Αγριοβούβαλος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αγριοβούβαλος
Αρσενικός S. caffer caffer στην Μποτσουάνα με «γελαδάρη»
Αρσενικός S. caffer caffer στην Μποτσουάνα με «γελαδάρη»
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 NT el.svg
Προ Απειλής (IUCN 3.1) [1]
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Υποσυνομοταξία: Σπονδυλωτά (Vertebrata)
Ομοταξία: Θηλαστικά (Mammalia)
Τάξη: Αρτιοδάκτυλα (Artiodactyla)
Οικογένεια: Βοοειδή (Bovidae)
Υποοικογένεια: Βοοίνες (Bovinae)
Γένος: Σύγκερος (Syncerus)
Είδος: Αγριοβούβαλος
Syncerus caffer
(Sparrm., 1779)

Ο αγριοβούβαλος, γνωστός και ως αφρικανικός βούβαλος και με την επιστημονική ονομασία (στη λατινική γλώσσα) Syncerus caffer, είναι είδος μεγάλου βοοειδούς της Υποσαχάριας Αφρικής. Διακρίνεται σε υποείδη, με βάση κυρίως το μέγεθος: Το Syncerus caffer caffer είναι το τυπικό υποείδος και το μεγαλύτερο, ενώ το S. caffer nanus (ή «αφρικανικός βούβαλος των δασών») είναι το μικρότερο. Τα κέρατα του ενήλικου αφρικανικού βουβάλου είναι το χαρακτηριστικό του γνώρισμα: είναι συνενωμένα στη βάση, σχηματίζοντας μια συνεχόμενη οστέινη ασπίδα στην κορυφή της κεφαλής.

Ο αφρικανικός βούβαλος δεν είναι πρόγονος των κατοικίδιων βοοειδών και έχει μόνο μακρινή συγγένεια με άλλα μεγαλύτερα βοοειδή. Ο απρόβλεπτος και επιθετικός χαρακτήρας του μπορεί να ήταν ένα από τα αίτια που ο αφρικανικός βούβαλος δεν έχει εξημερωθεί ποτέ από τον άνθρωπο, σε αντίθεση με τον ασιατικής καταγωγής συγγενή του, τον νεροβούβαλο, που είναι ευρύτατα εκτρεφόμενο ζώο (π.χ. τα βουβάλια στη Βόρειο Ελλάδα). Πράγματι, ο αγριοβούβαλος θεωρείται ως ένα από τα πιο επικίνδυνα ζώα στην αφρικανική ήπειρο και σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις κτυπά με τα κέρατά του, ποδοπατεί και σκοτώνει πάνω από 200 ανθρώπους σε όλη την Αφρική κάθε έτος. Για τον λόγο αυτόν συμπεριλαμβάνεται στα «πέντε μεγάλα θηράματα», των οποίων το κυνήγι είναι δύσκολο όσο και επικίνδυνο, και αποτελεί περιζήτητο «τρόπαιο» για τους κυνηγούς. Λίγοι είναι και οι ζωικοί θηρευτές του, κυρίως λιοντάρια, οι μεγαλύτερες ύαινες και οι μεγαλύτεροι κροκόδειλοι.

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αφρικανικός βούβαλος είναι ρωμαλέο ζώο. Το ύψος του στους ώμους μπορεί να κυμαίνεται από 1,0 έως 1,7 μέτρο και το μήκος κεφαλής και σώματος μαζί μπορεί να είναι από 1,7 μέχρι 3,4 μέτρα. Η ουρά έχει μήκος από 70 to 110 εκατοστά, δηλαδή είναι μακριά για βοοειδές, και καταλήγει σε φούντα. Το ρύγχος είναι γυμνό, πλατύ και υγρό, χωρίς αύλακα. Σε σύγκριση με άλλα μεγάλα βοοειδή, έχει μακρύ αλλά στιβαρό σώμα και κοντύτερα, αλλά χονδρότερα πόδια, με αποτέλεσμα ένα σχετικά μικρό ύψος. Το μεγαλύτερο υποείδος, το S. caffer caffer, ζυγίζει από 425 μέχρι 870 χιλιόγραμμα, με τα αρσενικά να είναι συνήθως μεγαλύτερα από τα θηλυκά. Συγκριτικά, το υποείδος S. caffer nanus, έχει μόνο τη μισή μάζα, 250 έως 450 χιλιόγραμμα. Το κεφάλι του είναι χαμηλά, με την κορυφη της κεφαλής να βρίσκεται πιο κάτω από τη ράχη. Οι εμπρόσθιες οπλές του βουβάλου είναι πιο φαρδιές από τις πίσω, γεγονός που συνδέεται με την ανάγκη στηρίξεως του βάρους του μπροστινού μέρους του σώματος, το οποίο είναι βαρύτερο και ισχυρότερο από το πίσω μέρος.

Οι βούβαλοι της σαβάνας έχουν μαύρο ή σκούρο καφέ τρίχωμα. Τα γέρικα αρσενικά έχουν συχνά λευκούς κύκλους γύρω από τα μάτια και στο πρόσωπό τους. Τα θηλυκά τείνουν να έχουν πιο κοκκινωπό τρίχωμα. Το S. caffer nanus, που είναι κατά 30 έως 40% μικρότερα, έχουν χρώμα κοκκινωπό καφέ, με πολύ περισσότερη τριχοφυΐα γύρω από τα αυτιά και με κέρατα που καμπυλώνουν προς τα πίσω και ελαφρώς προς τα επάνω. Οι γάμπες και των δύο υποειδών έχουν κόκκινο τρίχωμα.

Χαρακτηριστικό γνώρισμα των κεράτων του ενήλικου αρσενικού αφρικανικού βουβάλου (νότιοι και ανατολικοί πληθυσμοί) είναι ότι οι βάσεις τους έρχονται πολύ κοντά μεταξύ τους και τελικώς ενώνονται, σχηματίζοντας μια ενιαία «ασπίδα». Από τη βάση, τα κέρατα αποκλίνουν προς τα κάτω, στη συνέχεια καμπυλώνουν ομαλά προς τα πάνω και προς τα έξω, και σε ορισμένες περιπτώσεις προς τα μέσα ή προς τα πίσω. Στους μεγάλους αρσενικούς η απόσταση μεταξύ των άκρων των κεράτων μπορεί να φτάσει αρκετά πάνω από το ένα μέτρο (το ρεκόρ είναι 164 εκατοστά). Τα κέρατα σχηματίζονται πλήρως όταν το ζώο φθάσει στην ηλικία των 5 ή 6 ετών, αλλά η «ασπίδα» δεν σκληραίνει μέχρι να φθάσει στην ηλικία των 8 έως 9 ετών. Στα θηλυκά, τα κέρατα είναι, κατά μέσο όρο, 10 έως 20% μικρότερα και δεν έχουν ασπίδα. Τα κέρατα του μικρού υποείδους είναι μικρότερα, συνήθως έχουν μέγεθος μικρότερο από 40 εκατοστά και σχεδόν ποτέ δεν συγχωνεύονται.

Υποείδη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ταξινομική

Εικόνα Ονομασία/-ες Περιγραφή Γεωγρ. κατανομή
Syncerus-caffer-Masaai-Mara-Kenya crop.JPG Syncerus caffer caffer (βούβαλος του Ακρωτηρίου) Το τυπικό υποείδος και το μεγαλύτερο, με τα μεγάλα αρσενικά να ζυγίζουν έως 870 κιλά μέγιστο, με μέσο βάρος αρσενικών (Νότια Αφρική) τα 753 κιλά.[2] Σε επισκόπηση στο Εθνικό Πάρκο Κρύγερ ο μέσος όρος ήταν μικρότερος, 590 κιλά για τα αρσενικά και 513 για τα θηλυκά.[3] Στην Κένυα και την Μποτσουάνα το μέσο βάρος των ενήλικων ατόμων εκτιμήθηκε στα 631 κιλά.[4][5] Αυτό το υποείδος είναι και το πιο άγριο, ενώ και το χρώμα του είναι το πιο σκούρο από όλα τα υποείδη, σχεδόν μαύρο. Ανατολική και νότια Αφρική.
Diergaarde Blijdorp 2014 - Syncerus caffer nanus.jpg S. caffer nanus (αγριοβούβαλος των δασών, αγριοβούβαλος νάνος ή αγριοβούβαλος του Κονγκό) Το μικρότερο από όλα τα υποείδη: Το ύψος στους ώμους είναι μικρότερο από 120 εκατοστά και το μέσο βάρος περί τα 270 κιλά, ή περίπου το βάρος μιας ζέβρας, 2 ή 3 φορές λιγότερο από το βάρος του μεγαλύτερου υποείδους.[6] Το χρώμα είναι ερυθρωπό, με πιο σκούρα τμήματα στην κεφαλή και τους ώμους. Αυτό το υποείδος διαφέρει τόσο πολύ από το προηγούμενο, ώστε μερικοί ερευνητές το θεωρούν ξεχωριστό είδος, το S. nanus. Ωστόσο οι διασταυρώσεις μεταξύ των δύο είναι συνηθισμένες. Δασικές περιοχές της κεντρικής και δυτικής Αφρικής.
Pendjari büffel.JPG S. caffer brachyceros (αγριοβούβαλος του Σουδάν) Ενδιάμεσο μεταξύ των δύο πρώτων υποειδών. Τα ενήλικα άτομα έχουν μέσο βάρος 400 κιλά περίπου.[7] Δυτική Αφρική
S. caffer aequinoctialis (αγριοβούβαλος του Νείλου) Παρόμοιος με τον βούβαλο του Ακρωτηρίου, λίγο μικρότερος και πιο ανοικτόχρωμος. Θεωρείται κάποιες φορές το ίδιο υποείδος με τον βούβαλο του Σουδάν.[8] Κεντρική Αφρική.
S. caffer mathewsi (ορεινός βούβαλος ή βούβαλος Virunga) Δεν αναγνωρίζεται γενικώς.[9] Ορεινές περιοχές στη Λ.Δ. Κονγκό, τη Ρουάντα και την Ουγκάντα.

Οικολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεωγραφική κατανομή των κυριότερων ειδών αγριοβούβαλου
Κρανίο αγριοβούβαλου

Ο αφρικανικός βούβαλος είναι ένα από τα πιο επιτυχημένα φυτοφάγα ζώα στην Αφρική. Ζει σε σαβάνες, βάλτους και πλημμυρικές πεδιάδες, καθώς και σε λιβάδια μοπάνε, ή στα δάση των μεγάλων βουνών της Αφρικής.[10] Προτιμά έναν βιότοπο με πυκνή κάλυψη, όπως καλάμια και δέντρα, αλλά μπορεί επίσης να βρεθεί σε πιο ανοιχτή δασική περιοχή. Αν και δεν είναι ιδιαίτερα απαιτητικοί όσον αφορά τον βιότοπο, απαιτούν νερό καθημερινά, και έτσι εξαρτώνται από τις πηγές νερού με μόνιμη ροή. Ο αγριοβούβαλος μπορεί να ζήσει ανάμεσα σε ψηλά, χοντρά χόρτα. Κοπάδια του κόβουν χόρτα και ανοίγουν τόπο για πιο επιλεκτικά φυτοφάγα ζώα. Ο αγριοβούβαλος χρησιμοποιεί τη γλώσσα του και τη φαρδιά σειρά κοπτήρων που διαθέτει για να τρώει το γρασίδι πιο γρήγορα από τα περισσότερα αφρικανικά φυτοφάγα. Οι αγριοβούβαλοι δεν μένουν για πολύ σε ποδοπατημένες ή εξαντλημένες περιοχές.

Εκτός από τον άνθρωπο, οι αφρικανικοί βούβαλοι έχουν λίγους θηρευτές και είναι ικανοί να αμυνθούν απέναντι σε (και να σκοτώσουν) ακόμα και λιοντάρια[11]. Συνήθως πάντως το λιοντάρι θα σκοτώσει τον βούβαλο και σε μερικές περιοχές οι αγριοβούβαλοι αποτελούν τη βασική λεία των λιονταριών. Ωστόοσ συχνά χρειάζονται πολλά λιοντάρια για να σκοτώσουν ένα ενήλικο βουβάλι και ολόκληρη η αγέλη μπορεί να συμμετέχει στο κυνήγι. Ο μεσαίου μεγέθους κροκόδειλος επιτίθεται συνήθως μόνο σε ηλικιωμένα μοναχικά ή πολύ νεαρά άτομα, παρότι κάποτε σκοτώνει και υγιείς ενήλικες. Εξαιρετικά μεγαλόσωμοι ηλικιωμένοι αρσενικοί κροκόδειλοι του Νείλου μπορεί να καταστούν «ημι-συνήθεις» θηρευτές αγριοβούβαλων.[12][13] Το τσιτάχ, η λεοπάρδαλη, ο αφρικανικός άγριος σκύλος και το μεγαλύτερο είδος ύαινας αποτελούν συνήθως απειλή μόνο για τα νεογέννητα βουβάλια, αν και έχουν καταγραφεί μεγαλύτερες ομάδες από τέτοιες ύαινες να σκοτώνουν θηλυκά (κυρίως έγκυα) και σε σπάνιες περιπτώσεις αρσενικά.

Ασθένειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αφρικανικός βούβαλος είναι ευαίσθητος σε πολλές ασθένειες, συμπεριλαμβανομένων αυτών των κατοικίδιων βοοειδών, όπως η φυματίωση των βοοειδών, ο «πυρετός της Ανατολικής Ακτής» και ο αφθώδης πυρετός. Καθώς συμβαίνει με πολλές ασθένειες, αυτές παραμένουν αδρανείς σε έναν πληθυσμό όσο η υγεία των ζώων είναι καλή. Αυτές οι ασθένειες ωστόσο, περιορίζουν τις νόμιμες μετακινήσεις των ζώων, καθώς επιβάλλεται η περίφραξη των μολυσμένων περιοχών σε σχέση με μη επηρεασμένες περιοχές. Ορισμένοι φύλακες και διαχειριστές θηραμάτων κατάφεραν να προστατεύσουν και να εκτρέφουν κοπάδια «χωρίς ασθένειες», τα οποία γίνονται πολύτιμα επειδή μπορούν να μεταφερθούν. Γνωστότερες είναι οι προσπάθειες της Λίντσεϋ Χαντ να προμηθεύσει μη μολυσμένα ζώα από το Εθνικό Πάρκο Κρύγερ (Νότια Αφρική). Μερικά βουβάλια απαλλαγμένα από ασθένειες στη Νότια Αφρική έχουν πωληθεί σε κτηνοτρόφους για σχεδόν 130.000 δολάρια ΗΠΑ το ένα.

Κοινωνική συμπεριφορά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μέγεθος της αγέλης των αγριοβούβαλων είναι πολύ μεταβλητό. Ο πυρήνας των κοπαδιών αποτελείται από συγγενικά θηλυκά και τους απογόνους τους, σε μια σχεδόν γραμμική ιεραρχία κυριαρχίας. Τα βασικά κοπάδια περιβάλλονται από υποομάδες κατώτερων στην ιεραρχία αρσενικών, ανώτερων αρσενικών, και θηλυκών ή ηλικιωμένων ή ανάπηρων ζώων.

Οι αγριοβούβαλοι εμφανίζουν διάφορους τύπους ομαδικής συμπεριφοράς. Τα θηλυκά φαίνεται να εφαρμόζουν ένα είδος «ψηφοφορίας»: Κατά τη διάρκεια του χρόνου αναπαύσεως σηκώνονται, αλλάζουν θέσεις μεταξύ τους και κάθονται ξανά. Κάθονται προς την κατεύθυνση που πιστεύουν ότι πρέπει να κινηθούν. Μετά από μια ώρα ακόμα αλλαγής θέσεων, τα θηλυκά ταξιδεύουν προς την κατεύθυνση που αποφασίζουν. Η απόφαση αυτή είναι κοινοτική και δεν βασίζεται σε ιεραρχία ή κυριαρχία.[14]

Όταν καταδιώκεται από αρπακτικά ένα κοπάδι, τα μέλη του συγκεντρώνονται κοντά το ένα στο άλλο και δυσκολεύουν έτσι τα αρπακτικά να στοχοποιήσουν ένα μέλος. Τα νεαρά άτομα μαζεύονται στο κέντρο. Επίσης ένα κοπάδι βουβάλων ανταποκρίνεται στο κάλεσμα κινδύνου ενός απειλούμενου μέλους και προσπαθεί να το σώσει. Η κλήση κινδύνου ενός ανηλίκου τραβά την προσοχή όχι μόνο της μητέρας του, αλλά όλου του κοπαδιού. Τα βουβάλια επιδεικνύουν συγκεντρωτικά ομαδική συμπεριφορά όταν πολεμούν τους θηρευτές. Είναι καταγεγραμμένη η καταδίωξη λιονταριών μέχρι που να σκαρφαλώσουν αυτά σε δένδρα, στα οποία τα ανάγκασαν να παραμείνουν επί δύο ώρες. Μπορούν να ποδοπατήσουν μικρά λιονταράκια μέχρι θανάτου. Σε βιντεοσκοπημένο περιστατικό. γνωστό ως «Μάχη στο Κρύγερ», ένα μοσχάρι αγριβούβαλου διασώθηκε από επίθεση λιονταριών και κροκόδειλου μετά από παρέμβαση του κοπαδιού.

Τα αρσενικά έχουν μια γραμμική ιεραρχία κυριαρχίας με βάση την ηλικία και το μέγεθος. Δεδομένου ότι ένα βουβάλι είναι πιο ασφαλές όταν το κοπάδι του είναι μεγαλύτερο, τα κυρίαρχα αρσενικά μπορεί να βασίζονται σε κατώτερα αρσενικά και μερικές φορές να ανέχονται τη συναναστροφή τους. Τα νεαρά αρσενικά κρατούν απόσταση από τον κυρίαρχο «ταύρο», που είναι αναγνωρίσιμος από το πάχος των κεράτων του.

Αρσενικοί αγριοβούβαλοι σε θέση μονομαχίας

Οι ενήλικοι αρσενικοί αγριοβούβαλοι μονομαχούν με τα κέρατά τους παίζοντας, σε αλληλεπιδράσεις κυριαρχίας ή και σε πραγματικές μάχες. O έναw πλησιάζει τοn άλλο χαμηλώνοντας, με τα κέρατά του κάτω, και περιμένει τον άλλο «ταύρο» να κάνει το ίδιο πράγμα. Όταν κάνουν αγώνα, οι ταύροι στρίβουν τα κέρατά τους από τη μία πλευρά στην άλλη. Εάν η «κερατομαχία» είναι για παιχνίδι, ο ταύρος μπορεί να τρίψει το πρόσωπο και το σώμα του αντιπάλου του κατά τη διάρκειά της. Οι πραγματικές μάχες είναι βίαιες, αλλά σπάνιες και σύντομες. Τα ανήλικα μπορεί επίσης να μονομαχούν για παιχνίδι, αλλά τα ενήλικα θηλυκά σπανίως.

Κατά τη διάρκεια της ξηρής περιόδου, τα αρσενικά χωρίζονται από το κοπάδι και σχηματίζουν ομάδες «εργένηδων». Υπάρχουν δύο τύποι κοπαδιών εργένηδων: αυτά που αποτελούνται από αρσενικά ηλικίας τεσσάρων έως επτά ετών και αυτά από αρσενικά 12 ετών και άνω. Κατά τη διάρκεια της περιόδου των βροχών, οι νεότεροι ταύροι ενώνονται ξανά σε μικτό κοπάδι για να ζευγαρώσουν με τα θηλυκά. Παραμένουν μαζί τους όλη την περίοδο, ώστε να προστατεύουν τα νεογέννητα. Μερικοί μεγαλύτεροι ταύροι παύουν να ενώνονται ξανά στο κοπάδι, καθώς δεν μπορούν πλέον να ανταγωνιστούν τα νεότερα, πιο επιθετικά αρσενικά. Οι παλιοί εργένηδες αποκαλούνται «dagga boys» («αγόρια καλυμμένα με λάσπη»), και θεωρούνται οι πιο επικίνδυνοι για τον άνθρωπο.

Ηχητική συμπεριφορά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι αφρικανικοί βούβαλοι εκπέμπουν διάφορους ήχους. Πολλές κλήσεις είναι εκδοχές των μουγκανητών που εκπέμπονται από οικόσιτα βοοειδή, απλώς πιο «μπάσες». Εκπέμπουν κλήσεις δύο έως τεσσάρων δευτερολέπτων κατά διαστήματα με ενδιάμεσους χρόνους τριών έως έξι δευτερολέπτων για να δώσουν σήμα στο κοπάδι να μετακινηθεί. Για να δώσουν σήμα στο κοπάδι να αλλάξει κατεύθυνση, οι αρχηγοί του εκπέμπουν ήχους «ακατέργαστους», σαν μια πόρτα που τρίζει. Μετακινούμενα σε τόπους υδροποσίας, ορισμένα άτομα κάνουν μεγάλες κλήσεις «μααά» έως και 20 φορές το λεπτό. Όταν είναι επιθετικοί, οι αγριοβούβαλοι εκφωνούν εκρηκτικά γρυλίσματα που μπορεί να διαρκέσουν πολύ ή να μετατραπούν σε βρυχηθμό. Τα θηλυκά κραυγάζουν όταν αναζητούν τα μικρά τους. Τα ανήλικα εκτελούν ένα παρόμοιο κάλεσμα σε υψηλότερες συχνότητες όταν βρίσκονται σε κίνδυνο. Όταν απειλούνται από θηρευτές, εκπέμπουν έναν ήχο «ουααά». Τα κυρίαρχα άτομα κάνουν κλήσεις για να ανακοινώσουν την παρουσία και τη θέση τους. Μια εκδοχή της ίδιας κλήσης, αλλά πιο έντονη, εκπέμπεται ως προειδοποίηση προς κατώτερο. Όταν βόσκουν, βγάζουν επίσης διάφορους ήχους.

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι αφρικανικοί βούβαλοι ζευγαρώνουν και γεννούν μόνο την εποχή των βροχών. Η αιχμή των γεννήσεων επισυμβαίνει νωρίς την εποχή αυτή, ενώ το ζευγάρωμα κορυφώνεται αργότερα. Ένα αρσενικό περιφρουρεί στενά ένα θηλυκό που βρίσκεται σε οίστρο και κρατά μακριά τα άλλα αρσενικά. Αυτό είναι δύσκολο, καθώς τα θηλυκά υπεκφεύγουν αρκετά και προσελκύουν πολλά αρσενικά στη σκηνή. Μέχρι τη στιγμή πάντως που ένα θηλυκό είναι σε πλήρη οίστρο, μόνο το πλέον κυρίαρχο αρσενικό στο κοπάδι ή υποκοπάδι είναι παρών.

Το μέσο θηλυκό γεννά για πρώτη φορά σε ηλικία πέντε ετών, μετά από περίοδο κύησης 11,5 μηνών. Τα νεογέννητα παραμένουν κρυμμένα στη βλάστηση τις πρώτες εβδομάδες, ενώ η μητέρα τα θηλάζει περιστασιακά πριν ενταχθούν στο κύριο κοπάδι. Τα μεγαλύτερα τέκνα κρατούνται στο κέντρο του κοπαδιού για ασφάλεια. Ο μητρικός δεσμός μεταξύ μητέρας και «μοσχαριού» διαρκεί περισσότερο από ό,τι στα περισσότερα βοοειδή. Αυτός ο δεσμός τελειώνει όταν γεννιέται ένα νέο μοσχάρι και η μητέρα κρατά τα προηγούμενα τέκνα της μακριά με τα κέρατά της. Ωστόσο το ηλικίας ενός έτους μοσχαράκι ακολουθεί τη μητέρα του για άλλο ένα έτος περίπου. Τα αρσενικά εγκαταλείπουν τις μητέρες τους όταν είναι δύο ετών και εντάσσονται στις ομάδες των εργένηδων.

Σχέση με τους ανθρώπους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ ποζάρει υπερήφανος το 1953 με έναν αγριοβούβαλο που σκότωσε.

Η τρέχουσα κατάσταση του αφρικανικού βουβάλου εξαρτάται από την αξία του ζώου, τόσο για τους κυνηγούς τροπαίων όσο και για τους τουρίστες, ανοίγοντας οδούς για προσπάθειες διατηρήσεως δια περιπολιών κατά της λαθροθηρίας, πληρωμών ζημιών στα χωριά και προγραμμάτων αποπληρωμής σε τοπικές περιοχές.

Ο αγριοβούβαλος καταγράφεται ως σχεδόν απειλούμενο ή «προ απειλής» είδος από την IUCN, με πληθυσμό 400.000 ατόμων μειούμενο. Ενώ ορισμένοι πληθυσμοί (υποειδών) μειώνονται, άλλοι θα παραμείνουν αμετάβλητοι μακροπρόθεσμα, εάν μεγάλοι, υγιείς πληθυσμοί συνεχίσουν να διατηρούνται σταθεροί σε σημαντικό αριθμό εθνικών πάρκων, ισοδύναμων καταφυγίων και ζωνών κυνηγιού στη νότια και ανατολική Αφρική. Σε ανεξάρτητα διαθέσιμα δεδομένα απογραφής σε ηπειρωτική κλίμακα, ο συνολικός εκτιμώμενος αριθμός των τριών υποειδών αφρικανικών βουβάλων τύπου σαβάνας (S. c. caffer, S. c. brachyceros και S. c. aequinoctialis) είναι 513.000 άτομα.[15]

Στο παρελθόν, πολλοί αφρικανικοί βουβάλοι υπέστησαν τη σοβαρότερη κατάρρευσή τους κατά τη διάρκεια της μεγάλης επιδημίας βοοειδών της δεκαετίας του 1890, η οποία, σε συνδυασμό με την πλευροπνευμονία, προκάλεσε θνησιμότητα έως και 95% σε κατοικίδια και άγρια οπληφόρα.

Ως μέλος της ομάδας των «πέντε μεγάλων θηραμάτων», όρος που αρχικά χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει τα πέντε πιο επικίνδυνα ζώα για κυνήγι, ο αγριοβούβαλος του Ακρωτηρίου είναι ένα περιζήτητο τρόπαιο, με ορισμένους κυνηγούς να πληρώνουν και 10.000 ευρώ προκειμένου να έχουν απλώς την ευκαιρία να κυνηγήσουν έναν. Τα μεγαλύτερα αρσενικά στοχοποιούνται για την αξία του τροπαίου τους, αν και σε ορισμένες περιοχές εξακολουθούν να κυνηγούνται για κρέας.

Ως επικίνδυνο ζώο, ο αφρικανικός βούβαλος έχει αποκληθεί «ο Μαύρος Θάνατος» ή «ο Χηρ-ουργός» (αυτός που δημιουργεί χήρες). Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, τραυματίζει ή σκοτώνει πάνω από 200 ανθρώπους κάθε χρόνο. Μερικές φορές αναφέρεται ότι οι αγριοβούβαλοι σκοτώνουν περισσότερους ανθρώπους στην Αφρική από οποιοδήποτε άλλο ζώο, αν και ο ίδιος ισχυρισμός γίνεται και για τους κροκόδειλους. Αυτοί οι αριθμοί μπορεί να είναι υπερεκτιμημένοι. Για παράδειγμα, στη Μοζαμβίκη οι επιθέσεις του, ιδιαίτερα οι θανατηφόρες, ήταν πολύ λιγότερο συχνές σε ανθρώπους από εκείνες από ιπποποτάμους και ασφαλώς από κροκόδειλους του Νείλου. Στην Ουγκάντα, από την άλλη πλευρά, τα μεγάλα φυτοφάγα ζώα βρέθηκαν να επιτίθενται σε περισσότερους ανθρώπους κατά μέσο όρο από ό,τι τα λιοντάρια ή οι λεοπαρδάλεις και έχουν υψηλότερο ποσοστό θανάτου κατά τη διάρκεια επιθέσεων από ό,τι τα σαρκοφάγα (ο αφρικανικός βούβαλος ειδικότερα σκοτώνει ανθρώπους στο 49,5% των επιθέσεων πάνω τους), αλλά οι ιπποπόταμοι, ακόμη και οι ελέφαντες, μπορεί να σκοτώνουν περισσότερους ανθρώπους ετησίως στη χώρα από ό,τι ο αγριοβούβαλος. Ο αφρικανικός βούβαλος είναι διαβόητος μεταξύ των κυνηγών μεγάλων θηραμάτων ως πολύ επικίνδυνο ζώο, με τραυματισμένα βουβάλια να αναφέρουν ότι στήνουν ενέδρα και επιτίθενται στους διώκτες τους.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. IUCN SSC Antelope Specialist Group, 2019: Syncerus caffer, doi= 10.2305/IUCN.UK.2019-1.RLTS.T21251A50195031.en. Ανακτήθηκε στις 19 Νοεμβρίου 2021.
  2. Cornélis, D., Melletti, M., Korte, L., Ryan, S.J., Mirabile, M., Prin, T., & Prins, H.H.: «African buffalo Syncerus caffer (Sparrman, 1779)» στο Ecology, Evolution and Behaviour of Wild Cattle: Implications for Conservation, σσ. 326-372, Cambridge University Press, Cambridge 2014
  3. Visscher, D.R., Van Aarde, R.J., & Whyte, I.: «Environmental and maternal correlates of foetal sex ratios in the African buffalo (Syncerus caffer) and savanna elephant (Loxodonta africana, Journal of Zoology, τόμ. 264 (2004), σσ. 111-116.
  4. Bonyongo, M.C., & Harris, S. : «Grazers species‐packing in the Okavango Delta, Botswana», African Journal of Ecology, τόμ. 45 (2007), σσ. 527-534
  5. Oindo, B.O.: «Body size and measurement of species diversity in large grazing mammals», African Journal of Ecology, τόμ. 40(2002), σσ. 267-275
  6. Korte, L.M.: «Variation of group size among African buffalo herds in a forest‐savanna mosaic landscape», Journal of Zoology, τόμ. 275, σσ. 229-236
  7. Brown, W.: «Age determination of the West African buffalo Syncerus caffer brachyceros and the constancy of tooth wear», African Journal of Ecology, τόμ. 26 (1988), σσ. 221-227
  8. C.P. Groves και D.M. Leslie Jr.: «Family Bovidae (Hollow-horned Ruminants)», σσ. 585-588 στο βιβλίο των Wilson, D.E. και Mittermeier, R.A., (Hrsg.) Handbook of the Mammals of the World. Volume 2: Hooved Mammals, Lynx Edicions, 2009, ISBN 978-84-96553-77-4
  9. «BioLib - Syncerus caffer matthewsi (Virunga Buffalo)». biolib.cz. 
  10. Hughes, Kristen; Fosgate, Geoffrey T.; Budke, Christine M.; Ward, Michael P.; Kerry, Ruth; Ingram, Ben (13 September 2017). «Modeling the spatial distribution of African buffalo (Syncerus caffer) in the Kruger National Park, South Africa». PLOS ONE 12 (9): e0182903. doi:10.1371/journal.pone.0182903. PMID 28902858. Bibcode2017PLoSO..1282903H. 
  11. «Cape Buffalo». Canadian Museum of Nature. Ανακτήθηκε στις 23 Οκτωβρίου 2010. 
  12. Graham, A.D. (1968): «The Lake Rudolf Crocodile (Crocodylus niloticus Laurenti) Population», διατριβή M.Sc. στο University of East Africa
  13. Pienaar, U.D.V. (1969). «Predator-prey relationships amongst the larger mammals of the Kruger National Park». Koedoe 12. doi:10.4102/koedoe.v12i1.753. 
  14. Wilson, D.S. (1997). «Altruism and Organism: Disentangling the Themes of Multilevel Selection Theory». The American Naturalist 150: 122-134. doi:10.1086/286053. PMID 18811309. https://archive.org/details/sim_american-naturalist_1997-07_150_1/page/122. 
  15. Melletti M. & Burton J. (επιμ.): Ecology, Evolution and Behaviour of Wild Cattle: Implications for Conservation, Cambridge University Press, 2014

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Mario Melletti και James Burton (επιμ.): Ecology, Evolution and Behaviour of Wild Cattle. Implications for Conservation, Cambridge University Press, 2014
  • Ecology and Behaviour of the African Buffalo – Social Inequality and Decision Making, Chapman & Hall Wildlife Ecology & Behaviour
  • Huffman, B.: The ultimate ungulate page
  • Το λήμμα «αγριοβούβαλος» στη Νέα Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια «Χάρη Πάτση», τόμος 1 (1972), σσ. 710-711
  • Nowak, R.M., και Paradiso, J.L.: Walker's Mammals of the World, Baltimore, Maryland, The Johns Hopkins University Press, Βαλτιμόρη 1983, ISBN 978-0-8018-2525-5

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]