συμμετοχή σε αυτό, και ήταν επιτυχημένο. Τελικά το νησί επιστράφηκε στους Ρωμαίους και επανεντάχθηκε στο Σύστημα Θεμάτων. [15]

Συνέπεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την κατάρρευση μίας αναταραχής στην Πόλη την άνοιξη του 966, ο Νικηφόρος Β΄ ξεκίνησε για άλλη μία φορά προς τα ανατολικά. [16] Η στρατηγική του Αυτοκράτορα δεν ήταν παραδοσιακής ρωμαϊκής προέλευσης, αλλά συνδύαζε τις τακτικές που χρησιμοποιούσαν οι Άραβες με τη δική του στρατηγική. Απέφυγε σε μεγάλο βαθμό την ανοιχτή αντιπαράθεση, τη λεηλασία, την επιδρομή και την κατάληψη πόλεων όπου μπορούσε. Προχώρησε ανατολικά με τον στρατό του από την Κωνσταντινούπολη, ενώθηκε με τις νέες του δυνάμεις, καθώς πέρασε από τη Ρωμαϊκή Κιλικία και προχώρησε στη Συρία. [17] Ο Νικηφόρος Β΄ οδήγησε σύντομα τον στρατό του στην Αντιόχεια, όπου έστησε μία ελαφριά πολιορκία και άρχισε να κάνει επιδρομές στην ύπαιθρο.

Το φθινόπωρο του 967, ο Αυτοκράτορας κατέλαβε πολλά οχυρά στη νότια Συρία και τελικά ήρθε στην Τρίπολη. Heθελε να συναντηθεί με το ναυτικό του εκεί, αλλά οι άνεμοι και οι παλίρροιες δεν συνεργάστηκαν και δεν μπόρεσε να πολιορκήσει την πόλη. Αντίθετα βάδισε βόρεια προς το φρούριο της Άρκα, το οποίο σύντομα κατέλαβε και λεηλάτησε. Ήταν περίπου εκείνη την εποχή το 967, που ο Αλ Ντάουλα απεβίωσε. Ο διάδοχός του, Σαντ αλ-Ντάουλα (Sa'd al-Dawla), ήταν ένας αδύναμος και αναποτελεσματικός ηγεμόνας, και μέχρι να ανέβει στον θρόνο, το έδαφος των Χαμδανιδών είχε γίνει ένα απλό πεδίο μάχης, στο οποίο οι Ρωμαίοι και οι Φατιμίδες μπορούσαν να λύσουν τις διαφορές τους. Ο Νικηφόρος Β΄ δεν σταμάτησε τη λεηλασία της Συρίας μέχρι την άνοιξη του 969, οπότε επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Ωστόσο, άφησε μία μεγάλη φρουρά σε μία ακρόπολη δικής του κατασκευής έξω από την Αντιόχεια, προκειμένου να διατηρήσει την πολιορκία. [18] Περίπου έναν χρόνο αργότερα, οι ρωμαϊκές δυνάμεις ανακατέλαβαν την Αντιόχεια και καθιέρωσαν τον ρωμαϊκό έλεγχο της περιοχής. [19]

Μετά την απώλεια της Κιλικίας και της Αντιόχειας, το κράτος των Χαμδανιδών άρχισε να αποσυντίθεται γρήγορα. Μία σειρά από εξεγέρσεις θα διασπάσουν και θα συντρίψουν την εξουσία της δυναστείας, και το κράτος θα αντέξει μόλις ως το τέλος του αιώνα, πριν υποβληθεί σε υποταγή και στη συνέχεια διαλυθεί από τη δυναστεία των Φατιμιδών της Αιγύπτου, η οποία με τη σειρά της θα ανέλθει για να κυριαρχήσει στο Λεβάντε και την εγγύς Ανατολή για αιώνες. [20] Η Ρωμανία, από την άλλη πλευρά, θα συνέχιζε να επεκτείνεται διαδοχικά υπό τους Αυτοκράτορες Νικηφόρο Β΄, Ιωάννη Β΄ Τσιμισκή και Βασίλειο Β΄. Στην πραγματικότητα, οι Ρωμαίοι θα έβλεπαν σχεδόν ανεξέλεγκτη επέκταση για περισσότερο από έναν αιώνα από τις κατακτήσεις της Κιλικίας και της Αντιόχειας, αλλά τελικά υποχώρησαν στη Σελτζουκική εξάπλωση με τη μάχη του Μαντζικέρτ το 1071.

Βιβλιογραφικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 Bianquis (1997), p. 107
  2. Whittow (1996), p. 320
  3. Kennedy (2004), p. 270
  4. Treadgold (1997), p. 489
  5. Treadgold (1997), p. 492
  6. Romane (2015), pp. 7
  7. Romane (2015), pp. 8
  8. Bianquis (1997), pp. 107–108
  9. Treadgold (1997), p. 495
  10. Treadgold (1997), p. 499
  11. Romane (2015), pp. 23
  12. Romane (2015), pp. 26
  13. Kennedy (2004), pp. 278–279
  14. Treadgold (1997), pp. 500–501
  15. Romane (2015), pp. 34, 35
  16. Romane (2015), pp. 34
  17. Romane (2015), pp. 35
  18. Romane (2015), pp. 36
  19. Romane (2015), pp. 37
  20. Kennedy (2004), pp. 280–282

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Bianquis, Thierry (1998). «Autonomous Egypt from Ibn Ṭūlūn to Kāfūr, 868–969». Στο: Petry, Carl F. Cambridge History of Egypt, Volume One: Islamic Egypt, 640–1517. Cambridge: Cambridge University Press. σελίδες 86–119. ISBN 0-521-47137-0. 
  • Kennedy, Hugh (2004). The Prophet and the Age of the Caliphates: The Islamic Near East from the 6th to the 11th Century (Second ed.). Harlow: Longman. ISBN 978-0-582-40525-7.
  • Romane, Julian (2015). Byzantium Triumphant. Pen and Sword Books. σελίδες 34–35. ISBN 978-1473845701. 
  • Treadgold, Warren (1997). A History of the Byzantine State and Society. Stanford, California: Stanford University Press. ISBN 0-8047-2630-2.
  • Whittow, Mark (1996). The Making of Byzantium, 600–1025. Berkeley and Los Angeles, California: University of California Press. ISBN 978-0-520-20496-6.