Αλταμούρα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αλταμούρα
Puglia Altamura1 tango7174.jpg
Altamura-Stemma.png
Έμβλημα
Τοποθεσία στο χάρτη
Τοποθεσία στο χάρτη
Αλταμούρα
40°49′0″N 16°33′0″E
Map of comune of Altamura (metropolitan city of Bari, region Apulia, Italy).svg
ΧώραΙταλία
Διοικητική υπαγωγήμητροπολιτική πόλη του Μπάρι
Έκταση431,38 km²[1]
Υψόμετρο467 μέτρο[2]
Ταχ. κωδ.70022
Τηλ. κωδ.080
Ζώνη ώραςUTC+01:00 (επίσημη ώρα)
UTC+02:00 (θερινή ώρα)
ΙστότοποςΕπίσημος ιστότοπος
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Η Αλταμούρα (Altamura) είναι πόλη και δήμος (comune) της Απουλίας, στη νότια Ιταλία, κοντά στο σύνορο με την Μπαζιλικάτα. Βρίσκεται σε έναν από τους λόφους του Μούρτζε, στη Μητροπολιτική Περιοχή του Μπάρι, πόλη από την οποία απέχει 45 χιλιόμετρα προς τα νοτιοδυτικά. Το 2017 είχε πληθυσμό 70.595 κατοίκους.[3]

Η πόλη είναι γνωστή για την τοπική ποικιλία ψωμιού, το Pane di Altamura (Π.Ο.Π. από το 2003), που πωλείται σε αρκετές άλλες ιταλικές πόλεις, ενώ υπάρχει και η φυλή προβάτων «αλταμουράνα». Επίσης, είναι γνωστή από τον ηλικίας περίπου 130 χιλιάδων ετών «Άνθρωπο της Αλταμούρα», ένα απολίθωμα που ανακαλύφθηκε το 1993 στο γειτονικό Σπήλαιο της Λαμαλούνγκα.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η περιοχή της σημερινής Αλταμούρα ήταν σχετικώς πυκνοκατοικημένη κατά την Εποχή του Χαλκού (οικισμός και νεκρόπολη La Croce), με περίπου 50 τύμβους. Μεταξύ του 6ου και του 3ου αιώνα π.Χ. ανεγέρθηκε ογκώδες μεγαλιθικό τείχος, ίχνη του οποίου είναι ακόμα ορατά σε μερικές περιοχές της πόλεως.

Η αρχαία και μεσαιωνική πόλη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πόλη ήταν κατοικημένη μέχρι τον 10ο αιώνα μ.Χ. και κατόπιν λεηλατήθηκε από τους Σαρακηνούς. Δεν υπάρχουν αξιόπιστες πηγές που να επιβεβαιώνουν την αρχαία ονομασία της Αλταμούρα. Στον Πευτιγγεριανό Πίνακα μόνο το όνομα Sublupatia βρίσκεται στην περιοχή, που μπορεί να αναφέρεται στο Σαντεράμο ιν Κόλλε, στην Αλταμούρα ή και σε μια μικρή γειτονική περιοχή, το σημερινό Τζέσκε. Το Sublupatia υπονοεί ότι υπήρχε και πόλη με το όνομα «Λουπατία», που όμως δεν αναφέρεται παρά μόνο στη βυζαντινή Κοσμογραφία της Ραβέννας[4] και στα Γεωγραφικά του Γουίδωνος της Πίζας (12ος αιώνας).[5].

Σύμφωνα με αρχαίο θρύλο, που εμφανίζεται για πρώτη φορά τον 13ο αιώνα μ.Χ., το αρχαίο όνομα της Αλταμούρα ήταν «Αλτιλία», από το Alter Ilium = «η άλλη Τροία». Κατά τον θρύλο, ιδρύθηκε από έναν φίλο του Αινεία, τον Αντέλλο, επίσης πρόσφυγα από την Τροία. Κάποιος άλλος θρύλος αποδίδει την ίδρυσή της στην Αλθαία, βασίλισσα των Μυρμιδόνων. Ο Οττάβιο Σερένα, ήδη από το 1880, απέρριψε τους παραπάνω θρύλους ως μη υποστηριζόμενους από αξιόπιστες πηγές. Ο ίδιος πρότεινε ότι το όνομα προήλθε ίσως από έναν άγνωστο λόγιο του Μεσαίωνα, που προσπάθησε να δώσει μια εξήγηση για τα ερείπια της περιοχής.[6]

Τον 15ο και τον 16ο αιώνα η Αλταμούρα συγχεόταν επίσης με την αρχαία Πετηλία. Η πίστη ότι Πετηλία ήταν το αρχαίο όνομα της Αλταμούρα ήταν τόσο ισχυρή εκείνη την εποχή, ώστε σε ιταλικές μεταφράσεις της Γεωγραφικής Υφηγήσεως του Πτολεμαίου στο «Πετηλία» γραφόταν «Petilia, σήμερα Αλταμούρα», παρά το ότι οι συντεταγμένες που έδινε ο Πτολεμαίος αντιστοιχούσαν στη σημερινή Καλαβρία.[7][8][9] Πιθανότατα η ταύτιση αυτή άρχισε με τον Ραφφαέλλο Μαφφέι, καθώς ήταν ο πρώτος γνωστός συγγραφέας που την πρότεινε.[10] Ο Λεάντρο Αλμπέρτι από την άλλη ήταν ο πρώτος που την αμφισβήτησε στο έργο του Descrittione [sic] di tutta Italia (1550).[10] Σύμφωνα με τους σύγχρονους μελετητές, η Πετηλία αντιστοιχεί στα αρχαία ερείπια που ανακαλύφθηκαν στο βουνό Μόντε Στέλλα της Καλαβρίας.[11]

Η νεότερη πόλη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αλταμούρα στα τέλη του 16ου αιώνα, από τους χάρτες της Αγγελικής Βιβλιοθήκης - Archivio Generalizio Agostiniano, χάρτης του Άντζελο Ρόκκα, P/33[12]

Δύο ή τρεις αιώνες μετά τη λεηλασία της από τους Σαρακηνούς, η Αλταμούρα άρχισε να κατοικείται και πάλι, καθώς ο Αυτοκράτορας Φρειδερίκος Β΄ επανίδρυσε την πόλη το 1232 και διέταξε την ανέγερση του μεγάλου Καθεδρικού Ναού της Αλταμούρα, που κατέστη ένα από τα πιο σεβάσμια προσκυνήματα σε όλη την Απουλία (με πανηγύρι τον Δεκαπενταύγουστο). Το 1248, υπό την πίεση του Φρειδερίκου, ο Πάπας Ιννοκέντιος Δ΄ ανεκήρυξε την Αλταμούρα εκτός της δικαιοδοσίας της Επισκοπής του Μπάρι, καθιστώντας τον ναό «παλατίνα εκκλησία», δηλαδή ισοδύναμη με ανακτορικό παρεκκλήσιο.

Η Αλταμούρα διοικήθηκε από διάφορες φεουδαρχικές οικογένειες, όπως τους Ορσίνι και τους Φαρνέζε (1538-1734), με τους δεύτερους να κτίζουν πολλά αρχοντικά και ναούς. Τότε η πόλη είχε και μεγάλο κάστρο, το οποίο εγκαταλείφθηκε στα τέλη του 15ου αιώνα και παραδόξως κατεδαφίσθηκε τελείως, ώστε σήμερα να μην είναι ορατά ίχνη του. Το 1748 ο Κάρολος Γ΄ της Νεαπόλεως έκτισε και ένα μικρό πανεπιστήμιο στην πόλη, που όμως έκλεισε το 1812 εξαιτίας της ελλείψεως πόρων.

Το 1799 έλαβε χώρα ένα σημαντικό τοπικό ιστορικό γεγονός: η Επανάσταση της Αλταμούρα (στην ιταλική: Rivoluzione di Altamura / Rivoluzione altamurana). Τον Φεβρουάριο του 1799 η πόλη συμμετέσχε στην Παρθενόπεια Δημοκρατία. Από τις 8 Φεβρουαρίου μέχρι τις 9 Μαΐου 1799, ήταν αυτοκυβερνώμενη πόλη-κράτος, με βάση τα ιδεώδη της Γαλλικής Επανάστασης. Στις 9 Μαΐου οι δυνάμεις των Σανφεντίστι έφθασαν στην Αλταμούρα και μετά από μάχη στα τείχη της αποκατέστησαν τον έλεγχο του Βασιλείου της Νεαπόλεως στην Αλταμούρα.

Κατά τους αγώνες ενώσεως της Ιταλίας τον 19ο αιώνα η Αλταμούρα ήταν η έδρα της Επιτροπής Εξεγέρσεως του Μπάρι και μετά την ένωση η προσωρινή πρωτεύουσα της Απουλίας.

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η «Πούλο ντι Αλταμούρα», η μεγαλύτερη δολίνη στην περιοχή της πόλεως (διάμετρος περί τα 500 μέτρα)

Η πόλη και ο δήμος, με έκταση 427 τετραγωνικά χιλιόμετρα, βρίσκεται στο νοτιοδυτικό μέρος της Μητροπολιτικής Περιοχής του Μπάρι (περιοχή με έκταση 3.825 τετρ. χιλιόμετρα), κοντά στο σύνορα της περιφέρειας της Απουλίας με την Επαρχία της Ματέρα της περιφέρειας Μπαζιλικάτα. Συνορεύει με τους δήμους Μπιτόντο, Κασσάνο ντέλε Μούρτζε, Γκραβίνα Απουλίας (η πλησιέστερη πόλη), Γκρούμο Αππούλα, Ματέρα, Ρούβο ντι Πούλια, Σαντεράμο ιν Κόλλε και Τορίττο.

Το μεσοσταθμικό υψόμετρο της Αλταμούρα είναι περίπου 450 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας (475 μέτρα το κέντρο της πόλεως) και οι γεωγραφικές συντεταγμένες της είναι πλάτος 40°49΄ Βόρειο και μήκος 16°33΄ Ανατολικό.

Περί τα 126 τετραγωνικά χιλιόμετρα του εδάφους του δήμου περιλαμβάνονται στο Εθνικό Πάρκο Άλτα Μούρτζια. Πράγματι, η πόλη είναι κτισμένη στα υψώματα Μούρτζια, ένα καρστικό οροπέδιο με αρκετές καταβόθρες, δολίνες και σπηλιές.

Αξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το βασικό τοπόσημο στην πόλη είναι ο ρωμανικού ρυθμού Καθεδρικός Ναός, που άρχισε να κτίζεται το 1232 με διαταγή του Αυτοκράτορα Φρειδερίκου Β΄ και αναστηλώθηκε το 1330 και το 1521–1547. Αποτελεί τη μία από τις 4 «ανακτορικές» εκκλησιές της Απουλίας[13] (οι άλλες είναι ο Καθεδρικός της Ακουαβίβα ντέλε Φόντι, η Βασιλική του Αγίου Νικολάου στο Μπάρι και ο ναός του Μόντε Σαντ' Άντζελο σουλ Γκαργκάνο. Ο ναός της Αλταμούρα είναι επηρεασμένος από τη βασιλική του Μπάρι, αλλά φέρει και ισχυρές γοτθικές επιρροές χαρακτηριστικές της εποχής του Φρειδερίκου Β΄. Ο προσανατολισμός του άλλαξε πιθανώς κατά την αναστήλωση του 14ου αιώνα, στην οποία ανήκει και η βόρεια πύλη προς την πλατεία. Από την άλλη, ένα δεύτερο καμπαναριό και η περιοχή του ιερού χρονολογούνται από τον 16ο αιώνα. Στο τρίκλιτο εσωτερικό ξεχωρίζει μια πέτρινη Φάτνη της Γεννήσεως, έργο του Αλτομπέλλο Πέρσιο (1587). Αν και ο ναός εορτάζεται τον Δεκαπενταύγουστο, η πολιούχος-προστάτης της Αλταμούρα είναι η Αγία Ειρήνη του Λέτσε (εορτάζει στις 5 Μαΐου).

Τα μεσαιωνικά τείχη της Αλταμούρα, έργο και αυτά του Φρειδερίκου Β΄, εδράζονται πάνω στα μεγαλιθικά τείχη της αγνώστου ονόματος αρχαίας πόλης (βλ. ενότητα ιστορίας).[13]

Αρχαίοι τάφοι με θραύσματα αγγείων και τερακότες έχουν βρεθεί στην περιοχή, συλλογή από τα οποία υπάρχει στο Κρατικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αλταμούρα (Museo Archeologico Statale di Altamura). Σπήλαια έξω από την πόλη έχουν χρησιμεύσει ως πρωτόγονοι τάφοι ή κατοικίες, ενώ υπάρχει και η ομάδα των περίπου 50 τύμβων.[13]

Το τελευταίο Σαββατοκύριακο του Απριλίου (συνήθως) γίνεται στην πόλη ένα τριήμερο αναγεννησιακό πανηγύρι, το «Φεντερίκους».

Περίπου 30 χιλιάδες αποτυπώματα δεινοσαύρων ανακαλύφθηκαν στην περιοχή contrada Pontrelli, καθιστώντας την σημαντική τοποθεσία για τη μελέτη των δεινοσαύρων.

Μουσεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Archivio Biblioteca Museo Civico, στο κέντρο
  • Κρατικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αλταμούρα[14], στα ανατολικά της παλιάς πόλης
  • Μουσείο Τυπογραφίας Portoghese
  • Εθνογραφικό Μουσείο της Alta Murgia[15]
  • Επισκοπικό Μουσείο «Matroneum» (MUDIMA), στο εσωτερικό του Καθεδρικού Ναού[16]

«Αδελφές» πόλεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αλταμούρα είναι «αδελφοποιημένη» με τις εξής πόλεις:

Αξιοσημείωτοι άνθρωποι από την πόλη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 «Superficie di Comuni Province e Regioni italiane al 9 ottobre 2011». Εθνικό Ινστιτούτο Στατιστικής της Ιταλίας. Ανακτήθηκε στις 16  Μαρτίου 2019.
  2. 2,0 2,1 «Comuni pugliesi per altitudine». (Ιταλικά) Ανακτήθηκε στις 29  Απριλίου 2020.
  3. Source: Αρχειοθετήθηκε 2014-02-02 στο Wayback Machine. Comune di Altamura 12-31-2013
  4. Celia, Ecetium, Norbae, Veneris, Lupicia, Sublupacia, Blera, Silitum, Benusia, Ponti Aufidi, Aquilonia, Submurula
  5. pupillo-jesce, pag. 11
  6. Berloco 1985. σελ. 171
  7. Berloco 1985. σελ. 134
  8. https://www.wdl.org/en/item/10664/
  9. http://www.bl.uk/learning/timeline/item126360.html
  10. 10,0 10,1 Berloco 1985. σσ. 177-178
  11. http://www.perseus.tufts.edu/hopper/text?doc=Perseus:text:1999.01.0239:book=6:chapter=1&highlight=petilia#note23
  12. pupillo-immaini, pag. 19
  13. 13,0 13,1 13,2  Μία ή περισσότερες προτάσεις από το προηγούμενο κείμενο ενσωματώνει κείμενο από έκδοση που είναι πλέον κοινό κτήμαChisholm, Hugh, επιμ.. (1911) «Altamura» Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάννικα 1 (11η έκδοση) Cambridge University Press, σελ. 759 
  14. [1]
  15. [2]
  16. Επίσημος ιστότοπος

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]