Αικατερίνη Σφόρτσα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αικατερίνη Σφόρτσα
Caterina Sforza.jpg
Γέννηση 1463
Μιλάνο
Θάνατος 28  Μαΐου 1509
Φλωρεντία
Ιδιότητα πολιτικός
Σύζυγος Τζοβάνι των Μεδίκων ο Ποπολάρος και Girolamo Riario
Τέκνα Τζοβάνι νταλε Μπάντε Νέρε και Bianca Riario
Γονείς Γκαλεάτσο Μαρία Σφόρτσα και Λουκρέτσια Λαντριάνι
Αδέλφια Τζαν Γκαλεάτσο Σφόρτσα, Μπιάνκα Μαρία Σφόρτσα και Anna Sforza

Η Αικατερίνη Σφόρτσα (1463 - 28 Μαΐου 1509) ήταν μέλος της ηγετικής οικογένειας των Σφόρτσα του Μιλάνου, κόρη του Γκαλεάτσο Μαρία Σφόρτσα.

Η βιογραφία της[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κατερίνα Σφόρτσα γεννήθηκε στο Μιλάνο το 1463 και ήταν νόθα κόρη του Γκαλεάτσο Μαρία Σφόρτσα και της ερωμένης του, της Κόμισσας Λουκριτίας Λαντριάνι. Η Λουκριτία και ο Γκαλεάτσο έκαναν μαζί συνολικά τέσσερα παιδιά από τα οποία η Κατερίνα ήταν το δεύτερο.[1] Παρά το γεγονός ότι ήταν νόθο παιδί, μεγάλωσε και μορφώθηκε στο σπίτι του πατέρα της σαν να ήταν νόμιμη γιατί μία κόρη ήταν πάντα μία καλή επένδυση για έναν πολιτικό καθώς μία μέρα θα μπορούσε να εξαργυρώσει τον γάμο της με μία πολύτιμη πολιτική συμμαχία. Το 1468 ο Γκαλεάτσο παντρεύτηκε την Μπόνα της Σαβοΐας η οποία «υιοθέτησε» την Κατερίνα και την μεγάλωσε σαν να ήταν δικό της παιδί.[1] Η Κατερίνα μεγάλωσε και εκπαιδεύτηκε από δύο ισχυρές γυναίκες με έντονη πολιτική δράση, την Μπόνα της Σαβοΐας, και την γιαγιά της, την μητέρα του πατέρα της, την Μπιάνκα Μαρία Βισκόντι,[2] ενώ, όπως θα διαφαίνονταν σε πολλές περιπτώσεις αργότερα στη ζωή της, δέχτηκε τεράστια επιρροή από τον αδίστακτο και δυναμικό πατέρα της. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον η Κατερίνα ανέπτυξε την έντονη και δυναμική προσωπικότητα που θα χαρακτήριζε αργότερα όλη της τη ζωή.

Ο γάμος της και η κατάληψη του Κάστρου Σαντ’ Άντζελο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ακριβώς όπως υπολόγιζε ο Γκαλεάτσο Σφόρτσα, η Κατερίνα αρραβωνιάστηκε το 1473 σε ηλικία 10 ετών τον 25χρονο τότε Τζιρόλαμο Ριάριο, ανιψιό του πάπα Σίξτου Δ΄, που είχε στην κατοχή του την Ίμολα, και την έδωσε ως φέουδο στην οικογένεια των Ριάριο, γεγονός που έδωσε ακόμα μεγαλύτερη ισχύ στην ήδη ισχυρή οικογένεια Σφόρτσα. Η Κατερίνα ήταν ακόμα πολύ μικρή για να παντρευτεί αλλά ο αρραβώνας της και η προοπτική του γάμου της ήταν αρκετά για να επισφραγίσουν την συμμαχία. Το 1476 όμως ο Γκαλεάτσο δολοφονήθηκε από πολιτικούς του αντιπάλους και Πάπας Σίξτος και ο ανιψιός του, ο Τζιρόλαμο, βιάστηκαν να προχωρήσουν τον γάμο προκειμένου να εξασφαλίσουν την επιρροή τους στο Μιλάνο, που διοικητικά ανήκε στην οικογένεια Σφόρτσα. Έτσι η Κατερίνα παντρεύτηκε μέσω αντιπροσώπου (γιατί ήταν ακόμα πολύ μικρή) τον Τζιρόλαμο τον Ιανουάριο του 1477 και, μετά από μια θριαμβευτική είσοδο στην Ίμολα μετακόμισε με τον νέο της σύζυγο στην Ρώμη.

Εκεί η Κατερίνα έκανε τον πρώτο της γιο με τον Τζιρόλαμο, τον Οκταβιανό που ήταν και ο διάδοχός του και για μερικά χρόνια άρχισε να παίζει τον αναμενόμενο ρόλο της ως σύζυγος, μητέρα, διαχειρίστρια της περιουσίας της οικογένειάς της ενώ άρχισε να αναπτύσσει ένα δίκτυο διπλωματικών σχέσεων με άλλες ισχυρές οικογένειες της Ιταλίας. Την ίδια στιγμή ο Τζιρόλαμο ασχολούνταν με πολιτικές διεκδικήσεις. Με τη βοήθεια του πάπα απέσπασε την ηγεμονία του Φορλί από το Φραγκίσκο Ε΄ Ορντελάφι, συμμετείχε κεκαλυμμένα στην συνωμοσία εναντίων των Μεδίκων και οργάνωνε τον στρατό του καθώς εκείνη την εποχή τα βασίλεια της Ιταλίας βρίσκονταν σε συνεχείς εχθροπραξίες. Αν και η Κατερίνα προσπάθησε να συμπεριφερθεί όπως απαιτούσε η εποχή από μία παντρεμένη γυναίκα πολύ σύντομα διαπίστωσε ότι ο Τζιρόλαμο ήταν αδικαιολόγητα σκληρός και τυρρανικός, έβαζε υπερβολικά υψηλούς φόρους στους υποτελείς του, ενώ ταυτόχρονα ήταν εξαιρετικά δειλός και ανεύθυνος.[1] Αυτή του η συμπεριφορά είχε αρχίσει να δημιουργεί πολλούς εχθρούς και έθετε σε κίνδυνο την οικογένειά του και την περιουσία του. Έτσι η Κατερίνα, που ας μην ξεχνάμε ότι ήταν η κόρη του αδίστακτου Γκαλεάτσο Σφόρτσα και είχε εκπαιδευτεί από μικρή κοντά του στην στρατιωτική και πολιτική στρατηγική, προκειμένου να εξασφαλίσει το μέλλον του γιου της, αποφάσισε να αναλάβει δράση και άρχισε να εμπλέκεται στις πολεμικές υποθέσεις και να βοηθά τον σύζυγό της στην συγκέντρωση στρατού. Πολύ σύντομα, εφαρμόζοντας όσα έμαθε από τον πατέρα της αλλά και όσα είχε μάθει παρατηρώντας την πολιτική σκηνή της Ρώμης κατά την διάρκεια του γάμου της, απέκτησε μεγάλη φήμη λόγω της πολεμικής και στρατηγικής της δεξιότητας καθώς και για τον σκληρό και αδίστακτο χαρακτήρα της. Μέχρι το 1484 Κατερίνα είχε καταφέρει στα 21 της χρόνια να γίνει η διάσημη «Κόμισσα του Φορλί» που και μόνο το όνομά της προκαλούσε τον φόβο και τον σεβασμό. Ο σύγχρονός της Πιερ Ντεζιντέριο Παζολίνι έγραψε χαρακτηριστικά για εκείνη:

«Σοφή, γενναία, ψηλή, με λευκή επιδερμίδα, όμορφη, λιγομίλητη… έσπερνε τον φόβο στους στρατιώτες και τους ιππείς γιατί, όταν κρατούσε όπλο στο χέρι, ήταν τρομερή και αδίστακτη.»[1]

Τον Αύγουστο του 1484  ο Σίξτος πέθανε και η οικογένεια της Κατερίνας έχασε τον ισχυρό της προστάτη. Όταν τα νέα έγιναν γνωστά η Κατερίνα, που τότε ήταν επτά μηνών έγκυος, και ο Τζιρόλαμο πολιορκούσαν την πόλη του Παλιάνο. Αμέσως εγκατέλειψαν την πολιορκία και επέστρεψαν με τα άλογα στην Ρώμη όπου είχαν ξεσπάσει μεγάλες αναταραχές και μάλιστα πλήθος είχε μπει και σε μία κατοικία τους και την λεηλάτησε. Όταν έφτασαν στις πύλες της πόλης στρατιώτες τους εμπόδισαν να μπουν μέσα και τότε η Κατερίνα πήρε το άλογό της και έσπευσε στο Κάστρο του Σαντ΄ Άντζελο, την επίσημη παπική κατοικία, και την κατέλαβε ώστε να προλάβει οποιαδήποτε αρνητική εξέλιξη από το κονκλάβιο. Όταν προσπάθησαν να την πείσουν να αφήσει το κάστρο με την υπόσχεση να γίνουν συνομιλίες και διαπραγματεύσεις εκείνη απάντησε χαρακτηριστικά ότι διέθετε «το μυαλό του Δούκα Γκαλεάτσο, του πατέρα της, όπως επίσης και το πνεύμα του».[1] Τότε οι καρδινάλιοι αναγκάστηκαν να δηλώσουν ότι στηρίζουν τους Ριάριο και μάλιστα έδωσαν στον Τζιρόλαμο τον τίτλο του Στρατηγού της Εκκλησίας και 8.000 δουκάτα ως αποζημίωση για τις ζημιές που είχε υποστεί η περιουσία του. Ακόμα και τότε όμως η Κατερίνα δεν ήθελε να παραδώσει το κάστρο αλλά τελικά το παρέδωσε έντεκα μέρες αργότερα μετά από την μεσολάβηση του συζύγου της. Τότε ήταν που η Κατερίνα απέκτησε και την μεγαλύτερη φήμη της ως τρομερή και αδίστακτη πολεμίστρια. Ο Μπρέισαχ έγραψε: «Στο Κάστρο Σαντ΄ Άντζελο μπήκε μία νεαρή ευγενής γυναίκα και μετά από μερικές ημέρες βγήκε μία πολεμίστρια.»[3]

Η δολοφονία του Τζιρόλαμο, η εκδίκησή της και ο θρίαμβός της[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κατερίνα επέστρεψε στις κομητείες Φορλί και Ίμολα όπου μαζί με τον σύζυγό της προσπάθησε να αποσπάσει την εύνοια του λαού ανεγείροντας εκπληκτικά κτήρια και καταργώντας όλους τους φόρους. Ο Τζιρόλαμο όμως συνέχισε τις τυρρανικές τακτικές του ενώ η υγεία του άρχισε να κλονίζεται. Την ίδια στιγμή η φήμη και η εξουσία της Κατερίνας μεγάλωνε. Χαρακτηριστικό είναι ότι όταν το 1487 το κάστρο του Ραβαλντίνο στο Φορλί καταλήφθηκε από συνωμότες, ο κυβερνήτης του Φορλί ζήτησε βοήθεια, όχι από τον Τζιρόλαμο, αλλά από την Κατερίνα.[1] Εκείνη, πάλι σε κατάσταση προχωρημένης εγκυμοσύνης εκείνη την εποχή, πήρε το άλογο και έτρεξε στο κάστρο και μετά από διαπραγματεύσεις τριών ημερών κατάφερε να ανακτήσει το κάστρο. Τοποθέτησε καστελάνο τον Τομάζο Φέο και αναχώρησε πάλι με το άλογο για την Ίμολα. Την επόμενη μέρα κιόλας μέρα γέννησε το έβδομο παιδί της. Συνολικά η Κατερίνα έκανε με τον Τζιρόλαμο οκτώ παιδιά, δύο από τα οποία δεν έζησαν μέχρι την ενηλικίωσή τους. Ο Τζιρόλαμο, λόγω της άσχημης υγείας του, της έδωσε εξουσιοδότηση να χειρίζεται όλα τα θέματα του Φορλί εξ΄ονόματός του.[4]

Τελικά  ο Τζιρόλαμο Ριάριο δολοφονήθηκε το 1488 από τρεις συνωμότες της οικογένειας των Όρσι. Η Κατερίνα αμέσως έστειλε μήνυμα στον θείο της στο Μιλάνο να δώσει εντολή στον καστελάνο της, τον Τομάζο Φέο, να μην παραδώσει το κάστρο της σε κανέναν ακόμα και αν προκύψουν τα χειρότερα νέα και οχυρώθηκε μαζί με τα παιδιά της και άλλα μέλη της οικογένειάς της στην κατοικία της. Οι συνωμότες όμως κατάφεραν να μπουν μέσα, πήραν αιχμαλώτους την Κατερίνα, την μητέρα της, τα παιδιά της, τον νόθο γιο του Τζιρόλαμο και δύο από τις αδελφές της Κατερίνας.

Οι απαγωγείς απαίτησαν από την Κατερίνα να αποποιηθεί κάθε δικαίωμα στο Φορλί αλλά εκείνη αρνήθηκε. Δύο φορές την έβγαλαν στις επάλξεις της κατοικίας της προκειμένου να εκβιάσουν την παράδοση του κάστρου Ραβαλντίνο, αλλά ο Τομάζο Φέο ακολούθησε τις οδηγίες που είχε λάβει από την Κατερίνα και αρνήθηκε. Τότε οι απαγωγείς έβαλαν το σπαθί στον λαιμό της Κατερίνας και απείλησαν να την σκοτώσουν. Εκείνη, όμως, δεν φοβήθηκε αλλά είπε μόνο: «Κάνε ό,τι θέλεις, αλλά μην προσπαθείς να με φοβίσεις γιατί εγώ είμαι η κόρη εκείνου που δεν είχε φόβο.»[1]

Η Κατερίνα εντέλει κατάφερε να πείσει τους απαγωγείς της να την αφήσουν να επισκεφθεί η ίδια τον Φέο προκειμένου να τον πείσει να παραδοθεί. Ως εχέγγυο άφησε πίσω της τα παιδιά της. Όταν όμως έφτασε στο κάστρο της αρνήθηκε να παραδοθεί. Λέγεται πως τότε συνέβηκε ένα πολύ χαρακτηριστικό επεισόδιο. Όταν οι απαγωγείς δήλωσαν ότι θα εκτελούσαν τα παιδιά της που εξακολουθούσαν να κρατούν ως ομήρους, η Κατερίνα δήλωσε ότι δε επρόκειτο ούτε τότε να παραδώσει το κάστρο και ότι ήταν ήδη έγκυος και πάλι και θα έκανε κι άλλο παιδί. Αυτή η απάντηση αποτέλεσε την βάση για την δημιουργία του λεγόμενου «θρύλου του κάστρου» που καταγράφηκε από τον Νικολό Μακιαβέλι[5] αργότερα και που δείχνει και τον βαθμό στον οποίο η Κατερίνα γοήτευε την λαϊκή φαντασία. Σύμφωνα με τον θρύλο, λοιπόν, η Κατερίνα ανέβηκε στις επάλξεις του κάστρου και τους φώναξε: «Εμπρός, λοιπόν! Σκοτώστε τα αν θέλετε! Μπορείτε να τα κρεμάσετε και μπροστά στα μάτια μου! Εγώ έχω εδώ ό,τι χρειάζεται για να κάνω κι άλλα» και σήκωσε την φούστα της.[6] Αυτό το περιστατικό χρησιμοποιήθηκε από τον Μακιαβέλι για να μετατρέψει την Σφόρτσα σε παράδειγμα πολιτικής ευστροφίας.[7]

Ότι κι αν έγινε πάντως, οι απαγωγείς επιχείρησαν να σκοτώσουν τα παιδιά, αλλά οι φρουροί, που είχαν προέλθει από τον απλό λαό του Φορλί, τους εμπόδισαν να σκοτώσουν τα παιδιά της αγαπημένης τους «Μαντόνα Κατερίνα» όπως την αποκαλούσαν[1], γεγονός που δείχνει και την λαϊκή απήχηση που είχε η Κατερίνα. Τότε ο κόσμος βγήκε στους δρόμους να γιορτάσει και άρχισε να φωνάζει «Δούκας ο Οκταβιανός!» αλλά ήταν περισσότερες οι φωνές που φώναζαν «Δούκας η Κοντέσα!»[1]. Όπως ήταν το έθιμο, επειδή ήταν ανήλικος ο Οκταβιανός, άρχισε να διοικεί στην θέση του η μητέρα του, αλλά αντίθετα με το έθιμο, η Κατερίνα συνέχισε να διοικεί ακόμα και μετά την ενηλικίωσή του.

Οι αντιδράσεις και ο δεύτερος γάμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για μερικά χρόνια η Κατερίνα έζησε ως χήρα διοικώντας μόνη της το Φορλί και την Ίμολα με την υποστήριξη του λαού. Αμέσως έσπευσαν κοντά της ο καρδινάλιος Ραφαέλο Ριάριο, που ήταν αδελφός του αποβιώσαντος Τζιρόλαμο, καθώς και ένας απεσταλμένος του Δούκα του Μιλάνου, του Λουδοβίκου Σφόρτσα, που ήταν θείος της, με σκοπό να επιβλέψουν την δράση της έτσι ώστε να εξασφαλίσουν ότι θα ενεργούσε σύμφωνα με τα συμφέροντα των οικογενειών τους. Ειδικά ο Λουδοβίκος είχε την προσδοκία να χειραγωγήσει την Κατερίνα έτσι ώστε να κερδίσει ο ίδιος de facto την επιρροή στην περιοχή.[1] Σύμφωνα με τις συμβουλές τους η Κατερίνα μείωσε τους φόρους, απέφυγε τις εχθροπραξίες με την Φλωρεντία και το Μιλάνο και ανέπτυξε διπλωματικές σχέσεις με τις ισχυρές οικογένειες της Ρώμης, της Μπολόνια και της Μάντοβα. Ο κόσμος, απαλλαγμένος από την τυραννική συμπεριφορά του Τζιρόλαμο, έδωσε την συγκατάθεσή του στην εξουσία της Κατερίνας. Ο ασυμβίβαστος τρόπος ζωής της, η ομορφιά της, αλλά και οι πολιτικές της ικανότητες την έκαναν ιδιαίτερα γνωστή και το όνομά της προκαλούσε τον θαυμασμό στους φίλους της και τον φθόνο και το μίσος στους εχθρούς της και πολλοί καλλιτέχνες εμπνεύστηκαν από εκείνη στο έργο τους. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν ο Μποτιτσέλι και ο Ντα Βίντσι.

 Όμως αυτό άρχισε σταδιακά να αλλάζει. Όσο η Κατερίνα παρουσιαζόταν ως η κόρη του Γκαλεάτσο Σφόρτσα ή ως σύζυγος του Τζιρόλαμο Ριάριο ή ως μητέρα του Οκταβιανού ο κόσμος θεωρούσε ότι η εξουσία της ήταν δικαιολογημένη. Οι πολεμικές της εκστρατείες και η αυστηρή, συχνά σκληρή και αδίστακτη, συμπεριφορά της θεωρούνταν δικαιολογημένη και δίκαιη αν όχι ταιριαστή για την γυναίκα που προάσπιζε τα συμφέροντα των Σφόρτσα και των Ριάριο. Όταν, όμως η Κατερίνα άρχισε να διοικεί μόνη της και για λογαριασμό της το Φορλί και την Ίμολα ο κόσμος άρχισε να το θεωρεί αυτό αφύσικο.

Το καλοκαίρι του 1489, έναν χρόνο μετά τον θάνατο του συζύγου της, η 26χρονη Κατερίνα έκανε σχέση με τον 29χρονο Αντόνιο Μαρία Ορντελάφι η οικογένεια του οποίου κατείχε το Φορλί πριν να το χάσουν από τον πάπα Σίξτο που το είχε δώσει στον Τζιρόλαμο. Ένας γάμος ανάμεσα στην Κατερίνα και τον Αντόνιο θα ήταν μια εξαιρετική στρατηγική κίνηση που θα μείωνε τις εντάσεις στην περιοχή, αλλά ταυτόχρονα θα σήμαινε και την εγκατάλειψη των σχεδίων από την πλευρά του Λουδοβίκου Σφόρτσα να αποκτήσει κάποτε ο ίδιος τον έλεγχο της περιοχής. Ο Λουδοβίκος Σφόρτσα έσπευσε να επιπλήξει δημόσια την ανιψιά του για τον «άναρχο» τρόπο ζωής της.[1][4] Τελικά οι πιέσεις οδήγησαν στον χωρισμό του ζευγαριού ενώ ο Ραφαέλο Ριάριο και ο Τομάζο Φέο φρόντισαν να απομακρυνθεί ο Ορντελάφι στην Ρώμη «για την προστασία της ζωής του».

Η Κατερίνα εξοργισμένη φυλάκισε τον Τομάζο Φέο και έβαλε στην θέση του τον αδελφό του, τον Τζιάκομο Φέο, που τότε ήταν 20 χρονών, και σύντομα μάλιστα σύναψε και ερωτική σχέση μαζί του ενώ κατάργησε έναν δυσβάσταχτο φόρο που ήταν αναγκασμένος να πληρώνει ο λαός της για την συντήρηση των στρατευμάτων που είχε στείλει ο Λουδοβίκος Σφόρτσα, υποτίθεται για  να προστατεύουν την περιοχή. Η νέα σχέση προκάλεσε κι άλλες αντιδράσεις και μεγάλη κριτική αλλά η Κατερίνα έμεινε ακλόνητη και μάλιστα απέτρεψε και μία συνωμοσία ενάντια στον Οκταβιανό.[1] Το 1495 όμως ο Τζιάκομο Φέο βρέθηκε άγρια δολοφονημένος και εκ των υστέρων μαθεύτηκε ότι ήταν μυστικά παντρεμένος με την Κατερίνα. Και αυτή τη φορά οι συνωμότες ένιωσαν την περιβόητη οργή των Σφόρτσα καθώς η Κατερίνα φρόντισε να πάρει εκδίκηση και για αυτόν τον σύζυγο ανακαλύπτοντας και εκτελώντας με φριχτό τρόπο τους υπεύθυνους για τον θάνατό του.

Ο τρίτος γάμος και η πτώση της[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δύο χρόνια αργότερα η Κατερίνα συμμάχησε με τον πάπα Αλέξανδρο ΣΤ΄ και τους Φλωρεντινούς, μέσω της διαμεσολάβησης του Τζιοβάνι των Μεδίκων. Η Κατερίνα και ο Τζιοβάνι σύναψαν ερωτική σχέση και για άλλη μια φορά η προσωπική ζωή της Κατερίνας τάραξε την πολιτική σκηνή της Ιταλίας παρά το γεγονός ότι προσπάθησε να την κρατήσει κρυφή. Ένας γάμος με τον Τζιοβάνι θα σήμαινε συμμαχία με τους Μεδίκους και ανατροπή του συσχετισμού δυνάμεων σε βάρος του Λουδοβίκου. Όμως το γεγονός δεν συζητήθηκε με πολιτικό τρόπο αλλά με σκανδαλοθηρικό. Ο Λουδοβίκος, ο οποίος διατηρούσε σειρά από παράνομες σχέσεις ενώ ήταν παντρεμένος, έλαβε σειρά επιστολών που μιλούσαν για την «ακόρεστη όρεξη» της ανιψιάς του και για την «γεμάτη λαγνεία γυναικεία φύση» της.[1] Ο παντρεμένος Δούκας του Μιλάνου μπορούσε να έχει ερωμένες, αλλά η ελεύθερη Δούκισσα του Φορλί δεν μπορούσε να έχει εραστές.

Παρά τις αντιδράσεις όμως η Κατερίνα παντρεύτηκε τον Τζιοβάνι και έκανε έναν άλλον γιο, τον Λουδοβίκο των Μεδίκων, που αργότερα στην ζωή του θα έμενε γνωστός με το ψευδώνυμο Ιωάννης των Μαύρων Γραμμών (Giovanni delle Bande Nere). Η Κατερίνα τότε άρχισε να δείχνει ότι ίσως επιθυμούσε να ζήσει μια πιο ήσυχη ζωή, αλλά οι εξελίξεις δεν της το επέτρεψαν. Την ίδια εποχή οι συγκρούσεις σε όλη την Ιταλία εντείνονταν και, παρά το γεγονός ότι κατάφερε να διατηρήσει την ουδετερότητά της, η Κατερίνα κινδύνευε. Με τη βοήθεια του Λουδοβίκου του Μαύρου και των Φλωρεντινών κατάφερε να διατηρήσει τις κτήσεις τις από τις επιθέσεις των Ενετών. Όμως και ο τρίτος της σύζυγος πέθανε, αυτή τη φορά από φυσικά αίτια, και η Κατερίνα έμεινε και πάλι χήρα. Επίσης ο πάπας Αλέξανδρος ΣΤ΄ εξοργίστηκε με την άρνησή της να παντρέψει το γιο της από το Ριάριο, Οκταβιανό, με την κόρη του, Λουκρητία Βοργία, και επιθυμώντας τις κτήσεις της την κήρυξε έκπτωτη από αυτές το 1499, προσφέροντάς τες ως φέουδα στο γιο του, Καίσαρα Βοργία.

Ο πάπας συγκέντρωσε στρατό και ετοιμάστηκε να κάνει επίθεση στην Κατερίνα, έχοντας βοήθεια και από το Γάλλο βασιλιά Λουδοβίκο ΙΒ΄. Η Κατερίνα ζήτησε βοήθεια από την οικογένεια του τελευταίου συζύγου της, τους Μεδίκους, και εκείνοι, στέλνοντας ως διπλωμάτη τον Νικολό Μακιαβέλι της απάντησαν ότι μπορούσαν να την προστατέψουν αν εγκατέλειπε το Φορλί και πήγαινε στην Φλωρεντία. Κάποια στιγμή αργότερα θα μπορούσε να διεκδικήσει ξανά τα εδάφη της. Εκείνη όμως αρνήθηκε και απάντησε πως «αν πρέπει να ηττηθώ, θα το κάνω σαν άντρας».[1] Τότε ήταν που ο Μακιαβέλι, εντυπωσιασμένος, έγραψε για την αδάμαστη και γοητευτική Κόμισσα του Φορλί.[5][8] Η Κατερίνα, καταλαβαίνοντας ότι πλησίαζε ο κίνδυνος, έθεσε όλα τα παιδιά της υπό ασφάλεια και πήρε μέτρα άμυνας, χάνοντας όμως γρήγορα το κάστρο της Ίμολα. Απήλλαξε τότε τους κατοίκους του Φορλί από τον όρκο υποταγής και κλείστηκε στην ακρόπολη της πόλης να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Ο Καίσαρας Βοργίας λεηλάτησε το Φορλί και πολιόρκησε το κάστρο αλλά έφτασαν Χριστούγεννα και η Κατερίνα δεν έδειχνε σημάδια ότι εγκαταλείπει. Ο Καίσαρας Βοργίας ζήτησε διαπραγματεύσεις και ζήτησε την παράδοση καθώς, όπως είπε, δεν άξιζε τον κόπο να σκοτωθεί η Δούκισσα για μια περιουσία. Αν παραδίνονταν υποσχέθηκε να την αφήσει να φύγει σώα για την Ρώμη. Ο Καίσαρας Βοργίας φώναξε παρακλητικά στην Κατερίνα που στεκόταν στις επάλξεις: «Παραδόσου! Παραδόσου, Μαντόνα!» Εκείνη όμως του απάντησε «Κύριε Δούκα, η Τύχη ευνοεί τους γενναίους και εγκαταλείπει τους δειλούς. Εγώ είμαι η κόρη εκείνου που δεν γνώριζε τον φόβο. Ό,τι κι αν γίνει θα το δεχτώ μέχρι τον θάνατο.»[1] Ο Βοργίας συνέχισε τις επικλήσεις ενώ ο Πάπας Αλέξανδρος ΣΤ΄ έστειλε μήνυμα που εγγυόταν την ασφαλή μετακίνησή της και της οικογένειάς στην Ρώμη ενώ της υποσχόταν και ένα ετήσιο εισόδημα ως αποζημίωση. Η Κατερίνα όμως έμεινε σταθερή.

Ο Βοργίας ξεκίνησε και πάλι την πολιορκία με μεγαλύτερη λύσσα και ήταν τέτοια η αντίσταση της Κατερίνας Σφόρτσα που προκάλεσε το γενικό θαυμασμό και της χάρισε το προσωνύμιο "Η Τίγρη του Φορλί". Τελικά το κάστρο έπεσε στις 11 Ιανουαρίου του 1500 και ο Αντώνιος Μπισέ, βάιλος της  Ντιζόν, έσωσε την τιμή της Γαλλίας, συλλαμβάνοντάς την (1500). Για 36 ώρες ο στρατός του Βοργία λεηλατούσε και βασάνιζε φριχτά όσους βρήκε μέσα. Ο ίδιος ο Καίσαρας Βοργίας, για να ταπεινώσει την Κατερίνα την βίασε και μάλιστα μετά είπε σαρκαστικά ότι «η Κόμισσα του Φορλί υπερασπίσθηκε πολύ πιο σθεναρά το κάστρο της από ότι την αρετή της».[1] Τελικά η Κατερίνα μεταφέρθηκε στο Κάστρο Μπελβεντέρε στο Βατικανό όπου έμεινε αιχμάλωτη για τέσσερις μήνες. Η αντίσταση της Κατερίνα Σφόρτσα προκάλεσε τον θαυμασμό της κοινής γνώμης και των αυλών, όχι μόνο της Ιταλίας, αλλά και ολόκληρης της Ευρώπης. Η Ισαβέλλα του Έστε, μία από τις ισχυρότερες και πιο σημαντικές φυσιογνωμίες της ιταλικής πολιτικής σκηνής της Αναγέννησης, έγραψε για την Κατερίνα Σφόρτσα: "Αν οι Γάλλοι κατηγορούν του Ιταλούς άντρες για δειλία θα πρέπει τουλάχιστον να εξαίρουν τις Ιταλίδες γυναίκες για το θάρρος τους και την ευγένειά τους".[9][2]

Όμως η Κατερίνα δεν άφησε τις κακοτυχίες να την λυγίσουν. Επιχείρησε να δραπετεύσει αλλά τελικά η απόπειρά της απέτυχε και, προς μεγάλη ειρωνεία της τύχης, την μετέφεραν στην φυλακή του Σαντ΄ Άντζελο επειδή αρνούνταν να εγκαταλείψει τα δικαιώματά της στην Ίμολα και το Φορλί. Τότε ήταν που για να την εκβιάσουν την κατηγόρησαν για την απόπειρα δολοφονίας του Πάπα Αλέξανδρου ΣΤ΄ που ήταν πατέρας του Καίσαρα Βοργία.[2]

Μετά από έναν χρόνο ελευθερώθηκε με την επέμβαση του ίδιου του βάιλου της Ντιζόν που την είχε συλλάβει αφού αναγκάστηκε να αποποιηθεί την περιουσία της και τον τίτλο της προκειμένου να εξασφαλίσει την ζωή του γιου της. Έπειτα κατέφυγε στη Φλωρεντία, προκειμένου να γλυτώσει από τον Βοργία που έτρεφε ακόμα ασίγαστο μίσος για εκείνη.

Τα τελευταία της χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αικατερίνη Σφόρτσα τελικά έζησε τα τελευταία της χρόνια στην Φλωρεντία με τα παιδιά της και τα εγγόνια της. Με το θάνατο του πάπα Αλέξανδρου ΣΤ΄ (1503), αποπειράθηκε να ανακαταλάβει τις κτήσεις της, αλλά συνάντησε την εχθρότητα του κουνιάδου της, Λαυρέντιου των Μεδίκων (αδελφού του τρίτου της συζύγου, Τζιοβάνι), που ήθελε την κηδεμονία του γιου της, Τζιοβάνι ντάλε Μπάντε Νέρε.[2] Παρά το γεγονός ότι είχε αναγκαστεί να απομακρυνθεί από την ενεργή πολιτική δράση, η Κατερίνα Σφόρτσα δεν σταμάτησε να αγωνίζεται για να επανακτήσει τον τίτλο της και την περιουσία της στο Φορλί και την Ίμολα.[2]

Τελικά η Κατερίνα Σφόρτσα πέθανε το 1509 από πνευμονία[4] αφήνοντας πίσω της τον θρύλο μίας ατρόμητης και ικανής γυναίκας που δεν δίστασε να ζήσει την ζωή της με τους δικούς της όρους, ακριβώς όπως έκαναν και οι περισσότερες γυναίκες της οικογένειας Σφόρτσα. Ως κληρονομιά άφησε όλα της τα χρήματα και την περιουσία (τα οποία, παρά το γεγονός ότι είχε χάσει τον τίτλο της, δεν ήταν καθόλου αξιοκαταφρόνητα) στους γιους της και σε δύο από τις εγγονές της ενώ στον μικρότερο γιο της Τζιοβάνι νταλε Μπάντε Νέρε άφησε κληρονομιά ένα πολύτιμο βιβλίο αλχημείας που είχε συγγράψει κατά την διάρκεια της ζωής της[6] ξεκινώντας την μακρά αλχημική παράδοση της οικογένειας των Μεδίκων[2][10].

Η Κατερίνα Σφόρτσα ως αλχημίστρια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την διάρκεια της ζωής της η Κατερίνα Σφόρτσα ασχολήθηκε με πάθος με την αλχημεία[6][2] και σε εκείνη μάλιστα οφείλεται και η αγάπη που επέδειξαν μετέπειτα και οι Μεδίκοι για την αλχημεία.[2] Επειδή η ενασχόληση με την αλχημεία ήταν κάτι συνηθισμένο και διαδεδομένο για τις ευγενείς γυναίκες εκείνης της εποχής[6][2], κατά πάσα πιθανότητα η Κατερίνα μυήθηκε στα μυστικά της από τις άλλες γυναίκες της οικογένειάς της όπως η γιαγιά της η Μπιάνκα Μαρία Βισκόντι και η μητριά της η Μπόνα της Σαβοΐας, δύο ισχυρές γυναίκες με έντονη πολιτική δράση που φρόντισαν για την ανατροφή της. Το ότι οι γυναίκες της οικογένειας Σφόρτσα ασχολούνταν με την αλχημεία φαίνεται και από το γεγονός ότι μία συνταγή για την ενυδάτωση των χεριών αποδίδεται στην ανιψιά της Κατερίνα, την Ιππολύτη Μαρία Σφόρτσα.

Ένα από τα πρώτα πράγματα που έκανε η Σφόρτσα όταν έγινε δούκισσα του Φορλί ήταν να φτιάξει βοτανικούς κήπους για να καλλιεργεί μόνη της τα συστατικά για τα πειράματά της, αλλά και δημόσιους κήπους στους οποίους καλλιεργούνταν διάφορα φυτά και φιλοξενούνταν πολλά ζώα.[2] Ένας από τους λόγους της ενασχόλησής της με την αλχημεία ήταν η συνεχής ανάγκη της για χρήματα προκειμένου να τροφοδοτεί τις πολεμικές της επιχειρήσεις καθώς η αλχημεία υποσχόταν ένα μέσο δημιουργίας χρυσού (ή έναν τρόπο ώστε να "μεταμφιέζει" φθηνά μέταλλα σε "χρυσό"). Για να μπορεί να προμηθεύεται μάλιστα τα απαραίτητα υλικά για να κατασκευάζει τις συνταγές αυτές, είχε φροντίσει να δημιουργήσει να καλλιεργήσει στενή επαγγελματική σχέση με φαρμακοποιό στο Φορλί, τον Λοντοβίκο Αλμπερτίνι, στον οποίον μάλιστα, όταν πέθανε, άφησε χρέος πάνω από 857 φιορίνια, γεγονός που δείχνει τον βαθμό στον οποίον χρησιμοποιούσε τις υπηρεσίες του.[6] Επίσης αντάλλασσε συνταγές και με τον αυτοκράτορα Μαξιμιλιανό Α΄, το σύζυγο της αδελφής της, της Μπιάνκα Μαρία Σφόρτσα.[2] Για την Σφόρτσα η αλχημεία ήταν τόσο σημαντική και τόσο συνδεδεμένη με την καθημερινότητά της που δεν την εγκατέλειψε ακόμα και τις ημέρες που ετοιμαζόταν για την επερχόμενη πολιορκία του Καίσαρα Βοργία στο Φορλί. Σε γράμμα της προς τον εξομολογητή της, τον Φραντσέσκο Φορτουνάτο, λίγες μέρες πριν την πολιορκία, ζητά να της φέρει ορισμένα γυάλινα δοχεία και κάποιες ουσίες και συστατικά που χρειαζόταν για τα αλχημικά της πειράματα.[6] Αυτή της η ενασχόληση με την αλχημεία θα γινόταν η αφορμή για να κατηγορηθεί για την απόπειρα δολοφονίας του Πάπα Αλέξανδρου ΣΤ΄ μετά την ήττα της καθώς στα πειράματά της ασχολούνταν και με την κατασκευή δηλητηρίων.

Προς το τέλος της ζωής της, όταν σταμάτησε να ασχολείται εντατικά με την πολιτική, αφοσιώθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά στην αγαπημένη της αλχημική τεχνική. Τότε έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο Πειράματα (Gli Experimenti) στο οποίο παρουσίασε τις πολυάριθμες συνταγές που είχε φροντίσει να συγκεντρώσει κατά την διάρκεια της ζωής της[11]. Αυτό το βιβλίο, που περιείχε 454 συνταγές από το πως να βάψει κανείς ξανθά τα μαύρα μαλλιά έως πως να γιατρεύει τον καρκίνο, την πανούκλα και το άσθμα αλλά και να μετατρέπει φθηνά μέταλλα σε "χρυσάφι", να διαλύει πολύτιμους λίθους και να μεταστοιχειώνει τον υδράργυρο, έχει χαρακτηρισθεί ως "ένα από τα βασικά κείμενα στην ιστορία της φαρμακολογίας και πολύ περισσότερο της αλχημείας".[12] Ο Πιέρ Ντεζιντέριο Παζολίνι το χαρακτήρισε ως "το πιο πλήρες και σημαντικό κείμενο από τα γνωστά σχετικά με την ιατρική και την αρωματοποιία των αρχών του 16ου αιώνα".[13] Χαρακτηριστικό της πρακτικότητας του χαρακτήρα της, της ευφυίας της αλλά και της πολιτικής της δεινότητας είναι το γεγονός ότι η Κατερίνα Σφόρτσα δεν αναλώθηκε σε συνταγές που υπόσχονταν να δημιουργήσουν αληθινό χρυσάφι αλλά ασχολήθηκε μόνο με εκείνες που άλλαζαν την μορφή (π.χ. αλλάζοντας το χρώμα) φθηνών μετάλλων ώστε να μοιάζουν με χρυσάφι.

Το βιβλίο αυτό αλλά και η εκτεταμένη αλληλογραφία της, που βρέθηκε μετά τον θάνατό της και που σχετίζονταν με την ανακάλυψη και την ανταλλαγή αλχημικών συνταγών, δείχνουν, όχι μόνο τον βαθμό του ενδιαφέροντός της για το θέμα, αλλά αποκαλύπτουν το πόσο συνηθισμένο ήταν τότε να ασχολείται κανείς με την αλχημεία καθώς υπήρχε ένα μεγάλο και ενεργό αλχημικό δίκτυο που περιλάμβανε γυναίκες και άντρες που αντάλλασσαν συνταγές, πληροφορίες και νέα σχετικά με την αλχημεία.[14] Μέχρι τον 16ο αι. η συλλογή οικογενειακών συνταγών για φάρμακα και άλλα χημικά προϊόντα είχε γίνει κοινή πρακτική για τις περισσότερες γυναίκες[15] οι οποίες δεν ασχολούνταν μόνο με πρακτικές συνταγές αλλά και με πιο "εσωτερικές"[2].

Μετά τον θάνατό της άφησε το βιβλίο με τις αλχημικές συνταγές της κληρονομιά στον μικρότερο γιο της, τον Τζοβάνι ντάλε Μπάντε Νέρε ξεκινώντας μια αλχημική παράδοση που χαρακτήρισε τους Μεδίκους στις επόμενες γενιές.[10][16] Είναι χαρακτηριστικό ότι ο εγγονός της (γιος του Τζιοβάνι νταλε Μπάντε Νέρε), ο Κόζιμο Α΄, που ήταν Δούκας της Φλωρεντίας και της Τοσκάνης, έφτιαξε διυλιστήριο στο Παλάτσο Βέκιο και λέγεται πως εφηύρε ένα ισχυρό αντιπυρετικό[2] ενώ ο δισέγγονός της (γιος του Κόζιμου) έφτιαξε εργαστήριο στο Σαν Μάρκο.[2] Επίσης οι Μεδίκοι, μετά την επίδραση της Κατερίνα Σφόρτσα, έφτιαξαν βοτανικούς κήπους στην Φλωρεντία και την Πίζα με σκοπό να καλλιεργούν μόνοι τους τα συστατικά για τα αλχημικά τους πειράματα.[2] Το γεγονός ότι ο γιος της Τζοβάνι θεώρησε το βιβλίο που του άφησε η μητέρα του εξαιρετικά σημαντικό φαίνεται από ένα γράμμα του προς το προσωπικό του σπιτιού της στο οποίο έγραφε: "Ανακαλύψαμε ότι από τα χρηματοκιβώτιά μας στην Ρώμη λείπει ένα χειρόγραφο βιβλίο με συνταγές και άλλα πράγματα. Πρέπει να το βρούμε γιατί το θέλουμε οπωσδήποτε".[2]

Το πρωτότυπο βιβλίο σήμερα έχει εξαφανιστεί αλλά υπάρχει αντίγραφο που φρόντισε να φτιαχτεί ο Τζιοβάνι στο οποίο αναγράφεται ότι είναι πιστή μεταγραφή του πρωτοτύπου.

Η Κατερίνα Σφόρτσα στην τέχνη της εποχής της[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

"Η γέννηση της Αφροδίτης". Πίνακας του Μποτιτσέλι στο οποίο εικονίζεται η Κατερίνα Σφόρτσα ως Αφροδίτη.

Κατά την Αναγέννηση υπήρχε η συνήθεια να χρησιμοποιούνται στην ζωγραφική υπαρκτά πρόσωπα για να απεικονίσουν μυθολογικά ή θεολογικά πρόσωπα και, προκειμένου να είναι αναγνωρίσιμα αυτά τα υπαρκτά πρόσωπα, ο καλλιτέχνης χρησιμοποιούσε τον θυρεό της οικογένειας τους ή κάποιο άλλο σύμβολο που σχετιζόταν με αυτούς. Αυτή την συνήθεια την ξεκίνησαν τον 13ο αι. οι Βισκόντι, η οικογένεια από την οποία καταγόταν η Κατερίνα Σφόρτσα, και διατηρήθηκε μέχρι τα τέλη του 16ου.[17] Με αυτόν τον τρόπο οι ιστορικοί τέχνης έχουν καταφέρει να αναγνωρίσουν ιστορικά πρόσωπα σε γνωστούς πίνακες, ανάμεσα στα οποία και την Κατερίνα Σφόρτσα, η οποία ήταν η πιο πολυεικονιζόμενη γυναίκα σε αναγεννησιακούς πίνακες μετά όμως από δύο άλλες ισχυρές γυναίκες που άνηκαν και εκείνες στην οικογένειά της: την γιαγιά της Μπιάνκα Μαρία Βισκόντι και την εξαδέλφη της και νύφη της Ισαβέλλα της Αραγωνίας.[17] Οι δύο πιο διάσημοι αναγεννησιακοί καλλιτέχνες που εμπνεύστηκαν από την Κατερίνα Σφόρτσα είναι ίσως ο Σάντρο Μποτιτσέλι και ο Λεονάρντο ντα Βίντσι.

Ο Μποτιτσέλι χρησιμοποίησε το πρόσωπο της Κατερίνας Σφόρτσα για να απεικονίσει μία από τις τρεις χάριτες στον πίνακά του «Άνοιξη», την θεά Αθηνά στον πίνακα «Αθηνά και Κένταυρος» (που θεωρείται ότι ίσως δημιουργήθηκε από έναν μαθητή του Μποτιτσέλι και όχι από τον ίδιο και όπου ως Κένταυρος απεικονίζεται ο Μποτιτσέλι), την Παναγία στους πίνακες «Μαντόνα του Ροζέτο», «Παρθένος με Τέκνο» και «Μαντόνα ντελά Μελαγκράνα» (στον οποίον μάλιστα απεικονίζονται και οι επτά της γιοί). Επίσης εικάζεται ότι στο πορτρέτο της Σιμονέτα Βεσπούτσι που έφτιαξε ο Μποτιτσέλι, στην πραγματικότητα εικονίζεται η Κατερίνα Σφόρτσα.[17]

Όμως ο πιο γνωστός πίνακας του Μποτιτσέλι στον οποίον εικονίζεται η Κατερίνα Σφόρτσα είναι η «Αφροδίτη». Ο Λόγος που επιλέχθηκε η Κατερίνα Σφόρτσα για να αντιπροσωπεύσει την θεά Αφροδίτη δεν ήταν μόνο η ομορφιά της αλλά και το γεγονός ότι μυθολογικά οι οικογένειες Βισκόντι και Σφόρτσα υποτίθεται ότι κατάγονταν από αυτή την θεά.[17] Στο συγκεκριμένο πίνακα εικονίζονται επίσης και ο κουνιάδος της Τομάζο Φέο, η μισαδελφή της Μπιάνκα Λαντριάνι και η κόρη της Μπιάνκα Ριάριο.

Η πιο ξεκάθαρη και διάσημη απεικόνιση της Κατερίνας Σφόρτσα είναι το πορτρέτο της που ζωγράφισε ο Λεονάρντο ντα Βίντσι το 1489 που θεωρείται ότι δημιουργήθηκε με βάση ένα σχέδιο που είχε φτιάξει ο καλλιτέχνης το 1487 όταν εργαζόταν στην αυλή των Σφόρτσα.[17] Ο Ντα Βίντσι χρησιμοποίησε επίσης το πρόσωπο της Κατερίνας Σφόρτσα για να εικονίσει την Παναγία στον πίνακά του «Ευαγγελισμός» και λέγεται ότι ίσως να την χρησιμοποίησε και ως μοντέλο για να ζωγραφίσει την περίφημη «Μόνα Λίζα»[18][19][20].

Ο ζωγράφος Πιέτρο Περουτζίνο χρησιμοποίησε το πρόσωπο της Κατερίνα Σφόρτσα για να απεικονίσει όλα τα πρόσωπα στον πίνακά του «Παρθένος και Τέκνο που περιβάλλονται από δύο αγγέλους, την Αγία Αικατερίνη της Αλεξάνδρειας και την Αγία Μαρία Μαγδαληνή».[17]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,00 1,01 1,02 1,03 1,04 1,05 1,06 1,07 1,08 1,09 1,10 1,11 1,12 1,13 1,14 1,15 Jansen, Sharon L. (2002). The monstrous regiment of women : female rulers in early modern Europe (1st ed έκδοση). New York: Palgrave/Macmillan. 49384068. ISBN 0312213417. https://www.worldcat.org/oclc/49384068. 
  2. 2,00 2,01 2,02 2,03 2,04 2,05 2,06 2,07 2,08 2,09 2,10 2,11 2,12 2,13 2,14 2,15 Ray, Meredith K. (2015). Daughters of alchemy : women and scientific culture in early modern Italy. Cambridge, Massachusetts. 905902839. ISBN 9780674504233. https://www.worldcat.org/oclc/905902839. 
  3. Breisach, Ernst (1968). Caterina Sforza: A Renaissance Virago. University of Chicago Press. ISBN 0226072711. 
  4. 4,0 4,1 4,2 Lev, Elizabeth ([2012], ©2011). The tigress of Forlì : Renaissance Italy's most courageous and notorious countess, Caterina Riario Sforza de' Medici. Boston: Mariner Books/Houghton Mifflin Harcourt. 772099669. ISBN 9780547844169. https://www.worldcat.org/oclc/772099669. 
  5. 5,0 5,1 Machiavelli, Niccolò. Collection., Rogers D. Spotswood ([1970]). The discourses.. [Harmondsworth, Eng.]: Penguin Books. 195522. ISBN 0140444289. https://www.worldcat.org/oclc/195522. 
  6. 6,0 6,1 6,2 6,3 6,4 6,5 Long, Kathleen P. (2010). Gender and scientific discourse in early modern culture. Farnham, Surrey, England: Ashgate. 754773649. ISBN 9780754697633. https://www.worldcat.org/oclc/754773649. 
  7. Hairston, Julia L. (2000-10-01). «Skirting the Issue: Machiavelli's Caterina Sforza». Renaissance Quarterly 53 (3): 687–712. doi:10.2307/2901494. ISSN 0034-4338. http://www.journals.uchicago.edu/doi/10.2307/2901494. 
  8. Machiavelli, Niccolò (1992). The prince. New York. 25915297. ISBN 0486272745. https://www.worldcat.org/oclc/25915297. 
  9. "Se Franzosi biasmano la viltà de li homini, almeno debeno laudare lo ardire e valore de le donne Italiane." Γράμμα της Ισαβέλλα του Έστε Γκοντζάγκα στην μαρκησία της Μάντοβα με ημερομηνία 14 Ιανουαρίου 1500. (Archivio di Stato di Mantova, Archivio Gonzaga, Copialettere della marchesa, doc. LXXI)
  10. 10,0 10,1 Butters, Suzanne B. (1996). The triumph of Vulcan : sculptors' tools, porphyry, and the prince in ducal Florence. Firenze: L.S. Olschki. 35697278. ISBN 9788822244116. https://www.worldcat.org/oclc/35697278. 
  11. Sforza, Caterina, ([2016]). An introduction and translation of Gli Experimenti de la Excellentissima signora Catherina da Forli = The experiments of Caterina Sforza of Forli. San Bernandino, CA: [CreateSpace Independent Publishing Platform]. 999673353. ISBN 153523816X. https://www.worldcat.org/oclc/999673353. 
  12. Hairston, Julia L. (2003). «Out of the Archive: Four Newly-Identified Figures in Tullia d'Aragona's "Rime della Signora Tullia di Aragona et di diversi a lei" (1547)». MLN 118 (1): 257–263. doi:10.2307/3251580. http://www.jstor.org/stable/3251580. 
  13. Pasolini, Pier Desiderio (1913). Caterina Sforza. Firenze : G. Barbèra. http://archive.org/details/caterinasforza00pasouoft. 
  14. Maury., Robin, Diana. R., Larsen, Anne (2007). «The Practice of Pharmacology and Laywomen». Encyclopedia of women in the Renaissance : Italy, France, and England. Santa Barbara, Calif.: ABC-CLIO. 659807037. ISBN 1851097724. https://www.worldcat.org/oclc/659807037. 
  15. Green, Monica, Helen (2000). Women's healthcare in the Medieval West : texts and contexts. Burlington, Vt.: Ashgate/Variorum. 50639242. ISBN 0860788261. https://www.worldcat.org/oclc/50639242. 
  16. «Alfredo Perifano, L'Alchimie à la cour de Côme Ier de Médicis : Savoirs, culture et politique (Paris : Honoré Champion, 1997» (στα γαλλικά). Revue d'histoire des sciences 55 (3). http://www.persee.fr/doc/rhs_0151-4105_2002_num_55_3_2161_t1_0439_0000_2. 
  17. 17,0 17,1 17,2 17,3 17,4 17,5 Vogt-Luerssen, Maike. «The Identification of Caterina Sforza». www.kleio.org. http://www.kleio.org/en/books/caterina_symbols/cs_en/. Ανακτήθηκε στις 2017-12-06. 
  18. Soest, Magdalena (2011). Caterina Sforza ist Mona Lisa die Geschichte einer Entdeckung (1., Auflage έκδοση). Baden Baden: Dt. Wiss.-Verl. 778461245. ISBN 3868880402. https://www.worldcat.org/oclc/778461245. 
  19. Staff; agencies (2002-03-14). «Mona Lisa revealed as adventurous beauty» (στα αγγλικά). The Guardian. ISSN 0261-3077. http://www.theguardian.com/world/2002/mar/14/arts.highereducation. Ανακτήθηκε στις 2017-12-07. 
  20. «The Woman of the Louvre Masterpiece: Who is She? - The Mona Lisa Foundation» (στα αγγλικά). The Mona Lisa Foundation. 2012-09-06. http://monalisa.org/2012/09/06/the-woman-of-the-louvre-masterpiece-who-is-she/. Ανακτήθηκε στις 2017-12-07. 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Jansen, Sharon L. (2002). The Monstrous Regiment of Women: Female rulers in early modern Europe. Palgrave Macmillan. ISBN 0312213417
  • Lev, Elizabeth (2012). The Tigress of Forli: Renaissance Italy's most courageous and notorious countess, Caterina Riario Sforza de Medici. Mariner Books. ISBN 9780547844169
  • Long, Kathleen (2010). Gender and Scientific Discourse in Early Modern Culture. Ashgate. ISBN 9780754697633
  • Machiavelli, The Discourses, English translation by Fr Leslie J. Walker, S.J. (1929). The countess is featured in Bk III, Ch 6 in relating examples of dangers that can arise subsequent to a successful conspiracy.
  • Ray, Meredith K. (2015). Daughters of Alchemy: Women and scientific culture in early modern Italy. Cambridge University Press. ISBN 9780674504233
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Caterina Sforza της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).