Αετογερακίνα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αετογερακίνα
Ενήλικη αετογερακίνα (σκουρόχρωμη φάση)
Ενήλικη αετογερακίνα (σκουρόχρωμη φάση)
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας (IUCN 3.1) [2]
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Αετόμορφα (Accipitriformes)
Οικογένεια: Αετίδες (Accipitridae)
Υποοικογένεια: Αετίνες (Accipitrinae) [3]
Γένος: Τριόρχης (Buteo) (Lacépède, 1799) M
Είδος: B. rufinus
Διώνυμο
Buteo rufinus (Τριόρχης ο καστανόχρους) [1]
Cretzschmar, 1827
Υποείδη

Buteo rufinus cirtensis
Buteo rufinus rufinus

H Αετογερακίνα είναι είδος ημερόβιου αρπακτικού πτηνού που απαντάται στον ελλαδικό χώρο και, ένα από τα μέλη της ομάδας των γερακινών. Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι Buteo rufinus και περιλαμβάνει 2 υποείδη. [4].

Στην Ελλάδα απαντάται το υποείδος B. r. rufinus, αν και δεν αποκλείεται η παρουσία ατόμων του άλλου υποείδους B. r. cirtensis που είναι επιδημητικό της Β. Αφρικής και της Σαουδικής Αραβίας.

Το είδος, σύμφωνα με τους περισσότερους ορνιθολόγους, διακρίνεται σε δύο -τουλάχιστον- χρωματικές φάσεις (colour phases) (βλ. Μορφολογία).

Κύρια διαγνωστικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μεγάλο μέγεθος
  • Κανελλόχρωμη ουρά χωρίς ρίγες

Τάση παγκόσμιου πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Σταθερή →

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λατινική λέξη buteo υποδήλωνε το σημερινό «γεράκι» ή κάποιο «ιερακοειδές» και αναφέρεται στο γένος του πτηνού. [5] Η επίσης λατινική λέξη rufinus προέρχεται από τη λέξη rūfus μεταγενέστερης (1775-85) ρίζας που σημαίνει «κοκκινωπός» και, σχετίζεται με το καστανοκόκκινο φτέρωμα του πτηνού. [6]

Η αγγλική ονομασία του είδους Long Legged Buzzard, παραπέμπει σε σύγκριση με την κοινή Γερακίνα, από την οποία έχει μεγαλύτερο μήκος ταρσού.[7] Η ελληνική ονομασία της συσχετίζεται με το -σχετικά- μεγάλο της μέγεθος (είναι η μεγαλύτερη από τις γερακίνες), κάτι μεταξύ αετού και γερακίνας.

Συστηματική Ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αετογερακίνα δείχνει να έχει στενή γενετική συγγένεια με το υποείδος της κοινής γερακίνας Buteo buteo bannermani (Hazevoet ,1995). Είναι πολύ πιθανόν, στο άμεσο μέλλον, τα δύο αυτά taxa να αντιμετωπιστούν ως ένα (1) taxon, είδος ή υποείδος, αλλά απαιτείται περαιτέρω έρευνα. [2] Τα δύο υποείδη, όπου συνυπάρχουν, συνήθως κατοικούν σε περιοχές διαφορετικού υψομέτρου, χωρίς όμως αυτό να εμποδίζει κάποιους υβριδισμούς μεταξύ τους. [8]

Στο παρόν λήμμα ακολουθείται η ταξινομική κατά Howard and Moore: Checklist of the Birds of the World, 2003.

Γεωγραφική κατανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης εξάπλωσης του είδους Buteo rufinus Πράσινο ανοικτό: Καλοκαιρινές περιοχές αναπαραγωγής, Πράσινο σκούρο: Mόνιμος κάτοικος, Μπλε: Περιοχές διαχείμασης. (σημ. Ο χάρτης αναφέρει λανθασμένα, ότι για την Ελλάδα το είδος είναι μόνο καλοκαιρινός αναπαραγόμενος επισκέπτης, αλλά υπάρχει και μικρός, επιδημητικός πληθυσμός - για περισσότερες λεπτομέρειες http://maps.iucnredlist.org/map.html?id=22736562)

Η αετογερακίνα απαντάται σε κάποιες περιοχές του Παλαιού Κόσμου, αρκετά διάσπαρτες. Στην Ευρώπη βρίσκεται κυρίως στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων, στην Ουκρανία, Ν. Ρωσία και σε κάποιους μικρούς θύλακες της Ιταλίας (Απουλία) και της Ουγγαρίας, κυρίως ως καλοκαιρινός αναπαραγόμενος επισκέπτης. Τελευταία, έχει κάνει την εμφάνισή της στην Αυστρία. [8] Στην Ασία, ο κύριος όγκος του πληθυσμού βρίσκεται από τη Μικρά Ασία προς ανατολάς μέχρι το Νεπάλ, τα Αλτάι και τη Μογγολία. Στην Αφρική, τέλος, απαντάται στο βόρειο τμήμα της, κυρίως στο Μαρόκο και την Αλγερία, ενώ η διαχείμαση γίνεται από την υποσαχάρια Αφρική μέχρι την Ουγκάντα και την Κένυα.

Στην Ελλάδα απαντάται, είτε ως μόνιμος κάτοικος (επιδημητικός), είτε ως καλοκαιρινός επισκέπτης από τις βορειότερες χώρες, ιδιαίτερα προς τα νησιά του ΝΑ Αιγαίου.[9]

Μεταναστευτικές οδοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πληθυσμοί της αετογερακίνας είναι, ανάλογα με την περιοχή εξάπλωσης και το υποείδος, είτε μόνιμοι, είτε μερικώς μεταναστευτικοί. Τα άτομα του ευρωπαϊκού υποείδους rufinus μετακινούνται νότια, σε μία ζώνη που εξαπλώνεται από τα Βαλκάνια και τη Μέση Ανατολή, μέχρι το Ιράν, το Πακιστάν και την Ινδία. Το βορειοαφρικανικό υποείδος cirtensis, μετακινείται από τις μεσογειακές περιοχές στην υποσαχάρια Αφρική, από τον Ατλαντικό μέχρι την Ερυθρά Θάλασσα και σε μια ζώνη βόρεια του ισημερινού, μέχρι την Κένυα και την Ουγκάντα. [10]

Στην Ελλάδα έρχονται για να ξεχειμωνιάσουν μικροί πληθυσμοί από τα βόρεια, Ρουμανία, Ουκρανία, Ν.Ρωσία κλπ, οπότε αναμιγνύονται με το μόνιμο πληθυσμό.

Η φθινοπωρινή μετανάστευση πραγματοποιείται το Σεπτέμβριο-Οκτώβριο, ενώ η εαρινή τον Μάρτιο-Απρίλιο.

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αετογερακίνα προτιμάει ανοικτές, ξηρές περιοχές, στέπες, ημιέρημα τοπία και γυμνά βουνά ή λόφους. [9] Με επαρκή διάθεση τροφής, εμφανίζεται επίσης ως ένα πτηνό αναπαραγωγής σε πραγματικές ερήμους. Στα Βαλκάνια -όχι όμως στην Ελλάδα- μπορεί να βρεθεί και σε δάση, με την προϋπόθεση να υπάρχουν κοντά ανοικτές περιοχές προς αναζήτηση τροφής και αναπαραγωγή. Σε περιοχές της Τουρκίας, έχει βρεθεί μέχρι και στα 2700 μέτρα.

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενήλικη αετογερακίνα (ανοικτόχρωμη φάση)

Η αετογερακίνα εμφανίζεται σε δύο χρωματικές φάσεις (colour phases), μία συνηθέστερη ανοιχτόχρωμη και μία σπανιότερη σκουρόχρωμη, αλλά με πολλές ενδιάμεσες μεταβατικές μορφές. Επίσης, έχουν παρατηρηθεί και εντελώς μαύρες μορφές (μελανικές). [11]

Οι ενδιάμεσες μορφές εμφανίζουν σχεδόν πάντοτε μία πορτοκαλοκόκκινη απόχρωση στο πτέρωμα, πορτοκαλί ή κοκκινωπή ουρά και κρεμ κεφάλι, στοιχεία που, σε συνδυασμό με το σχετικά μεγάλο μέγεθος, διαφοροποιούν την αετογερακίνα από την γερακίνα. Όμως, συγχέεται πολύ εύκολα με το υποείδος της γερακίνας, Buteo buteo vulpensis, που μάλιστα συχνάζει σε παρόμοιους οικοτόπους. [9]

Η κάτω επιφάνεια των πτερύγων είναι αρκετά ανοιχτόχρωμη σε όλες τις φάσεις, ενώ σχεδόν πάντοτε διακρίνεται κατά την πτήση, ένα χαρακτηριστικό μαύρο «μπάλωμα» στην καρπική άρθρωση και στο άκρο των πρωτευόντων ερετικών φτερών. Το κάτω μέρος του σώματος έχει ξανθοκόκκινο χρώμα, ενώ η ουρά είναι πορτοκαλί ή κανελλόχρωμη στο πάνω μέρος και ασπριδερή στο κάτω. Το κήρωμα και τα πόδια είναι κίτρινα. [9]

Βιομετρικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μήκος σώματος: (58-) 61 έως 64 (-67) εκατοστά.
  • Άνοιγμα πτερύγων: (126-) 130 έως 148 (-160) εκατοστά.
  • Βάρος: Αρσενικό μέσος όρος 1100 γραμμάρια, θηλυκό 1300 γραμμάρια [12]

Πτήση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αετογερακίνα είναι αρκετά δυσκίνητη με «βαρύ» πέταγμα και, η σιλουέτα της κατά την πτήση μοιάζει με εκείνη ενός αετού. Είναι κάπως νωθρή και, προτιμάει να κάθεται για πολλές ώρες σε σωρούς χωμάτων, μικρά βράχια, στύλους και πολύ πιο σπάνια σε δένδρα, ψάχνοντας για τη λεία της, που την πιάνει πάντα στο έδαφος. [9]

Παρόλο που, εκμεταλλευόμενη την αντίσταση του αέρα, μπορεί να σταθεί για λίγο ακίνητη, γενικά δεν «αιωρείται» (hovering) όπως η γερακίνα.

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αετογερακίνα (ανοιχτόχρωμη φάση, κοιλιακή όψη)

Η κύρια τροφή της αετογερακίνας είναι τα μικρά και μεσαίου μεγέθους θηλαστικά. Τυπικά θηράματα είναι οι χωραφοπόντικες, οι αρουραίοι, οι τυφλοπόντικες, οι σκαντζόχοιροι, οι νυφίτσες και τα χάμστερς, αλλά περιλαμβάνονται και ερπετά (σαύρες), αμφίβια (βάτραχοι, φρύνοι) και έντομα (ακρίδες). [13] Στις περιοχές διαχείμασης, τρέφεται επίσης και με θνησιμαία. Στην Β.Ελλάδα, βασική τροφή της αετογερακίνας αποτελεί ο Σπερμόφιλος και, μάλιστα, η εξάπλωσή της συμπίπτει με εκείνη του συγκεκριμένου σκιουροειδούς. [9]

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η περίοδος αναπαραγωγής αρχίζει από τα μέσα Μαρτίου και φθάνει μέχρι τα τέλη Απριλίου. Κτίζει τη φωλιά της όπως και η γερακίνα σε θέσεις, από τις οποίες μπορεί να εποπτεύει τη γύρω περιοχή. Στα Βαλκάνια προτιμάει τα βράχια, πολλές φορές σε αρκετά χαμηλό ύψος και με θαμνοκάλυψη, ενώ στην Ουκρανία τα δέντρα. [14][15] Σε άδενδρες περιοχές, όπως στις νότιες στέπες του Καζακστάν, η φωλιά είναι χτισμένη στο έδαφος και, συχνά, σε στύλους ηλεκτρικού ρεύματος.

Η φωλιά είναι μία σχετικά ογκώδης κατασκευή από ξερόκλαδα, επιστρωμένη με μικρότερα κλαδιά, φυλλοφόρους κλάδους, γρασίδι ή μαλλί. [14]

Η γέννα αποτελείται από 2-3 αβγά, αλλά έχουν μετρηθεί και 4-5 αβγά. Η επώαση πραγματοποιείται και από τα δύο φύλα, κυρίως όμως από το θηλυκό, και διαρκεί 28 ημέρες. Την σίτιση αναλαμβάνουν και οι δύο γονείς, ενώ οι νεοσσοί πτερώνονται (fledge) στις 42 με 52 ημέρες. [16]

Η ακριβής αναπαραγωγή της αετογερακίνας δεν είναι ακόμη ιδιαίτερα μελετημένη. [9]

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα ευρωπαϊκά εδάφη αναπαραγωγής, κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, μειώθηκαν αισθητά, κατά κύριο λόγο στην Ρωσία και την Ουκρανία, λόγω καταστροφής των ενδιαιτημάτων του πτηνού. Στη δεκαετία του 1970, η κατάσταση είχε καλυτερέψει, αλλά οι ρωσικοί πληθυσμοί μειώνονταν σταθερά. Αιτίες είναι, η εντατικοποίηση της χρήσης της γης και η καταστροφή των λίγων περιοχών, που θεωρούνται κατάλληλες για φώλιασμα, στα ανοικτά τοπία της ανατολικής Ευρώπης, ενώ σχετικά σταθεροί θεωρούνται οι πληθυσμοί της Ουγγαρίας. Ο συνολικός ευρωπαϊκός πληθυσμός εκτιμάται σε 8.700 έως 15.000 αναπαραγωγικά ζευγάρια. Οι μεγαλύτεροι πληθυσμοί βρίσκονται στην Τουρκία, στο Αζερμπαϊτζάν και στην Ρωσία. [17]

Στην Ελλάδα τα πράγματα είναι χειρότερα, παρόλο που ο ελληνικός πληθυσμός θεωρείται ο μεγαλύτερος στα Βαλκάνια. [9] Φαίνεται ότι η λαθροθηρία και οι επεμβάσεις στους βιοτόπους είναι αρνητικοί παράγοντες για την προστασία του είδους. [18]

Έτσι, ενώ ο παγκόσμιος πληθυσμός έχει σταθεροποιηθεί στην κατηγορία Ελαχίστης Ανησυχίας (LC), [2] στην Ελλάδα η Αετογερακίνα είναι ενταγμένη στα Σπάνια είδη (Rare). [18]

Άλλες ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον ελλαδικό χώρο, η Αετογερακίνα απαντάται και με τις ονομασίες Καστανοβαρβακίνα και Αετοβαρβακίνα. [1]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Απαλοδήμος, σ. 24
  2. 2,0 2,1 2,2 BirdLife International (2013). Buteo rufinus στην Κόκκινη Λίστα Απειλούμενων Ειδών της IUCN. Έκδοση 2013.2. Διεθνής Ένωση Προστασίας της Φύσης (IUCN). Ανακτήθηκε 28 Μαρτίου 2014.
  3. Thiollay, 1994
  4. Howard and Moore, p. 112
  5. http://www.archives.nd.edu/cgi-bin/wordz.pl?keyword=buteo
  6. http://dictionary.reference.com/browse/rufous
  7. Όντρια, σ. 77
  8. 8,0 8,1 Bauer et al
  9. 9,0 9,1 9,2 9,3 9,4 9,5 9,6 9,7 Χανδρινός & Δημητρόπουλος, σ. 98
  10. BirdLife International and NatureServe (2013). «Buteo rufinus: Χάρτης γεωγραφικής κατανομής». IUCN. http://maps.iucnredlist.org/map.html?id=22736562. Ανακτήθηκε στις 28 Μαρτίου 2014. 
  11. Heinzel et al, p. 94
  12. Stevenson & Fanshawe
  13. Όντρια, σ. 78
  14. 14,0 14,1 Harrison, p. 101
  15. A. O. Shetsov
  16. Harrison, p. 100
  17. Bauer et al., p. 349
  18. 18,0 18,1 Κόκκινο Βιβλίο, σ. 233

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Wikispecies logo
Τα Βικιείδη έχουν πληροφορίες για το θέμα:
  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2003.
  • Collin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Hermann Heinzel, RSR Fitter & John Parslow, Birds of Britain and Europe with North Africa and Middle East, Collins, 1995
  • Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάνικα, τόμος 13 , λήμμα «Βαρβακίνα»
  • Ιωάννη Όντρια, Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Γ. Χανδρινού-Α. Δημητρόπουλου, Αρπακτικά Πουλιά της Ελλάδας, εκδόσεις Ευσταθιάδη, Αθήνα, 1982.
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.
  • «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας, Αθήνα 1992»
  • Γεωργίου Δ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2002
  • IUCN Red List: http://www.iucnredlist.org/
  • Hans-Günther Bauer, Einhard Bezzel und Wolfgang Fiedler (Hrsg): Das Kompendium der Vögel Mitteleuropas: Alles über Biologie, Gefährdung und Schutz. Band 1: Nonpasseriformes – Nichtsperlingsvögel, Aula-Verlag Wiebelsheim, Wiesbaden 2005, ISBN 3-89104-647-2, S. 349
  • A. O. Shetsov (2001): Breeding of the Long-legged Buzzard in Olexandrija district of Kirovograd region. Berkut 10 (I), S. 63–66
  • Stevenson & Fanshawe,Field Guide to the Birds of East Africa: Kenya, Tanzania, Uganda, Rwanda, urundi by. Elsevier Science (2001), ISBN 978-0856610790
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Mäusebussard της Γερμανικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).