Αφανάσι Φετ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αφανάσι Φετ
Fet by Repin.jpg
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση23 Νοεμβρίουιουλ. / 5  Δεκεμβρίου 1820γρηγ.[1]
Mtsensk uyezd
Θάνατος21 Νοεμβρίουιουλ. / 3  Δεκεμβρίου 1892γρηγ.[1]
Μόσχα[2]
Αιτία θανάτουέμφραγμα του μυοκαρδίου
Συνθήκες θανάτουφυσικά αίτια
ΕθνικότηταΡώσοι
Χώρα πολιτογράφησηςΡωσική Αυτοκρατορία
Μεγάλο Δουκάτο της Έσσης
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΡωσικά[3]
ΣπουδέςΤμήμα Ιστορίας και Φιλολογίας του Πανεπιστημίου της Μόσχας (1838–1844)
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταποιητής
μεταφραστής
αυτοβιογράφος
συγγραφέας
Περίοδος ακμής1839
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΒραβεύσειςΤάγμα της Αγίας Άννης, Γ΄ Τάξη (1852)
Τάγμα της Αγίας Άννης, Γ΄ Τάξη (1885)
Υπογραφή
Signature of Afanasy Fet.svg
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Αφανάσι Αφανάσιεβιτς Φετ (ρωσ. Афана́сий Афана́сьевич Фет, 1820-1892), αργότερα γνωστός ως Σ(ι)ενσίν (ρωσ. Шенши́н), ήταν Ρώσος ποιητής γερμανικής καταγωγής, που θεωρείται ως ο καλύτερος τεχνίτης του λυρικού στίχου όλων των εποχών στη ρωσική λογοτεχνία.[4][5] Θερμός οπαδός του δόγματος «η τέχνη για την τέχνη», έγραψε πολλά ποιήματα που τα χαρακτηρίζει η μουσικότητα και η λεπτή αίσθηση για το φυσικό περιβάλλον. Μετάφρασε επίσης στη ρωσική κλασικά έργα, όπως την Αινειάδα και τον Φάουστ.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αφανάσι Φετ γεννήθηκε στις 5 Δεκεμβρίου (23 Νοεμβρίου με το παλαιό ημερολόγιο που ήταν σε χρήση τότε στη Ρωσία) του 1820. Πατέρας του ήταν ο Αφανάσι Σιενσίν, ένας 44χρονος τότε Ρώσος κτηματίας από το Μτσενσκ, και μητέρα του η Καρλότ Μπέκερ-Φετ, μία 22χρονη τότε κόρη ενός Γερμανού πανδοχέα. Παραμένοντας στο χάνι τους κατά το ταξίδι του στη Γερμανία, ο Σιενσίν ερωτεύθηκε την Καρλότ, η οποία συμφώνησε να τον ακολουθήσει στη Ρωσία. Αν και έγκυος στο δεύτερο παιδί της, δεν δίστασε να πάρει διαζύγιο από τον σύζυγό της Γιόχαν Φετ (Johann Foeth), έναν δικαστικό υπάλληλο του Ντάρμστατ, και να παντρευτεί τον Ρώσο, παρά το ότι αναγκάστηκε να αφήσει πίσω την μόλις ενός έτους κόρη της Καρολίνα.[6] Πολύ αργότερα η Καρολίνα εγκαταστάθηκε επίσης στη Ρωσική Αυτοκρατορία, όπου παντρεύτηκε τον πρύτανη του Πανεπιστημίου του Κιέβου Α. Ματβέγιεφ. Τον ίδιο Νοέμβριο, στο κτήμα Νοβοσιόλκι του Σιενσίν, γέννησε αγόρι που βαφτίστηκε Αφανάσι (Αθανάσιος), και ήταν ο μετέπειτα ποιητής.[4]

Δεκατέσσερα έτη αργότερα, καθώς ο γάμος του Σιενσίν και της Μπέκερ, που είχε εγγραφεί στα γερμανικά ληξιαρχεία, αποδείχθηκε ότι δεν ίσχυε στη Ρωσία, ο μετέπειτα ποιητής υποχρεώθηκε να αλλάξει το επώνυμό του σε Φετ, αυτό του βιολογικού πατέρα του.[4] Αυτό αποδείχθηκε ιδιαιτέρως τραυματική εμπειρία για τον έφηβο, αφού και ο Γιόχαν Φετ αρνήθηκε να τον αναγνωρίσει ως γιο του. Κι αυτό δεν ήταν το χειρότερο: ως νόθο (θεωρούμενο στη Ρωσία) τέκνο, βρέθηκε στον πυθμένα της ρωσικής κοινωνικής ιεραρχίας. Σύμφωνα με την Τ. Κουζμίνσκαγια (αδελφή της συζύγου του Τολστόι), η μεγαλύτερη στενοχώρια του Φετ στη ζωή «ήταν το γεγονός ότι δεν ήταν νόμιμος Σιενσίν όπως οι αδελφοί του (οι οποίοι ωστόσο του συμπεριφέρονταν με αγάπη και ως ίσο προς αυτούς), αλλά ο εξώγαμος γιος του Φετ, ενός Γερμανοεβραίου». Υπάρχουν εξάλλου και αρκετές θεωρίες για την καταγωγή των γονέων του, π.χ. ότι η Καρλότ Μπέκερ ήταν γόνος παμπάλαιας αριστοκρατικής οικογένειας της ανατολικής Γερμανίας, ενώ ο Γιόχαν Φετ ήταν κι αυτός νόθος, γιος του Λουδοβίκου Α΄ της Έσσης, κάτι που θα καθιστούσε τον ποιητή βιολογικό συγγενή (εξάδελφο) της τσαρίνας Μαρίας Αλεξάνδροβνας. «Αλλά ως το τέλος του δεν μπορούσε να παραδεχθεί ότι το Φετ ήταν πολύ ανώτερο του Σιενσίν, διότι αυτός ο ίδιος το είχε καταστήσει φημισμένο μέσω του ποιητικού του έργου, κάτι για το οποίο ο Λέων Τολστόι προσπαθούσε ματαίως να τον πείσει.»[4][7]

Σπουδές και πρώτες δημοσιεύσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αφανάσι Φετ το 1860

Σε ηλικία 14 ετών ο Αφανάσι στάλθηκε σε γερμανική σχολή στο Βίρου ως εσωτερικός.[8] Εκεί ήταν που πληροφορήθηκε από επιστολή ότι το επώνυμό του θα ήταν πλέον Φετ.[5] Το 1837 ο πατέρας του άλλαξε το σχολείο του, φέρνοντάς τον στο γυμνάσιο του ιστορικού Μιχαήλ Παγκόντιν, στη Μόσχα. Το φθινόπωρο του 1838 ο Φετ εγγράφηκε στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας για να σπουδάσει νομική και φιλολογία. Από το πρώτο έτος των σπουδών του άρχισε να γράφει ποίηση, με επιρροές (όπως ανέφερε αργότερα) τους Γκαίτε, Χάινε και Γιαζύκοφ[7]. Συνάντησε επίσης, ως συμφοιτητή του, τον Απολόν Γκριγκόριεφ, επίσης επίδοξο ποιητή, με τον οποίο έγιναν καλοί φίλοι. Ο Γκριγκόριεφ δέχθηκε να του παραχωρήσει και ένα δωματιάκι στη σοφίτα του οικογενειακού σπιτιού για τη διαμονή του στη Μόσχα, όπου συχνά τους επισκέπτονταν δύο άλλοι φίλοι, ο Γιακόβ Πολόνσκι και ο Σεργκέι Σολοβιόφ.[5] Οι ιδέες του Γκριγκόριεφ σχετικά με την ποίηση επέδρασαν επίσης στο μυαλό του Φετ.[9]

Την ίδια εποχή ο Φετ έδειξε μερικά ποιήματά του στον Παγκόντιν, ο οποίος με τη σειρά του τα έστειλε στον Νικολάι Γκόγκολ για τη γνώμη του. Η ετυμηγορία του συγγραφέα («αναμφισβήτητα ταλαντούχος»)[5] ενεθάρρυνε τον Φετ να τυπώσει την πρώτη ποιητική συλλογή του, το Λυρικό Πάνθεο (1840, υπογράφοντάς το ως «Α.Φ.»).[7] Αυτή δέχθηκε αρχικώς τους επαίνους του καθηγητή Πιοτρ Κουντριάβτσεφ στο Ατέτσεστβένιγιε Ζαπίσκι και μετά του Βισαριόν Μπελίνσκι, που αρκετά χρόνια μετά επέμενε: «από τους ζώντες Ρώσους ποιητές ο Φετ είναι ο πλέον ταλαντούχος»."[10][11] Το 1841 το ποίημα «Ποσειδών» εμφανίσθηκε στο Ατέτσεστβένιγιε Ζαπίσκι και ήταν το πρώτο που δημοσιεύθηκε υπό το πλήρες ονοματεπώνυμο του ποιητή.[4]

Το 1842-1843 ποιήματα του Φετ δημοσιεύονταν τακτικά στα περιοδικά Ατέτσεστβένιγιε Ζαπίσκι και Μοσκβιτιάνιν, με τον αρχισυντάκτη του δεύτερου, τον Στεπάν Σεβυριέφ (Степан Петрович Шевырёв, 1806-1864) να γίνεται μέντορας του ποιητή. Μερικά ποιήματα του Φετ εντάχθηκαν στη συλλογή Τα καλύτερα ρωσικά ποιήματα (επιμέλεια του Αλεξέι Γκαλάχοφ, 1843). Από αυτά, το «Μην την ξυπνήσεις την αυγή» («На заре ты её не буди») μελοποιήθηκε από τον Αλεξάντερ Εγκόροβιτς Βαρλάμοφ και έγινε δημοφιλές ρομαντικό τραγουδάκι.[9] Κι όμως, εκείνα τα χρόνια ο Φετ ήταν ένας δυστυχισμένος άνθρωπος: «Ποτέ στη ζωή μου δεν γνώρισα άνθρωπο τόσο βασανιζόμενο από κατάθλιψη… Η πιθανότητα να αυτοκτονήσει με στοιχειώνει», έγραψε ο Γκριγκόριεφ στην αυτοβιογραφική νουβέλα του Οφηλία.

Στρατιωτική θητεία και Σοβριμένικ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Α. Φετ ως αξιωματικός του ρωσικού στρατού

Το 1844 ο Φετ απεφοίτησε από το πανεπιστήμιο και αργότερα το ίδιο έτος πέθανε η μάνα του από καρκίνο. Στις αρχές του 1845 μετακόμισε στη Χερσώνα και τον Απρίλιο, ακολουθώντας την οικογενειακή παράδοση των Σιενσίν, κατατάχθηκε σε συγκεκριμένη μονάδα στρατού, το Αυτοκρατορικό Σύνταγμα Τυφεκιοφόρου Ιππικού (κυριασιέ) ως υπαξιωματικός, με την προοπτική να ξανακερδίσει το επώνυμό του και όλα τα προνόμια ευγενούς τάξεως που είχε απωλέσει μαζί με αυτό.[7] Από τη στρατιωτική ζωή εκτιμούσε μόνο μία πλευρά, την πειθαρχία. Κατά τα άλλα, παραπονιέται σε επιστολές του για πολιτιστική απομόνωση και αίσθημα «ότι είσαι θαμμένος ζωντανός». Σε μία περίσταση περιέγραψε την εμπειρία του εκείνη ως «ζωή ανάμεσα σε τέρατα».[12]

Το φθινόπωρο του 1848 ο Φετ ερωτεύθηκε την εικοσάχρονη Μαρία Λάζιτς, μια μορφωμένη και έξυπνη κοπέλα που τον αγάπησε κι εκείνη. Μη βλέποντας όμως τρόπο να νυμφευθεί την άφραγκη κόρη ενός φτωχού κτηματία της Χερσώνος, ο Φετ την εγκατέλειψε. Το 1851 η Μαρία πέθανε από εγκαύματα, 4 μέρες αφότου έβαλε φωτιά στο φόρεμά της. Μερικοί υπεστήριξαν ότι ήταν ίσως ατύχημα, ενώ άλλοι το είδαν ως αυτοκτονία.[6] Από τότε ένα απέραντο συναίσθημα τύψεων βασάνιζε κοντά στα άλλα τον ποιητή για το υπόλοιπο της ζωής του. Το περιστατικό και η εικόνα της Λάζιτς ανακαλούνται συχνά στους ύστερους στίχους του.[9]

Στα τέλη της δεκαετίας του 1840 ο Φετ ξανάρχισε να γράφει μετά από διακοπή αρκετών ετών. Το 1850 η συλλογή Ποιήματα του Α. Φετ εγκαινίασε την επιτυχημένη επιστροφή του στο ρωσικό λογοτεχνικό προσκήνιο.[9] Το 1853 μετατάχθηκε σε σύνταγμα ουλάνων κοντά στην Αγία Πετρούπολη. Στον Πόλεμο της Κριμαίας υπηρέτησε σε μονάδα που φρουρούσε την ακτογραμμή της Εσθονίας.[4] Το 1853 ο Νικολάι Νεκράσοφ προσκάλεσε τον Φετ να ενταχθεί στην ομάδα του περιοδικού Σοβριμένικ, όπου ξαναβρήκε τους παλιούς του φίλους Ιβάν Τουργκένιεφ και Βασίλη Μπότκιν. Στην οικία του Τουργκένιεφ ο Φετ γνώρισε τον Λέοντα Τολστόι, νεαρό τότε αξιωματικό, και παρέμειναν ισοβίως φίλοι από τότε.[7] Ο Νεκράσοφ δεν προήγε απλώς ενεργά τον Φετ ως ποιητή, αλλά και προτιμούσε φανερά το έργο του από εκείνο άλλων ποιητών, ακόμα και του εαυτού του. Στον πρόλογο της νέας, επιμελημένης από τον ίδιο και τον Τουργκένιεφ, εκδόσεως των Ποιημάτων του Α. Φετ (1856), ο Νεκράσοφ έγραψε: «Ούτε ένας ποιητής από την εποχή του Πούσκιν δεν έχει κατορθώσει να προσφέρει τέτοια απόλαυση σε όσους καταλαβαίνουν την ποίηση και ανοίγουν τις ψυχές τους εύκολα σε αυτή, όπως ο Φετ. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ισάξιοι: απλώς στο δικό του πεδίου ο Φετ είναι εξίσου υπέροχος όσο ήταν ο Πούσκιν στο δικό του, πολύ ευρύτερο και ποικίλο.»[4]

Αλλά ήδη είχαν διαφανεί ιδεολογικές διαφορές μεταξύ Φετ και Νεκράσοφ. Στο δοκίμιό του για τον Φιόντορ Τιούτσεφ το 1859 ο Φετ έγραψε: «Η ιδέα ότι η κοινωνική αποστολή της ποιήσεως ή η ηθική της αξία θα μπορούσαν να θεωρούνται ανώτερες από τις καλλιτεχνικές της πλευρές, είναι για μένα εφιαλτική. Εγκατέλειψα αυτή την ιδέα προ πολλού.» Το σχίσμα με την υπόλοιπη ομάδα του Σοβριμένικ κατέστη προφανές και αργότερα το ίδιο έτος ο Φετ παράτησε το περιοδικό, όπου πλέον κυριαρχούσαν οι Νικολάι Τσερνισέφσκι και Νικολάι Ντομπρολιούμποφ.[4]

Μετά τον στρατό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1857 ο Αφανάσι Αφανάσιεβιτς Φετ νυμφεύθηκε στο Παρίσι τη Μαρία Πέτροβνα Μπότκινα, κόρη πλούσιου εμπόρου τσαγιού και αδελφή του καλού του φίλου κριτικού Βασίλη Μπότκιν. Η Μαρία περιγράφεται ως εξαιρετικά ευγενική και συμπαθητική γυναίκα, τελείως ελεύθερη από ζήλεια, που ήταν ευχαριστημένη να περιποιείται τον σύζυγό της «όπως μια νταντά νταντεύει ένα παιδάκι».[13] Το επόμενο έτος ο Φετ παραιτήθηκε από τον στρατό και επέστρεψε στη Μόσχα.[7] Το 1859 αγόρασε το ερημωμένο κτήμα-οικισμό (χούτορ) Στεπάνοφκα κοντά στο Μτσενσκ και το 1860 εγκαταστάθηκε εκεί.[5] Κατά τα επόμενα 14 χρόνια μετέτρεψε ένα κομμάτι γυμνής (αν και εύφορης) γης σε έναν πλούσιο κήπο, έκτισε ένα εκτροφείο αλόγων, έναν μύλο, και άρχισε γενικώς να ασχολείται με αγροτικές επιχειρήσεις, που αποδείχθηκαν επιτυχημένες και προσοδοφόρες.[7] Το 1862 Russky Vestnik άρχισε να δημοσιεύει άρθρα του για το γεωργικό εμπόριο και οικονομία.[14] Αυτά όλα προκάλεσαν τις επικρίσεις ανθρώπων όπως ο Μιχαήλ Σαλτικόφ-Στσεντρίν.[9] Αυτός έγραψε: «`Ενας από εκείνους που έχουν εξαφανιστεί μέσα στα λαγούμια τους είναι τώρα ο Φετ, ο οποίος… στον ελεύθερο χρόνο του παράγει με τη σειρά ένα φίνο ρομαντικό ποίημα, μετά ένα μισανθρωπικό δοκίμιο, μετά ένα ακόμη ποίημα, κατόπιν περισσότερη μισανθρωπία.»[15] Επί ένδεκα έτη (1867-1877) ο Φετ υπηρέτησε ως τοπικός ειρηνοδίκης και κέρδισε τον σεβασμό τόσο των χωρικών, όσο και των άλλων γαιοκτημόνων.[7]

Ο Τολστόι, που αποσύρθηκε στο κτήμα του στη Γιάσναγια Πολιάνα περίπου την ίδια εποχή, επιδοκίμασε την απόφαση του Φετ να «κατακαθίσει πάνω στη γη».[16] Αλλά σε αντίθεση με τον Τολστόι, ο οποίος έφυγε στην εξοχή αναζητώντας καλύτερες συνθήκες για να συγγράφει, ο Φετ έπαψε να γράφει. «Μετατράπηκε σε αγρονόμο, έναν γαιοκτήμονα της απόγνωσης, άφησε τη γενειάδα του να μεγαλώσει... ...δεν θέλει να ακούει για λογοτεχνία και μόνο καταριέται όλα τα περιοδικά με τον ίδιο ενθουσιασμό», πληροφορεί ο Τουργκένιεφ τον Πολόνσκι σε μια επιστολή[17] τον Μάιο του 1861. Ο ίδιος ο Φετ έγραψε σε ένα γράμμα προς τον αξιωματικό φίλο του από τον στρατό Ρεβελιόττι: «Κάποτε ήμουν ένας φτωχός άνθρωπος, μια ορντινάτσα του συντάγματος, τώρα δόξα τω Θεώ είμαι ένας γαιοκτήμονας του Οριόλ και ζω σε ένα όμορφο μέγαρο με κήπο. Αυτά όλα τα έχω επιτύχει με σκληρή εργασία, κι όχι με κάποιες ρεμούλες».[18]

Τα ύστερα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αυτόγραφο του ποιήματος Alter Ego (1875)

Κατά τη δεκαετία του 1860 ωστόσο ο Φετ έκανε μερικές μεταφράσεις: αυτές της Αινειάδας και του έργου του Άρθουρ Σοπενχάουερ Ο Κόσμος ως Βούληση και ως Παράσταση. Μια παλαιότερη μετάφρασή του, του σαιξπηρικού Ιούλιου Καίσαρα, που εκδόθηκε το 1859, είχε πάντως δεχθεί αρνητική κριτική από το Σοβριμένικ.[19] «Απλώς δεν υπάρχει δραματουργικό ταλέντο μέσα μου», ομολόγησε αργότερα ο Φετ. Οι συλλογές δοκιμίων Από το χωριό και Σημειώσεις επί της εργασίας των αστών, που δημοσιεύθηκαν αρχικώς σε περιοδικά την περίοδο 1862-1871, περιείχαν και κάποιες καλογραμμένες νουβέλες και διηγήματα. Σήμερα το καλύτερο παράδειγμα της πεζογραφίας του Φετ θεωρείται το μικρό μυθιστόρημα Η Οικογένεια Γκολτς (1870), που αφηγείται την τραγική ιστορία ενός αλκοολικού αγροτικού γιατρού και την κοινωνική και διανοητική παρακμή του. Αυτά ήσαν και τα χρόνια της στενότερης επαφής του Φετ με τον Τολστόι, τον οποίο επισκεπτόταν συχνά στη Γιάσναγια Πολιάνα.[5]

Το 1873 ο ποιητής έγραψε στη σύζυγό του: «Δεν μπορείς να φαντασθείς το πόσο μισώ το όνομα Φετ. Σε εξορκίζω να μην το αναφέρεις ποτέ… Αν κάποιος μου ζητούσε να ονομάσω με ένα μόνο όνομα όλες τις δοκιμασίες της ζωής μου, θα έλεγα χωρίς δισταγμό ότι αυτό το όνομα είναι το Φετ».[5] Εκείνο το ίδιο έτος όμως η μεγαλύτερη φιλοδοξία του εκπληρώθηκε επιτέλους: Ο Τσάρος Αλέξανδρος Β΄ με διάταγμά του επέστρεψε στον Φετ το επώνυμο του Ρώσου πατριού του, με όλα τα δικαιώματα και προνόμια της ρωσικής αριστοκρατίας. Ο Turgenev υποδέχθηκε με σαρκασμό «την εξαφάνιση του Φετ και την εμφάνιση του Σιενσίν». Πιο φιλικός αποδείχθηκε ο Τολστόι, που επαίνεσε το θάρρος και την επιμονή του ποιητή στο να περαιώσει αυτό το οδυνηρό ζήτημα. Τώρα επισήμως ονόματι Σιενσίν, ο ποιητής διετήρησε το «Φετ» ως λογοτεχνικό του όνομα.[5]

Το 1873 ο Φετ αγόρασε και δεύτερο κτήμα-χωριό, τη Βορομπιόφκα, κοντά στο Κουρσκ, και ξανάρχισε να γράφει ποίηση: «Στη Βορομπιόφκα η μούσα μου ξύπνησε μετά από πολλά χρόνια ύπνου και άρχισε να με επισκέπτεται το ίδιο συχνά, όσο και στην αυγή της ζωής μου», έγραψε στον Μέγα Δούκα Κωνσταντίνο Ρομανόφ στις 25 Αυγούστου 1891.[5] Το 1881 αγόρασε και ένα μικρό σπίτι στη Μόσχα. Από τότε περνούσε τους χειμώνες στην πόλη και θα διέμενε στη Βορομπιόφκα από τον Απρίλιο μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου.[4] Το αποτέλεσμα αυτού του καινούργιου κύματος δημιουργικότητας ήταν 4 συλλογές της σειράς Εσπερινά φώτα (1883, 1885, 1888 και 1891), που περιέχουν κάποια από τα καλύτερα ποιήματά του.[9]

Αποκρούοντας τους εχθρικούς κριτικούς, που επέμεναν πολύ στην αντίθεση ανάμεσα στον πλούσιο και κάπως πομπώδη γαιοκτήμονα, και στη λεπτή και κομψή του ποίηση, ο Φετ επέμενε ότι ο πραγματισμός του ήταν αυτός που τον βοήθησε να κατακτήσει την απόλυτη καλλιτεχνική ελευθερία.[9] Ωστόσο, το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού για το έργο του άρχισε να φθίνει. Τα Εσπερινά φώτα δεν πούλησαν πολλά αντίτυπα και μόνο ένας κύκλος στενών φίλων (Λ. Τολστόι, Βλαντίμιρ Σολοβιόφ, Νικολάι Στράχοφ, Γιακόβ Πολόνσκι, Αλεξέι Κ. Τολστόι, Πιοτρ Τσαϊκόφσκι και λίγοι ακόμα) εξέφρασε τη χαρά του για την ύστερη ποίηση του Φετ.[5]

In 1890 εκδόθηκαν οι δύο τόμοι Οι αναμνήσεις μου: 1848-1889 του Φετ. Ακόμη ένα βιβλίο, Τα πρώιμα χρόνια μου, εκδόθηκε μεταθανατίως, το 1893.[4] Στις 28 Ιανουαρίου 1892 στο εστιατόριο «Ερμιτάζ» της Μόσχας, έλαβε χώρα μεγαλοπρεπής εκδήλωση για τον εορτασμό των 50 χρόνων λογοτεχνικής σταδιοδρομίας του Φετ. Φάνηκε να την απολαμβάνει, αλλά αργότερα στο ποίημά του «Στα πεντηκοστά γενέθλια της Μούσας μου» αναφέρθηκε στον εορτασμό ως έναν «επικήδειο». Στις 26 Φεβρουαρίου, με διάταγμα του Τσάρου, δοθηκε στον Φετ ο τίτλος του καμεράριου.[6] Το τελευταίο ποίημα που έγραψε φέρει ημερομηνία 23 Οκτωβρίου 1892.[5]

Θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι συνθήκες του θανάτου του Φετ προκάλεσαν σχεδόν εξίσου πολλές συζητήσεις με αυτές της καταγωγής και της γεννήσεως του ποιητή. Τον Οκτώβριο του 1892, επισκεπτόμενος την κόμισσα Σοφία Τολστάγια στη Μόσχα, κρυολόγησε και αργότερα κόλλησε βαριά βρογχίτιδα. Ο οικογενειακός ιατρός Οστρούμοφ, μιλώντας στη σύζυγο του Φετ, συνέστησε ότι ασθενής ήταν τόσο σοβαρά, ώστε θα έπρεπε να κοινωνήσει τη Θεία Κοινωνία. Εκείνη του απάντησε «ο Αφανάσι Αφανάσιεβιτς δεν αναγνωρίζει αυτά τα τελετουργικά» και τον διαβεβαίωσε ότι ήταν έτοιμη να πάρει πάνω της την αμαρτία να στερήσει από έναν ετοιμοθάνατο τη μετάληψη των Αχράντων Μυστηρίων.[9][20]

Νωρίς το πρωί της 21ης Νοεμβρίου (πάντοτε με το παλαιό ημερολόγιο) ο ασθενής έστειλε να του αγοράσουν σαμπάνια. Η σύζυγός του διαμαρτυρήθηκε, αλλά ο Φετ φαινόταν να έχει μεγάλη υπερδιέγερση και βιασύνη. «Πήγαινε και επίστρεψε όσο πιο γρήγορα μπορείς», την πρόσταξε. Καθώς η Μαρία έφυγε, ο Φετ είπε στη γραμματέα του: «Έλα στο γραφείο, θα σού υπαγορεύσω». «Μια επιστολή;» ρώτησε εκείνη. «Όχι», απάντησε εκείνος. Και της υπαγόρευσε το ακόλουθο κείμενο: «Δεν βλέπω τον λόγο να παρατείνω συνειδητά τα βάσανά μου. Επέλεξα με τη θέλησή μου να πράξω αυτό που θα ήταν αναπόφευκτο έτσι κι αλλιώς.» Το υπέγραψε ως «21 Νοεμβρίου. Φετ (Σιενσίν)», με «σταθερό χέρι, σαφώς όχι χέρι ετοιμοθάνατου ανθρώπου» σύμφωνα με τον βιογράφο του, Μπορίς Σαντοφσκόι.[20] Επακολούθησε «ένα είδος διανοητικής θύελλας που έχουν κάποιοι άνθρωποι όταν αντιμετωπίζουν τον θάνατο. Μόνο μια κρίση προσωρινής παράνοιας θα μπορούσε να εξηγήσει το γεγονός ότι άρχισε να τρέχει γύρω αρπάζοντας μαχαίρια σερβίτσιου και χαρτοκόπτες, που προφανώς δεν θα μπορούσαν να τον βλάψουν σοβαρά», γράφει ο Σαντοφσκόι. Καθώς ο Φετ άρπαξε έναν χαρτοκόπτη από το τραπέζι μπροστά του, η γραμματέας του κατάφερε να τον αφοπλίσει, τραυματίζοντας το χέρι της. Κυνηγημένος από τη γραμματέα του, ο Φετ μπήκε στην τραπεζαρία, πλησίασε ένα ερμάριο που περιείχε μαχαίρια φαγητού και προσπάθησε να το ανοίξει χωρίς επιτυχία. Μετά, ξεφυσώντας, έπεσε ξαφνικά πάνω σε μια καρέκλα. Σύμφωνα με τη γραμματέα, τα μάτια του άνοιξαν ορθάνοιχτα, σαν να έβλεπε κάποιο τρομερό όραμα, το χέρι του υψώθηκε σαν να ήθελε να κάνει το σημείο του Σταυρού, και μετά έπεσε χωρίς ζωή πια. Η αιτία του θανάτου του καταγράφηκε αργότερα ως «καρδιακή προσβολή». Η κηδεία του έγινε την επόμενη ημέρα, 22 Νοεμβρίου 1892 (4 Δεκεμβρίου με το νέο ημερολόγιο), στο παρεκκλήσιο του Πανεπιστημίου της Μόσχας. Η σορός του τάφηκε στις 23 Νοεμβρίου στον οικογενειακό τάφο στο Κλεϊμιόνοβο, το παλαιό κτήμα της οικογένειας Σιενσίν.[7][20]

Η κληρονομιά του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φετ στα τελευταία χρόνια του

Σήμερα ο Αφανάσι Φετ θεωρείται ως ο μεγαλύτερος λυρικός ποιητής όλης της ρωσικής λογοτεχνίας. Ο Όσιπ Μαντελστάμ τον θεωρούσε γενικότερα τον μεγαλύτερο ποιητή της Ρωσίας. Ο Φετ, του οποίου οι αισθησιακοί και μελαγχολικοί στίχοι περιείχαν συχνά θλίψη και τραγωδία, άσκησε ισχυρή επίδραση στους Ρώσους συμβολιστές, ιδίως στους Ινοκέντι Άνενσκι και Αλεξάντρ Μπλοκ, με τον δεύτερο να τον αναφέρει ως «τον μεγάλο του δάσκαλο». Ανάμεσα σε αυτούς που επηρέασε η ποίηση του Φετ ήταν και οι Σεργκέι Γεσένιν και Μπορίς Παστερνάκ.[6] Ο Τσαϊκόφσκι έγραψε:

Ο Φετ αποτελεί ένα εξαιρετικό φαινόμενο. Δεν ωφελεί να τον συγκρίνουμε με άλλους ποιητές πρώτης γραμμής, ή να αναλύσουμε τον Πούσκιν, τον Λέρμοντοφ, τον Αλεξέι Τολστόι και τον Τιούτσεφ, αναζητώντας ομοιότητες... Διότι, στις καλύτερες στιγμές του, ο Φετ υπερβαίνει τα όρια της ίδιας της ποίησης και εισέρχεται θαρρετά στον δικό μας χώρο. Να γιατί όταν σκέπτομαι τον Φετ έρχεται συχνά στον νου μου ο Μπετόβεν... Ο Φετ, όπως ο Μπετόβεν, είναι προικισμένος με τη δύναμη να αγγίζει εκείνες τις χορδές των ψυχών μας που βρίσκονται πέρα από τα όρια των ποιητών, οσοδήποτε δυνατοί κι αν είναι, καθώς αυτοί επαφίενται μόνο στις λέξεις. Αντί για ποιητής, ο Φετ είναι ένας μουσικός-ποιητής.[6]

Ο Πιοτρ Κουντριάβτσεφ θεωρούσε επίσης τον Φετ μεγάλο δεξιοτέχνη του στίχου που καθοδηγείται από μελωδία. Η ποίησή του, «μοναδική με όρους αισθητικής», μπορεί να ληφθεί ως απόδειξη πως «η αληθινή ποίηση είναι αυτάρκης και οι πηγές της δεν θα στερέψουν ακόμα και στους πιο ενάντιους καιρούς».[4]

Και όμως, ο Φετ δεν ήταν δημοφιλής ποιητής όσο ζούσε. Ο Β. Μπότκιν σχολίασε πως, ακόμα και τη δεκαετία του 1860 που οι συλλογές του έπαιρναν κυρίως θετικές κριτικές, «το γενικό κοινό αντιμετώπιζε αυτούς τους επαίνους με σκεπτικισμό… Αν ήταν κάπου επιτυχημένος, τότε ήταν κυρίως στους κύκλους των λογίων.»[21] Μία αιτία για αυτό ίσως να ήταν η απροθυμία του να αλλάξει σύμφωνα με το «πνεύμα των καιρών».[5]

Αισθητική και φιλοσοφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φετ ήταν οπαδός της ιδέας των ρομαντικών ότι ένας ποιητής έχει ανάγκη να κάνει μία διάκριση μεταξύ δύο σφαιρών της ζωής, της ιδανικής και της πραγματικής. «Μόνο η σφαίρα του ιδανικού δίνει μια ευκαιρία να πάρει κάποιος μια γεύση μιας ανώτερης ζωής» γράφει στα απομνημονεύματά του. Αυτή η σφαίρα κατά τον Φετ συμπεριλαμβάνει την ομορφιά, τον έρωτα, τις στιγμές αρμονίας μεταξύ της ανθρώπινης ψυχής και του άπειρου σύμπαντος, αλλά και την Τέχνη καθεαυτή. Ο πόθος για το ιδανικό κατά τον βιογράφο του Τάρχοφ ήταν η κινητήρια δύναμη της ποιήσεως του Φετ.[4]

Ο Φετ θεωρούσε ότι η φυσική φιλοσοφία ήταν ένας τρόπος για την εξέταση των δεσμών, ορατών και αόρατων, ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση. Στην αναζήτησή του για «ολότητα», ο Φετ ταξινομούσε τα ποιήματα σε «κύκλους» («Ανοιξη», «Καλοκαίρι», «Φθινόπωρο», «Χιόνι», «Μελωδίες»), ο καθένας εκ των οποίων αντιπροσώπευε κάποια πλευρά της ψυχής. Ενώνονταν όλοι από το μοτίβο της συγχωνεύσεως με αυτό που βρίσκεται έξω από τα όρια της ανθρώπινης αντιλήψεως. Μονάχα η «ζωή έξω» δίνει κατά τον Φετ στον άνθρωπο στιγμές απόλυτης ελευθερίας. Η οδός προς αυτά τα εξωτερικά βασίλεια περνά μέσα από την επικοινωνία με τη Φύση, η οποία έχει μια δική της ψυχή, μέσα από στιγμές χαράς. Η γυναικεία ομορφιά ήταν ένα μέρος της όλης εικόνας και ο Φετ είχε τον κύκλο ποιημάτων αφιερωμένων σε γυναίκες (Σοφία Τολστάγια, A. Οσούφιεβα και άλλες) με βάση τη δική του «φιλοσοφία της ομορφιάς». Η διαδικασία τού να ξανακερδηθεί η ενότητα με τη Φύση οδηγεί τον άνθρωπο έξω από τον διεφθαρμένο πραγματικό κόσμο και του φέρνει εκστατική χαρά και ολοκληρωτική ευτυχία, σύμφωνα με τον ποιητή.[9]

Πολιτικοκοινωνικές απόψεις και προσωπικότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φωτογραφία από επίσκεψη των Πολόνσκι στη Βορομπιόφκα το 1890. Καθιστοί από αριστερά είναι οι Μαρία Μπότκινα, η κόρη του Πολόνσκι Ναταλία και ο Αφανάσι Φετ.

Κατά τον Βλαντίμιρ Σεμένκοβιτς, συγγραφέα αρκετών βιβλίων για τον Φετ, ο ποιητής δεν ήταν «ούτε φιλελεύθερος, ούτε συντηρητικός, ήταν απλώς ένας άνθρωπος της δεκαετίας του 1840, ή μάλλον ένας από τους τελευταίους ανθρώπους της δεκαετίας του 1840. Το ένα πράγμα στο οποίο ίσως διέφερε [από τη γενιά του] ήταν ότι υπήρξε περισσότερο πρακτικός άνθρωπος... Και αρκετά θαρραλέος ώστε να έχει τις δικές του απόψεις...»[22] Ο Ίλυα Λ. Τολστόι θυμόταν: «Ο πατέρας μου πίστευε ότι το μεγαλύτερο προσόν του Φετ ήταν η ικανότητα να σκέπτεται ανεξάρτητα: είχε πάντοτε τις δικές του ιδέες, ποτέ δεν τις δανειζόταν από άλλους ανθρώπους».[23]

Για τον Φετ η «φυσική» στάση ως προς την εργασία ήταν ανάλογη με εκείνη προς τον έρωτα. Η εργασία χρησίμευε ως ένας σύνδεσμος με τη Φύση και είχε το δυναμικό να επαναφέρει την αρμονία στην κοινωνία που την είχε απωλέσει. Ενσωματωμένη στη «φιλοσοφία της σκληρής εργασίας» του Φετ ήταν η ρομαντική ιδέα της ελευθερίας. Υπερασπιζόταν την ελεύθερη ανάπτυξη του ανθρώπινου χαρακτήρα και καταδίκαζε την υπερβολική ρύθμιση της κοινωνικής ζωής.[9]

Ο Γιακόβ Πολόνσκι εκπλησσόταν συχνά με τη δυαδικότητα του χαρακτήρα του φίλου του και τον τρόπο με τον οποίο μπορούσε να δημιουργεί τον λογοτεχνικό κόσμο που θα φαινόταν σαν ένας τέλειος αντίποδας στη δική του προσγειωμένη περσόνα.[5] Σε μία από τις τελευταίες επιστολές του προς αυτόν, τού έγραψε: «Τι είδους πλάσμα είσαι εσύ, δεν μπορώ να καταλάβω. Από πού πηγάζουν αυτοί οι γλυκά καθάριοι, ιδεαλιστικοί, λεπτοί και νεανικοί στίχοι; Θα μπορούσε ο Σοπενχάουερ ή κάποιος άλλος φιλόσοφος να βρίσκεται πίσω από την προέλευση αυτών των λυρικών διαθέσεών σου, με παραψυχολογικές διεργασίες;... Μπαίνω στον πειραμό να υποψιαστώ πως υπάρχει κάποιο άλλο πλάσμα, αόρατο σε μάς τους κοινούς θνητούς, κάτω εκεί, λουσμένο στο φως, με αζουρένια μάτια και φτερούγες στην πλάτη!... Εσύ έχεις μεγαλώσει, ενώ εκείνο παραμένει νέο. Εσύ αρνείσαι τα πάντα, ενώ εκείνο τα πιστεύει...»[5]

Κατά τον Σεμένκοβιτς οι απλοί άνθρωποι θαύμαζαν τον Φετ, ενώ δεν ήξεραν γράμματα για να εκτιμήσουν την ποίησή του. Οι κολήγοι τον αποκαλούσαν «σωστό βαρίνο (γαιοκτήμονα)» Και αυτό για έναν βαρίνο «που δεν δίστασε ποτέ να πει θαρραλέα την αλήθεια, τόσο στους χωρικούς όσο και στους ανθρώπους της τάξης του».[22] Οι χωρικοί τον σέβονταν ιδιαίτερα εκτός των άλλων για την ικανότητά του να συμφιλιώνει αντίπαλες πλευρές της αγροτικής του κοινότητας, ενώ ταυτοχρόνως εκφραζόταν με τον πλέον ευθύ τρόπο.[22]

Μη έχοντας υπάρξει ποτέ ανοικτή προσωπικότητα, με την πάροδο των δεκαετιών ο Φετ έγινε ακόμα πιο μυστικοπαθής και επικεντρωμένος στον εαυτό του. «Ποτέ, όσο μπορώ να θυμηθώ, δεν εξέφρασε το παραμικρό ενδιαφέρον για τον εσωτερικό κόσμο οποιουδήποτε άλλου ανθρώπου» έγραψε η Τατιάνα Κουζμίνσκαγια (αδελφή της συζύγου του Λ. Τολστόι), στην οποία ο Φετ αφιέρωσε ένα από τα πιο όμορφα ποιήματά του.[24] Σύμφωνα με τον εθνομουσικολόγο Σεργκέι Τολστόι (γιο του Λέοντα), ο Φετ, παρά την προαναφερθείσα γνώμη του Τσαϊκόφσκι[6], ήταν αδιάφορος για τη μουσική και είχε ακουστεί να τη χαρακτηρίζει ως «τίποτα άλλο παρά δυσάρεστο θόρυβο».[25]

Αν και στα τέκνα του Λέοντος Τολστόι ο Φετ φαινόταν δυσάρεστος και στριφνός, ο ίδιος ο Τολστόι τον λάτρευε «…Ο λόγος που θαυμάζουμε ο ένας τον άλλον είναι ότι εμείς οι δύο είμαστε το είδος των ανθρώπων που είναι ικανοί να σκέπτονται, για να το πούμε με τη δική μας έκφραση, με τον νου της καρδιάς, σε αντίθεση με τον νου του μυαλού», έγραφε ο Τολστόι σε επιστολή του με ημερομηνία 28 Ιουνίου 1867. «Διανοητικώς είσαι ανώτερος από κάθε άλλον γύρω μου. Είσαι ο μόνος που μπορεί να δώσει [στον νου μου] αυτό το διαφορετικό «ψωμί» για να κορεσθεί με αυτό», εξομολογήθηκε σε μιαν άλλη περίσταση.[26] Και αργότερα, τον Απρίλιο του 1876, του έγραψε: «Είσαι ένας από τους πολύ λίγους ανθρώπους που γνώρισα στη διάρκεια της ζωής μου που, ενώ διατηρούν ολοκληρωτικά ορθολογική στάση στη ζωή τους, στάθηκαν πάντοτε στην άκρια της, ατενίζοντας τη νιρβάνα. [Οι άνθρωποι σαν κι εσένα] βλέπουν καθαρότερα τη ζωή επειδή διεισδύουν στο άχρονο, γιατί με τον τρόπο αυτόν ενισχύουν τα μάλα το γήινο όραμά τους».[27]


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας: (Γαλλικά) BnF authorities. data.bnf.fr/ark:/12148/cb12057576s. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  2. «Большая советская энциклопедия» (Ρωσικά) Great Russian Entsiklopedia, JSC. Μόσχα. 1969. Ανακτήθηκε στις 28  Σεπτεμβρίου 2015.
  3. Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας: (Γαλλικά) BnF authorities. data.bnf.fr/ark:/12148/cb12057576s. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  4. 4,00 4,01 4,02 4,03 4,04 4,05 4,06 4,07 4,08 4,09 4,10 4,11 Tarkhov, A.: A.A.Fet. Verses and Poems, εκδ. Πράβδα, Μόσχα 1988, πρόλογος (σσ. 5-16).
  5. 5,00 5,01 5,02 5,03 5,04 5,05 5,06 5,07 5,08 5,09 5,10 5,11 5,12 5,13 Blagoy, Dmitry (1983). «Afanasy Fet: the Poet and the Man». Ανακτήθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2011. 
  6. 6,0 6,1 6,2 6,3 6,4 6,5 Bezelyansky, Yuri. «Landowner Shenshin and the Poet Fet». www.c-cafe.ru. Ανακτήθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2011. 
  7. 7,0 7,1 7,2 7,3 7,4 7,5 7,6 7,7 7,8 Strakhov, Nikolai: A.A.Fet - Biographical sketch - Lyrical Poems, 2 τόμοι, Μόσχα 1894, σσ. 328-334.
  8. Mirsky, D.S. «The History of Russian Literature». az.lib.ru. Ανακτήθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2011. 
  9. 9,0 9,1 9,2 9,3 9,4 9,5 9,6 9,7 9,8 9,9 «Afanasy Afanasyevich Fet». Russian Writers, Biobibliographical Dictionary, Prosveshchenye, Μόσχα, τόμος 2, επιμ. P.A. Nikolayev. 1990. Ανακτήθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2011. 
  10. Belinsky, V.G.: Τα άπαντα του Β.Γ. Μπελίνσκι σε 12 τόμους, Μόσχα, τόμ. VII, σσ. 636-637 και τόμ. VIII, σελ. 94
  11. Otechestvennye Zapiski, 1840, τόμ. 12, νο. VI, σσ. 40-42, όπου γράμμα του Μπελίνσκι προς τον Βασίλη Μπότκιν, Μόσχα 26 Δεκεμβρίου 1840.
  12. Fet, А.: Πρώιμα χρόνια της ζωής μου, σελ. 341.
  13. A.A. Fet: Ποιήματα, Μόσχα 1988, «Γράμματα», σελ. 414
  14. Fet, А.: Οι αναμνήσεις μου, Μέρος 2, σελ. 210
  15. Τα άπαντα του M.E. Saltykov-Shchedrin, Μόσχα 1968, τόμος 6, σσ. 59-60).
  16. Γράμμα του Τολστόι με ημερομηνία 23 Φεβρουαρίου 1860
  17. The Complete I.S. Turgenev, «Letters», τόμος IV, σελ. 240
  18. Grigorovich, А.: Η ιστορία του 13ου Συντάγματος Δραγώνων, τόμ. I, Αγία Πετρούπολη 1912, σελ. 223
  19. Lavrensky, М. (D.L.Mikhaylovsky): «Shakespeare as Translated by Fet» Sovremennik, 1859, No. 6, σσ. 255-258.
  20. 20,0 20,1 20,2 Sadovskoy, Boris: «Ο θάνατος του Α.Α. Φετ» στο А.А.Fet. Verses and Poems. Contemporaries on Fet, Pravda, Μόσχα 1988, σσ. 444-450.
  21. Τα έργα του Β.Π. Μπότκιν, τόμ. 2, Αγία Πετρούπολη 1891, σελ. 368
  22. 22,0 22,1 22,2 Semenkovich, V.: А.А.Fet. Verses and Poems. Contemporaries on Fet, εκδ. «Πράβντα», Μόσχα 1988, σσ. 450-456.
  23. А.А.Fet: Verses and Poems, Contemporaries on Fet, εκδ. «Πράβντα», Μόσχα 1988. σελ. 403
  24. «Т.А. Kuzminskaya on А.А.Fet», σελ. 172
  25. А.А.Fet: Verses and Poems, Contemporaries on Fet, εκδ. «Πράβντα», Μόσχα 1988, σελ. 412
  26. The Complete L.N. Tolstoy΄, τόμος 61, σσ. 149, 219, και τόμος 62, σελ. 96
  27. А.А.Fet: Verses and Poems, Contemporaries on Fet, εκδ. «Πράβντα», Μόσχα 1988, σσ. 357-463

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Afanasy Fet της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).