Αντώνης Κατσαντώνης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αντώνης Κατσαντώνης
O atromitos Katsantonis.jpg
Ο Ατρόμητος Κατσαντώνης,
πίνακας του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Αντώνης Κατσαντώνης (Ελληνικά)
Όνομα γεννήσεωςΑντώνης Μακρυγιάννης
Γέννηση1775
Δήμος Αγράφων
Θάνατος28 Σεπτεμβρίουιουλ. / 10  Οκτωβρίου 1809γρηγ.
Μετέωρα
ΕθνικότηταΈλληνες
Χώρα πολιτογράφησηςΟθωμανική Αυτοκρατορία
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΕλληνικά
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταστρατιωτικός

Ο Αντώνης Κατσαντώνης, (1775 - 28 Σεπτεμβρίου 1809) γεννημένος ως Αντώνης Μακρυγιάννης, ήταν ονομαστός Έλληνας Σαρακατσάνος κλέφτης ο οποίος έδρασε επί Τουρκοκρατίας στα προεπαναστατικά χρόνια στις περιοχές των Αγράφων, του Βάλτου και του Ξηρομέρου Αιτωλοακαρνανίας.

Βίος και δράση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με την παράδοση, καταγόταν από το Βασταβέτσι (νυν Πετροβούνι) της Ηπείρου, από σαρακατσαναίικη οικογένεια. Το πραγματικό του όνομα ήταν Αντώνης Μακρυγιάννης. Ο Γιάννης Μακρυγιάννης, ο πατέρας του Κατσαντώνη, καταγόταν επίσης από το Βασταβέτσι. Επειδή όμως ο Γιάννης Μακρυγιάννης είχε αναπτύξει κλέφτικη δράση, πήγε και εγκαταστάθηκε τελικά στο Μάραθο (Μύρισι) Αγράφων Ευρυτανίας όπου παντρεύτηκε την Αρετή, κόρη του επίσης ξακουστού κλεφτοκαπετάνιου στα Άγραφα, Βασίλη Δίπλα.

Το ζευγάρι απέκτησε τρία αγόρια: πρώτο τον Αντώνη (Κατσαντώνη), ο οποίος γεννήθηκε το 1775 στο Μάραθο, τον Κώστα Λεπενιώτη, που γεννήθηκε στη Λεπενού Αιτωλοακαρνανίας, εξ ου και το επώνυμό του, και τον Γιώργο Χασιώτη, που γεννήθηκε στα Χάσια, απ΄ όπου και το επίθετό του.

Αρκετοί άλλοι μελετητές αναφέρουν πως το ζευγάρι είχε έναν ακόμη γιο, τον Χρήστο ή Κούτσικο, που πέθανε φυλακισμένος από τους Τούρκους στα Μετέωρα, καθώς και μια κόρη, την Κατερίνα, που παντρεύτηκε κατόπιν στο χωριό Βελαώρα των Απεραντίων αλλά δεν είναι γνωστό με ποιον.

Πριν ξεκινήσει την επαναστατική του δράση ήταν βοσκός στο κοπάδι του πατέρα του και είχε γυρίσει όλα τα βουνά των Αγράφων. Σύμφωνα με ορισμένες πηγές παντρεύτηκε μια τσελιγκοπούλα που ονομαζόταν Αγγελική Δράκου και έκανε μαζί της έναν γιο, τον Αλέξανδρο, αλλά οι πληροφορίες για αυτούς είναι λιγοστές και δεν έχουν εξακριβωθεί.[εκκρεμεί παραπομπή]

Σύμφωνα με την τοπική παράδοση ο Κατσαντώνης έμενε με τους γονείς του στη Λεπενού, όταν καταγγέλθηκε (το 1800 ή 1802), άδικα κατά κάποιους[1], στον Αλή Πασά, από κάποιον Γιάγκο Καραγκούνη, πως όλη η οικογένεια του Γιάννη Μακρυγιάννη προέβαινε σε συστηματική ζωοκλοπή σε όλη την ευρύτερη περιοχή. Τότε ο Αλή Πασάς διέταξε τη σύλληψή του μαζί με τον γιο του, τον Κατσαντώνη οι οποίοι και οδηγήθηκαν στις φυλακές των Ιωαννίνων.

Έναρξη συμπλοκών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κατσαντώνης ορκίσθηκε τότε να ξεπλύνει τη ντροπή της οικογενείας του με τα όπλα, παρατώντας τη βοσκή. Έτσι αφού σκότωσε τον «μπουλούκμπαση» Γιάγκο Καραγκούνη, επιδόθηκε εν συνεχεία σε ληστείες και κλοπές, στην αρχή κατά των χαρατζήδων (δηλ. αυτών που εισέπρατταν τους φόρους για λογαριασμό των Τούρκων) και των σπαχήδων (εξισλαμησθέντων στρατιωτών ιππέων) του Αλή Πασά. Ο Αλή Πασάς όταν το έμαθε, προκειμένου να τον εκφοβίσει, διέταξε για δεύτερη φορά τη σύλληψη του πατέρα του, τη δήμευση της περιουσίας του και την πυρπόληση της οικίας του. Αλλά ενώ ο πατέρας του Κατσαντώνη μαζί με κάποιους εκ των συγγενών του πέθαινε στις φυλακές της Άρτας[2], ο Κατσαντώνης ενισχύθηκε με ομάδες κλεφτών των αδελφών του Λεπενιώτη και Χασιώτη καθώς και μ΄ εκείνων των Δίπλα και Τσόγκα, οπότε και άρχισε ένας αμείλικτος αγώνας μεταξύ των Δερβεναγάδων του Αλή και των παραπάνω συμμοριών, με κύρια θέατρα συμπλοκών τα Άγραφα, τον Βάλτο, το Ξηρόμερο και άλλες περιοχές.

Αντ' αυτών, ο ιστορικός Φραγκίστας περιορίζοντας τα γεγονότα κατά το επιεικέστερο επί των παραδόσεων, αναφέρει πως ο Κατσαντώνης στα εικοσιπέντε του χρόνια, (1802) εγκατέλειψε τον ποιμενικό βίο και έγινε κλέφτης, έπειτα από κάποιο περιστατικό που του συνέβη μ' έναν Τούρκο. Είχε συλληφθεί και αφού δάρθηκε από ένα μπουλούκμπαση με την κατηγορία της ζωοκλοπής, αφέθηκε ελεύθερος αφού κατέβαλε πολλά λύτρα. Μόλις ο Κατσαντώνης απελευθερώθηκε, σκότωσε τον μπουλούκμπαση και υποχρεώθηκε έτσι, φυγοδικώντας, να στραφεί στην κλέφτικη ζωή. Εντάχθηκε στην ομάδα του παππού του Δίπλα, που λέγεται κατά την παράδοση ότι ήταν και νονός του. Αργότερα τον ακολούθησαν και τα δυο μικρότερα αδέρφια του, ενώ χάρη στις ικανότητες του Κατσαντώνη ο Δίπλας αύξησε τη δύναμη του ασκεριού του και όταν σε προχωρημένη ηλικία ένιωσε τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν, παρέδωσε τα ηνία της ηγεσίας της κλεφτουριάς των Αγράφων στον εγγονό του Κατσαντώνη. Ο Αλή πασάς των Ιωαννίνων εξόντωσε την οικογένειά του, μόλις έμαθε ότι το αρματολίκι των Αγράφων ξεσηκώνεται εναντίον του από τον Κατσαντώνη, και αυτός με τη σειρά του για να τον εκδικηθεί, εξόντωσε πολλούς Τουρκαλβανούς σε διάφορες ενέδρες και μάχες. Τον Μάιο του 1808 έφερε μια τιμητική διάκριση για τον Κατσαντώνη, αφού είχε σκοτώσει τον Βεληγκέκα[2], γνωστό από το θέατρο Σκιών.

Συνδιαλλαγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκείνη την περίοδο είχε ξεσπάσει παράλληλα και ο σφοδρός διωγμός των λεγομένων Ασίζηδων και Ζορμπάδων (κλεφτών) οι οποίοι κι αυτοί είχαν καταφύγει ομοίως στα Άγραφα. Έτσι ο Αλή Πασάς μετά τον ατελέσφορο μέχρι τότε αγώνα προσπάθησε με χρηματισμό να διασπάσει την ενωμένη κλεφτουριά των Αγράφων. Σ΄ εκείνη λοιπόν τη πρόσκληση ο Κατσαντώνης απαίτησε 300 «λουφέδες» (=μισθούς, για τα ισάριθμα παλικάρια του). Ο Αλής δεν δέχθηκε και οι συγκρούσεις άρχισαν ακόμη σφοδρότερες από τον Βάλτο μέχρι το Πήλιο. Στη δεκαετία του 1790 - 1800 ο Κατσαντώνης απέκρουσε όλες τις εναντίον του επιχειρήσεις των τουρκαλβανών όπως του Χασάν Τζαπάρη και Σουλεϊμάν Μπότα, αδελφούς του περιβόητου σιλιχτάρη του Αλή Πασά. Πράγματι την εποχή εκείνη ο Κατσαντώνης αποτέλεσε την ψυχή της κλεφτουριάς. Έτσι το 1808 φόνευσε ο ίδιος και τον Βεληγκέκα, έναν από τους στρατηγούς του Αλή Πασά στη Μάχη του Προσηλιάκου που είχε εκστρατεύσει κατά της κλεφτουριάς και πίστευε προηγουμένως πως θα έφερνε το κεφάλι του Κατσαντώνη στα Γιάννενα. Μετά την εξόντωση των Σουλιωτών (1804), ο Αλή Πασάς επεδίωξε νέα συμφωνία με τον Κατσαντώνη όπου αυτή τη φορά τον έπεισε, δεδομένου ότι η υγεία του δεύτερου είχε κλονισθεί ήδη σοβαρά.

Εθνική συνείδηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τη περίοδο αυτή ο Κατσαντώνης κλήθηκε από τους Ρώσους προκειμένου να καταταχθεί στα ρωσικά στρατεύματα της Επτανήσου. Αυτός όμως αρνήθηκε, θεωρώντας την παρουσία του αναγκαιότερη στ΄ Άγραφα. Στη συνέχεια, το 1807, προσκλήθηκε από τον προύχοντα της Επτανήσου Ιωάννη Καποδίστρια, μετέπειτα κυβερνήτη της ελεύθερης Ελλάδος, που πραγματοποίησε στη Λευκάδα «Συνέλευση των Κλεφταρματολών», αναγνωρίζοντας τον Κατσαντώνη ως Γενικό Αρχηγό των Κλεφτών στη Δυτική Ελλάδα, προκειμένου να σώσουν τη Λευκάδα από την απληστία του Αλή Πασά ή το πιθανότερο από την εντολή που είχε πάρει εκείνος από την Υψηλή Πύλη της εκδίωξης των Ευρωπαίων από τα παράλια του Ιονίου[εκκρεμεί παραπομπή]. Στη συνάθροιση εκείνη που έσπευσε ο Κατσαντώνης πείθοντας και τ΄ αδέλφια του να εγκαταλείψουν τις καπεταναρίες, συμμετείχαν επίσης ο Φώτος Τζαβέλας, ο Κίτσος Μπότσαρης, ο Νικόλαος Περραιβός, οι Μπουκουβαλαίοι, ο Νότης Μπότσαρης, τα αδέρφια Κώστας και Γιώργος Στράτος, καθώς και ο Μήτσος Κοντογιάννης. O ιστορικός Δημήτριος Φωτιάδης αποκαλεί το σώμα του Κατσαντώνη ως «Στρατιωτική Ακαδημία του Κλεφτοπολέμου» καθώς από το ασκέρι του πέρασαν οι Γιώργος Χασιώτης, Κώστας Λεπενιώτης, ο Δήμος Τσέλιος, ο Γιώργος Τσόγκας και ο Γεώργιος Καραϊσκάκης.

Τότε ο Κατσαντώνης ορκίσθηκε να εργαστεί υπέρ της Παλιγγενεσίας, επιδεικνύοντας πλέον εθνική συνείδηση, και τάχθηκε υπό τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη[εκκρεμεί παραπομπή].

Το τέλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επανερχόμενος ο Κατσαντώνης στα Άγραφα, ήδη προσβεβλημένος από ευλογιά από παιδική ηλικία αποσύρθηκε των περιπετειών, το καλοκαίρι του 1809. Παρά τις προσπάθειες του γιατρού του, Θανάση Ντουφεκιά, η κατάσταση του ήταν μη αναστρέψιμη. Έτσι μαζί με τ΄ αδέλφια του και τεσσάρων συντρόφων του διέμενε κρυμμένος στο σπήλαιο Φούρκα της Ευρυτανίας, στο χωριό «Μοναστηράκι» των Αγράφων σε μια άγρια και δυσπρόσιτη περιοχή[2]. Εκεί τον περιποιούνταν ο γιατρός του Ντουφεκιάς και για την ασφάλειά του άφησαν 5 κλέφτες με τον Γιώργο Χασιώτη επικεφαλής. Το πολεμικό σώμα του Κατσαντώνη ανέλαβε να διοικεί ο άλλος του αδερφός, ο Κώστας Λεπενιώτης.

Ο τόπος απόκρυψης του Κατσαντώνη, τελικά, προδόθηκε στον Αλή Πασά (από κάποιον Γκούρλια ή από έναν καλόγερο ή από μια γριά που πουλούσε βότανα για μαγγανείες ή ακόμη από έναν φίλο του Κατσαντώνη που ονομαζόταν Σιούρτας και παρά τη θέλησή του υποχώρησε ,ύστερα από βασανιστήρια). Τότε, ο Αλή Πασάς έστειλε τον έμπιστό του μουχουρντάρη (=σφραγιδοφύλακα) Άγο Βαστάρη με 800 άνδρες να τον συλλάβει. Ενώ αρχικά δεν εντοπιζόταν το σημείο απόκρυψης, κάποιοι βρήκαν τον βοσκό, ο οποίος μετά από θηριώδη βασανιστήρια αποκάλυψε το σημείο του σπηλαίου. Όταν άρχισε η πολιορκία, ο Χασιώτης άρπαξε τον αδελφό του στον ώμο και διέφυγαν. Μετά από επτά ώρες καταδίωξη, κυκλώθηκαν μέσα σε χαράδρα με αποτέλεσμα να αναγκαστούν να συνθηκολογήσουν με τον Άγο Βαστάρη, ο οποίος όμως αθετώντας τον λόγο του, τους έδεσε και τους οδήγησε θριαμβευτικά στα Γιάννενα[2].

Ο Αλή Πασάς δέχθηκε αρχικά με ευγένεια τον Κατσαντώνη τάζοντάς του ακόμα και πατρική στοργή αν δεχόταν να του φανερώσει που είχε κρυμμένους τους περιβόητους θησαυρούς που λέγονταν πως είχε από τις πολυάριθμες λαφυραγωγήσεις και ληστείες που είχε διαπράξει, και που από τις έρευνες του μουχουρντάρη δεν βρέθηκαν στο σπήλαιο. Ο Κατσαντώνης όμως δεν απαντούσε με συνέπεια να οδηγηθεί τελικά μαζί με τον αδελφό του Χασιώτη στον ιστορικό πλάτανο όπου και υπέστη τον μαρτυρικό θάνατο δια της συντριβής των οστών του[2]. Λέγεται ότι ο Αλή του έταξε αξιώματα και ότι θα μεριμνούσαν γιατροί του παλατιού του για την υγεία του αρκεί να προσκυνήσει, ωστόσο ο Κατσαντώνης αρνήθηκε. Κατά τη διάρκεια του μαρτυρίου του, περιφρονητικά ακούσθηκε να λέγει μέσα σε παραλήρημα που έμεινε ιστορικό: «έρμα γρόσια, έρμα γρόσια».

Η παράδοση θέλει τον Κατσαντώνη κατά τη διάρκεια του μαρτυρίου του να τραγουδά περήφανα ώστε να μη δείχνει τον πόνο του αλλά να ξεψυχάει πρώτος, εφόσον ήταν και βαριά άρρωστος, ενώ μετά από λίγο πέθανε και ο αδερφός του. Σημειώνεται ότι τον σκληρό Τουρκαλβανό Άγο Βαστάρη εκδικήθηκε για την σύλληψη του Κατσαντώνη ο Σουλιώτης Μάρκος Μπότσαρης στη μάχη του Κεφαλόβρυσου Καρπενησίου (1823), κατά την οποία τον σκότωσε ο ίδιος.

Μάχες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εδώ θα γίνει αναφορά στις μάχες που έδωσε και κέρδισε ο Κατσαντώνης με τους κλέφτες του εναντίον των ασκεριών που έστελνε ο Αλή πασάς για να τον εξοντώσουν.

  • 1803 - Μάχη στη Τριφύλλα Κλειστού (Νεράιδας) εναντίον 300 Τουρκαλβανών υπο τις διαταγές του δερβέναγα Ιλιάσμπεη.
  • 1803 - Μάχη στο Κεράσοβο εναντίον 500 Τουρκαλβανών και θάνατος του Ισλιάμπεη.
  • 1804 - Μάχες στις Γούστρες Ξηρόμερου και στη Κατούνα εναντίον 500 Τζοχανταραίων υπο τις διαταγές των Γιουσούφ Αράπη και Κατζού Μουσταφάμπεη.
  • 1806 - Μάχη στου Πουλιού τη Βρύση και της Τατάρνας εναντίον αγνώστου αριθμό Τουρκαλβανών με αρχηγό τον Χασάν Μπελούση και ενός δεύτερου σώματος Τουρκαλβανών που στάλθηκε προς βοήθεια του πρώτου με αρχηγό τον Μπεσίαρη Μπέη.
  • 1806 - Μάχη στο Μαλατέικο λημέρι εναντίον 500 Τουρκαλβανών με αρχηγό τον δερβέναγα Αλούς Μπεράτη.
  • 1806 - Μάχη στη περιοχή Ληστής εναντίον 300 Τζοχανταραίων του δερβέναγα Μπεκίρ Τζογαδούρου.
  • 1807 - Μάχη στο «Γρεβενοδιάσελο» Βουλγάρας εναντίον του Άγο Μουχουρντάρη με 1000 Τούρκους στις διαταγές του. Σε αυτή τη μάχη πέθανε ο νονός και παππούς του Κατσαντώνη, που παρότι παραιτήθηκε από την ηγεσία του σώματος του υπέρ του εγγονού του, δεν εγκατέλειψε ποτέ τον αγώνα εναντίον των Τούρκων.
  • 1808 - Μάχη στη Σπινάσα εναντίον 300 Τουρκαλβανών του Χασάν Μπελούση.
  • 1808 - Μάχη στου Προσηλιάκου και ο θάνατος του Βεληγκέκα. Ήταν το μεγαλύτερο ασκέρι που είχε στείλει ο Αλή πασάς (700 με 800 κατά ορισμένους μελετητές ή 1.000 άντρες χωρισμένοι σε 2 σώματα των 500 κατά άλλους) και με τον καλύτερο διοικητή του τον δερβέναγα Βεληγκέκα και με υπαρχηγό τον Γιουσούφ Αράπη.
  • Μάχη Kρύας Bρύσης.
  • Μάχη Σιστρουνίου.
  • Αύγουστος 1809 - Μάχη της σπηλιάς στο χωριό «Μοναστηράκι» και αιχμαλωσία του Κατσαντώνη και του Χασιώτη.

Λαϊκή παράδοση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη μνήμη των κατοίκων της περιοχής των Αγράφων διατηρήθηκε το όνομα του οπλαρχηγού Κατσαντώνη. Ακόμα και σήμερα στα μέρη των Αγράφων υπάρχουν διάφορα τοπωνύμια που έχουν πάρει το όνομά του, όπως «Το γεφύρι του Κατσαντώνη», «Του Κατσαντώνη η βρύση», «Τα ταμπούρια του Κατσαντώνη», «Η σπηλιά του Κατσαντώνη» και «Του Κατσαντώνη το μπογάζι». Ακόμα πολλά δημοτικά άσματα ναφέρονται στα πολλά του κατορθώματα.

  • Για το θάνατο του Βεληγκέκα έγραψαν:
«Δεν είν' εδώ τα Γιάννενα,
δεν είν' εδώ ραϊάδες,
για να τους ψένεις σαν τραγιά,
σαν τα παχειά κριάρια,
εδώ 'ναι λόγγοι και βουνά
και κλέφτικα τουφέκια.
Τρία τουφέκια τώδωκαν,
τα τρί - αράδ - αράδα,
Τόνα τον πήρε ξώδερμα
και τ' άλλο στο κεφάλι
το τρίτο το φαρμακερό
τον πήρε στην καρδιά του.
Το στόμα αίμα γιόμισε,
τα χείλη του φαρμάκι»
  • Για τη σύλληψή του Κατσαντώνη τραγουδάνε:

«Κάρτε σκρούετ Αλή πασά o Κατσαντώνης ταναξίνε». (χαρτί έγραφε ο Αλή πασάς να πιάσουνε τον Κατσαντώνη).

Αϊντε Αντων' μωρ' Αντων'
μωρ' Αντων' Μωρ' Αντων'
Κατσαντώνη ταναξίνε
με ντουφέκια μοσιβρίνε (τον Κατσαντώνη να πιάσουν ζωντανό, με τουφέκια να μην τον βαρέσουν).
«Δυο γύφτοι τον εστρώσανε δεμένονε στ’ αμόνι
κι αρχίσανε με το σφυρί να τον πελεκάνε.
Σκλήθρες πετάν τα κόκαλα, σκορπάνε τα μεδούλια,
νεύρα, κομμένα κρέατα, σέρνονται σαν ξεσκλίδια
και κείνος τηράει τον ουρανό και γλυκοτραγουδάει:
Χτυπάτε, πελεκάτε με σκυλιά, τον Κατσαντώνη
δεν τον τρομάζει Αλήπασας, φωτία, σφυρί κι αμόνι
  • Τον αγώνα εναντίον των Τουρκαλβανών του Αλή Πασά συνέχισε ο αδελφός του Κώστας, γνωστός με το προσωνύμιο «Λεπενιώτης», σύμφωνα με την εντολή του αδελφού του:
«Φουχτιά να βάλει στ' ΄Αγραφα, στου Μέγα μαναστήρι,
για να καεί κ' ηγούμενους μ' όλους τους καλοΐρους,
που παν κι μη προυδώσανι στους σκυλουαρβανίτις».

Απ' αυτό το τραγούδι τίθεται μια νέα εκδοχή για το πώς προδόθηκε. Αν δηλαδή προδόθηκε από τον ηγούμενο ή όπως λέει μια άλλη παράδοση από τον Γκούρλια, που έμαθε για το κρησφύγετό του από μια γριά, που του πήγαινε φαγητό.

  • Τέλος, στο Θέατρο Σκιών ξεχωριστεί θέση καταλαμβάνει η μορφή του Κατσαντώνη και του παππού του Δίπλα, καθώς και του ηττημένου Βεληγκέκα.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Σταμέλος 2004.
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 Συλλογικό έργο, Νομός Ευρυτανίας, σελ. 241.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Σταμέλος Δημήτρης, Ο Κατσαντώνης. Ιστορικές διαστάσεις του θρύλου του, Εκδόσεις «Βιβλιοπωλείο της Εστίας», Αθήνα 2004.
  • Συλλογικό έργο, Νομός Ευρυτανίας, τόμος 13ος, σειρά: «ΕΛΛΑΔΑ», Εκδόσεις Δομή, Αθήνα 2006.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Καλλέ Ευαγγελία - Μπέη Μαρία, «Κατσαντώνης, ο θρυλικός σαρακατσάνος ήρωας», Σαρακατσαναίοι Φοιτητές... και όχι μόνον. Τριμηνιαία έκδοση των σαρακατσάνικων φοιτητικών συλλόγων, έτος 2ο, τχ. 5 (1997), σελ. 4.
  • Λουκόπουλος Δημήτρης, Στ' Άγραφα, ένα ταξίδι με εικόνες, εκδ. Βιβλιοπωλείου Ιωάννου Ν. Σιδέρη, Εν Αθήναις 1930.
  • Λουκόπουλος Δημήτρης, Στα βουνά του Κατσαντώνη, Αθήνα 1934.
  • Παπακαρυάς Δημήτριος Κ., Ιστορικά του Φουρνά των Αγράφων και των χωριών της περιοχής του κατά και μετά την Τουρκοκρατία, Αθήνα 1992.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]