Χιονογερακίνα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Χιονογερακίνα
Ενήλικη Χιονογερακίνα
Ενήλικη Χιονογερακίνα
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας (IUCN 3.1)
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Αετόμορφα (Accipitriformes)
Οικογένεια: Αετίδες (Accipitridae)
Υποοικογένεια: Αετίνες (Accipitrinae)[1]
Γένος: Γερακίνα (Buteo) (Lacépède, 1799)
Είδος: B. lagopus
Διώνυμο
Buteo lagopus (Χιονογερακίνα)
Pontoppidan, 1763
Υποείδη

Buteo lagopus kamchatkensis
Buteo lagopus lagopus
Buteo lagopus menzbieri
Buteo lagopus sanctijohannis

H Χιονογερακίνα είναι είδος ημερόβιου αρπακτικού πτηνού που απαντάται στον ελλαδικό χώρο, ένα από τα μέλη της ομάδας των γερακινών. Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι Buteo lagopus και περιλαμβάνει 4 υποείδη, [2]. Στην Ελλάδα απαντώνται τα υποείδη B. l. menzbieri, και B. l. lagopus που έρχονται στη χώρα για να διαχειμάσουν. [3] Το είδος, σύμφωνα με τους περισσότερους ορνιθολόγους, διακρίνεται σε δύο χρωματικές φάσεις (colour phases) (βλ. Μορφολογία).

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λατινική λέξη buteo υποδήλωνε το σημερινό «γεράκι» ή κάποιο «ιερακοειδές» και αναφέρεται στο γένος του πτηνού. [4] Η επίσης λατινική λέξη lagopus είναι ελληνική {λαγός + πους) και συσχετίζεται με το γένος Lagopus της οικογένειας των Ορνιθομόρφων που, επίσης ζει σε παρόμοια ψυχρά κλίματα και, διαθέτει πυκνή γούνα στα πόδια, αντίστοιχη με τους φτερωμένους ταρσούς της Χιονογερακίνας. Το ίδιο ισχύει και για την αγγλική ονομασία του είδους Rough Legged Buzzard, ενώ η ελληνική ονομασία παραπέμπει στον κυριότερο οικότοπο του πτηνού.

Γεωγραφική κατανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης εξάπλωσης της Χιονογερακίνας Πράσινο: Καλοκαιρινές περιοχές αναπαραγωγής, Μπλε: Περιοχές διαχείμασης

Η Χιονογερακίνα απαντάται σε εκτεταμένες αρκτικές και υποαρκτικές περιοχές του Βορείου Ημισφαιρίου, τόσο στην Ευρασία όσο και στην Αμερική. Σ’αυτές αναπαράγεται τους καλοκαιρινούς μήνες και μεταναστεύει νότια για να διαχειμάσει.

Περιοχές αναπαραγωγής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Χιονογερακίνα αναπαράγεται σε ένα ευρύ φάσμα περιοχών γύρω από το Βόρειο Πόλο, πάνω από τον Αρκτικό Κύκλο. Η ζώνη εξάπλωσης για την Ευρασία, ξεκινάει από τη νότια Νορβηγία και εκτείνεται ανατολικά, σε μια σχετικά στενή λωρίδα, σε όλη την κεντρική και βόρεια Σουηδία και τη βόρεια Φινλανδία κατά μήκος της ακτής της Αρκτικής στη Σιβηρία, μέχρι την Καμτσάτκα (Kamchatka) και τις βόρειες Κουρίλες. Μία μικρή περιοχή εξάπλωσης τρέχει κατά μήκος της ακτής της θάλασσας Οχότσκ (Okhotsk) προς τα νότια, σε βόρειο γεωγραφικό πλάτος 55°, περίπου.Το βόρειο όριο κατανομής ορίζεται από τον Αρκτικό Ωκεανό, σε κάποια λίγα νησιά, ενώ το νότιο βρίσκεται στη μεταβατική ζώνη δενδροκάλυψης στην τούνδρα, και μόνον η διαθεσιμότητα τροφής καθορίζει την - προσωρινή- αναπαραγωγή σε περιοχές νοτίως της.

Οι περιοχές αναπαραγωγής στην Νεοαρκτική (Β. Αμερική), αρχίζουν από τη Νέα Γη, περιλαμβάνουν περιοχές γύρω από τον κόλπο Χάντσον (Hudson Bay), το νότιο τμήμα της νήσου Μπάφιν (Baffin), το βόρειο τμήμα των Βορειοδυτικών Εδαφών του Καναδά με τα περισσότερα από τα νησιά, ιδιαίτερα το Βικτόρια (Victoria Island), για να ολοκληρωθούν σε όλη τη βόρεια και δυτική Αλάσκα και στα Αλεούτια νησιά (Aleutian).

Περιοχές διαχείμασης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι περιοχές διαχείμασης βρίσκονται νότια των περιοχών αναπαραγωγής και αλληλοεπικαλύπτονται ελάχιστα μεταξύ τους. Το βόρειο όριό τους διαμορφώνεται από το νότιο όριο της αρκτικής ζώνης των δασών. Στην Ευρασία, είναι κυρίως μεταξύ 58° και 45° βόρειο γεωγραφικό πλάτος, αλλά σε ορισμένες περιοχές, όπως στη νοτιοανατολική Ευρώπη, την κεντρική Ασία και την ανατολική Ασία, κατεβαίνει πολύ νοτιότερα. Στην κεντρική Ευρώπη, η Χιονογερακίνα έρχεται μόνο κατά τους χειμερινούς μήνες, με τον συνολικό αριθμό των ατόμων να ποικίλλει σημαντικά από έτος σε έτος. Ένας σημαντικός αριθμός ατόμων διαχειμάζει δυτικά του Ρήνου και νότια προς τις Άλπεις. Οι κύριες ευρωπαϊκές περιοχές διαχείμασης είναι στη νότια Σουηδία, στα κράτη της Βαλτικής, στη Λευκορωσία, στο ανατολικό τμήμα της Γερμανίας, στην Τσεχία και τη Σλοβακία, στην ανατολική Αυστρία, στην Ουγγαρία και την Ουκρανία.

Στην Ελλάδα απαντάται σπάνια ως χειμερινός επισκέπτης στη Β. Ελλάδα, σε ολιγάριθμες ομάδες και μόνον όταν οι χειμώνες είναι ιδιαίτερα σκληροί. [5]

Μεταναστευτικές οδοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χιονογερακίνα (κοιλιακή όψη)

Η Χιονογερακίνα θεωρείται αποδημητικό πτηνό σε όλη την περιοχή εξάπλωσής της. Συνήθως μεταναστεύει μοναχικά είτε σε μικρές ομάδες. Σε ορισμένες ιδιαίτερα ευνοϊκές θέσεις ανάπαυσης παρατηρήθηκαν συναθροίσεις περισσοτέρων των 100 ατόμων. Γενικά, η μεταναστευτική συμπεριφορά της δεν έχει γίνει ακόμη πολύ καλά κατανοητή στις λεπτομέρειές της.

Η αποδημία καθορίζεται ανάλογα με τη διαθεσιμότητα τροφής και το ποσοστό χιονοκάλυψης στα τέλη Αυγούστου, περίπου. Ο κύριος όγκος αναχωρεί μόνο κατά το δεύτερο μισό του Σεπτεμβρίου και παρατείνεται μέχρι τον Οκτώβριο. Σε ιδιαίτερα ευνοϊκές συνθήκες, ορισμένα άτομα παραμένουν στις περιοχές αναπαραγωγής τους ακόμη και το Νοέμβριο.

Η μετανάστευση γίνεται ως επί το πλείστον με νότια κατεύθυνση, κατά μήκος των γερμανικών ακτών της Βόρειας Θάλασσας, προς τη νότια και δυτική Αγγλία. Η άλλη μεγάλη κατεύθυνση είναι προς την κεντρική ή και νότια Ευρώπη. Στην Ασία, ο κύριος όγκος κατευθύνεται κατά μήκος των μεγάλων ποταμών της Σιβηρίας, καθώς και στην ακτή της χερσονήσου Τσούκτσι (Chukchi), αλλά σε πολύ μικρότερο αριθμό.

Η κορύφωση του μεταναστευτικού όγκου στην Αμερική υπολογίζεται στο τελευταίο δεκαήμερο του Οκτωβρίου, κυρίως προς τις βορειοανατολικές Ηνωμένες Πολιτείες, όπου το εκεί υποείδος κατά το χειμώνα, μπορεί να παρατηρηθεί ακόμη και σε οικισμούς ή πόλεις. Περαιτέρω, οι περιοχές διαχείμασης μπορεί να εκτείνονται σε όλη την Βόρεια Αμερική, μέχρι δυτικά προς το βόρειο Μεξικό.

Πιθανώς, η Χιονογερακίνα ζει νομαδική ζωή στις περιοχές όπου ξεχειμωνιάζει και, παραμένει σε ένα συγκεκριμένο μέρος, μόνον για όσο υπάρχει επαρκής διαθεσιμότητα τροφής. Ωστόσο, δεν είναι επαρκώς γνωστό, ποια δρομολόγια καλύπτουν τα πουλιά κατά τη διάρκεια των χειμερινών μηνών.

Η εαρινή μετανάστευση αρχίζει το Μάρτιο και φθάνει στο αποκορύφωμά της στα μέσα Απριλίου. Οι περιοχές αναπαραγωγής δεν καταλαμβάνονται πριν από το τέλος του Απριλίου, συνήθως μόνο κατά το Μάιο και, στις πιο βόρειες περιοχές, στις αρχές Ιουνίου. Συχνά, παίρνει ακόμα κάποιες εβδομάδες για την άφιξη στην περιοχή αναπαραγωγής πριν από την έναρξη των δραστηριοτήτων ζευγαρώματος.

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Χιονογερακίνα είναι ένα σκληροτράχηλος «βόρειος» κάτοικος της τούνδρας χωρίς να εξαρτάται από την παρουσία δένδρων και θάμνων. [6] Στην περιοχή της Φινοσκανδιναβίας (Fennoscandia), εγκαθίσταται στη γυμνή υποαλπικη ζώνη στα όρια της σημύδας. Τακτικά, αλλά σε μικρούς αριθμούς, φωλιάζει στη δασωμένη τούνδρα, ενώ σε πολύ καλές χρονιές των λέμινγκς, φθάνει μέχρι τα βόρεια όρια της τάιγκα. Εδώ οι θέσεις αναπαραγωγής της βρίσκονται κατά μήκος της άκρης των δασών, όπως σε υδατοβριθείς περιοχές που γειτνιάζουν με μεγάλα ξέφωτα. Η Χιονογερακίνα είναι γενικά ένας κάτοικος των πεδινών περιοχών, αλλά και στη Σκανδιναβία και την Αλάσκα, φωλιάζει κατά καιρούς σε ύψος μέχρι 1.400 μέτρα. Αρέσκεται να συχνάζει σε περιοχές με νερά, στην ακτή ή κατά μήκος κοιλάδων ποταμών.

Τα ενδιαιτήματα του χειμώνα είναι διαφορετικά, αλλά και εκεί φαίνεται η προτίμησή της για τις ανοικτές περιοχές με καλή ορατότητα, όπου μπορεί να βρίσκει εύκολα τα αγαπημένα της τρωκτικά. [7] Αυτές βρίσκονται σε παράκτια μέρη, έλη και εκτεταμένα λιβάδια στην ανατολική και τη νοτιοανατολική Ευρώπη, ενώ στην Ασία στις στέπες. Στη βόρεια Αμερική, το είδος είναι κοινό το χειμώνα στις πεδιάδες.

Αν και συχνά έχουν αναφερθεί αψιμαχίες με άλλα, ιδιαίτερα εδαφικά πουλιά, όπως γεράκια και Ληστόγλαρους (skuas), η Χιονογερακίνα δεν είναι ιδιαίτερα εδαφικό πτηνό. [8]

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενήλικη Χιονογερακίνα (ανοικτόχρωμη φάση)

Η Χιονογερακίνα εμφανίζεται σε δύο χρωματικές φάσεις (colour phases), μία ανοιχτόχρωμη και μία σκουρόχρωμη, με ενδιάμεσες μεταβατικές μορφές, αλλά δεν εμφανίζει τη «χαοτική» χρωματική ποικιλομορφία της Γερακίνας.

Το πάνω μέρος είναι κανελί καφέ, περισσότερο ή λιγότερο ομοιόμορφο σε όλες τις φάσεις, ένα χρώμα που είναι σπάνιο στις γερακίνες. Η ουρά είναι ανοιχτόχρωμη ή και λευκή στα ενήλικα πουλιά, με ευδιάκριτη μαύρη τελική λωρίδα, εντονότερη στα αρσενικά σε κάποιες περιπτώσεις. Η ανοιχτόχρωμη φάση περιλαμβάνει άτομα, μέχρι και εντελώς λευκά, συνήθως όμως έχουν χρώμα ανοικτό καφέ έως ανοικτό γκρι.

Η κορυφή του κεφαλιού και η περιοχή του αυτιού είναι λίγο πιο φωτεινές, σε γενικές γραμμές. Το ράμφος είναι μάλλον μικρό, ενώ από την άκρη του ματιού, ξεκινάει μια σκοτεινή στενή λωρίδα που φθάνει στη κίτρινη βάση του ράμφους. Το κάτω μέρος του σώματος είναι στιγματισμένο με διάφορες αποχρώσεις του καφέ και του γκρι, ενώ μαύρες επιμήκεις λωρίδες μπορούν να διασπείρονται σε όλη την επιφάνεια. Η κοιλιακή χώρα είναι πάντoτε, σχεδόν μαύρη, ενώ ο λαιμός και το στήθος είναι πολύ πιο φωτεινά.

Οι ταρσοί είναι φτερωμένοι μέχρι τα δάκτυλα, αλλά αυτό το διακριτικό είναι αναγνωρίσιμο μόνον από μικρή απόσταση. Τα φτερά στα πόδια είναι ανοιχτά γκρι ή και λευκά, με σκούρα καφέ σχέδια. Όπως και η Γερακίνα, έχει κίτρινα δάκτυλα ενώ τα νύχια είναι μαύρα.

Τα δύο φύλα δεν παρουσιάζουν σημαντικό σεξουαλικό διμορφισμό, έτσι, δεν είναι πάντα εύκολο να ξεχωρίσουν μεταξύ τους. Τα θηλυκά είναι ελαφρώς μεγαλύτερα από τα αρσενικά και έως 20% βαρύτερα. Ο χρωματισμός στο φτέρωμα τους είναι, ιδιαίτερα στο κεφάλι και το στήθος, λίγο ανοικτότερος από εκείνον των αρσενικών. Η ουρά των θηλυκών φέρει συνήθως μία μόνο τελική σκούρα λωρίδα, αντί για δύο έως τρεις μικρότερες που μπορεί να δει κανείς στα αρσενικά.

Γενικά, η Χιονογερακίνα είναι ελαφρώς μεγαλύτερη από την Γερακίνα (Buteo buteo) και ελαφρώς μικρότερη από την Αετογερακίνα.

  • Μήκος σώματος: (46-)51 έως 59(-64) εκατοστά.
  • Άνοιγμα πτερύγων: (126-)132 έως 153(-156) εκατοστά.
  • Βάρος: Από 600- 1600 γραμμάρια, με τα θηλυκά περίπου 20% βαρύτερα [9][10]

Πτήση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χιονογερακίνα σε πτήση

Η Χιονογερακίνα, κατά την πτήση, έχει μάλλον τις «βαριές» κινήσεις ενός αετού, παρά μιας τυπικής γερακίνας. Πετάει με αργά, σταθερά και βαθιά φτερουγίσματα, ενώ γυροπετάει (soaring) συχνά. Όταν αερολισθαίνει (gliding), διατηρεί τις φτερούγες με κάποια κλίση προς τα πάνω, στο ύψος των καρπικών αρθρώσεων, ενώ ταυτόχρονα κρατάει τα πρωτεύοντα ερετικά φτερά με ελαφρά κλίση προς τα κάτω. Αυτό είναι ένα διακριτικό γνώρισμα της πτήσης, που απαιτεί εμπειρία στην παρατήρηση πεδίου. Το κύριο, όμως, χαρακτηριστικό της είναι ότι φτερουγίζει επί τόπου με κρεμασμένα τα πόδια (hovering) συχνά, πολύ συχνότερα από τη Γερακίνα και την Αετογερακίνα, πράγμα που βοθάει πολύ στην αναγνώρισή της. Τέλος, συστρέφει αρκετά συχνά και την ουρά της, δίνοντας την εντύπωση ενός Τσίφτη ή ενός Ψαλιδιάρη.

Μέθοδοι κυνηγιού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι μέθοδοι που ακολουθούν οι χιονογερακίνες ποικίλλουν, αλλά επικρατεί εκείνη από ακίνητη θέση (στάση). Όταν το θήραμα επισημανθεί, συνήθως ακολουθείται από μια σύντομη πτήση κοντά στο έδαφος, με την τελευταία φάση να είναι συνήθως μια αερολίσθηση (glide). Η λεία θανατώνεται πάντα στο έδαφος, είτε με τους γαμψώνυχες, είτε σπανιότερα με ραμφισμούς. Πολύ σπάνια ένα επιτυχημένο χτύπημα του θηράματος παρατηρείται εν πτήσει, διότι η Χιονογερακίνα αδυνατεί να αιφνιδιάσει το θήραμα, γι αυτό και όταν το καταδιώξει στον αέρα, αυτό γίνεται για πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Με ευνοϊκές συνθήκες, ιδιαίτερα όταν επικρατούν δυνατοί άνεμοι, η Χιονογερακίνα κυνηγάει με τη μέθοδο της εν στάσει πτήσης (hovering), περίπου από 20 έως 50 μέτρα ύψος. Τέλος, έχει παρατηρηθεί να κινείται πάνω από το νερό, κάτι που θυμίζει έντονα τον Ψαραετό (Pandion haliaetus).

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Λέμινγκ (Lemmus lemmus) αποτελεί την αγαπημένη τροφή της Χιονογερακίνας

Η κύρια τροφή της Χιονογερακίνας είναι τα μικρά και θηλαστικά, που αποτελούν το 62%-98% της διατροφής της. Τυπικά θηράματα είναι τα λέμινγκς (Lemmus sp.) και οι χωραφοπόντικες (voles) (Microtus sp., Clethrionomys sp.) που, εποχιακά, αποτελούν μέχρι το 80-90% της λείας , αλλά αυτό ποικίλλει ανάλογα με την εποχιακή διαθεσιμότητα. [11][12][13] Η δίαιτα συμπληρώνεται επίσης με αρουραίους, και έντομα. [14][15] Τα πουλιά, είναι επίσης λεία για τις χιονογερακίνες, με τα περισσότερα είδη να είναι μικρά στρουθιόμορφα (σπίνοι, σπουργίτια). Ωστόσο, επιτίθενται και σε πουλιά ελαφρώς μεγαλύτερα, ιδιαίτερα σε λαγόποδες, πέρδικες καθώς και σε υδρόβια πτηνά, ή γλαυκόμορφα. Στοχεύουν συνήθως νέα και μη πεπειραμένα θηράματα, συχνά μάλιστα τα αρπάζουν όταν είναι ακόμη νεοσσοί. [16]

Όταν τα μικρά θηλαστικά είναι λιγοστά, η Χιονογερακίνα στρέφεται επίσης σε μεγαλύτερα, μεσαίου μεγέθους θηλαστικά, που συμπεριλαμβάνουν κυνόμεις, σκίουρους εδάφους, μοσχόμυες και νυφίτσες. Κατά τη διάρκεια του χειμώνα, η παρουσία οικοτόπων με θάμνους στη στέπα φαίνεται να ενθαρρύνει την ισχυρή εξάρτηση από τα λαγόμορφα (Lepus sp.). [17] Στις ανεπτυγμένες περιοχές της Αγγλίας, έχουν καταγραφεί να καιροφυλακτούν πιο τακτικά, για σχετικά μεγάλα θηράματα όπως περιστέρια και κουνέλια. [18]

Τέλος, περιστασιακά, γίνεται συμπλήρωση της διατροφής τους με θνησιμαία, εστιάζοντας κυρίως στα μικρά σπονδυλωτά. Αρκετές φορές κλέβουν τη λεία από άλλα άτομα του ίδιου είδους, καθώς και από γεράκια ή κορακοειδή. Η ποσότητα της απαιτουμένης καθημερινής τροφής είναι 80-120 γραμμάρια, περίπου. [19]

  • Μελέτες δείχνουν ότι, αυτά τα πτηνά είναι σε θέση να βλέπουν τα ίχνη από τα ούρα των θηραμάτων (κυρίως τρωκτικών), που είναι ορατά μόνο στο υπεριώδες φάσμα. [20]

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σεξουαλική ωριμότητα επιτυγχάνεται σε ηλικία περίπου δύο ετών. Η περίοδος αναπαραγωγής είναι το Μάιο, αλλά μπορεί να ποικίλλει, ανάλογα με τον χρόνο άφιξης στις περιοχές φωλιάσματος, και να ξεκινάει από τα τέλη Απριλίου στα νότια, μεχρι τον Ιούνιο στα βόρεια. [21] Οι χιονογερακίνες πιστεύεται ότι είναι μονογαμικές, με το ζευγάρωμα με ένα μόνο άτομο να κρατάει για πολλά χρόνια. [22] Το φώλιασμα είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την αφθονία της διαθέσιμης τροφής και, υπάρχουν περιπτώσεις που, έχει εγκαταλειφθεί εντελώς σε πολύ δύσκολες καιρικές συνθήκες.

Οι φωλιές κατασκευάζονται αμέσως μετά την άφιξη στους τόπους αναπαραγωγής και απαιτούν 3-4 εβδομάδες για να ολοκληρωθούν. Χοντρά κλαδιά, βρύα, μαλλί και παλιά φτερά χρησιμοποιούνται ως οικοδομικά υλικά, που τα αξιοποιούν και τα δύο φύλα, αλλά τα προμηθεύει μόνο το αρσενικό. Οι φωλιές, μικρότερες από εκείνες της Γερακίνας, έχουν 60-90 εκατοστά διάμετρο και 25-60 εκ. ύψος, αλλά οι επαναχρησιμοποιημένες μπορεί να φθάσουν και τα 150 εκ. σε διάμετρο. Ορθοπλαγιές και βραχώδεις προεξοχές (γείσα) προτιμώνται ως θέσεις φωλιάσματος, αλλά, σε δασώδεις περιοχές, μπορεί να είναι και δένδρα. Στα αρκτικά νησιά και στην τούνδρα το φώλιασμα γίνεται σε βράχια, είτε ακόμη και σε υπερυψωμένες θέσεις στο έδαφος, ενώ σε περιοχές με ποτάμια γίνεται στις κάθετες όχθες.

Η γέννα αποτελείται από 2-3 αυγά, αλλά σε δύσκολες εποχές, εναποτίθεται μόνον ένα (1), ενώ αντίθετα, σε εποχές με αφθονία στα λέμινγκς έχουν παρατηρηθεί και 5-7 αυγά. Η επώαση ξεκινάει από το πρώτο αυγό και πραγματοποιείται είτε και από τα δύο φύλα, είτε συνηθέστερα μόνον από το θηλυκό, και διαρκεί 28-31 ημέρες (σε δύσκολες καιρικές συνθήκες επεκτείνεται στις 37 ημέρες). Τη σίτιση αναλαμβάνει αποκλειστικά το θηλυκό, ενώ το αρσενικό προμηθεύει την τροφή. Κατόπιν, το θηλυκό μένει κοντά στη φωλιά, αλλά δεν κυνηγάει μέχρις ότου τα μικρά να αποκτήσουν το πρώτο τους φτέρωμα, στις 12 ημέρες περίπου. Οι νεοσσοί διαφέρουν σε μέγεθος και, ο μικρότερος, μπορεί να θανατωθεί και να φαγωθεί, όταν είναι 2 εβδομάδων περίπου. [23]. Αντίθετα, σε εποχές με αφθονία σε λέμινγκς, μπορεί να επιβιώσουν μέχρι και 7 νεοσσοί. [24] Τα νεαρά πουλιά πετάνε στις 40-42 ημέρες, περίπου.

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι χιονογερακίνες που επιβιώνουν μέχρι την ενηλικίωση μπορεί να ζήσουν μέχρι και 19 χρόνια στην άγρια φύση. Ωστόσο, η πλειοψηφία των ατόμων στην άγρια φύση δεν επιβιώνει μετά από τα δύο πρώτα χρόνια της ζωής τους. Οι απειλές που αντιμετωπίζουν τα νεαρά πτηνά περιλαμβάνουν την ασιτία, όταν τα θηράματα δεν είναι πολλά, το υπερβολικό ψύχος, όταν οι συνθήκες στα βόρεια κλίματα είναι ιδιαίτερα σκληρές, ο ανθρώπινος παράγοντας και η θήρευση από διάφορα άλλα αρπακτικά. Βέβαια, οι πιθανότητες επιβίωσης εμφανίζουν οριακή αύξηση, όταν οι νεοσσοί είναι σε θέση να αρχίσουν το κυνήγι για τον εαυτό τους. Ο θάνατος πολλών ατόμων, είναι συχνά αποτέλεσμα της ανθρώπινης δραστηριότητας, μεταξύ των οποίων συγκρούσεις με τους πυλώνες γραμμών ηλεκτρικού ρεύματος και με διάφορα οχήματα, η κατάποση δηλητηριασμένων δολωμάτων και μολύβδου από τα σκάγια των κυνηγών ή το παράνομο κυνήγι και οι παγίδες. [25]

Οι περισσότεροι θηρευτές που καταγράφονται, επιτίθενται κυρίως στη φωλιά. Αρκτικές αλεπούδες, αρκούδες και αδηφάγοι μπορούν να φάνε όλα τα αυγά και τα μικρά αυτού του είδους, αν έχουν πρόσβαση στις φωλιές. Το ίδιο ισχύει και για τις επιθέσεις από άλλα αρπακτικά πτηνά, ιδιαίτερα από κοράκια, που εύκολα λεηλατούν τις φωλιές. Οι ενήλικες, παρόλο που είναι μεγάλα πουλιά και έχουν λιγότερους φυσικούς θηρευτές, μπορεί να πεθάνουν σε συγκρούσεις, ειδικά εάν υπερασπίζονται τη φωλιά τους από άλλα μεγάλα αρπακτικά πτηνά, όπως αετούς, γεράκια, ή αρκτικές κουκουβάγιες, συμπεριλαμβανομένων και ατόμων του είδους τους. [26]

Παρόλ’ αυτά, κυρίως λόγω του απρόσιτου των περιοχών διαβίωσης και αναπαραγωγής του είδους, και του σταθερού αριθμού του παγκόσμιου πληθυσμού, η IUCN κατατάσσει τη Χιονογερακίνα στην κατηγορία ελαχίστης ανησυχίας (LC). [27]

Στην Ελλάδα, η Χιονογερακίνα είναι πολύ σπάνιος χειμερινός επισκέπτης. Πολύ λίγα άτομα εμφανίζονται κατά τη διάρκεια των πολύ σκληρών χειμώνων και, μόνο στην Β.Ελλάδα. [28]

Άλλες ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον ελλαδικό χώρο, η Χιονογερακίνα απαντάται και με την ονομασία Αρκτικοβαρβακίνα. [29][30][31]<

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Thiollay, 1994
  2. Howard and Moore, p. 112
  3. Howard and Moore, p. 112
  4. http://www.archives.nd.edu/cgi-bin/wordz.pl?keyword=buteo
  5. Χανδρινός & Δημητρόπουλος, σ. 100
  6. Rough-legged Hawk. Lcvirtualwildlife.ca. Retrieved on 2011-12-18
  7. Bechard, M. J. and Swem
  8. Bechard, M. J. and Swem
  9. CRC Handbook of Avian Body Masses by John B. Dunning Jr. (Editor). CRC Press (1992), ISBN 978-0-8493-4258-5
  10. del Hoyo et al
  11. Bechard, M. J. and Swem
  12. Ferguson-Lees, J.; Christie, D.
  13. Springer, A. M.
  14. Bechard, M. J. and Swem
  15. Springer, A. M.
  16. Ferguson-Lees, J.; Christie, D.
  17. Bechard, M. J. and Swem
  18. Ferguson-Lees, J.; Christie, D.
  19. Ferguson-Lees, J.; Christie, D.
  20. Koivula, M. and Viitala, J.
  21. Harrison, p. 100
  22. Bechard, M. J. and Swem
  23. Harrison, p. 101
  24. Χανδρινός & Δημητρόπουλος, σ. 100
  25. Good, G. (2008). Buteo lagopus. Animal Diversity Web
  26. Good, G. (2008). Buteo lagopus. Animal Diversity Web
  27. http://www.iucnredlist.org/details/106003521/0
  28. Χανδρινός & Δημητρόπουλος, σ. 100
  29. Απαλοδήμος, σ. 24
  30. Χανδρινός & Δημητρόπουλος, σ. 100
  31. Όντρια σ. 77

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2003.
  • Collin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Hermann Heinzel, RSR Fitter & John Parslow, Birds of Britain and Europe with North Africa and Middle East, Collins, 1995
  • Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάνικα, τόμος 13 , λήμμα «Βαρβακίνα»
  • Ιωάννη Όντρια, Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Γ. Χανδρινού-Α. Δημητρόπουλου, Αρπακτικά Πουλιά της Ελλάδας, εκδόσεις Ευσταθιάδη, Αθήνα, 1982.
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.
  • «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας, Αθήνα 1992»
  • Γεωργίου Δ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2002
  • IUCN Red List: http://www.iucnredlist.org/
  • Bechard, M. J. and Swem, T. R. 2002. Rough-legged Hawk (Buteo lagopus). In The birds of North America, No. 641 (A. Poole and F. Gill, eds.). The Birds of North America, Inc., Philadelphia, PA.
  • Ferguson-Lees, J.; Christie, D. (2001). Raptors of the World. London: Christopher Helm. ISBN 0-7136-8026-1.
  • CRC Handbook of Avian Body Masses by John B. Dunning Jr. (Editor). CRC Press (1992), ISBN 978-0-8493-4258-5.
  • del Hoyo, J; Elliot, A; Sargatal, J (1996). Handbook of the Birds of the World 3. Barcelona: Lynx Edicions. ISBN 84-87334-20-2.
  • Koivula, M. and Viitala, J. (1999). "Rough-legged Buzzards use vole scent marks to assess hunting areas". J. Avian Biol. 30 (3): 329–332. doi:10.2307/3677362. JSTOR 3677362.
  • Springer, A. M. (1975). "Observations on the summer diet of Rough-legged Hawks from Alaska". Condor 77 (3): 338–339. doi:10.2307/1366233.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Rough-legged Buzzard της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Raufußbussard της Γερμανικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).