Αρμάζι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Για άλλες χρήσεις, δείτε: Αρμάζι (αποσαφήνιση).
Αρμάζι
Armazi Palace.jpg
Τοποθεσία στο χάρτη
Τοποθεσία στο χάρτη
Αρμάζι
42°10′0″N 44°23′0″E
ΧώραΓεωργία
Commons page Σχετικά πολυμέσα
Τα ερείπια της εξάστηλης αίθουσας του Ανακτόρου στο Αρμάζι (1ος αιώνας π.Χ.), στους πρόποδες του βουνού Μπαγκινέτι.

Το Αρμάζι (γεωργιανά: არმაზი, κοινή ελληνική: Αρμοζική[1]), είναι αρχαιολογική θέση στη Γεωργία, 4 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της Μτσκέτα και 22 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Τιφλίδας. Ήταν τμήμα της ιστορικής Μείζονος Μτσκέτα (Greater Mtskheta) και το μέρος όπου βρισκόταν η αρχαία πόλη με το ίδιο όνομα και αρχική πρωτεύουσα, στις αρχές της δημιουργίας του γεωργιανού Βασιλείου της Ιβηρίας ή Βασιλείου του Καρτλί. Άκμασε στους πρώτους αιώνες ΚΕ και καταστράφηκε από την αραβική εισβολή του 730.

Αρχαιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μικρές ανασκαφές στο έδαφος του Αρμάζι, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν το 1890, αποκάλυψαν τα πλίνθινα τείχη της πόλης με πέτρινα σκαλοπάτια και καθαρίστηκε κατασκευή αποτελούμενη από δύο δωμάτια, όπου βρέθηκαν θραύσματα από τον κορμό γυναικείου γλυπτού του 1ου αιώνα ΚΕ. Μεταξύ των ετών 1943-1948 διεξήχθη μεγάλης κλίμακας ανασκαφή, υπό τον Αντρία Απακίντζι (αγγλικά: Andria Apakidze‎, γεωργιανά:ანდრია აფაქიძე, 1914-2005), της Ακαδημίας Επιστημών της Γεωργίας, η οποία επαναλήφθηκε από το 1985 και συνεχίζεται. Οι ανασκαφές αυτές έχουν δείξει ότι τα πλίνθινα τείχη της πόλης και οι πύργοι τους, είναι χτισμένα πάνω σε βάθρο από πελεκητή πέτρα στο πρώτο μισό του 1ου αιώνα ΚΕ, περιβάλλοντας την κορυφή λόφου και την πλευρά που κατηφορίζει προς το ποτάμι, σε μια έκταση 30 εκταρίων (300 στρέμματα). Η γη εντός των τειχών ήταν ενωμένη με αυτά, με βαθμιδωτά πεζούλια-ταράτσες και διάφορα κτίρια βρίσκονταν στις ταράτσες αυτές.

Χρονολόγηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τις ανασκαφές έχουν εντοπιστεί τρία μεγάλα πολιτιστικά στρώματα και έχουν ταξινομηθεί χρονολογικά ως εξής:

  • Το πρώτο στρώμα χρονολογείται από τον 4ο-3ο αιώνα ΠΚΕ (περίοδος: Armazi Ι),
  • Το μεσαίο στρώμα χρονολογείται από τον 3ο-1ο αιώνα ΠΚΕ (περίοδος: Armazi II) και
  • Το σχετικά νεότερο στρώμα χρονολογείται από τον 1ο -6ο αιώνα ΚΕ (περίοδος: Armazi III).

Στην περίοδο Armazi Ι οι υποδομές είναι κατασκευασμένες από ογκόλιθους σχηματίζοντας απόρθητη βάση, αλλά ήταν τελικά λιγότερο ανθεκτικές από αυτές με τα τούβλα από λάσπη. Περιέχει επίσης μια μεγάλη αίθουσα με κεραμοσκεπή στέγη στηριζόμενη από έξι κίονες.

Στην περίοδο Armazi ΙΙ σημειώνεται η ανακάλυψη αψιδωτού ναού.

Η περίοδος Armazi III είναι το πλουσιότερο στρώμα. Υπάρχουν κατασκευές από μπλοκ κομψά λαξευμένης πέτρας, που ενώνονται μεταξύ τους με κονίαμα ασβέστη και μεταλλικούς σφιγκτήρες. Ανάμεσα στις σωζόμενες δομές είναι το βασιλικό παλάτι (ανάκτορο), αρκετοί πλούσια διακοσμημένοι τάφοι, ένα λουτρό και ένα μικρό πέτρινο μαυσωλείο.[2]

Η αρχαιολογική περιοχή είναι τώρα υπό κρατική προστασία με επιτόπιο Μουσείο, το οποίο διοικείται ως παράρτημα του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου-Πάρκου της Μείζονος Μτσκέτα.[3]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα ερείπια της Ακρόπολης του Αρμάζι.

Οι αρχαιολογικές ενδείξεις μαρτυρούν ότι η αρχαία Αρμάζι ήταν πολύ πιο εκτεταμένη, από ό, τι είναι σήμερα. Η στρατηγική θέση της υπαγορεύτηκε από την άμεση πρόσβαση στο πέρασμα του Νταριάλ, στον κεντρικό δρόμο πάνω από τον Μεγάλο Καύκασο, μέσω του οποίου οι Σκύθες εισέβαλαν στην αρχαία Εγγύς Ανατολή.

Το όνομα της πόλης και η Ακρόπολη της, (Armaz-Tsikhe, κυριολεκτικά «ακρόπολη της Αρμάζι», γεωργιανά: რმაზციხე), πιθανόν αντλείται από την κυρίαρχη και επικεφαλής θεότητα του ειδωλολατρικού ιβηρικού πανθέου, τον θεό Αρμάζι (Armazi). Το όνομα εμφανίζεται για πρώτη φορά στα πρώιμα μεσαιωνικά “Γεωργιανά Χρονικά”, αν και είναι σαφώς πολύ παλαιότερο και αντανακλάται στο κλασικό όνομα Αρμοζική[4] ή “Αρμάστικα” ή “Αρμόζικα” (Armastica ή Harmozica) των Στράβωνα, Πλίνιου, Πτολεμαίου και Δίωνος Κασσίου. Σύμφωνα με συλλογή των μεσαιωνικών γεωργιανών χρονικών η “Αρμαζική” (Armaztsikhe) ιδρύθηκε τον 3ο αιώνα ΠΚΕ, από τον βασιλιά Φαρνάβαζο Α΄ της Ιβηρίας στον τόπο που μέχρι σήμερα είναι γνωστός ως Καρτλί. Αυτό το φρούριο - ακρόπολη βρισκόταν στο σύγχρονο βουνό Μπαγκινέτι (Mount Bagineti), στη δεξιά όχθη του ποταμού Κύρου (Mtkvari River, Kura) στη συμβολή του με τον ποταμό Αραβγί (Aragvi River). Η άλλη ακρόπολη, αυτή της πόλης Τσιτσαμούρι (γεωργιανά: წიწამური, αγγλικά: Tsitsamuri ή Sevsamora‎ των κλασικών συγγραφέων), βρισκόταν ακριβώς απέναντι, στην αριστερή όχθη του Αραβγί και ήλεγχε το δρόμο προς το βουνό Καζμπέκ (Mount Kazbek).[2]

Ακόμα και μετά την άνοδο και την επιλογή της πόλης Μτσκέτα, ως πρωτεύουσας της Ιβηρίας, η Αρμάζι παρέμεινε η ιερή πόλη του ιβηρικού παγανισμού και ισχυρό οχυρό της περιοχής της Μτσκέτα. Το φρούριο καταλήφθηκε από τον Ρωμαίο στρατηγό Πομπηίο κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του, το 65 ΠΚΕ, εναντίον του βασιλιά της Ιβηρίας Αρτάγη. Ερειπωμένη δομή πάνω από τον ποταμό Κύρο χρονολογείται από εκείνη την εποχή και εξακολουθεί να ονομάζεται «γέφυρα του Πομπηίου». Η ακμή για την πόλη Αρμάζι ήρθε όταν η Ιβηρία συμμάχησε με τους Ρωμαίους αυτοκράτορες. Η στήλη του Βεσπασιανού, η οποία ανακαλύφθηκε το 1867, αναφέρει ότι ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Βεσπασιανός οχύρωσε την Αρμάζι για τον Μιθριδάτη Α΄ της Ιβηρίας περί το 75 ΚΕ.[5]

Αυτά τα αμυντικά τείχη κατασκευάστηκαν σε μια μοναδική θέση για να εμποδίζουν τη νότια έξοδο του περάσματος του Νταριάλ προς την πεδιάδα της σύγχρονης Τιφλίδας και ήταν προφανώς προληπτικό μέτρο εναντίον των Αλανών, οι οποίοι εισέβαλαν συχνά στα ρωμαϊκά σύνορα από όλο τον Καύκασο.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η πόλη Αρμάζι κυβερνήθηκε από επίτροπους, οι οποίοι έφεραν τον τίτλο “Πιτιάξης” (pitiakhsh, ιδιότητα κατά προσέγγιση όμοια με εκείνη του αντιβασιλιά ή σατράπη’ ο φέρων το αξίωμα αυτό ήταν δεύτερος στην επίσημη ιβηρική ιεραρχία μετά τον βασιλιά της Ιβηρίας). Οι έρευνες σχετικά με τη γενεαλογία της δυναστείας, από τις ανασκαφές στην νεκρόπολη έδωσε εγχάρακτα πορτρέτα πάνω σε πολύτιμους λίθους, δύο εξ’ αυτών των αντιβασιλέων, του Ασπαρούχ (Asparukh, ίσως σύγχρονος του Ρωμαίου αυτοκράτορα Αδριανού, ο οποίος βασίλεψε από το 117-138) και Ζεβαχ (Zevakh, σε ακμή, fl., περί το 150) και τα οποία αποτελούν σπάνιο δείγμα της αυθεντικής προ-χριστιανικής γεωργιανής προσωπογραφίας.[6] Επιγραφές στα αραμαϊκά, από την Αρμάζι αναφέρουν επίσης τους αντιβασιλείς-επίτροπους.

Στήλη Σηραπείτιδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πόλη Αρμάζι διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο στην αρχαία γεωργιανή πολιτιστική ζωή, καθώς και στην εξέλιξη της τοπικής επιγραφικής στη Γεωργία, πριν από την εφεύρεση του γεωργιανού αλφαβήτου κατά τον 5ο αιώνα. Ανάμεσα σε σειρά από περίεργες επιγραφές που βρέθηκαν στο Αρμάζι, η πιο σημαντική είναι η δίγλωσση ελληνο-αραμαϊκή επιτύμβια επιγραφή Στήλη Σηραπείτιδος στο Αρμάζι, στην οποία μνημονεύεται η Σηραπείτις, κόρη με ευγενή καταγωγή, η οποία πέθανε σε ηλικία 21 ετών. Περιέχει μια ασυνήθιστη μορφή ή εκδοχή του αραμαϊκού αλφαβήτου, το οποίο αναφέρεται ως “γραφή Αρμάζι”, αν και έχει βρεθεί, εκτός από το Αρμάζι, επίσης και σε άλλα μέρη της Γεωργίας.

Το ελληνικό κείμενο της επιτύμβιας επιγραφής έχει ως εξής:

«CΗΡΑΠΕΙΤΙC ΖΗ ΟΥΑΧΟΥ
ΤΟΥ ΝΕΩΤΕΡΟΥ ΠΙΤΙΑΞΟΥ
ΘΥΓΑΤΗΡ ΠΟΥΠΛΙΚΙΟΥ ΑΓΡΙΠΠΑ ΠΙΤΙ-
ΑΞΟΥ ΥΙΟΥ ΙΩΔΜΑΝΓΑΝΟΥ ΓΥΝΗ
ΤΟΥ ΠΟΛΛΑC ΝΕΙΚΑC ΠΟΙΗCΑΝΤΟC
ΕΠΙΤΡΟΠΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩC ΙΒΗΡΩΝ
ΜΕΓΑΛΟΥ ΞΗΦΑΡΝΟΥ ΠΟΥ ΑΠΕ-
ΘΑΝΕ ΝΕΩΤΕΡΑ ΕΤΩΝ ΚΑ
ΗΤΙC ΤΟ ΚΑΛΛΟC ΑΜΕΙΜΗΤΟΝ
ΕΙΧΕ»

Παρακμή – καταστροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την μεταφορά της πρωτεύουσας της Γεωργίας στην Τιφλίδα, στα τέλη του 5ου ή στις αρχές του 6ου αιώνα, η πόλη Αρμάζι, άρχισε να έχει σταδιακή μείωση των κατοίκων της. Διατήρησε, για λίγο ακόμα, δικό της υψηλόβαθμο διοικητή, τουλάχιστον ως το 545. Η πόλη καταστράφηκε τελικά και ισοπεδώθηκε το 736 από τον Άραβα Μερβάν Β', τον τελευταίο Ομαγιάδα χαλίφη.[2]

Η πόλη Αρμάζι δεν αναβίωσε έκτοτε, αλλά, μεταξύ 1150 και 1178, κατασκευάστηκε εκεί η ορθόδοξη Μονή της Αγίας Νίνας. Το καθολικό της μονής ήταν δομημένο πάνω σε έξι αψίδες, αλλά πλέον σε μεγάλο βαθμό έχει ερειπωθεί και μόνο μερικά θραύσματα των τοιχογραφιών του 12ου αιώνα έχουν διασωθεί.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Στράβωνος, "Γεωγραφικών", Βιβλία Επτά και δέκα, εκδίδοντος και διορθούντος Α. Κοραή, Μέρος Δεύτερον, Βιβλίο ΙΑ’, Κεφ. 5, στιχ. 501, Ιβηρία: Αρμοζική, σελ. 315, εκ της Τυπογραφίας Ι. Μ. Εβεράρτου, Εν Παρισίοις 1817.
  2. 2,0 2,1 2,2 David Marshall Lang, "Armazi". Encyclopædia Iranica Online Edition. Accessed on September 13, 2007.
  3. Georgian Museums: National Archaeology Museum-Reserve of Greater Mtskheta. Ministry of Culture, Monuments Protection and Sports of Georgia. Accessed on September 13, 2007.
  4. Στράβωνος, "Γεωγραφικών", Βιβλία Επτά και δέκα, εκδίδοντος και διορθούντος Α. Κοραή, Μέρος Δεύτερον, Βιβλίο ΙΑ’, Κεφ. 5, στιχ. 501, Ιβηρία: Αρμοζική, σελ. 315, εκ της Τυπογραφίας Ι. Μ. Εβεράρτου, Εν Παρισίοις 1817.
  5. Sherk, Robert K. (1988), The Roman Empire: Augustus to Hadrian, p. 128-9. Cambridge University Press, ISBN 0-521-33887-5.
  6. David Marshall Lang, "Asparukh". Encyclopædia Iranica Online Edition. Accessed on September 13, 2007.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Armazi της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).